Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017

Three Billboards outside Ebbing, Missouri ★★★★

Μετά το εξαιρετικό «Αποστολή στην Μπριζ» και το άκρως ενδιαφέρον «Επτά ψυχοπαθείς», ο ιρλανδικής καταγωγής Μάρτιν Μακ Ντόνα έχει καθιερωθεί ως ένας από τους πιο λαμπρούς κινηματογραφιστές της εποχής μας. Η έντονη αίσθηση του αντίκτυπου των λέξεων, των χειρονομιών και των εικόνων που διαθέτει είναι σπάνια στο σημερινό τοπίο του κινηματογράφου και συμβαδίζει με την πρωτοφανή επιμέλεια του στην κατασκευή των λεπτομερέστατων, σύνθετων αφηγήσεών του. Με δεδομένη την έκφραση “το καλό πράγμα αργεί να γίνει”, ως ένας επιτυχημένος θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος και σκηνοθέτης, ο Μακ Ντόνα πήρε το χρόνο του για ετοιμάσει το νέο του κινηματογραφικό πόνημα. Και μετά από πέντε χρόνια σιωπής επιστρέφει με το «Three Billboards Outside Ebbing, Missouri» ένα άλλο μικρό θαύμα αφηγηματικής ισορροπίας όπου ο βαθύς πόνος και το λακωνικό χιούμορ, οι απροσδόκητες ανατροπές, η οργανική ροή δράσης και οι χαρακτήρες που αλλάζουν αλλά πάντα παραμένουν οι ίδιοι, δένουν αρμονικά.

Η ιστορία απλή: Η κόρη της Mildred είναι νεκρή εδώ και επτά μήνες. Οι τοπικές αρχές δεν κάνουν τίποτα για να διευκρινίσουν την αλήθεια. Προκειμένου να εκφράσει την αντίδραση της, η Mildred μισθώνει τρεις διαφημιστικές πινακίδες στα περίχωρα. Και είναι αυτές οι περιβόητες πινακίδες του τίτλου που αποτελούν το έναυσμα για μια ολόκληρη επεισοδίων μεταξύ των κατοίκων της πόλης. Τώρα, όποιος γνωρίζει τις ταινίες του Μακ Ντόνα ξέρει ότι στον πυρήνα τους υπάρχουν συχνά σκληροί χαρακτήρες που ασχολούνται με την άσχημη πλευρά της ζωής, η οποία αναγκάζει ακόμα και τους καλύτερους και πιο δυνατούς να λυγίσουν.

Και το «Three Billboards outside Ebbing, Missouri» διαθέτει πολλούς. Ανθρώπους γραπωμένους από το δράμα του θανάτου, της απώλειας και του καθήκοντος. Γεμάτους πόνο, άγχος και ενοχή. Όλοι τους υπέροχα σκιαγραφημένοι, ακόμα και οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, αμφίθυμοι, τρισδιάστατοι. Και εξαιτίας αυτού μετά τα πρώτα δεκαπέντε λεπτά, ο θεατής πιστεύει ότι είναι ήδη καλά εξοικειωμένος τόσο με αυτούς και με το τι θα δει. Και εδώ έρχεται η μαγκιά της ταινίας. Αυτή η υποτιθέμενη τραγικότητα είναι παραπλανητική, διότι ο σκηνοθέτης μπολιάζει την πικρή του ιστορία με μικρές στιγμές χιούμορ που όχι μόνο προσθέτουν μια ελαφριά αίσθηση στο καταπιεστικό βάρος των σκοτεινών θεμάτων αλλά δίνουν στους χαρακτήρες νέες όψεις, ξεπερνώντας τα κλισέ που αρχικά δημιουργήθηκαν. Ο Μακ Ντόνα δείχνει στο κοινό του πόσο λάθος ήταν με τις πρώτες εντυπώσεις του. Και δεν το κάνει αυτό ξαφνικά κάνοντας τους χαρακτήρες να δρουν διαφορετικά από πριν. Όχι, δεν καταφεύγει σε φτηνά κόλπα, αλλά γράφει τόσο καλές σκηνές που τα αληθινά χαρακτηριστικά των χαρακτήρων ξεφλουδίζονται αργά, αλλά πάντα πιστευτά.

Όπως συμβαίνει στη ίδια την ζωή οι χαρακτήρες του αλλάζουν τις απόψεις τους, σχηματίζουν απροσδόκητες συμμαχίες, κάνουν απρόσμενα πράγματα που ίσως ξεπερνούν τα συνήθη όρια της ηθικής και ταλαντεύονται στις γκρίζες περιοχές. Και μέσω αυτών, ο Μακ Ντόνα απελευθερώνει σταδιακά νέα επίπεδα της αφήγησης του και υπονομεύει επιδέξια τις προηγουμένως κατασκευασμένες προσδοκίες. Ποτέ δεν κρίνει και αφήνει τους χαρακτήρες και την ιστορία χώρο και ευελιξία. Και αυτό τον κάνει αποτελεσματικό για να εξετάσει ζητήματα όπως η βία των ανδρών, τα προνόμια, τη δικαιοσύνη και πολλά ακόμα. Οι συγκλονιστικές επιδείξεις βίας, τόσο οι δικαιολογημένες όσο και οι αδικαιολόγητες, αφήνουν μια απτή και διαρκή εντύπωση και εξασφαλίζουν ότι θα σκέφτεστε αυτή την ταινία πολύ καιρό μετά τους τίτλους τέλους. Θα μπορούσε κανείς να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτή η ταινία είναι ένα είδος συμπυκνώματος από αυτό που υποφέρει η κοινωνία μας: ο θυμός δημιουργεί θυμό, τα στερεότυπα και η μεροληψία γεννά προκαταλήψεις. Το τέλος θα απογοητεύσει αναμφισβήτητα πολλούς, υπάρχει λόγος όμως που τελειώνει έτσι τον οποίο θα σας αφήσω να ανακαλύψετε μόνοι σας.

Πέρα από το σενάριο και την σημασία του, επιβάλλεται στην συγκεκριμένη κριτική να αναφερθούμε στους ηθοποιούς. Πρώτα από όλα και όλους στην Φράνσις ΜακΝτόρμαντ. Κανένας χαρακτηρισμός δεν μπορεί να αποδώσει πλήρως το μεγαλείο της ερμηνείας της. Απόλυτα σαγηνευτική, πίσω από το σκληροτράχηλο προσωπείο της αλλάζει αβίαστα συναισθήματα που διαπερνούν την οθόνη. Μαγευτική απλά! Το υποστηρικτικό καστ είναι επίσης εξαιρετικό. Ο Γούντι Χάρελσον να συνεχίζει να είναι αξιόπιστος και πάντα καλός σε ότι και αν τον βάλεις να κάνει. Ο Σαμ Ρόκγουελ είναι ένας πολύ υποτιμημένος ηθοποιός, και αυτή η ταινία δείχνει πραγματικά αυτά που είναι σε θέση να κάνει. Ο Λούκας Χέτζις είναι υπέροχος. Ενώ τέλος συγκρατήστε το όνομα του Κάλεμπ Λάντρι Τζόουνς, θα γίνει μεγάλο αστέρι!

Για να συνοψίσω, χάρη στους εκπληκτικούς ηθοποιούς και τη πολυεπίπεδη, συγκινητική ιστορία που, παρά το ζοφερό περιεχόμενό της, εκπέμπει επίσης τη ζεστασιά και την ελπίδα, το «Three Billboards Outside Ebbing, Missouri» είναι ένα μικρό κόσμημα.

Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

Film Stars Don't Die in Liverpool ★★★★

Το 1981, ο βρετανός ηθοποιός Πίτερ Τέρνερ έλαβε ένα τηλεφώνημα που τον ενημέρωνε ότι η πρώην εραστής του, η βραβευμένη με Όσκαρ σταρ του Χόλιγουντ Γκλόρια Γκράχαμ, είχε καταρρεύσει σε ξενοδοχείο και αρνιόταν νοσοκομειακή περίθαλψη. To «Film Stars Don’t Die in Liverpool» είναι η πραγματική ιστορία του Πίτερ αναφορικά με το τι συνέβη όταν συμφώνησε να την πάρει υπό την προστασία του στο σπίτι της εκκεντρικής οικογένειάς του στο Λίβερπουλ. Μέσω αναδρομών είναι επίσης και η πραγματική ερωτική ιστορία ενός νεαρού άνδρα και μιας πολύ μεγαλύτερης σε ηλικία, πρώην διάσημης, γυναίκας.

Και μπορεί τα παραπάνω να παραπέμπουν σε μια τύπου “Ρωμαίος και Ιουλιέτα“ καταδικασμένη ιστορία αγάπης, όμως το έργο του Πολ Μαγκουιγκαν δεν είναι μια τυπική βιογραφία. Πρόκειται για μια, σε ίσα μέρη, γοητευτική, γλυκόπικρη, χιουμοριστική και απελπιστικά θλιβερή ιστορία αγάπης. Και μπορεί ανά διαστήματα να βγάζει μια ωραιοποιημένη πλευρά, αλλά αυτό δεν την εμποδίζει να θριαμβεύει αθροιστικά. Καλύπτοντας τόσες πολλές διαφορετικές γωνίες και θέματα, από την αξία και τη μεταχείριση των ηλικιωμένων ηθοποιών μέχρι τα γηρατειά, τις ασθένειες και τον θάνατο. Και κυρίως το θέμα των ρομαντικών σχέσεων με μεγάλη διαφορά ηλικίας που αντιμετωπίζεται εντελώς διαφορετικά από κάθε άλλη ταινία. Η σχέση μεταξύ της Γκλόρια και του Πίτερ εδώ είναι μια γνήσια εξέταση μιας δυναμικής που τόσο συχνά απεικονίζεται φθηνά σε άλλες ταινίες, ή σαν κάτι σαν σοκ στη πλοκή. Υπάρχει τόσο περισσότερο ζουμί σε αυτή την σχέση μεταξύ μιας γυναίκας που πλησιάζει το εξήντα και ενός αγοριού στα είκοσι του και η ειλικρίνεια με την οποία ο σκηνοθέτης την αντιμετωπίζει είναι κάτι πραγματικά το υπέροχο.

Η αντίληψη και η κατανόηση των μηνυμάτων του έργου μεταδίδονται στο κοινό χάρη στις ερμηνείες του εξαιρετικού καστ. Η Μπένινγκ είναι φανταστική στην πολύπλοκη απεικόνιση της ηθοποιού Γκράχαμ. Έχει πολλές διαφορετικές πτυχές της περίπλοκης προσωπικότητάς της να μεταφέρει, αλλά το πετυχαίνει με μεγάλη ευκολία. Από την άλλη ο Μπελ εδώ βρίσκει τον καλύτερο του ρόλο μετά τον «Billy Elliot - Γεννημένος Χορευτής». Παίζει το ρόλο με τέτοια ειλικρίνεια και δείχνει μια πραγματική ωριμότητα στην ικανότητά του να ενεργεί και μοιράζεται μια υπέροχη χημεία με την Μπένινγκ. Το υποστηρικτικό καστ είναι παρομοίως καλό. Η ταινία αποτελεί και μια επανένωση του Billy Elliot με την μητέρα του Τζούλι Γουόλτερς. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι και εδώ η μεγάλη βρετανίδα ηθοποιός είναι εκπληκτική. Η ταινία όμως ανήκει εξολοκλήρου στους δυο πρωταγωνιστές και δικαιωματικά λαμβάνουν σχεδόν όλο το επίκεντρο.

Ο σκηνοθέτης Μαγκουιγκαν εφαρμόζει μια λαμπερή και αστραφτερή λάμψη στην παραγωγή, ταιριαστή στην τύπου βίντατζ εικόνα της κεντρικής ηρωίδας, χωρίς ποτέ να καπελώνει τα δραματικά στοιχεία της ιστορίας της. Παίζοντας με την χρωματική παλέτα του έργου καθώς αυτό εξελίσσεται αντικατοπτρίζει την ακατέργαστη ευαισθησία αυτών των χαρακτήρων καθώς αυτή διαχέεται στην οθόνη. Εξαιρετικά φτιαγμένο και εκτελεσμένο, το «Film Stars Don’t Die in Liverpool» είναι μια εντελώς γοητευτική και όμορφη ταινία που θα απαιτήσει έναν ώμο για να κλάψετε και ένα χέρι για να κρατήσετε...

Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

War for the Planet of the Apes ★★★½

Όταν πριν από λίγα χρόνια ανακοινώθηκε ότι η 20th Century Fox θα αναβιώσει τον «Πλανήτη των Πιθήκων» του 1968 με τουλάχιστον τρεις ταινίες στους κινηματογράφους, το εγχείρημα αντιμετωπίστηκε με καχυποψία. Ωστόσο, όταν εμφανίστηκε το 2011 ο «Πλανήτης των Πιθήκων: Η Εξέγερση» του Ρούπερτ Ουάιατ, οι ανησυχίες εξαφανίστηκαν: η ταινία ήταν κάτι το φρέσκο, πολύ συναρπαστικό και έξυπνο. Στο δεύτερο μέρος, «Ο Πλανήτης των Πιθήκων: Η Αυγή», ο Ματ Ριβς αναλαμβάνοντας να την οδηγήσει, παραδίδει στο κοινό ένα έργο σκληρότερο, πιο ζοφερό με πλήρως υλοποιημένους χαρακτήρες, προθέσεις και φιλοδοξίες. Ο αγώνας μεταξύ ανθρώπων και πιθήκων είχε γίνει ένας σύγχρονος, τεχνικά έξυπνος κι ανθεκτικός κινηματογράφος. Η απόφαση η πλοκή να περιστρέφεται γύρω από τον Σίζαρ με το καστ να αλλάζει σε κάθε ταινία αποδείχθηκε μεγαλοφυής. Για ακόμα μια φορά στο σκηνοθετικό τιμόνι ο Ριβς επιχειρεί να οδηγήσει αυτή την τριλογία σε ένα άξιο τέλος.

Μετά τα καταστροφικά γεγονότα της «Αυγής», οι σχέσεις μεταξύ ανθρώπων και πιθήκων είναι χειρότερες από ποτέ. Τα μέτωπα σκληρύναν, επικρατεί ένας πικρός αγώνας επιβίωσης με τους πιθήκους να θέλουν απλώς ειρήνη. Στο μέτωπο των ανθρώπων, ένας συνταγματάρχης παρεμβαίνει στα γεγονότα και επιτίθεται με όλη του την δύναμη εναντίον του Σίζαρ και των οπαδών του. Και κάπως έτσι ξεκινάει η «Σύγκρουση» χωρίς πολλές φανφάρες. Οι νέες συνθήκες διασαφηνίζονται γρήγορα και τίθενται πολύ σημαντικά σημεία για την περαιτέρω πρόοδο της ταινίας από το πρώτο κιόλας λεπτό. Κάπου εδώ επιτρέψτε μου να σας πω πως αν ψάχνετε για μια εύκολη στην κατανάλωση ποπ-κορν ψυχαγωγία, δεν θα μείνετε ευχαριστημένοι. Ο 51χρονος σκηνοθέτης και το επιτελείο του διηγούνται μια εξαιρετικά έντονη, μερικές φορές ενοχλητική ιστορία, μετατρέποντας το φιλμ περισσότερο σε ένα σκληρό πολεμικό δράμα παρά μια sci-fi περιπέτεια.

Ο Ριβς βασίζεται σε πραγματικά συναισθήματα και ανατροπές. Υπάρχει περισσότερος γειωμένος φόβος και θλίψη στην αφήγηση παρά παράλογα σχέδια, δράση και λανθασμένες αποφάσεις και συμπτώσεις. Αυτή η επιλογή δημιουργεί κάτι που στέκεται στο έδαφος και με τα δύο πόδια. Είναι ένα έργο το οποίο παρασύρει το κοινό σε μια νέα πορεία με τρομακτική ταχύτητα. Στο τρίτο μέρος της τριλογίας του «Πλανήτη των Πιθήκων» δεν υπάρχει ίχνος ματαιοδοξίας. Οι εικόνες είναι σκληρές, βρώμικες όπως οι πάσχουσες φιγούρες των δύο πλευρών που παλεύουν για την επιβίωση τους. Απελπισμένοι άνθρωποι ενάντια στους εκδικητικούς και βασανισμένους πιθήκους: δεν υπάρχει δίκαιο θέαμα. Η σκληρότητα ενός τέτοιου σεναρίου δεν είναι συγκαλυμμένη ή κρυμμένη. Η συναρπαστική ιδέα που ξεκίνησε στις προηγούμενες ταινίες εξελίσσεται, και εμείς μένουμε να την παρακολουθούμε ρουφώντας όλα τα μηνύματα που υπάρχουν μέσα από σύγκρουση των δυο ειδών.

Εκτός από το σενάριο, θα ήθελα να επισημάνω δύο ακόμη στοιχεία που ενισχύουν τη δυναμική του έργου. Πρώτα απ` όλα η μουσική του Μάικλ Τζιακίνο. Ο βραβευμένος με Όσκαρ συνθέτης του «Ψηλά στον Ουρανό», του «Star Trek» και του πρόσφατου «Spider-Man: Η Επιστροφή στον Τόπο του» έχει καταφύγει στους πιο πρωτόγονους και συναρπαστικούς ήχους για τη μουσική επένδυση της ιστορίας, συνθέτοντας ένα μεγαλειώδες soundtrack. Το άλλο σημείο που πρέπει να τονιστεί με κεφαλαία γράμματα και πολλά θαυμαστικά είναι τα οπτικά εφέ. Πέρα από τις εκρήξεις και τις ψηφιακά τελειοποιημένες εικόνες, η δουλειά που έχει γίνει στους χαρακτήρες των πιθήκων θα σας αφήσει με το στόμα ανοιχτό. Υπήρχαν φορές που αναρωτιόμουν αν αυτό που βλέπω είναι αποτέλεσμα CGI ή ένας πραγματικός χιμπατζής. Από τις κινήσεις μέσω της γούνας, στις εκφράσεις του προσώπου, σχεδόν τέλειος ρεαλισμός. Το Όσκαρ των ειδικών εφέ για φέτος έχει ήδη κερδηθεί.

Η «Εξέγερση» έστρωσε τέλεια το έδαφος, η «Αυγή» ανατίναξε το μυαλό μας και η «Σύγκρουση» κλείνει υπέροχα την ιστορία των πιθήκων συνθέτοντας μια σκοτεινή και σκληρή αντιπολεμική ταινία, η οποία τοποθετεί αξίες όπως η ηθική και η ανθρωπιά στο κέντρο, κι έτσι γίνεται μια έντονη και εντυπωσιακή εμπειρία.

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Transformers: The Last Knight [0.5/5]

Χωρίς αμφιβολία, το «Transformers 5: Ο Τελευταίος Ιππότης» θα προσελκύσει τις μάζες στον κινηματογράφο προσφέροντας στο κοινό τα ιδία με τους προκατόχους του σε όλους τους τομείς. Το να υπερνικάς όμως τον προηγούμενο εαυτό σου και τις δικές σου ηλίθιες ιδέες ξανά και ξανά, οδηγεί επιτακτικά είτε σε μια θεϊκή ύπαρξη είτε σε μια φάρσα, η οποία περιπαίζει πολύ εμφανές τους πάντες και είναι πολύ δύσκολο να την κρίνεις.

Όπως και στο «Transformers 4: Εποχή Αφανισμού», έτσι και εδώ η υποτιθέμενη ιστορία, η οποία θα ήταν εύκολο να ειπωθεί σε μία ώρα και μισή αλλά εδώ ξεχειλώνεται για πάνω από δυόμισι ώρες, για ακόμα μια φορά κατακλέβει τους πάντες και τα πάντα. Το μαγικό εδώ όμως είναι ότι το κάνει με λιγότερη ντροπή και με ακόμα λιγότερη συνεκτικότητα. Χωρίς να ασχολείται σε επίπεδο συνέχειας, το «Transformers 5» όχι μόνο αντιφάσκει με τα προηγούμενα, αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό σκηνή με σκηνή. Φράσεις, αποφάσεις χαρακτήρων, αλλά κι ολόκληρες σκηνές είναι εντελώς χωρίς νόημα και εξυπηρετούν τον σκοπό της εφαρμογής μιας υποτιθέμενης ενιαίας ιδέας χωρίς πολλή σκέψη. Όλα τα υπόλοιπα είναι το διάσημο μίγμα εκρήξεων του Μάικλ Μπέι: μέταλλα που χτυπάνε το ένα με το άλλο, φουλ sci-fi ανοησία, χιούμορ που δεν μπορεί να υποστηριχθεί, χαοτικό μοντάζ και την αναλογία εικόνας να αλλάζει ανά δευτερόλεπτο.

Το franchise συνεχίζει να μας προσφέρει αυτή την αναλογία ακολουθώντας πιστά ακριβώς όλα όσα έχουμε συνηθίσει εδώ και χρόνια. Το μόνο που αλλάζει είναι τα ρομπότ. Την τελευταία φορά ήταν δεινόσαυροι. Αυτή τη φορά είναι ιππότες και δράκοι. Όσοι επιθυμούν και τους αρέσει, να πάνε να το δουν. Όλοι οι υπόλοιποι θα πρέπει να αποδεχτούμε ότι τα Transformers εισπρακτικά συνεχίζουν να τα καταφέρνουν περίφημα. Και για όσο χρόνο θα αρμέγουν τα λεφτά του κοινού, θα συνεχίζουν να υπάρχουν.

Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Sage Femme [2/5]

H Κλερ (Κατρίν Φροτ) είναι μαία, αλλά το νοσοκομείο όπου εργάζεται για δεκαετίες πρόκειται να κλείσει. Η Μπεατρίς (Κατρίν Ντενέβ) είναι η πρώην ερωμένη του πατέρα της Κλερ, η οποία θέλει να τη συναντήσει μετά από δεκαετίες σιωπής. Απρόθυμα θα γίνει μια συνάντηση προκαλώντας τις αντίστοιχες συνέπειες. Αυτή είναι πάνω κάτω η υπόθεση της νέας ταινίας του Μαρτέν Προβόστ. Διαβάζοντας την, δεν είναι δύσκολο να υποψιαστείς πως στα «Μικρά Βήματα», μετά την επιτυχία του «Το Χάρισμα της Σεραφίν» και του «Violette», ο γάλλος σκηνοθέτης συνεχίζει να ασχολείται με τις γυναίκες. Αυτή τη φορά επενδύει στη δυαδικότητα των χαρακτήρων, τοποθετώντας ως πρωταγωνίστριες δυο εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες στην προσπάθειά του να ζωγραφίσει τις διαφορές της γυναικείας ομορφιάς σε όλους τους τομείς.

Στο κέντρο της ταινίας συναντιούνται δύο εξαιρετικά αντίθετες Grandes-Dames του γαλλικού κινηματογράφου. Ακούγεται ως ένας καλός συνδυασμός και, πράγματι, η Ντενέβ είναι υπέροχη ως η νευρωτική γυναίκα που κερδίζει τα χρήματά της με το πόκερ και καταπίνει τα φάρμακα της με ένα ουίσκι. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η φιγούρα της Φροτ, η Κλερ, είναι τόσο άπιαστη, καθαρή και κανονική που το «Μικρά Βήματα» δεν λειτουργεί πλήρως ως ταινία για ένα άνισο δίδυμο. Οι κοινές σκηνές τους είναι αρκετά διασκεδαστικές, γεμάτες ζωντάνια. Χάρη στο ταλέντο τους μεταδίδουν άψογα τα ανθρώπινα, πλήρη σε νοήματα παρά τη φαινομενική κοινοτυπία τους μηνύματα για τη συγχώρεση που το σενάριο αναδίδει, σκιαγραφώντας παράλληλα και μια εικόνα της αντίθεσης μεταξύ ζωής και θανάτου. Ακόμα και οι δυο τους, όμως, δεν μπορούν να απελευθερώσουν την ταινία από την ενδοσκοπική, μη δεσμευτική οπτική της. Κι έτσι η ταινία μπερδεύεται και δεν μπορεί να πάρει και να ακολουθήσει μια πορεία. Επειδή δεν υπάρχει πραγματική σύγκρουση, επειδή η Κλερ καταπίνει οτιδήποτε μπορεί να οδηγήσει σε πραγματική τριβή και ένταση.

Ακόμα κι έτσι, πρόκειται για μια ιστορία που διεγείρει τη σκέψη χωρίς μια ηθικοποιητική ατζέντα. Και αυτό ποτέ δεν είναι κακό.