Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

Λάρισα: Εμπιστευτικό [0/5]

Μετά τη «μεγάλη», λοιπόν, επιτυχία του I Love Karditsa, ο Στράτος Μαρκίδης αποφάσισε να γυρίσει ακόμα μια ελληνική κωμωδία με ένα πλήθος ηθοποιών. Η μόνη λέξη που μου έρχεται στο μυαλό είναι: γιατί;;;

Πραγματικά, δεν ξέρω τι να γράψω για το συγκεκριμένο έργο αφού κατά την διάρκεια της προβολής του είχα πολλές απορίες. Σκεφτόμουν, πότε επιτέλους θα γυριστεί σε αυτή την χώρα μια πραγματικά αστεία κωμωδία; Γιατί πρέπει σχεδόν σε κάθε σύγχρονη ελληνική ταινία να υπάρχει και μια ερωτική σκηνή που συνήθως δεν εξυπηρετεί την πλοκή και χρησιμεύει μόνο στην προβολή του κάλλους των πρωταγωνιστών; Γιατί σε τέτοιου είδους ταινίες προτιμούνται γνωστοί ηθοποιοί, κατά προτίμηση αναγνωρίσιμοι από επιτυχημένες τηλεοπτικές σειρές, και το κυριότερο, αυτοί πώς δέχονται να παίξουν;

Με τον Γιάννη Ζουγανέλη να διεκδικεί επάξια τον τίτλο του χειρότερου, η πληθώρα των ηθοποιών εδώ απλά περιφέρεται χωρίς να κάνει απολύτως τίποτα! Η Μπέσυ Μάλφα προτάσσει το στήθος της, ο Μάριος Ιορδάνου κυκλοφορεί γυμνόστηθος, η Τιτίκα Σαριγκούλη τυποποιημένη πλέον κάνει το ίδιο σε κάθε ρόλο και πραγματικά θα μπορούσα να πω κάτι για όλο το καστ αλλά δεν θα το κάνω. Τίποτα και κανένας δεν σώζεται από αυτή την ταινία. Όλα είναι ίδια, το ένα κλισέ διαδέχεται το άλλο σε μια φαρσοκωμωδία χωρίς χαρακτήρες, οι οποίοι μπλέκουν σε αφελέστατες κι εξευτελιστικές καταστάσεις, οι ιστορίες όσο και να το θέλει η ταινία δεν δένουν μεταξύ τους και δεν έχουν (σημαντικό για μια ταινία) συνοχή. Επιπροσθέτως, υπάρχει αφθονία σαχλών αστείων κι ανεκδιήγητων διαλόγων σε τοπική διαλεκτό και μια Έφη Παπαθεοδώρου με ύφος «κόβεται το σεξ» να πετάει σεξιστικού περιεχομένου υποτιθέμενα χιουμοριστικά σχόλια ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Και εσύ από κάτω συνεχίζεις να απορείς και να σκέπτεσαι: ειλικρινά, αυτό έχει να δείξει το ελληνικό σινεμά; Χειρότερο κι από το πιο αδιάφορο ελληνικό σήριαλ.

Πραγματικά, με θλίβει το γεγονός ότι βάζω τον χαμηλότερο βαθμό ως σήμερα σε μια ελληνική ταινία, αλλά συγγνώμη τέτοιες ταινίες καλό είναι να μην βγαίνουν στους κινηματογράφους, πρώτον γιατί χαλάνε την εικόνα ολόκληρου του ελληνικού σινεμά και δεύτερον γιατί τον πηγαίνουν χρόνια πίσω στην δεκαετία της βιντεοταινίας…

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

Sherlock Holmes: A Game of Shadows [3.5/5]

Να πω την αλήθεια, δεν είχα δώσει ιδιαίτερη προσοχή στην πρώτη ταινία. Μου φαινόταν μια κάπως περίεργη μεταφορά του Σέρλοκ Χολμς στο σινεμά, αφού ήμουν συνηθισμένος να τον βλέπω πιο αξιοπρεπή, κομψό και αριστοκρατικό. Βλέποντας όμως και τις δυο ταινίες, τη μια μετά την άλλη, κατάλαβα για ποιο λόγο ο Χολμς του Guy Ritchie έχει κάνει τόση επιτυχία, αφού αποτελεί την επιτομή των έξυπνων, γεμάτων ωραίο χιούμορ και σκηνών δράσης περιπετειών.

Η πρώτη ταινία ήταν πιστή στο μύθο του Χολμς κι όμως κατάφερνε να είναι πρωτότυπη, πνευματώδης και γεμάτη ενέργεια. Η δεύτερη διαθέτει όλα τα στοιχεία της πρώτης, αλλά τα πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα. Εισάγει στην εξίσωση την λογοτεχνική νέμεση του Χολμς τον καθηγητή Μοριάρτι, ο οποίος παρόλο που εμφανίζεται μόνο δυο φορές στην αρχική μυθιστοριογραφία του Conan Doyle, στην συνέχεια τού δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση και αντιμετωπίζεται πλέον ως κύριος ανταγωνιστή του. Το δίδυμο Χολμς – Μοριάρτι, λοιπόν, αποτελεί πρώτης τάξεως υλικό για την δημιουργία μιας εκρηκτικής περιπέτειας, ενώ επιπροσθέτως δίνει την δυνατότητα στην ταινία να μετατοπίσει την δράση καλύπτοντας ένα μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης και όχι μόνο το Λονδίνο, κάνοντας ακόμα πιο ενδιαφέρον οπτικά το αποτέλεσμα. Με γρήγορο ρυθμό και άκρως διασκεδαστικούς διάλογους, η δράση εδώ δεν είναι υπερβάλλουσα απλά και μόνο για να γεμίσουν οι σκηνές αλλά είναι ως επί το πλείστον έξυπνη.

Και αυτό επιτυγχάνεται λόγο δυο ονομάτων: Guy Ritchie και Robert Downey Junior. Ο πρώτος χαρακτηριστικός και διαφορετικός διαθέτει ένα δικό του σκηνοθετικό στυλ. Σκηνοθέτης ταινιών όπως το Δύο Καπνισμένες Κάννες και το Η Αρπαχτή, διαθέτει πείρα σε γρήγορες ταινίες και γνωρίζει πώς να δημιουργήσει δυναμικές καταστάσεις στις οποίες ο Χολμς και ο Γουάτσον συμμετέχουν, χωρίς να παρεκκλίνουν από τους χαρακτήρες τους. Με τις σκηνές να παγώνουν συνεχώς για την ανάδειξη της δράσης, με σούπερ αργές κινήσεις, πριν από την επιτάχυνση τους ή επανάληψη τους σε πραγματικό χρόνο, καταφέρνει και κρατάει την ενέργεια της ταινίας σε υψηλά επίπεδα. Και ο δεύτερος διαθέτει την απαραίτητη φαντασμένη προσωπικότητα η οποία ταιριάζει γάντι στον ήρωα του Χολμς, καταφέρνοντας να δημιουργήσει έναν γοητευτικό χαρακτήρα ο οποίος είναι ταυτόχρονα εκκεντρικός, ιδιοφυής και τρελός.

Πέρα από τους δυο αντίπαλους, όμως, ιδιαίτερο βάρος έχει δοθεί και στον Γουάτσον (πολύ καλός ο Jude Law) αφού πλέον οι δύο τους είναι σε μια πολύ πιο ισότιμη σχέση, με τον Χολμς να βασίζεται πάνω του όταν η ζωή του απειλείται και όταν χρειάζεται έναν συνέταιρο. Ο Jared Harris, από την άλλη, πλάθει έναν εξαιρετικό κακοποιό κάνοντας τον Μοριάρτι να φαντάζει σαν μια ισότιμη ιδιοφυΐα με τον Χολμς. Ο ανταγωνισμός τους οδηγεί σε ένα συναρπαστικό φινάλε, η λύση του οποίου είναι τόσο λαμπρά εκτελεσμένη που είναι αναζωογονητικό να βλέπεις την τελική αναμέτρηση μιας τέτοιας ταινίας να βασίζεται στην ανθρώπινη εξυπνάδα και όχι στην ικανότητα του καυγά. Μοναδικό μικρό μειονέκτημα ο χειρισμός του χαρακτήρα της Noomi Rapace. Δεν είναι κακός, απλά δεν κάνει και πολλά.

Η ετυμηγορία λοιπόν. Το «Sherlock Holmes 2: Το Παιχνίδι των Σκιών» είναι μια απίστευτα έξυπνη ταινία που απλά τυχαίνει να είναι και μια εξαιρετική ταινία δράσης την ίδια στιγμή.

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

A Screaming Man [2/5]

Ένας πατέρας κι ο γιος του (Youssouf Djaoro και Dioucounda Koma) διαχειρίζονται μια πισίνα σε ένα ξενοδοχείο. Διδάσκουν μαθήματα, μαζεύουν τις πετσέτες, την κλείνουν το βράδυ. Ο Adam, ο πατέρας, αντιμετωπίζεται από σχεδόν όλους ως «πρωταθλητής» αφού κάποτε ήταν όντως πρωταθλητής κολύμβησης. Ο Abdel, ο γιος, ακολουθεί τα βήματα του πατέρα του. Οι νέοι ιδιοκτήτες του ξενοδοχείου, όμως, προσφέρουν στον Abdel τη δουλειά του πατέρα του και βάζουν υπεύθυνο τον Adam στην πύλη του ξενοδοχείου. Η μονότονη στολή στη νέα του θέση και η ταπεινωτική για τον ίδιο νέα του δουλειά, τον κάνει να αισθάνεται ότι μόνη επιλογή του είναι να απαλλαγεί από τον γιο του ώστε να μπορέσει να αναλάβει ξανά τη θέση του ως ο άνθρωπος της πισίνας.

Η ταινία ασχολείται με τον αγώνα ενός ανθρώπου με την αλλαγή. Αλλαγή ως προς την οικογένειά του που ωριμάζει, στη χώρα του που έχει δεχθεί επίθεση από αντάρτες, στο γεγονός ότι η παρηγοριά του στην εργασία του στην πισίνα τού έχει αφαιρεθεί μετά από μια ολόκληρη ζωή που πέρασε κοντά της. Μέσα σε όλη αυτή την αλλαγή, ο άνθρωπος προσπαθεί να δημιουργήσει κάποιου είδους σταθερά. Πρέπει να δώσει προτεραιότητα στην οικογένεια του, στην κοινωνία γύρω του ή στην ίδια του την ταυτότητα; Με αυτές τις σκέψεις παίρνει μια απόφαση που τον στοιχειώνει και τον κάνει να αγωνίζεται με το αν και πώς αυτή μπορεί να αντιστραφεί. Είναι έτσι όμως δομημένος ο χαρακτήρας του Adam που ξενίζει. Δεν φέρεται όπως οι κανονικοί άνθρωποι και οι επιλογές του δεν συνάδουν με την πραγματική, ανθρώπινη αίσθηση. Αυτή η προδοσία απέναντι στο ίδιο του τον γιο δεν είναι μόνο ότι είναι απίθανο να συμβεί, μεταφέρεται κι εκτός της οθόνης, έτσι ώστε κανένα από τα αντικρουόμενα συναισθήματα του Adam δεν επαληθεύονται από τους θεατές αποτρέποντας έτσι το κοινό από την κατανόηση του χαρακτήρα και από την δυνατότητα της μετέπειτα συγχώρεσης του. Ενώ ο Adam φαντάζει ένας περήφανος άνθρωπος, του οποίου η ταπείνωση δεν αποτελεί ισχυρό κίνητρο για μια τέτοια πράξη εναντίον του γιου του.

Το «Η Κραυγή ενός Ανθρώπου» αφήνει όλο το βάρος του στους θεατές να ανακαλύψουν το νόημα στην ταινία, μέσα όμως από μια ιστορία η οποία δεν φαίνεται σωστή. Ο Adam δεν μπορεί ποτέ να γίνει ο απλός, καθημερινός άνθρωπος που ο συγγραφέας/σκηνοθέτης τον θέλει να είναι, επειδή οι επιλογές του, όσο δύσκολες κι αν μπορεί να είναι, έχουν μηδαμινό ρόλο αναλογιζόμενοι την κατάσταση της ζωής του. Η ταινία είναι ένας στοχασμός πάνω στο πέρασμα του χρόνου και πώς είναι να βλέπεις τον εαυτό σου να αντικαθίσταται από τη νεότερη γενιά, αλλά και μια ταινία για την πολιτική κατάσταση και τον πόλεμο στο Τσαντ. Και ενώ συνολικά βλέπω με συμπάθεια τα πολιτικά θέματα της ταινίας και τη λεπτή κινηματογράφηση της και παρόλο που η ταινία έχει κερδίσει τη διεθνή αναγνώριση, θεωρώ ότι είναι άξια ενός τέτοιου επαίνου, αλλά απλά δεν είναι για μένα.

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

My Week with Marilyn [3.5/5]

Είμαστε τόσο απασχολημένοι με την εικόνα μιας διασημότητας, που συχνά ξεχνάμε ότι η εικόνα αυτή δεν είναι το πραγματικό πρόσωπο. Μας είναι επίσης πολύ εύκολο να κρίνουμε μια διασημότητα, όταν αποδειχθεί ότι είναι διαφορετική από την ιδέα που έχουμε γι’ αυτήν στο μυαλό μας ή ακόμα χειρότερα, όταν μπαίνει σε μπελάδες με τον νόμο. Υποθέτουμε ότι οι διάσημοι έχουν ό, τι θέλουν και ότι απλώς εκμεταλλεύονται το σύστημα, όταν πέσουν έξω. Μια τέτοια διασημότητα που έχει κριθεί και απασχολήσει τον τύπο αλλά και ολόκληρο τον κόσμο είναι αναμφισβήτητα η Marilyn Monroe.

Ποιος δεν θα ήθελε να είναι η Marilyn Monroe; Να έχει την ομορφιά της, τη γοητεία της αλλά και τη φωνή της, πράγματα που συμβαδίζουν με το ακαταμάχητο sex-appeal της. Άνδρες και γυναίκες την κοιτούν με δέος και θαυμασμό. Τα στούντιο ήθελαν διακαώς να δουλέψουν μαζί της. Και το χρήμα έρεε άφθονο για εκείνην αλλά και για όποιον είχε κάποια σχέση μαζί της. Όμως, πίσω από αυτήν την εικόνα βρίσκεται μια ανασφαλής, μελαγχολική γυναίκα που αντιμετωπίζει συνεχώς την κριτική και την προδοσία. Οι εραστές της αισθάνονται σαν να τους χειρίζεται και να υπονομεύει τα όνειρα τους. Οι συνεργάτες της την κρατούν χαπακωμένη έτσι ώστε να κοιμάται συνεχώς για να έχει τεράστιες ποσότητες ενέργειας όταν βρίσκεται μπροστά στην κάμερα. Σκηνοθέτες ουρλιάζουν γιατί είναι δύσκολο να συνεργαστούν μαζί της, παρά το γεγονός ότι αυτή απλά προσπαθεί να καταλάβει τον χαρακτήρα που παίζει. Το «Επτά Μέρες με τη Μέριλιν» μας παρουσιάζει με μια ματιά την πραγματική Marilyn Monroe, το πρόσωπο πίσω από τη διασημότητα.

Ένα ακριβές προφίλ του οριστικού συμβόλου του σεξ του 20ου αιώνα, όμως, είναι σίγουρα ένα δύσκολο έργο. Κι εδώ η ταινία δεν επιχειρεί να είναι μια πλήρης βιογραφία, αλλά απλώς μια σύντομη απεικόνιση της ύπαρξής της, η οποία επιτυγχάνεται καλύτερα αφού, μακριά από τη φρενίτιδα του λαμπερού Χόλιγουντ, η ιστορία εξελίσσεται στην ήσυχη αγγλική ύπαιθρο δίνοντας μας μια πιο οικεία μορφή της γυναίκας. Μιας γυναίκας που εδώ ερμηνεύεται από την Michelle Williams. Ποιος το περίμενε ότι η κοπελίτσα από το «Dawson`s Creek» θα θεωρούταν σήμερα μια από τις καλύτερες ηθοποιούς της γενιάς της. Μετά το Μυστικό του Brokeback Mountain και το Blue Valentine, η Williams βαδίζει ολοταχώς για την τρίτη της οσκαρική υποψηφιότητα και γιατί όχι, τη νίκη. Η ομορφιά και το χάρισμα της Monroe παρουσιάζονται σε εντυπωσιακό βαθμό από την ίδια. Ενσαρκώνει τέλεια το νευρικό άγχος της, την έλλειψη αυτοπεποίθησης, τη συνεχή ανάγκη της για αποδοχή και την ικανότητα της να γοητεύει. Αντιλαμβάνεται, επίσης, την πραγματική Marilyn Monroe. Δεν είναι μόνο η Williams μια μεγάλη ηθοποιός, αλλά δείχνει και ότι η Marilyn Monroe είναι μία από τις μεγαλύτερες ηθοποιούς. Σε μια υπέροχη σκηνή όπου βομβαρδίζεται από ένα κοπάδι ανδρών, η Marilyn γυρνά στον παρτενέρ της και ρωτά: «Να γίνω εκείνη;» και μεμιάς μετατρέπεται από ένα σκεπτικό νεαρό κορίτσι σε μια σεξοβόμβα. Κανείς δεν ήξερε το πραγματικό πρόσωπο της Marilyn Monroe, επειδή ήταν τόσο καλή στο καμουφλάρισμα του.

Και ενώ η Michelle Williams σε σαγηνεύει σε σημείο που όταν δεν βρίσκεται στην οθόνη την αποζητάς, η ίδια η ταινία είναι ήπια. Το σενάριο απλά εξιστορεί τα γεγονότα χωρίς ανατροπές, χωρίς εκπλήξεις, με κανένα μυστικό, καμία ασάφεια, κανένα σκοτάδι, τίποτα που θα μπορούσε να πάει την ταινία ένα σκαλί παραπέρα. Ο σκηνοθέτης, λίγο-πολύ, απλά μας τροφοδοτεί με το «μετά την αυτοκτονία» κλισέ που θέλει την Monroe να είναι ένα μοναχικό και αφελές παιχνίδι σε έναν κόσμο ανδρών, το οποίο είναι μεν διασκεδαστικό αλλά δεν μπορεί να είναι μόνο αυτό. Θα μπορούσαν να είχαν κάνει πολύ περισσότερα με το χαρακτήρα της, να την δείξουν εκτός ελέγχου, αινιγματική, μυστηριώδη, αυτό που πραγματικά πιστεύω ότι ήταν.Κάπως έτσι, λοιπόν, η ταινία χάνει κάπου την αξία της σεναριακά. ενώ κάποιοι μπορεί να την βρουν και βαρετή.

Καλλιτεχνικά τώρα, η ταινία είναι άριστη. Σκηνικά, κοστούμια, φωτογραφία απεικονίζουν πολύ όμορφα κι εύστοχα την όμορφη καλοκαιρινή Αγγλία, ενώ η μουσική επένδυση απογειώνει το έργο. Στους δεύτερους ρόλους, ο Kenneth Branagh είναι εξαιρετικός στην απεικόνιση του Laurence Olivier που παλεύει για να γίνει διάσημος σταρ, ο βραβευμένος με Tony, Eddie Redmayne, είναι πολύ καλός ως ο μόνος άνθρωπος που φαίνεται να καταλαβαίνει ποια πραγματικά είναι η Marilyn και την ερωτεύεται, και πάντα μα πάντα ειδική μνεία στην υπέρτατη Judi Dench που με δυο-τρεις ατάκες κλέβει όλες τις σκηνές που εμφανίζεται. Το «Επτά Μέρες με τη Μέριλιν» είναι ένα γλυκό και συγκινητικό έργο που μιλά για τα παρασκήνια του Ο Πρίγκιπας και η Χορεύτρια μεταφέροντας μας στην χρυσή εποχή του Χόλιγουντ, κάτι που από μόνο του είναι λόγος να δεις την ταινία. Προσθέστε εδώ τον μύθο της Marilyn Monroe και την ανεπανάληπτη ερμηνεία της Williams και αυτό που έχετε είναι μια από τις πιο ελκυστικές ταινίες της χρονιάς.

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Puss In Boots [2/5]

Βλέποντας την ταινία μεταγλωττισμένη, έκτος από σπάνιες περιπτώσεις, πάντα χάνει κάτι από την αξία της. Αν και πιστεύω ότι είναι η ίδια η ιστορία της ταινίας ο βασικός λόγος που δεν την ευχαριστήθηκα τόσο πολύ.

Η ταινία αποτελεί spin-off από το Σρεκ, εστιάζει στον χαρακτήρα του Γάτου Σπιρουνάτου και με την προσθήκη πολλών περιέργων χαρακτήρων, όπως ένα ομιλών αυγό, μια μικρή χρυσή χήνα και ένα πλήθος γατών, καταφέρνει να έχει ένα έξυπνο χιούμορ με αρκετά πνευματώδη πειράγματα και αναφορές. Διαθέτει, δε, ένα εξαιρετικό animation (παρατηρήστε την υφή του κοστουμιού της Kitty Softpaws που μοιάζει με πραγματικό δέρμα) ενώ το 3D είναι ένα από τα καλυτέρα που έχω δει. Υπάρχει γενικά μια αφθονία όμορφων εικόνων και χρωμάτων στην ταινία. Αλλά αυτό το «ανόητο» animation πάσχει από έλλειψη πρωτοτυπίας και διαθέτει μια προβλέψιμη πλοκή με ένα άνευ ενδιαφέροντος στόρι προδοσίας.

Με την απλότητα της να είναι λίγο απογοητευτική για τους ενήλικες, συνολικά το «Puss in Boots» είναι άπλα διασκεδαστικό και χαριτωμένο, αλλά θα αρπάξει, από την άλλη, τις καρδιές των παιδιών που σίγουρα θα το απολαύσουν.

The Artist [4.5/5]

Η πιο μαγική στιγμή στο «The Artist» είναι στην έναρξη, όταν η εικόνα στο πανί σβήνει, η μουσική σωπαίνει σιγά-σιγά και αυτό που μένει είναι αυτός ο, άγνωστος στο ευρύ κοινό, ηθοποιός να στέκεται καθώς ο θόρυβος του προβολέα ακούγεται στο παρασκήνιο. Είναι μια ονειρεμένη στιγμή, ύμνος στον κινηματογράφο.

Ως επί το πλείστον, σε μια σιωπηλή και μαυρόασπρη ταινία είναι δύσκολο να εξηγήσουμε τι είναι αυτό το τόσο εξαιρετικό στην πλοκή της που σε συναρπάζει, ενώ είναι περισσότερο το ύφος της ταινίας, που δικαιολογεί την υψηλή βαθμολογία. Η ταινία ιδιοποιείται όμορφα το λεξιλόγιο της σιωπηλής εποχής. Οι οπτικές ενδείξεις του φωτός και οι σκοτεινές σκιές είναι πολύ σημαντικές εδώ, διότι δεν υπάρχει ήχος να ενημερώσει την αφήγηση. Όταν ένα πλήθος χειροκροτεί άγρια σε μια σκηνή, δεν ακούμε τίποτα. Σε μια άλλη όταν ο πρωταγωνιστής σηκώνει τα χέρια στο κεφάλι του και κοιτάζει στον ουρανό για να ουρλιάξει, ο ήχος είναι εκκωφαντικός μέσα στη σιωπή. Στη θέση της οποίας, έχουμε μια πλούσια (ως επί το πλείστον) μουσική παντρεμένη με την πανέμορφη αντίθεση του ασπρόμαυρου φιλμ.

Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Michel Hazanavicius αγαπά σαφώς τη γλώσσα του κινηματογράφου και με μια σειρά από σκηνές αναλαμβάνει να εξιστορήσει την ιστορίας αγάπης της ταινίας του. Καρέ προς καρέ είναι γεμάτα με μια αίσθηση κατάπληξης και όμως είναι εξαιρετικά απλά στην σύλληψη τους. Παρατηρήστε τον τρόπο που η δυσαρεστημένη νοικοκυρά (Penelope Ann Miller) μουντζουρώνει αφηρημένα το πρόσωπο στις φωτογραφίες του συζύγου της ή πώς η Missi Pyle μάς δίνει, ξεκαρδιστικά, να καταλάβουμε όλη τη σχέση με τον συμπρωταγωνιστή της με μια μόνο ματιά.

Ένα σιωπηλό ερωτικό γράμμα προς τις πρώτες ημέρες του κινηματογράφου, αυτό το αριστούργημα χρησιμοποιεί τον ήχο ή την έλλειψη αυτού με ευφάνταστους τρόπους και έχει την ακριβή εμφάνιση και αίσθηση μιας ταινίας γυρισμένης τη δεκαετία του 1920. Κρατάει, όμως, τα καλύτερα στοιχειά από τις πραγματικές ταινίες εκείνης της εποχής. Δεν λείπουν καρέ και οι κινήσεις των ηθοποιών είναι ρευστές, όχι νευρικές ή βιαστικές. Διάτιτλοι χρησιμοποιούνται, αλλά με φειδώ, επιτρέποντας στον θεατή να συνδεθεί με τους χαρακτήρες, μέσα από την ανάγνωση των χειλιών και τις χειρονομίες των ηθοποιών, οι οποίοι βασίζονται σε εκφράσεις του προσώπου και τη γλώσσα του σώματος για να δείξουν συναίσθημα, αλλά η εκτέλεση τους είναι συγκρατημένη αποφεύγοντας μελοδραματικά πρόσωπα όπως στις παραγωγές της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου. Αυτή είναι η σιωπηλή εποχή όπως την έχουμε φανταστεί τώρα. Ο Hazanavicius σκηνοθετεί χρησιμοποιώντας τη μορφή και, ναι, τα κλισέ της εποχής και φτιάχνει μια βαθιά, πολύ σύγχρονη ταινία για το πώς ο κινηματογράφος μάς μαγεύει και μας συγκινεί. Το «The Artist» είναι γοητευτικό από την αρχή μέχρι το τέλος, με τους Dujardin και Bejo να λάμπουν σε κάθε σκηνή.

Με το Ο Πατριώτης να είναι η τελευταία σιωπηλή ταινία που προτάθηκε για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας το 1929, νομίζω ότι αυτό φέτος θα αλλάξει. Χρειάζεται κότσια για να κάνεις μια βουβή ταινία το 2011. Το γεγονός ότι είναι τόσο καλή, είναι απλώς ένα πρόσθετο όφελος. Ως κομμάτι ιστορίας, συλλαμβάνει έξοχα την περίοδο του ερχομού του ήχου, αλλά ως πλοκή μιλάει επίσης για το εγώ και τον μεταβατικό χαρακτήρα της φήμης. Με μια λέξη, είναι εντυπωσιακό και θυμίζει τα κλασσικά έργα όπως το Τραγουδώντας στη Βροχή, το Η Λεωφόρος της Δύσεως κ.α. Τολμώ να πω ότι κατατάσσεται δίπλα σε αυτά.

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Νήsos 2: Το Κυνήγι του Χαμένου Θησαυρού [1/5]

Κι εκεί που το Νήsos αποτελούσε μια άνιση μεν αλλά με αρχή, μέση και τέλος ελληνική ταινία που διέθετε μια πλοκή στην οποία είχε πέσει μια κάποια δουλειά, έρχεται το «Νήsos 2: Το Κυνήγι του Χαμένου Θησαυρού» να μας διαλύσει όλες τις ελπίδες για καλό «εμπορικό» ελληνικό σινεμά.

Με ένα σενάριο που δεν βοηθά καθόλου τους μονοδιάστατους χαρακτήρες να αναπτύξουν κάτι αξιόλογο, ολόκληρη η ταινία κινείται σ’ ένα παρόμοιο επίπεδο με την πρώτη. Αλλά ότι έμοιαζε έξυπνο και πρωτότυπο στο πρώτο μέρος, εδώ χάνει την άξια του και μοιάζει αναμασημένο έτοιμο προϊόν προς άμεση κατανάλωση.

Με τη διαδρομή από την αρχή μέχρι το τέλος να μην επιφυλάσσει εκπλήξεις, στο «Νήsos 2» είναι εντονότατη η αίσθηση του φιλμ που είναι χτισμένο στη λογική τού προσλαμβάνουμε 5-6 τηλεοπτικά αναγνωρίσιμα πρόσωπα, βάζουμε και δυο-τρία χοντροκομμένα αστεία και έχουμε έτοιμο το υλικό να βγει στις αίθουσες. Μονό που στην συγκεκριμένη περίπτωση, η ταινία δεν έχει και πολύ πλακά. Ολόκληρη η πλοκή της βασίζεται στην αφέλεια, τα κυνηγητά και τις συμπτώσεις υποβιβάζοντας το θέαμα στα επίπεδα τηλεοπτικού σίριαλ.

Φωτεινές στιγμές στην ταινία που βγάζουν γέλιο είναι όταν εμφανίζεται η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου γιατί μόνο τότε το χιούμορ είναι έξυπνο, ενώ απίστευτα low-point είναι οι δυο μικρού μήκους ταινίες που παρεμβάλλονται στη διάρκεια της. Κρίμα γιατί, όπως και στη πρώτη ταινία, μου είναι αδύνατο να διώξω από το μυαλό μου τη σκέψη τού πόσο καλή ταινία θα μπορούσε να είναι.

Take Shelter [3/5]

Η ταινία αποτελεί μια πραγματική μάχη ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία. Ο Nichols δημιουργεί το τέλειο μίγμα αγωνίας, δράματος και παραφροσύνης ενώ καταφέρνει και κρατά την ταινία σε μια τεταμένη ένταση παραμένοντας ενοχλητική για τον θεατή σε όλη την διάρκεια της. Το «Καταφύγιο» είναι μια ταινία τρόμου που δεν μοιάζει με καμία άλλη, γιατί δεν έχει καμία σχέση με τέρατα ή φαντάσματα. Αντ’ αυτού, επιτρέπει την αίσθηση του τρόμου να μας καταβάλλει με πράγματα οικεία για μας.

Η οικονομική και οικολογική κρίση, η ψυχική υγεία, η δυναμική της οικογένειας, η ψυχολογία του πώς δημιουργούμε οι ίδιοι τα προβλήματα μας ... είναι όλα εδώ, θαμμένα σε μια ταινία που μιλάει για τόσα πολλά πράγματα, και όμως, αφηγηματικά, είναι τόσο απλή. Με ένα θέμα που μπορεί να ληφθεί και ως μια αλληγορία για την αβεβαιότητα απέναντι στους δύσκολους καιρούς καθώς και για την υποστήριξη των αγαπημένων μας ενόψει των αυξανόμενων δυσκολιών που θα συναντήσουμε η ιστορία εδώ είναι βαθιά και περίπλοκη.

Δυνατό χαρτί της ταινίας το πρωταγωνιστικό δίδυμο. Ο Michael Shannon είναι απίστευτος στον ρόλο ενός συζύγου και πατέρα που αντιμετωπίζει τον μεγαλύτερο φόβο του: να χάσει την οικογένειά του. Χωρίς να είναι σίγουρος αν θα είναι από μια πιθανή καταιγίδα που έρχεται ή αν η καταιγίδα είναι το αποτέλεσμα μιας οικογενειακής ασθένειας που φοβάται πως έχει. Βλέποντας τη ζωή, και την ψυχική υγεία, του να ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του, μπορεί να είναι συγκρατημένος το ένα δευτερόλεπτο και να χάνει τον έλεγχο το επόμενο. Ανησυχία, αγάπη, απογοήτευση, θυμός και συμπόνια έχουν οντότητα και εκδηλώνονται στο απίστευτα εκφραστικό πρόσωπο του. Αντίθετα, η Jessica Chastain είναι η προσωποποίηση της γεμάτης ζεστασιάς και συμπόνιας αφοσιωμένης συζύγου, που απεγνωσμένα προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει. Στοργική όταν πρόκειται για την οικογένειά της, αλλά από τη στιγμή που ο σύζυγος της κάνει μερικά πράγματα εν αγνοία της, βλέπουμε μια διαφορετική πλευρά της. Όταν αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα τής κατάστασής του, καταφέρνει να κάνει τον θεατή να συμπάσχει μαζί της.

Ολόκληρη η ταινία δεν απογοητεύει, μέχρι τα τελευταία 10 λεπτά. Ο σκηνοθέτης κλείνει την ταινία με ένα ανοιχτό όσο κι αναπάντεχο τέλος. Αλλά υπάρχει σε αυτό νόημα ή ήταν, στην τελική, απαραίτητο ένα τέτοιο τέλος; Καθόλου κι αν μη τι άλλο, έκανε όλη την ταινία λιγότερο ενδιαφέρουσα για μένα, επειδή μετατόπισε το κέντρο βάρους της από θέματα ψυχικής υγείας σε κάποιο απροσδιόριστο ασαφές φάντασμα, παύλα, όραμα. Παραδέχομαι ότι υπάρχει μια τέχνη σε ένα αμφιλεγόμενο τελείωμα αλλά εδώ ο σεναριογράφος ζητά από τον θεατή, πολύ ξεκάθαρα, να αποκρυπτογραφήσει την έννοια του. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, αλλά είναι κάπως παράξενο κι απωθητικό λαμβάνοντας υπόψη τη λεπτότητα της προσέγγισης του θέματος της ταινίας μέχρι εκείνο το σημείο. Με πολλή συγκίνηση και σασπένς, η ταινία διερευνά κατά πόσο ένα άτομο έχει χάσει το μυαλό του ή όχι, και ανεξάρτητα από το ποια είναι η απάντηση, το «Καταφύγιο» παραμένει μια αξέχαστη εμπειρία στο σινεμά με καθηλωτικές ερμηνείες από τους Shannon και Chastain.

Mission: Impossible – Ghost Protocol [2/5]

Το, περιέργως ακόμα συμπαθές, franchise αποτελεί ένα από τα πιο άνισα στην κινηματογραφική ιστορία, με την ποιότητα να ανεβοκατεβαίνει από το ένα έργο στο άλλο. Το πρώτο έργο του Brian De Palma, εγώ δεν το θυμάμαι ως μια ταινία δράσης. Ίσως η μνήμη μου είναι ελαττωματική αλλά ήταν λίγο πολύ ένα κατασκοπικό θρίλερ. Πιο αργό σε ρυθμό απ’ ότι οι συνέχειες που ακολούθησαν και περισσότερο εξαρτώμενο από την ένταση και την πονηριά, παραμένει ακόμα το καλύτερο της σειράς. Στην συνεχεία τον John Woo που εισήγαγε τη δράση δημιουργώντας το απαράδεκτο M:I2, ενώ την σκυτάλη πήρε αμέσως μετά ο J.J. Abrams ο οποίος κατάφερε να προσθέσει κάποια διασκέδαση και προσωπικότητα στο franchise, μετατρέποντας το αρκετά καλό Mission: Impossible 3 σε αυτό που πλέον είναι γνωστό ως «θεαματική δράση», με εντυπωσιακές σκηνές, με απίστευτα τεχνολογικά gadget και με έξυπνες δόσεις χιούμορ εκεί που πρέπει.

Με τις ερμηνείες σε αυτό το είδος να περνούν πάντα σε δεύτερη μοίρα, όλα τα συστατικά των τριών προηγούμενων επιστρέφουν, όχι όμως στον βαθμό που περιμένεις. Δράση υπάρχει αλλά όχι αρκετή, gadget υπάρχουν αλλά όχι πολύ επιτυχημένα, θεαματικές σκηνές υπάρχουν, με αποκορύφωμα αναμφίβολα το ήδη γνωστό Burj Khalifa κομμάτι στο Ντουμπάι, μια σκηνή που ειλικρινά σου κόβει την ανάσα, αλλά παρόλα αυτά φαντάζουν λίγες. Ο Brad Bird (στην πρώτη του live-action ταινία) σκηνοθετεί μια οπτικά εντυπωσιακή και άκρως ψυχαγωγική ταινία που όμως, όταν πέφτουν οι τίτλοι τέλους, έχεις την αίσθηση ότι κάτι έλειπε. Και αυτό είναι ένα δυνατό στόρι. Η ταινία ξεκίνα δυναμικά με θετικό το γεγονός ότι όπως και στο πρώτο φιλμ, το τέταρτο μέρος εστιάζει λιγότερο στο χαρακτήρα του Ethan Hunt και περισσότερο στην δυναμική της ομάδας, δίνοντας την ευκαιρία στους χαρακτήρες να επιτύχουν το απίστευτο με τη χρήση ενός σούπερ υπολογιστή ή κάποιας άλλης εξαιρετικής συσκευής. Ξεφουσκώνει, όμως, πολύ γρήγορα αφού το ερώτημα που έχεις καθώς την παρακολουθείς είναι γιατί γίνονται όλα αυτά…

Φυσικά και υπάρχουν ανάλογου τύπου ταινίες που δεν δίνουν σωστές ή λογικές εξηγήσεις αλλά ακόμα κι αυτές δεν φαντάζουν τόσο ανούσιες όσο το «Πρωτόκολλο Φάντασμα». Αυτό συμβαίνει γιατί ποτέ δεν εξηγούνται οι πραγματικοί στόχοι του κακού της υπόθεσης (πιο μονοδιάστατος ρόλος από αυτόν του Michael Nyqvist δεν έχει γραφτεί) αφού θέλει να φέρει ΗΠΑ και Ρωσία σε πόλεμο, απλά γιατί μπορεί! Χωρίς έναν αξιόλογο αντίπαλο αυτό που μένει είναι οι πρωταγωνιστές να παλεύουν να σώσουν τον κόσμο από κάτι που ξέρουμε εξαρχής ότι δεν θα καταφέρει να τους νικήσει. Αν μπορείτε να τα δεχτείτε όλα αυτά, τότε το μονό σίγουρο είναι ότι θα διασκεδάσετε.

Margin Call [4/5]

Μια μέρα στη ζωή του καπιταλισμού, όχι όμως μια οποιαδήποτε ημέρα αλλά η επόμενη ημέρα. 24 ώρες από τη ζωή ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος (φανταστείτε κάτι σε Lehman Brothers), στο οποίο επικρατεί πανικός όταν αποκαλύπτεται μετά από έρευνα ένα λάθος. Ένα λάθος που με αλυσιδωτές αντιδράσεις απειλεί με κατάρρευση όχι μόνο της εταιρίας αλλά και ολόκληρου του οικονομικού συστήματος.

Με μια μεθοδική και ψύχραιμη αφήγηση και με μια επίκαιρη παραγωγή που χρησιμοποιεί το φόντο της πραγματικής χρηματοπιστωτικής κρίσης, ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος J.C. Chandor χτίζει σταδιακά τους χαρακτήρες του και δημιουργεί μια αίσθηση τρόμου. Από την πρώτη, συγκλονιστική, σκηνή το βλέμμα σου είναι καρφωμένο στην οθόνη κι εκεί παραμένει καθ` όλη την διάρκεια.

Η οικονομική κατάρρευση μιας τράπεζας δεν είναι ένα τυπικό θέμα για ψυχαγωγία. Βήμα-βήμα περιγράφονται κι αναλύονται τα στάδια που οδηγούν στην πτώση, αλλά το έξυπνο εδώ είναι ότι αυτό γίνεται με κατανοητό τρόπο. Φυσικά και υπάρχουν οικονομικές ορολογίες αλλά οι δημιουργοί της ταινίας γνωρίζουν ότι απευθύνονται και σε κόσμο που δεν ξέρει και χρησιμοποιούν τα «απλά αγγλικά». Μέσα από συζητήσεις στις αίθουσες συνεδριάσεων, ο Chandor παίρνει τους άμεσα εμπλεκόμενους και μπαίνει βαθιά στο χρηματοοικονομικό σύστημα της εποχής μας όπου οι άνθρωποι είναι αθλητές με τους μισθούς, αντί αριθμών, στην πλάτη τους. Ενώ, η πιο ενδιαφέρουσα πτυχή του Margin Call είναι η ισορροπία με την οποία κάθε χαρακτήρας παρουσιάζεται. Η κλιμάκωση της ταινίας επιτρέπει στην δημιουργία ενός πολύπλευρου πορτρέτου για το πώς κάθε ένας από αυτούς τους ανθρώπους εξουσίας ανταποκρίνεται σε ένα ηθικό και υλικό δίλημμα ερευνώντας παράλληλα τις κατηγορίες των προσωπικοτήτων που λαμβάνουν αποφάσεις όπως αυτές, αποφάσεις που θα επηρεάσουν εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους. Μια προσέγγιση που βοηθά τους θεατές να ταυτιστούν με κάποιους από τους κύριους υπευθύνους της συνεχιζόμενης κρίσης, των οποίων οι εκτεταμένες επιλογές διαβρώνουν γρήγορα την εμπιστοσύνη μας στο σύστημα.

Ξεκινώντας από τους χαμηλόμισθους και ανεβαίνοντας σταδιακά φτάνοντας μέχρι τον Διευθύνων Σύμβουλο της εταιρείας, John Tuld (Jeremy Irons), ο οποίος εμφανίζεται με ένα ελικόπτερο, η ταινία είναι μια διατριβή πάνω στη δεοντολογία και την ηθική. Και ό, τι λέγεται, δεν είναι τόσο σημαντικό. Τι είναι πιο σημαντικό… είναι αυτό που δεν λέγεται. Αυτό που υπονοείται. Ό, τι εμπίπτει στην εκκωφαντική σιωπή μεταξύ των ευφυέστατων διαλόγων. Αυτή η ρεαλιστικότητα στην όλη ταινία πετυχαίνεται και λόγω του πραγματικά ονειρεμένου καστ της ταινίας. Ο Kevin Spacey και οJeremy Irons κλέβουν την παράσταση χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι Simon Baker, Stanley Tucci, Penn Badgley και Demi Moore δεν είναι εξαιρετικοί. Μοναδική παραφωνία ο Paul Bettany, ο οποίος νομίζω ότι άλλαξε 3 με 4 φορές προφορά κατά τη διάρκεια της ταινίας.

Κατά ένα μέρος θρίλερ, κατά ένα μέρος μελέτη χαρακτήρων και κατά ένα μέρος κατηγορητήριο για την ανεξέλεγκτη απληστία στο σημερινό οικονομικό σύστημα, το Margin Call αποτελεί ένα δυνατό δράμα που μιλάει έξυπνα για την εποχή που ζούμε. Μη το χάσετε.

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

Καλό Σαββατοκύριακο!!

Από δευτέρα έρχονται κριτικές για:


Margic Call
Take Shelter
This Must Be The Place
Mission Impossible 4
Νήσος 2
50/50
The Artist
Puss In Boots
My Week With Marylin

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

In Time [2/5]

Η ιδέα για μια κοινωνία που οι πλούσιοι ζουν περισσότερο σε βάρος των φτωχών, που πεθαίνουν νωρίς με το προσδόκιμο ζωής να είναι η νομισματική μονάδα αποτελεί ένα ωραίο και πρωτότυπο θέμα. Ο συγγραφέας/σκηνοθέτης Andrew Niccol (Gattaca, The Truman Show) ενώ διαθέτει, στα χαρτιά τουλάχιστον, μια εξαιρετική υπόθεση, βγαλμένη λες και από μυθιστόρημα του Philip K. Dick, φαίνεται να μην γνωρίζει τι να την κάνει αφού αφήνει ανεκμετάλλευτες τις δυνατότητες για μια sci-fi αλληγορία για την τρέχουσα οικονομική κρίση ή μια κοινωνική κριτική του κόσμου που το σενάριο τού παρέχει απλόχερα.

Η ταινία θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί μια κριτική του φόβου του πολιτισμού μας για το γήρας και τον θάνατο, είναι όμως έτσι δομημένη και σκηνοθετημένη που κάτι τέτοιο απλά δεν υφίσταται. Η δράση προχωρεί αργά με τυχαίες εκρήξεις βίας, πολλά ερωτήματα μένουν αναπάντητα, θέματα δεν αναπτύσσονται, ενώ από ένα σημείο και μετά αυτό που ξεκινά ως μια πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα ιδέα καίγεται πολύ γρήγορα και μετατρέπεται σε μια ταινία με ένα πρωταγωνιστικό ζευγάρι να αποτελεί ένα αντίστοιχο φουτουριστικό «Μπόνι και Κλάιντ» και να τρέχει σε έναν αγώνα δρόμου ενάντια στον χρόνο. Υπάρχει φυσικά μια αόριστα σοσιαλιστική άποψη στο θέμα της ανακατανομής του πλούτου, δεν είναι όμως ποτέ σαφές ποιος είναι ο τελικός στόχος για τους δύο ληστές πρωταγωνιστές, έχοντας ως αποτέλεσμα να νιώθεις σαν να χάθηκε κάτι στην διάρκεια.

Οι Justin Timberlake, Amanda Seyfried και Cillian Murphy είναι αξιοπρεπέστατοι και δεν θα βγουν ζημιωμένοι. Η ταινία είναι διασκεδαστική, πολλές φορές όμως έπιασα τον εαυτό μου να κοιτάζει το ρολόι. Πραγματικά ενδιαφέρουσα ιδέα... πραγματικά λανθασμένη εκτέλεση!

New Year's Eve [1.5/5]

Με την παρέλαση μιας πληθώρας αστέρων, το New Year’s Eve είναι το είδος της ταινίας που δαπανά περισσότερα χρήματα για ένα, όχι και τόσο ταλαντούχο, αλλά πολύ γνωστό καστ, χωρίς να ενδιαφέρεται για μια καλή σκηνοθεσία, για ένα σενάριο που να αξίζει, κ.τ.λ.

Κλασικά, λοιπόν, σε τέτοιου είδους ταινίες το πρόβλημα είναι ότι κάποιες ιστορίες είναι καλές, κάποιες μέτριες και κάποιες πραγματικά κακές. Στο New Year’s Eve, πέραν από μια-δυο κάπως συμπαθητικές (Michelle Pfeiffer: παντοτινή αξία), όλες οι υπόλοιπες αποτελούν πιθανότατα υλικό που δεν χωρούσε στο Valentine’s Day. Έτσι, με την πολύ εύκολη και απλή μετάθεση της ημέρας από 14 Φεβρουαρίου σε 31 Δεκεμβρίου έφτιαξαν αυτό εδώ το έτοιμο για ευρεία κατανάλωση πρωτοχρονιάτικο έργο που προσπαθεί να μας πείσει ότι χωρίς έρωτα και αγάπη, χαΐρι στην ζωή σου δεν θα δεις!

Δεν θα περάσετε άσχημα αφού παρόλο το χιλιοειπωμένο θέμα της, αυτού του είδους οι ταινίες καταφέρνουν να σε διασκεδάζουν. Απλά, πραγματικά αναρωτιέμαι ποια είναι τα επόμενα σχέδια του σκηνοθέτη… το «Thanksgiving Day»;;;

Shark Night 3D [1/5]

Μετά το περσινό Piranha 3D, φέτος έχουμε το Shark Night 3D. Κι ενώ το πρώτο αποτελούσε το απόλυτο splatter με την διασκέδαση να φτάνει στο αποκορύφωμα της, φοβάμαι ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει και για το δεύτερο.

Μια ομάδα έξι κολεγιόπαιδων παίρνουν τα τέλεια σμιλεμένα σώματα τους, πηγαίνουν ανυποψίαστα για ένα χαλαρωτικό Σαββατοκύριακο και... ναι, μάντεψες σωστά, αυτό ακριβώς που νομίζεις, συμβαίνει. Απλά σε 3D.

Σπαταλώντας πολύ χρόνο για τους αδιάφορους χαρακτήρες της ταινίας και με όλες αυτές τις επεξηγήσεις κι αναλύσεις για το πώς οι καρχαρίες βρέθηκαν στην λίμνη, τι ειδή καρχαριών υπάρχουν εκεί και ούτω καθεξής, οι σεναριογράφοι κάνουν ένα μέγα λάθος. Παίρνουν τον εαυτό τους στα σοβαρά χάνοντας την ευκαιρία να το διασκεδάσουν και μαζί να ψυχαγωγήσουν και τους θεατές, κάτι που οι δημιουργοί του περσινού Piranha ήξεραν καλά.

Όταν τελικά οι καρχαρίες κάνουν την εμφάνισή τους, πουθενά σε οποιαδήποτε από τις σκηνές δεν υπάρχει το παραμικρό ίχνος αγωνίας ή σοκ ή πρωτοτυπίας. Ενώ κάποιες σκηνές, τις οποίες πραγματικά θα ήθελα να περιγράψω για να καταλάβετε πόσο κακογραμμένο φιλμ είναι, απλά θα σου προκαλέσουν το γέλιο. Το αποτέλεσμα, λοιπόν, είναι μια φτωχή παραγωγή, με κάπως άσχημα εφέ, χωρίς πολύ αίμα, χωρίς πολύ γυμνό και με ένα 3D να υπάρχει, επί της ουσίας, σε… μια σκηνή!!! Νοικιάστε ξανά τα Σαγόνια του Καρχαρία…

King of Devil's Island [3.5/5]

Βρισκόμαστε στο 1915, στο απομονωμένο, χειμωνιάτικο Bastoy. Εδώ βρίσκεται ένα σχολείο μεταρρύθμισης για αγόρια που έχουν παραβεί το νόμο. Η ταινία ανοίγει με την άφιξη ενός νέου κρατούμενου, του επαναστατικού Erling (Benjamin Helstad). Στην πρώτη συνάντησή του με τον διευθυντή (πολύ καλός ο Stellan Skarsgard), του δηλώνει ότι η αποστολή του σχολείου είναι να βρουν τον καλό χριστιανό που κρύβεται μέσα στα αγόρια. Αμέσως, ο Erling παίρνει την απόφαση να αποδράσει.

Διαθέτοντας πολλές από τις συμβάσεις τέτοιου είδους ταινιών, όπως σεξουαλική κακοποίηση, αυτοκτονία κι ανεπιτυχείς αποδράσεις, και με την ισχυρή πειθαρχία, την ιεραρχία μεταξύ των κρατουμένων, τις σκληρές τιμωρίες όταν παραβιάζουν τους κανόνες και τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του διευθυντή να δίνουν το παρόν για να υποστηρίξουν το κύριο θέμα, ο σκηνοθέτης Marius Holst καταφέρνει και δίνει στο όλο εγχείρημα μια φρέσκια ματιά κάνοντας σας να νιώθετε ότι το βλέπετε για πρώτη φορά.

Ο Erling (Benjamin Helstad) είναι ο επαναστάτης. Ο ξανθός Olav (Trond Nilssen) είναι ο ηγέτης του κοιτώνα, ένας τρόφιμος παράδειγμα για τους άλλους, και ο Ivar (Magnus Langlete) είναι το θύμα. Με το βασικό συστατικό όλων των ταινιών που έχουν να κάνουν με φυλακές κι αποδράσεις, την ανάπτυξη δηλαδή ενός αισθήματος υποστήριξης για τους αδύναμους που θέλουν να ξεφύγουν, να διατηρείται αναλλοίωτο, το Βασιλιάς σε μια Κόλαση από την πρώτη κιόλας εισαγωγική σκηνή καταφέρνει να σε ρουφήξει στο σκληρό περιβάλλον του και να μην σε αφήσει ούτε στιγμή. Γυρισμένο σε αποχρώσεις του μπλε και του γκρι και με εκπληκτική φωτογραφία από τον John Andreas Andersen, το έργο αποπνέει μια μελαγχολία. Παράλληλα, το απίστευτα καλογραμμένο σενάριο με αρκετό ρεαλισμό δίνει ώρα στους χαρακτήρες να ξεδιπλωθούν και αφήνει τους ηθοποιούς να κάνουν ότι καλύτερο μπορούν. Ο Helstad και ο Nilssen, μάλιστα, δημιουργούν δυο απίστευτα λεπτομερείς κι αντιθέτους χαρακτήρες που εξελίσσονται σε όλη την διάρκεια της ταινίας. Αναπτύσσεται μια φιλία μεταξύ τους, κάτι που βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρον, και κερδίζει πόντους αφού σε κάνει να νοιάζεσαι ακόμα περισσότερο για αυτούς.

Μην παίρνοντας το μέρος καμιάς πλευράς και αφήνοντας τον θεατή να επιλέξει και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα, αυτό το σκοτεινό κεφάλαιο στην ιστορία της Νορβηγίας είναι ένα καθηλωτικό δράμα για την ενηλικίωση, τη φιλία, την αδικία και την κατάχρηση της εξουσίας. Με την ταινία να τελειώνει με μια αιματηρή εξέγερση και μια συναρπαστική μάχη για τη ζωή σε μια παγωμένη θάλασσα, το Βασιλιάς σε μια Κόλαση μπορεί να το έχουμε δει στο παρελθόν, αλλά όταν γίνεται τόσο καλά… τι σημασία έχει.

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

Moneyball [3/5]

Το Moneyball είναι μια αληθινή ιστορία. Βασίζεται σε ένα μυθιστόρημα με το ίδιο όνομα από τον Michael Lewis, που καταγράφει το χρονικό της ζωής του Billy Beane, γενικού διευθυντή των Oakland Athletics. Σε αυτό το σημείο της ζωή του που παρακολουθούμε, η ομάδα του είναι στα χειρότερα της και ψάχνει να βρει ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα απέναντι στις άλλες ομάδες και να κερδίσει. Έτσι, αντί της φυσικής κατάστασης και της φήμης, ο Beane (Brad Pitt), μαζί με τον νέο βοηθό του, Peter Brand (Jonah Hill), θα χρησιμοποιήσουν στατιστικά στοιχεία για τη μελέτη της αξίας των παικτών και θα αλλάξουν το παιχνίδι για πάντα.

Παίρνοντας τα πράγματα από την αρχή, δεν έχω καμία γνώση πάνω στο μπέιζμπολ, ούτε είχα ακουστά ποτέ τον Billy Beane. Βλέποντας το Moneyball, όμως, μπορώ να διαβεβαιώσω πως, παρόλο που διαθέτει φυσικά κάποια ορολογία και ονόματα, δεν προορίζεται μόνο για τους οπαδούς του μπέιζμπολ που στο κάτω-κάτω δεν είναι και τόσοι πολλοί στην Ελλάδα. Ο Bennett Miller καταφέρνει να φτιάξει ένα φιλμ εμπνευσμένο από το άθλημα, το οποίο είναι προσιτό σε όλους και είναι εξαιρετικά κινηματογραφημένο από τον Wally Pfister που καταφέρνει να σε εισάγει στον κόσμο του μπέιζμπολ.

Μια ταινία σαν αυτή, όμως, με ένα πάνω-κάτω κοινότυπο θέμα, είναι σημαντικό να κρατήσει το ακροατήριό της. Και εδώ σημαντικό ρόλο παίζει το εξαιρετικό μα άνισο σενάριο των Steven Zaillian και Aaron Sorkin, οι οποίοι ενώνουν τη ρομαντική πλευρά του μπέιζμπολ (φανταστείτε το μπέιζμπολ του Ο Ξυπόλητος Τζο) μαζί με την τεχνολογική και πολιτισμική επανάσταση του 21ου αιώνα και δημιουργούν μια διασκεδαστική ταινία με εξαιρετικά γρήγορο ρυθμό.

Βασικό της θέμα: ο αθλητισμός είναι μια επιχείρηση. Με την πρώτη σκηνή της ταινίας να δείχνει τον αγώνα των Oakland Athletics εναντίον των Yankees όπου αντί για το σκορ εμφανίζονται οι προϋπολογισμοί της κάθε ομάδας (100 εκατομμύρια vs. των 39 εκατ.), γίνεται σαφές ότι μπορεί οι οπαδοί να έχουν μια αίσθηση ότι η ομάδα με την όποια παθιάζονται εκπροσωπεί την πόλη τους στο άθλημα που αγαπούν, αλλά ο αθλητισμός αποτελεί πρώτα και κύρια, μια επιχείρηση. Και το Moneyball επικεντρώνεται σε αυτή την πτυχή των επιχειρήσεων του μπέιζμπολ, και το κάνει με έναν τρόπο συναρπαστικό, εύκολο να ακολουθηθεί και να κατανοηθεί πώς λειτούργει η διοίκηση μιας ομάδας.

Εκεί που υστερεί είναι στην ανάπτυξη και στις σχέσεις των χαρακτήρων. Με τον Beane και τον Brand να αποτελούν τους μόνους πλήρως συνειδητοποιημένους χαρακτήρες η ταινία ρίχνει όλο το βάρος της εκεί. Ο πρώτος, πρώην παίκτης, γνωρίζει από πρώτο χέρι το μπέιζμπολ κι έχει κατανοήσει το πρόβλημα που υπάρχει, είναι αδιάλλακτος στις αποφάσεις του δείχνοντας όμως και μια κάποια ευαισθησία, δεδομένου ότι λαχταρά να περνά περισσότερο χρόνο με την 12 χρονών κόρη του (Kerris Dorsey). Και ο δεύτερος είναι αυτός που έχει βρει τη λύση στο πρόβλημα αλλά δεν σκαμπάζει και πολύ από μπέιζμπολ και δεν ξέρει από δουλειές και χειρισμό των ανθρώπων. Αποτελούν ουσιαστικά ένα σύνολο αντιθέσεων που συμπληρώνουν κατά κάποιον τρόπο ο ένας το άλλον. Οι στιγμές μαζί τους είναι μερικές από τις κυριότερες στιγμές της ταινίας, όπως όταν σε μια παρατεταμένη σκηνή οι δυο τους προσπαθούν να ανταλλάξουν παίκτες από το τηλέφωνο με διάφορες άλλες ομάδες. Η σκηνή είναι ξεκαρδιστική και διαφωτιστική και δίνει πραγματικά την εντύπωση ότι αυτοί οι δύο τύποι έχουν γίνει και φίλοι παρά τις τεράστιες διαφορές τους. Δυστυχώς, όμως, πέρα από τους δύο, όλοι οι υπόλοιποι είναι μονοδιάστατοι χαρακτήρες. Με πιο σημαντικό τον Phillip Seymour Hoffman, ο οποίος είναι θλιβερά χρησιμοποιημένος στον ρόλο του Art Howe που έχει υποβιβαστεί στο να δείχνει μπερδεμένος με τη συμπεριφορά του Beane. Η Robin Wright εμφανίζεται για περίπου πέντε λεπτά ενώ οι παίκτες, όπως ο Scott Hatteberg (Chris Pratt), ο David Justice (Stephen Bishop) και ο Chad Bradford (Casey Bond), δεν βλέπουμε ποτέ πόσο συνέβαλαν στην επιτυχία της ομάδας αφού το σενάριο απλά δεν ασχολείται με αυτούς.

Ο Sorkin έχει γράψει και το The Social Network που αποτελούσε μια λαμπρή αληθινή ιστορία για την απληστία και την αφοσίωση. Το Moneyball, δυστυχώς, δεν διαθέτει μια αντίστοιχα τόσο δυνατή θεματική ραχοκοκαλιά, ενώ αυτή η περιοδικά έξυπνη ιστορία για ανθρώπους που τολμούν να σκεφτούν διαφορετικά, που διαθέτει, δεν εκτελείται σωστά. Όπως και στην προηγούμενη ταινία του (Capote), ο Bennett Miller σκηνοθετεί με μια σίγουρη, άμεση προσέγγιση, γεμάτος αυτοπεποίθηση και συνέπεια. Το ύφος του είναι φιλόδοξο κι εστιασμένο, προχωρώντας την ιστορία με καλό ρυθμό. Παραδόξως, όμως, το Moneyball δεν είναι ποτέ τόσο συναρπαστικό, όσο θα μπορούσε να είναι αφού είναι όλα εδώ. Όλα εκείνα που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε σε τέτοιες ταινίες: η ομάδα που χάνει αλλά μετά αρχίζει να κερδίζει. Οι επικριτές που αποδεικνύονται λανθασμένοι. Το τελικό μεγάλο παιχνίδι και ούτω καθεξής. Συνολικά, διαθέτει προτερήματα, αλλά επειδή θα μπορούσε να είναι πολύ καλύτερη, βγήκα από την αίθουσα απογοητευμένος.

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

Arthur Christmas [4/5]

Κάθε χρόνο, είναι βέβαιο ότι θα βγει στους κινηματογράφους μια ταινία που θα ασχολείται με τα Χριστούγεννα. Οι περισσότερες από αυτές ξεχνιούνται εύκολα, ενώ είναι κάποιες λίγες που θα παίζονται κάθε χρόνο τέτοια εποχή στην τηλεόραση και με το που θα τις βλέπεις θα ξέρεις ότι έρχονται οι γιορτές. Το Arthur Christmas ανήκει ξεκάθαρα στην δεύτερη κατηγορία.

Ανανεώνοντας τον μύθο του Αϊ Βασίλη φέρνοντας τον κατευθείαν στα δεδομένα του 21ου αιώνα, το παλιό έλκηθρο και το ιπτάμενο ελάφι έχουν φύγει κι έχουν αντικατασταθεί από ένα υπερηχητικό σκάφος που μοιάζει με το USS Enterprise, με το κέντρο ελέγχου της αποστολής να είναι επανδρωμένο με εκατοντάδες ξωτικά. Σε μια εκπληκτική εναρκτήρια σεκάνς, που θυμίζει λίγο James Bond και Mission Impossible, ο στρατός αυτός των ξωτικών κατεβαίνει στη Γη και το μοίρασμα των δώρων σε όλα τα παιδιά του κόσμου αρχίζει. Από εκεί και πέρα, παρακολουθούμε τον Άρθουρ, τον γιο του Αϊ Βασίλη, στην προσπάθεια του να πάει το μοναδικό δώρο που δεν παραδόθηκε στην μικρή Γκουεν με την βοήθεια του Grandsanta, και τον αδελφό του, Steve, να προσπαθεί να τους αποτρέψει γιατί πιστεύει ότι το ένα δώρο στα δισεκατομμύρια δεν έχει τόσο μεγάλη αξία. Το αναπάντεχο αυτό γεμάτο δράση road-movie ξενικά, προσφέροντας μια απολαυστική κινηματογραφική εμπειρία πριν από τις διακοπές που οι γονείς και τα παιδιά θα εκτιμήσουν.

Το σενάριο που έγραψε ο Peter Baynham (που έχει γράψει μεταξύ άλλων και το … Μπόρατ) αποτελεί τον νούμερο ένα λόγο που η ταινία είναι τόσο απροσδόκητα καλή, αφού είναι γεμάτο πνευματώδεις και καυστικούς διαλόγους, πανέξυπνα γραμμένους χαρακτήρες, όπως ενός ξωτικού λαθρεπιβάτη που ονομάζεται Μπριόνι, και το πιο σημαντικό είναι πως δεν αναλώνεται σε slap-stick ή γεμάτο pop αναφορές αστεία και δεν αποτελεί μια ευκαιριακή προσπάθεια της Aardman να βγάλει όπως-όπως μια ταινία για να «πιάσει» το κοινό των Χριστουγέννων, αφού στον πυρήνα της υπάρχει μια καλά αναπτυγμένη ιδέα που θυμίζει σε όλους το πραγματικό νόημα των Χριστουγέννων. Ναι, είναι προφανές, αλλά είναι δοσμένο τόσο αποτελεσματικά, που μετατρέπει το Arthur Christmas: Ο Γιος του Αϊ Βασίλη σε μια… πραγματική απόλαυση! Να σημειώσω εδώ ότι την είδα μεταγλωττισμένη στα ελληνικά, πράγμα που δεν το συνηθίζω αλλά μπορώ να πω ότι αυτή την φόρα η ελληνική βερσιόν ήταν κάτι παραπάνω από εξαιρετική.

Επιπλέον, με ένα εξαιρετικό 3D και με σκηνές όπως εκείνη όπου ζέβρες, ελέφαντες κι άλλα ζώα της Αφρικής επιπλέουν σαν μπαλόνια στον αέρα μετά από τυχαίο πασπάλισμα τους με την μαγική σκόνη του Αϊ Βασίλη, να διαθέτουν μια σουρεαλιστική μαγεία, είναι σαφές ότι η Aardman, δείχνοντας πραγματικό πάθος για να πει αυτή την ιστορία, μετέτρεψε την ταινία και σε ένα οπτικό υπερθέαμα.

Για να το πω πιο απλά: όλα μου άρεσαν σε αυτή τη, εμπλουτισμένη με άφθονο χιούμορ για όλες τις ηλικίες, συγκινητική χριστουγεννιάτικη ιστορία! Στην πραγματικότητα, το Arthur Christmas: Ο Γιος του Αϊ Βασίλη φαντάζει σαν το απροσδόκητο δώρο έκπληξη της σεζόν. Το συστήνω ανεπιφύλακτα.

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

Another Happy Day [3/5]

Με σκηνικό το κατά τα άλλα ευτυχές γεγονός ενός γάμου και με έναν καθαρά ειρωνικό τίτλο, ο Sam Levinson, εδώ στην πρώτη του κινηματογραφική απόπειρα, σκηνοθετεί με γερές δόσεις αληθοφάνειας ένα έντονο κι ώριμο δράμα που θυμίζει λίγο το προ τριετίας "Η Ρέιτσελ Παντρεύεται" και εξιστορεί την ιστορία μιας καθαρά δυσλειτουργικής μεσοαστικής αμερικανικής οικογένειας.

Με επίκεντρο την Λιν, που μαζί με τα προβληματικά παιδιά της θα κληθεί να περάσει ένα σαββατοκύριακο παρέα με τους νευρωτικούς συγγενείς της, o Levinson καταγράφει με δυνατά και έντονα συναισθήματα την απελπισία στην όποια οδηγείται η ηρωίδα του από την αδυναμία των ανθρώπων να την ακούσουν και να την καταλάβουν. Πιάνοντας τον παλμό της οικογένειας καταπιάνεται με όλες εκείνες τις καταστάσεις και τις στιγμές που συνθέτουν τη δυναμική της, ενώ χρήση ναρκωτικών, σωματική κακοποίηση, αποξένωση, αυτοτραυματισμοί κι ο θάνατος αποτελούν μόνο μερικά από τα θέματα τα οποία θίγονται. Τοποθετώντας, τώρα, μια πληθώρα χαρακτήρων που λίγο πολύ είναι όλοι τους προβληματικοί στον ίδιο χώρο, προσπαθεί να σκιαγραφήσει τα πιο σκοτεινά στοιχεία των ανθρώπινων σχέσεων. Και μπορεί η προσπάθεια του να είναι αξιέπαινη, είναι όμως ασταθής αφού το σενάριο χωλαίνει σε κάποιες λεπτομέρειες, με πρώτη και σημαντικότερη το γεγονός ότι δεν υπάρχει έστω κι ένας χαρακτήρας χωρίς κάποιο πρόβλημα, που να λειτούργει σαν αντίδοτο σε όλους τους υπόλοιπους. Επίσης, όλη αυτή η «ποιος έβλαψε περισσότερο τα συναισθήματα του αλλού» νοοτροπία του σεναρίου, μετά από έναν βαθμό κουράζει και κάνει δύσκολο για τον θεατή να ταυτιστεί απολύτως με κάποιον ήρωα.

Ερμηνευτικά τώρα, με την Ellen Barkin στον κεντρικό ρόλο να δίνει μια αξιοθαύμαστη κι ανθρώπινη ερμηνεία κι ένα θαυμάσιο καστ που αποτελείται από ονόματα όπως Ellen Burstyn, Demi Moore, Thomas Haden Church και πολλούς άλλους, η ταινία σού υπενθυμίζει με ιδιαίτερο, κυνικό και καυστικό τρόπο ότι το τοπίο της οικογένειας πολλές φορές μπορεί να γίνει αρκετά ζοφερό και πως όσο προχώρα η ζωή όλοι είναι τόσο απασχολημένοι με τη δική τους πραγματικότητα που κανείς δεν έχει χρόνο να ακούσει τους άλλους. Παρόλα αυτά, εάν υπάρχει οποιαδήποτε θετικό μήνυμα εδώ, είναι ότι ακόμα και στις πιο δυσλειτουργικές οικογένειες μπορεί να υπάρξει αγάπη και συμπόνια.

Trespass [0/5]

Με το ενδεχόμενο να είναι ίσως μια από τις χειρότερες ταινίες που έχω δει, το Trespass αποτελεί την ταφόπλακα στις καριέρες τόσο του εδώ και δέκα ταινίες ξοφλήμενου πλέον Nicolas Cage, αλλά και του σκηνοθέτη Joel Schumacher που ζήτημα είναι να έχει γυρίσει και τρεις καλές ταινίες την τελευταία δεκαετία. Από την άλλη, πάνω που άρχισε να ξαναπαίρνει τα πάνω της μετά την περσινή οσκαρική υποψηφιότητα της (για το Απώλεια), η Kidman μας υπενθυμίζει πως μάλλον δεν ξέρει να διαλέγει σενάρια και πως άμα θέλει, μπορεί να γίνει μια πολύ κακή ηθοποιός (για επιβεβαίωση και στα δυο, δείτε και το Σύζυγος για Ενοικίαση).

Χαρακτηριζόμενη άδικα ως θρίλερ και με θέμα την εισβολή σε ένα σπίτι τεσσάρων κακοποιών που αναζητούν τα διαμάντια που έχει φυλαγμένα ο σπιτονοικοκύρης στο μεγάλο χρηματοκιβώτιο, το Trespass αποτυγχάνει παταγωδώς σε όλα μα όλα τα επίπεδα. Γυρισμένη με μια άσκοπα φρενήρη σκηνοθεσία, γρήγορα κοψίματα κι άσχημη επεξεργασία εικόνας, με τη μουσική υπόκρουση στη διαπασών και με το πρωταγωνιστικό δίδυμο, αλλά κι όλους τους υπόλοιπους (Ben Mendelsohn, Cam Gigandet, Dash Mihok, Jordana Spiro και Liana Liberato) να αποτελούν την επιτομή του over-acting, θα αποτελέσει νομίζω άθλο για όποιον καταφέρει να το δει ολόκληρο. Επιπροσθέτως, η απουσία σοβαρής πλοκής χειροτερεύει ακόμα περισσότερο την κατάσταση, αφού κραυγές, κλάματα, στριγκλιές, τσιρίδες και κούφιες απειλές συνθέτουν το 80% περίπου της ταινίας που βασίζεται σε ένα αφόρητα γελοίο σενάριο το οποίο δεν υπακούει σε καμία λογική και καμία συνοχή.

Ασχέτως από τα παραπάνω, όμως, η ταινία του Schumacher διαθέτει κι ένα προσόν που πιστέψτε με δεν το συναντάς εύκολα! Μπορείτε να φύγετε κυριολεκτικά από την αίθουσα για περίπου μισή ώρα και γυρίζοντας να διαπιστώσετε ότι δεν έχετε χάσει τίποτα απολύτως. Κάτι είναι και αυτό…

Με το tagline της ταινίας να λέει: «Όταν ο τρόμος είναι στο κατώφλι σου, θα κρυφτείς ή θα αντισταθείς;», ο μοναδικός τρόμος που θα νιώσεις σαν θεατής είναι όταν συνειδητοποιήσεις ότι ξόδεψες 8 ευρώ για να την δεις…

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

The Double [1/5]

Με ελάχιστες σκηνές δράσης και με τα επίθετα προβλέψιμο και κοινότυπο να το συνοδεύουν, το The Double απογοητεύει κι αποτυγχάνει παταγωδώς να πείσει ως ένα θρίλερ κατασκοπείας, αφού καταφέρνει και διαλύει όλη την ένταση και την αγωνιά του θεατή κάνοντας το απίστευτο λάθος να αποκαλύψει ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας του μέσα στα πρώτα τριάντα λεπτά. Μόλις αυτό το κομμάτι ξεκαθαριστεί, το μόνο που μένει είναι ο Gere κι ο Grace να αναζητούν κάτι που ήδη γνωρίζουμε καθώς και μια σειρά από όλο και πιο εξωφρενικές ανατροπές καθώς πηγαίνουμε προς το τέλος.

Κύριος υπεύθυνος της αποτυχίας του έργου δεν είναι άλλος από τον σκηνοθέτη Michael Brandt. Αφού πέρα από το γεμάτο τρύπες σενάριο που έγραψε παρέα με τον Derek Haas, η σκηνοθεσία του με όλη αυτή την slow-motion κινηματογράφηση για την ενίσχυση του υποτιθέμενου σασπένς, την αδέξια χρήση των αναδρομών στο παρελθόν και την σκουρόχρωμη παλέτα χρωμάτων που χρησιμοποιεί καταφέρνει να κάνει τα πράγματα χειρότερα.

Μεγάλο πρόβλημα είχα και με την επιλογή του Gere, αφού το να τον συνδέσω με την εικόνα ενός δολοφόνου από τον οποίο κανείς δεν είναι ασφαλής, ήταν πραγματικά αδύνατο για μένα. Στους υπόλοιπους τώρα, ο Grace έμοιαζε λίγος για τον συγκεκριμένο ρόλο, η Odette Yustman ήταν απλά ικανοποιητική στον πάντα άχαρο ρόλο της συζύγου που ανησυχεί για τον άντρα της, ενώ όλοι οι υπόλοιποι (Martin Sheen, Stephen Moyer κ.ο.κ) είχαν πολύ μικρούς έως cameo ρόλους.

Σε γενικές γραμμές, με υπόθεση που έχουμε ξαναδεί σε τουλάχιστον άλλες εκατό τέτοιες ταινίες που το Χόλιγουντ παράγει και θα συνεχίζει να παράγει σωρηδόν και χωρίς ίχνος πρωτοτυπίας, το The Double αποτελεί μια κονσερβοποιημένη ταινία δράσης με μόνο της σκοπό να περάσει ευχαρίστα η ώρα σου, κάτι που δεν είμαι σίγουρος ότι πετυχαίνει απόλυτα.

Passion play [0/5]

Ειλικρινά, δεν μπορώ να καταλάβω τι συνέβη στο διάστημα μεταξύ των τίτλων έναρξης και των τίτλων τέλους. Νομίζω ότι είδα μια ταινία, αλλά υποθέτω ότι δεν θα είμαι ποτέ απόλυτα σίγουρος. Το Άγγελος του Πάθους είναι μια από αυτές τις περιπτώσεις που μπορούμε εύλογα να υποθέσουμε ότι με ονόματα όπως Rourke και Murray να εμπλέκονται θα έπρεπε να διαθέτει τουλάχιστον να έχει μια κάποια αξία, αλλά δυστυχώς κανένας δεν θα μπορούσε να το σώσει από αυτό που πραγματικά είναι… μια φρικτή ταινία.

Και είναι φρικτή για διάφορους λόγους. Σημαντικότερος όλων, η βλακώδης ιστορία της. Ένα είδος παραμυθιού και γελοίας ιστορίας αγάπης μεταξύ ενός ξεπεσμένου αυτοκαταστροφικού μουσικού και μιας γυναίκας… πουλί, ναι πουλί με φτερά και όλα. Άλλος λόγος, η ανύπαρκτη χημεία μεταξύ Rourke και Fox. Πραγματικά, δεν έχω δει πιο αταίριαστο ζευγάρι, ενώ η σκηνή σεξ μεταξύ τους, ας πούμε ότι είναι περίεργη και κακογυρισμένη. Και τέλος, κάτι εξαιρετικά σπάνιο για ταινία. Τίποτα, μα τίποτα, δεν λειτουργεί σωστά αφού κακή σκηνοθεσία, οδυνηρά παρατεταμένα κοντινά πλάνα των προσώπων, κιτς αισθητική, άσχημη φωτογραφία και χάλια κοστούμια είναι μερικά από τα πολλά ελαττώματα της. Με την ταινία να φαντάζει φαινομενικά ημιτελή, ειλικρινά δεν βρίσκω κάτι που θα μπορούσε να της χαρίσει αυτό το, έστω και μικρό, μισό αστέρι στην βαθμολογία μου.

Κλισέ, βαρετό κι απαίσια επιτηδευμένο, νομίζω ότι είναι περιττό να πω ότι καθώς την παρακολουθούσα δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου και φυσικά δεν έβλεπα την ώρα να τελειώσει. Η καλύτερη συμβουλή μου… μην σπαταλήσετε τον χρόνο σας... ούτε σε dvd!

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

Happy Feet 2 [2/5]

Να πω την αλήθεια, δεν ήμουν ο μεγαλύτερος θαυμαστής του πρώτου Happy Feet. Ναι μεν διέθετε πολλά προτερήματα, αλλά βρήκα ότι το φινάλε του με το οικολογικό μήνυμα (όσο άξιο κι αν ήταν) το χάλασε.

Με όλους τους γνώριμους χαρακτήρες να επιστρέφουν και με την προσθήκη πολλών νέων (με κορυφαίο το απολαυστικό δίδυμο Damon-Pitt στους ρόλους δυο μικροσκοπικών κρίλ, που προσπαθούν να κινηθούν πέρα από το κοπάδι τους και να ανεξαρτητοποιηθούν) βρήκα ότι το Happy Feet 2, παρόλο που είναι μια άψογα εκτελεσμένη ταινία, μοιάζει ξαναζεσταμένο… φαί, αφού αναμασά θέματα από την πρώτη ταινία, ενώ η χρήση τετριμμένων κλισέ διαλόγων, προβλέψιμων καταστάσεων καθώς και το πλήθος χαρακτήρων που έρχονται και φεύγουν σε ένα απείθαρχο στυλ αφήγησης την αποδυναμώνουν αισθητά.

Παρόλα αυτά, όμως, η ταινία του Miller διατηρεί κι όλα αυτά τα στοιχειά της πρώτης που την έκαναν να ξεχωρίζει και που δεν είναι άλλα από την πολλή μουσική, την πολλή διασκέδαση και τον χορό. Διαθέτοντας ένα καθαρό και ζωντανό animation που σε γεμίζει οπτικά, σωστά επιλεγμένα, κυρίως ποπ, τραγούδια κι αισιόδοξα απλοϊκά μηνύματα σχετικά με το να βοηθά ο ένας τον άλλον, αλλά και την αξία του κάθε ατόμου ξεχωριστά, μπορεί να μην διεκδικεί τον τίτλο του καλύτερου καρτούν της χρονιάς αλλά σίγουρα θα διασκεδάσει τα παιδιά και θα κρατήσει τους υπόλοιπους ευτυχείς.

Real Steel [2.5/5]


Ας ξεκινήσουμε με το γεγονός ότι μόνο αστεία μπορεί να σου φανεί μια ταινία, της οποίας η υπόθεση μιλάει για ρομπότ που μάχονται σε ένα ρινγκ, με τους προπονητές να τα ελέγχουν παίζοντας με ένα χειριστήριο. Αλλά παρόλο αυτό το ομολογουμένως σαχλό σενάριο, χάρη σε κάποιες καταπληκτικές σκηνές μάχης, βγαλμένες κατευθείαν από το Ρόκι, εξαιρετικά οπτικά εφέ και καθαρή 100% διασκέδαση, το «Real Steel» αναδεικνύεται σε νικητή.

Βασισμένο «εν μέρει» στην σύντομη ιστορία του 1956, «Steel», γραμμένη από τον Richard Matheson, το «Real Steel» λαμβάνει χώρα στο εγγύς μέλλον και εξιστορεί την ιστορία του Charlie Kenton (Hugh Jackman), ενός ξοφλημένου μποξέρ που μαζί με τον ανήλικο γιο του, Μαξ, με τον οποίο είχαν αποξενωθεί, αποφασίζουν να προπονήσουν ένα εγκαταλειμμένο ρομπότ παλιάς τεχνολογίας που ανακάλυψαν τυχαία και να το οδηγήσουν μέχρι τη διεκδίκηση του τίτλου.

Με αφορμή την αγάπη που μοιράζονται οι δυο τους για την πυγμαχία με ρομπότ, το σενάριο του John Gatins καταπιάνεται περισσότερο με ότι άφορα την σχέση πατέρα/γιου και λιγότερο με τα ρομπότ, με αποτέλεσμα η ταινία να δίνει έμφαση σε ανθρώπινους χαρακτήρες και να διαθέτει περισσότερες ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις απ’ ότι έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε σε τέτοια blockbuster. Και ευτυχώς, γιατί είναι αυτή ακριβώς η ιστορία επανασύνδεσης του πατέρα με τον γιο του που κάνει την ταινία να ξεχωρίζει. Το γεγονός, δε, ότι υπάρχει μια εξαιρετική χημεία μεταξύ του νεαρού Goyo και του Hugh Jackman, ο όποιος αναμφίβολα αποτελεί μια άκρως χαρισματική παρουσία επί της οθόνης, κάνει το αποτέλεσμα ακόμα καλύτερο.

Η ταινία του Shawn Levy χρησιμοποιώντας ένα κράμα CGI και αληθινών, και μάλιστα κατασκευασμένων σε φυσικό μέγεθος, ρομπότ καταφέρνει να προσδώσει μια αληθοφάνεια στην ταινία, η οποία χωρίς ποτέ να παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά και χρησιμοποιώντας την επιστημονική φαντασία για να διηγηθεί μια ανθρώπινη ιστορία καταφέρνει να μας κάνει να συγχωρέσουμε την χρήση κοινότυπων διαλόγων και πάρα το προβλέψιμο τέτοιου είδους ταινιών, να την απολαύσουμε για αυτό που πραγματικά είναι… ένα γνήσιο υπερθέαμα και μια γεμάτη αδρεναλίνη ταινία δράσης.

La Guerre Est Déclarée [4/5]

Υπάρχουν ταινίες που βγαίνοντας από την αίθουσα σού αφήνουν μια αίσθηση κάθαρσης και ένα συναίσθημα ευτυχίας. Ε, το «Πολεμώντας για τη Νίκη» είναι μια από αυτές. Η Valerie Donzelli, στη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινίας της, γράφει και σκηνοθετεί για την αληθινή ιστορία του γιου της.

Κρατώντας και τον πρωταγωνιστικό ρόλο παρέα με τον Jeremie Elkaim, ερμηνεύουν τον Ρωμαίο και η Ιουλιέτα, δυο αμέριμνους Γάλλους που ερωτεύονται, αποκτούν τον Άνταμ και έρχονται αντιμέτωποι με το απόλυτο σενάριο τρόμου κάθε γονέα, τη διάγνωση καρκίνου του εγκεφάλου στον γιο τους. Εξελισσόμενη σε ένα διάστημα πολλών ετών, η ταινία περιγράφει πώς το ζευγάρι προσπαθεί να ζήσει την καθημερινή ζωή του μέσα από όλη αυτή την οδυνηρή διαδικασία πασχίζοντας να ανταπεξέλθει.

Το «Πολεμώντας για την Νίκη» είναι μια γλυκόπικρη και τρυφερή ταινία που ξεχωρίζει, αφού παρά το θέμα της, το οποίο ομολογούμενος είναι δύσκολο και βαρύ, δεν καταντάει ούτε στιγμή μελό ενώ αντίθετα σε ξαφνιάζει με την παιχνιδιάρικη αφήγηση του και τα αισιόδοξα μηνύματα που περνάει. Σαφώς και υπάρχουν στιγμές που η συγκίνηση χτυπάει κόκκινο αλλά και σε εκείνες τις στιγμές το χιούμορ χρησιμοποιείται ως μια βαλβίδα ασφαλείας και καταφέρνει να μην σου αφήνει κανένα δυσάρεστο συναίσθημα.

Χάρη στις απόλυτα φυσιολογικές ερμηνείες των δυο πρωταγωνιστών και γενικώς ολόκληρου του καστ (ειδική μνεία στην Brigitte Sy, την λεσβία μητέρα του Romeo) αλλά και στην δυναμικότητα του σεναρίου που μέσα από μικρές αλλά ισχυρές συναισθηματικά σκηνές τονίζει την σημασία της οικογένειας, της αγάπης και της ενότητας, το «Πολεμώντας για την Νίκη» συγκλονίζει με τον ρεαλισμό και την ευαισθησία του, ενώ καταφέρνει να μας κάνει να συμπάσχουμε με τις ανησυχίες του ζευγαριού και να αισθανόμαστε τον φόβο τους.

Γενικά, μιλάμε για μια ταινία γεμάτη πόνο, γεμάτη ζωή, γεμάτη αισιοδοξία που με αφοπλιστική ειλικρίνεια εξιστορεί μια βαθιά συγκινητική και συναρπαστική ιστορία αγάπης, για την απόλυτη αποφασιστικότητά ενός ζευγαριού να αντιμετωπίσει τα κτυπήματα της μοίρας και το κάνει με ένα ζωντανό και δυναμικό στυλ. Έξυπνη, ευαίσθητη, χωρίς ποτέ να γίνεται συναισθηματική, το «Πολεμώντας για την Νίκη» είναι τόσο έντονα συγκινητικό και χιουμοριστικό που θα σας καταπλήξει. Εγώ το λάτρεψα.

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

A Dangerous Method [2.5/5]

Η ταινία του Croneberg μας μεταφέρει στα πρώτα χρόνια της σύγχρονης ψυχιατρικής και περιγράφει τη σχέση μεταξύ του Γιούνγκ και του Φρόυντ, όταν ο πρώτος εφάρμοζε τις ιδέες του δευτέρου στην κλινική που εργαζόταν, και πώς αυτή θα τεθεί σε κίνδυνο όταν ο Γιούνγκ συνάπτει δεσμό με μια ασθενή, τη Σαμπίνα.

Χωρίς να γίνεται υπερβολικά ακαδημαϊκό ή να παίρνει μια ξεκάθαρη πλευρά κι έχοντας σαν επίκεντρο την σχέση μέντορα-μαθητή που αναπτύσσεται μεταξύ του Γιούνγκ και του Φρόυντ, το σενάριο του Christopher Hampton εξερευνά προκλητικά την ψυχαναλυτική θεωρία. Μελετώντας δυο εκ διαμέτρου διαφορετικές απόψεις (ο Φρόυντ επικεντρώνεται στην ιδέα πως όλες οι νευρώσεις έχουν σεξουαλική προέλευση, ενώ αντιθέτως ο Γιούνγκ ήταν πιο ανοιχτός σε εμπειρίες και επιρροές), υπάρχει πρώτης τάξεως υλικό για γεμάτες ένταση συζητήσεις. Θέματα σεξουαλικότητας, ερμηνείας των ονείρων, διαφορών ως προς το θέμα της θρησκείας, απωθημένων από την παιδική ηλικία, αλλά και ανακάλυψης του εαυτού μας είναι μερικά από τα οποία θίγονται και αναλύονται μέσα σε εξαιρετικά ενδιαφέροντες διαλόγους. Κι ενώ αυτή η ανταλλαγή απόψεων αποτελεί το δυνατό σημείο της ταινίας, είναι συγχρόνως και το μεγαλύτερο μειονέκτημα της. Αφού από ένα σημείο και μετά, οι χαρακτήρες του έργου δεν κάνουν πολλά περισσότερα από το να αναλώνονται σε κυκλικού τύπου συζητήσεις, οι οποίες εναλλάσσονται ταχύτατα με άκομψο τρόπο και καταντούν βαρετές. Σαν να μην έφτανε αυτό, όσο πηγαίνουμε προς το τέλος, τόσο πιο κουραστική γίνεται η ταινία αφού για την συνέχιση της πλοκής επιστρατεύεται λεπτομερής αλληλογραφία, η οποία διαβάζεται από τους χαρακτήρες χωρίς να υπάρχει καμιά δράση στο τι βλέπουμε επί της οθόνης. Το μόνο που παρακολουθούμε είναι τους ηθοποιούς να κάθονται στα γραφεία τους, να γράφουν ή να περπατάνε.

Σε καλλιτεχνικό επίπεδο, η ταινία είναι αρκετά προσεγμένη και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά αφού μιλάμε για μια μεγάλη παραγωγή. Η ανάπλαση της εποχής είναι εντυπωσιακή, με τα σκηνικά και τα κουστούμια να είναι πρώτης τάξεως και την φωτογραφία να προστίθεται στα ατού. Στις επιδόσεις των ηθοποιών, τώρα, οι Fassbender (του οποίου οι μετοχές ανεβαίνουν ταχύτατα) και Mortensen, αν και στιγμές είναι υποτονικοί, είναι εξαιρετικοί. Ξεχωρίζει, όμως, η Keira Knightley, η οποία με μια αμφιλεγόμενη ρωσική προφορά αποτυπώνει τις νευρώσεις της Σαμπίνα με τρόπο άκρως ρεαλιστικό.

Τελικό συμπέρασμα: ενδιαφέρουσα ταινία για τρεις χαρισματικές φιγούρες της Ιστορίας, συμπεριλαμβανομένης της Σαμπίνα, δοσμένο όμως με ένα άκρως πληκτικό τρόπο. Μέτρια, λοιπόν, η γνώμη μου για μια ταινία την οποία δεδομένου των συντελεστών περίμενα σαφώς πολύ καλύτερη.

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Immortals [1.5/5]

Έχοντας ως υπόβαθρο την ελληνική μυθολογία, οι παραγωγοί του Χόλιγουντ μεταφέρουν στην μεγάλη οθόνη, ξαναγράφοντας την όπως αυτοί την φαντάζονται, την ιστορία του Θησέα. Εδώ, ο Θησέας (Henry Cavill) είναι ένας θνητός άνθρωπος που ο Δίας (Luke Evans) τον επέλεξε να ηγηθεί του αγώνα ενάντια στον αδίστακτο και φιλόδοξο βασιλιά Υπερίωνα (Mickey Rourke), ο οποίος ψάχνει όλη την Ελλάδα για να βρει ένα μαγικό τόξο με το οποίο θα ελευθερώσει τους κλεισμένους από τους θεούς του Ολύμπου στα Τάρταρα, τιτάνες.

Ο Tarsem Singh (τον οποίο πρωτογνωρίσαμε ως σκηνοθέτη το 2000 με το "Κελί") δανειζόμενος την αισθητική των "300" και του πιο πρόσφατου "Η Τιτανομαχία" και συνδυάζοντας τον με την δικιά του πρόσφατη ταινία "Εξωπραγματικότητα" (The Fall), καταφέρνει να φτιάξει ένα πρωτότυπο σύμπαν σε μνημειώδη κλίμακα όπου χωριά βρίσκονται σε πανύψηλους βράχους και ακρωτήρια, με θέα απέραντες πεδιάδες και εγκαταλελειμμένες εκτάσεις κάτω από τον τεράστιο ουρανό στον οποίο κατοικούν οι θεοί. Ένας κόσμος που καμία σχέση δεν έχει με την Ελλάδα βέβαια, αλλά υποστηρίζεται από μια εξαιρετική καλλιτεχνική επιμέλεια αποτελώντας το μοναδικό κομμάτι που εγώ βρήκα ενδιαφέρον σε μια κατά τα αλλά μέτρια ταινία.

Σεναριακά έχουμε να κάνουμε με την κλασσική πανομοιότυπη σε τέτοιους είδους ταινίες ιστορία, όπου θέλει των ήρωα μας να είναι ο τελευταίος του χωριού, που όμως μεταμορφώνεται σε ήρωα θρυλικών διαστάσεων, έχοντας πάντα στο πλευρό του τον στην αρχή άπιστο μα στην συνέχεια καλύτερο του φίλο (όπου εδώ τον έμπιστο φίλο τον λένε... Σταύρο!!!), και λίγο πριν την τελική μάχη να δίνει τον κλασσικό λόγο εμψύχωσης στους υπόλοιπους. Ρίξτε στο πλάι και την σουπερ-ντούπερ γκόμενα και να σου η ταινία έτοιμη να βγει στα διάφορα multiplex του κόσμου.

Στους ηθοποιούς τώρα, ο Henry Cavill κάνει μια πρόβα τζενεράλε σε μεγάλες παραγωγές καθώς ετοιμάζεται για τον επερχόμενο ρόλο του ως Σούπερμαν, ο John Hurt προσθέτει κύρος, η Freida Pinto μιλάει τα ελληνικά με προφορά τουρίστριας και περιφέρεται κάνοντας την ωραία, ενώ τέλος ο Mickey Rourke παίζει τον ρόλο που έχει σε όλη σχεδόν την μετά-Παλαιστής εποχή, εδώ όμως στο πιο αιμοβόρο και αρχέγονο.

Την αλήθεια: διαθέτοντας άφθονες σκηνές δράσης (με αποκορύφωμα την μάχη μεταξύ Θεών και Τιτάνων) και το αίμα να ρέει άφθονο, το Αθάνατοι θα κρατήσει ευχαριστημένο τον θεατή. Το θέμα είναι ότι την επομένη μέρα θα έχει ξεχάσει ότι την είδε.

Carnage [4.5/5]

Το Carnage βασίζεται στο πολύ επιτυχημένο θεατρικό έργο τηςYasmina Reza, «God Of Carnage», το οποίο διηγείται μια ιστορία γύρω από ένα μάλλον τυπικό συμβάν, αυτό ενός παιδικού καυγά και την συνάντηση των γονιών τους ύστερα. Η ταινία λαμβάνει χώρα σε ένα διαμέρισμα στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης (η ταινία στην πραγματικότητα γυρίστηκε στο Παρίσι για ευνόητους λόγους), όπου παρακολουθούμε τα δυο ζευγάρια καθώς αυτά ξεκινούν μια φαινομενικά πολιτισμένη συζήτηση. Κατά τη διάρκεια της αρχικά ευγενικής ψιλοκουβέντας, θα γνωρίσουν ο ένας τον άλλον επιφανειακά. Καθώς όμως η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τον καυγά των παιδιών, η όποια ευπρέπεια και τρόποι καλής συμπεριφοράς ξεχνιούνται και τα πράγματα παίρνουν άλλη τροπή.

Νομίζω ότι οποιαδήποτε περαιτέρω λεπτομέρεια αναφέρω απλά θα αποτελούσε ένα μεγάλο spoiler. Το μόνο που θα πω είναι ότι το σενάριο αναπτύσσεται με βιτριολικό χιούμορ και καταπιάνεται με ένα πλήθος θεμάτων και συναισθημάτων καθώς εμείς παρακολουθούμε τα ζευγάρια να επιδίδονται σε ένα τέτοιο λεκτικό πόλεμο, που απαξιεί οποιαδήποτε έννοια καθωσπρεπισμού και καθιστά προφανές ότι οι τέσσερις ενήλικες δεν διαφέρουν και πολύ από τα παιδιά τους.

Κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον μας, η σκηνοθεσία του Polanski είναι εξαιρετικά διαυγής και ακριβής. Με σχεδόν σταθερή κάμερα και χρησιμοποιώντας καθρέπτες και περίτεχνα κοντινά πλάνα, δημιουργεί μια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα παγιδεύοντας μέσα στο διαμέρισμα τους πρωταγωνιστές του και παρακολουθώντας τους στενά.

Και όσο για τους πρωταγωνιστές του, μιλάμε για ένα κουαρτέτο ηθοποιών που και μόνο η συνύπαρξη τους αποτέλεσε είδηση. Συνολικά μεταξύ τους μετράνε οχτώ υποψηφιότητες για Όσκαρ και τέσσερις βραβεύσεις και πραγματικά δεν ξέρω από πού να αρχίσω. Υπάρχει μεγάλη ικανοποίηση στο να παρακολουθείς αυτή την τετράδα των μεγάλων ηθοποιών να τα δίνουν όλα και να το διασκεδάζουν. Όλοι τους εκπληκτικοί από τις εκρήξεις του Reilly και τις υστερίες της Foster μέχρι τον εκκωφαντικό σαρκασμό του Waltz και τον ζαλισμένο κομφορμισμό της Winslet.

«Carnage» στα ελληνικά σημαίνει σφαγή και αυτή εδώ η ταινία με τρόπο εκρηκτικά αστείο και σαρδόνιο μέσα στα 79 λεπτά που διαρκεί (γυρισμένη σε πραγματικό χρόνο), καταφέρνει να αποκαλύψει την ασχήμια της ανθρώπινης φύσης.

Cine.gr

Είμαι στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσω ότι τις κριτικές μου εκτός απο εδώ θα μπορείτε να τις βρείτε και στο cine.gr κάτω από κάθε ταινία ή συγκεντρωμένες σε αυτό το link: http://cine.gr/contrib.asp?name=DavGeo

Επίσης να πω ότι έγινε αλλαγή στον τρόπο βαθμολόγησης των ταινιών και από εκεί που βαθμολογούσα στα 10 τώρα πια θα βαθμολογώ στα 5.

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

I'll be back!!

Ένα σπουδαίο γεγονός, το οποίο θα μάθετε σύντομα, με απασχόλησε τις τελευταίες μέρες και με έκανε να μην ανεβάσω νέα κριτική...
Θα επιστρέψω δριμύτερος και από Δευτέρα έρχονται κριτικές για:

Carnage
The Artist
A Dangerous Method
Happy Feet 2
Real Steel


και άλλα πολλά!!!

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

The Twilight Saga: Breaking Dawn - Part 1 [1/5]

Η Bella, ο Edward καθώς και όλοι οι υπόλοιποι θα πρέπει να έρθουν αντιμέτωποι με τις συνέπειες που προέρχονται από τον γάμο, την εγκυμοσύνη και την ταραχώδη γέννηση ενός παιδιού ... το οποίο φέρνει μια απρόβλεπτη και συγκλονιστική εξέλιξη για τον Jacob.

Η ΓΝΏΜΗ ΜΟΥ

Με τον Bill Condon (σκηνοθέτη του Dreamgirls και βραβευμένο με Όσκαρ σεναριογράφο του Gods & Monsters) στο σκηνοθετικό τιμόνι, το Twilight Saga: Breaking Dawn - Part 1 σαφώς και είναι καλύτερο από τα προηγούμενα, χωρίς αυτό όμως να σημαίνει ότι είναι μια καλή ταινία.

Το πρώτο μέρος του φινάλε, διαθέτει μια ροη σε αντίθεση με το Eclipse, ενώ συμβαίνουν γεγονότα που προχωρούν την δράση και την εξέλιξη. Δεν παύεις όμως να αισθάνεσαι ότι, παρά τις δραματικές δυνατότητες που υποθέτω έχει το τέταρτο βιβλίο της Stephenie Meyer, όλα εδώ έχουν μια αίσθηση σαπουνόπερας. Έχουμε το ρομάντζο της Bella και του Edward, τη σχέση του Jacob με την Bella, τις σχέσεις του Jacob με τους άλλους λυκάνθρωπους και ούτε ο καθεξής. Η σεναριογράφος προσπαθεί να χωρέσει όσα περισσότερα μπορεί από το 754 σελίδων βιβλίο της Meyer αλλά το μόνο που καταφέρνει είναι να σπαταλήσει περισσότερο χρόνο στα φιλιά, στα σ'αγαπώ και λιγότερο στην δράση και στην ανάπτυξη των χαρακτήρων. Ειδικά στο πρώτο μισό η ταινία καταπιάνεται μόνο με το ζευγάρι, την αγάπη τους και το αν και πως θα κάνουν σεξ. Οι δεύτεροι ρόλοι είναι ανύπαρκτοι, κάποιες ατάκες αγγίζουν τον βαθμό της γελοιότητας ενώ πολλές σκηνές, παρά την υποτιθέμενη σοβαρότητα τους, βγάζουν γέλιο. Πέρα από το σενάριο όμως, το οποίο αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα της ταινίας, οι ηθοποιοί και η σκηνοθεσία δεν παίρνουν και εύσημα.

Από τη μια οι 3 πρωταγωνιστές έχουν από την πρώτη κιόλας ταινία δείξει τις ικανότητες τους, αν και εδώ θα ομολογήσω ότι τα πάνε λίγο καλύτερα. Οι μορφασμοί του Pattinson και σε μεγαλύτερο βαθμό του Lautner και οι μελοδραματισμοί της Stewart υπάρχουν ακόμα και ως ένα βαθμό κουράζουν αλλά τουλάχιστον εδώ και οι τρεις τους μοιάζουν σαν να έχουν ωριμάσει και δεν είναι οι χαζοέφηβοι των προηγούμενων ταινιών. Από την άλλη η σκηνοθεσία του Condon είναι απλά διεκπαιρεωτικη με την φωτογραφία να τον ακολουθεί και να σκοτεινιάζει στις σκηνές μάχης ενώ στις σκηνές αγάπης να είναι υπέρλαμπρη και φωτεινή με ζωηρά χρώματα. Το αποτέλεσμα … να φαντάζει ότι το έργο είναι μάλλον γυρισμένο στον αυτόματο πιλότο. Γενικά πάντως παρατήρησα και μια υποβάθμιση στην όλη παραγωγή της ταινίας αφού κατά την γνώμη μου ο σχεδιασμός των λύκων και οι σκηνές μάχης μαρτυρούσαν ένα πρόχειρο CGΙ.

Και μπορεί όλα τα παραπάνω να μην κρατήσουν μακριά το φανατικό κοινό που περιμένει με αγωνία το τι θα γίνει στην συνέχεια. Για όλους τους υπόλοιπους όμως η πρώτη από τις δυο ταινίες του υποτιθέμενου grand finale του Twilight σίγουρα θα τους απογοητεύσει. Ας ευχηθούμε, αν και ανέλπιστα, ότι κράτησαν το καλό για το τέλος.

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

Larry Crowne [0.5/5]

Αφού απολύεται από τη δουλειά του, ένας μεσήλικας άνδρας επανεφευρίσκει τον εαυτό του, πηγαίνοντας πίσω στο κολέγιο.

Η ΓΝΏΜΗ ΜΟΥ

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Είσαι ο Tom Hanks, έχεις ήδη σκηνοθετήσει αξιοπρεπέστατα το "That Thing You Do!", έχεις πρωταγωνιστήσει σε κάποιες από τις καλύτερες και μεγαλύτερες παραγωγές υπό τις οδηγίες κορυφαίων σκηνοθετών, έχεις βραβευτεί με όχι ένα αλλά δυο Όσκαρ ερμηνείας και αποφασίζεις να σκηνοθετήσεις μια δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία. Μια ταινία η οποία είναι βασισμένη σε δικό σου πρωτότυπο σενάριο που έγραψες παρέα με την καλή σου φίλη και υποψηφία για Όσκαρ σεναρίου Nia Vardalos. Και το αποτέλεσμα είναι αυτό εδώ το πράγμα??

Και το λέω πράγμα γιατί ταινία δεν το λες. Απαράδεκτο από όλες τις απόψεις. Δεν υπάρχει συνοχή, δεν υπάρχει σκηνοθεσία, οι ερμηνείες είναι ανύπαρκτες και το χειρότερο όλων ΔΕΝ ΈΧΕΙ ΥΠΌΘΕΣΗ. Δεν γίνεται τίποτα, δεν οδηγούμαστε πουθενά, δεν ενδιαφερόμαστε για κανέναν χαρακτήρα και όταν σε κάποιες στιγμές γελάς ή κάπου πάει να οδηγηθεί η ταινία, σε μια εξέλιξη ας πούμε, αυτή διαλύεται κάτω από το το βάρος των απίστευτων κλισέ. Είναι τόσο κακό το ανύπαρκτο σενάριο που το love story που αναπτύσσεται είναι από τα χειρότερα που θα δεις και η ταινία περιλαμβάνει ένα από τα χειρότερα, "κατάλαβα το νόημα της ζωής" speeches που έχει γραφτεί ποτέ. Για σκηνοθεσία δε απλά δεν θα την σχολιάσω, νομίζω ότι αρκεί.

Από ερμηνείες τώρα ο Tom Hanks πρέπει να επιστρέψει ένα Όσκαρ (ειδικά στο σημείο που τον κοιτάει η Julia Roberts από το ματάκι, αποτελεί για μένα τη δεύτερη χειρότερη σκηνή που έχω δει σε ταινία μετά τον χορό του Johnny Depp στο "Alice in Wonderland"). Η Roberts από την άλλη είναι συμπαθητική αλλά ο ρόλος της είναι παντελώς αδιάφορος χωρίς καμιά υποκριτική απαίτηση. Οι δεύτεροι ρόλοι πολύ απλά δεν υπάρχουν, είναι εντελώς μονοδιάστατοι, οπότε οι περισσότεροι ηθοποιοί απλά υπάρχουν σε μια δυο σκηνές.

Σε γενικές γραμμές η ταινία είναι βασανιστικά κακή, χωρίς ίχνος πρωτοτυπίας και ενδιαφέροντος που σε κάνει να αναρωτιέσαι πως, μετά το διάβασμα του σεναρίου, είναι δυνατόν να είπε κάποιος: "Ωραία θα δώσω λεφτά να το γυρίσω". Κρίμα για Hanks, Roberts και όλους τους εμπλεκόμενους με τούτο εδώ το "έργο".

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

Ο Ξεναγός [2.5/5]

Ο Ιάσονας ξεκινάει μία νέα καριέρα ως «ξεναγός αρχιτεκτόνων» και αναλαμβάνει μία ομάδα με φοιτητές αρχιτεκτονικής από το εξωτερικό, με σκοπό να τους ξεναγήσει στην Ακρόπολη και σε άλλα μνημεία της Αθήνας, διαπιστώνοντας στην πορεία ότι τα ενδιαφέροντά τους είναι άλλα.

Η ΓΝΏΜΗ ΜΟΥ

Η νεανική κωμωδία του Ζαχαρία Μαυροειδή προσπαθεί να αναδείξει ή απλά να παρατηρήσει την αλήθεια της Αθήνας μέσα από τα μάτια των ξένων, που βλέπουν πράγματα που οι κάτοικοι της πολλές φορές επιλέγουν να αγνοούν. Και είναι αυτή ακριβώς η πόλη, μια πόλη που αλλάζει, που βρίσκεται σε μεταβατική περίοδο, που μεταμορφώνεται, στην οποία ο ήρωας της θέτει τις βάσεις για την δική του αναζήτηση ταυτότητας.

Βρήκα αυτό τον παραλληλισμό ιδιαίτερα έξυπνο. Σε συνδυασμό με την αρχιτεκτονική μάτια του σκηνοθέτη για την πόλη, καθώς και τους πολύ έξυπνους διαλόγους που λαμβάνουν χώρα μεταξύ των πρωταγωνιστών στις διαφορές τοποθεσίες που επισκέπτονται, ο «Ξεναγός» αποτελεί μια αξιοθαύμαστη προσπάθεια. Όταν όμως η ταινία μεταθέτει την δράση της εκτός πόλης χάνει κάπου τον ειρμό της και την σπιρτάδα της. Παρόλο που οι σκηνές στο νησί συμβάλλουν στην εσωτερική αναζήτηση του πρωταγωνιστή κατά την άποψη μου τις βρήκα λίγο παράταιρες και επιστρέφοντας στην πόλη, η ταινία ξαναβρίσκει τους ρυθμούς της.

Σαν ταινία ο «Ξεναγός» είναι ιδιαίτερα προσεγμένη από όλες τις απόψεις. Μοντάζ, ήχος, μουσική λειτουργούν κάτι παραπάνω από ικανοποιητικά ενώ βρήκα εκπληκτικούς τους τίτλους έναρξης. Ερμηνευτικά ο Μιχάλης Οικονόμου και η Anne Marie O’Sullivan ξεχωρίζουν αλλά πιστεύω ότι γενικά ο ενθουσιασμός και η φυσικότητα όλων των συντελεστών προσφέρουν πόντους στο όλο εγχείρημα.

Η ταινία του Ζαχαρία Μαυροειδή είναι, παρά το χαμηλό προϋπολογισμό της, μια διασκεδαστική κωμωδία που αναδεικνύει την Αθήνα και τις ατέλειες της μέσα από τη ματιά των νέων και σου υπενθυμίζει ότι αυτή η πόλη γύρω μας παρόλο που είναι χαοτική σφύζει από ζωή και το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να την ακολουθήσεις παραμένοντας ο εαυτός σου.

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

The Conspirator [4/5]

Η Mary Surratt είναι η μόνη γυναίκα που κατηγορείται ως συνωμότης στη δολοφονία του Abraham Lincoln. Ολόκληρο το έθνος στρέφεται εναντίον της και είναι στα χέρια του απρόθυμου δικηγόρου υπεράσπισης της να αποκαλύψει την αλήθεια και να σώσει τη ζωή της.

Η ΓΝΏΜΗ ΜΟΥ

Είδα την ταινία χθες και ακόμα σκέφτομαι το πόσο πολύ μου έμεινε στο μυαλό λόγω της δυναμικής της. Το να βλέπεις κινηματογράφο και μετά να προσπαθείς να γράψεις κάτι για αυτό που είδες είναι δύσκολο. Φυσικά και μετράει το τεχνικό μέρος του θέματος αλλά για μένα περισσότερο έχει να κάνει με το τι συναίσθημα σου αφήνει η κάθε ταινία όταν ανοίγουν τα φώτα και βγαίνεις από την αίθουσα. Και η συγκεκριμένη μου άφησε ένα συναίσθημα συγκίνησης και προβληματισμού για το τι είναι ικανοί οι άνθρωποι να κάνουν.

Το “The Conspirator” αποτελεί το ντεμπούτο της American Film Company, μιας εταιρίας παραγωγής που σαν στόχο έχει τη δημιουργία ταινιών, με υψηλό επίπεδο ιστορικής ακρίβειας, αναφορικά με το παρελθόν των Ηνωμένων Πολιτειών. Σαν σκηνοθέτης επιλέχτηκε ο βραβευμένος με Όσκαρ Robert Redford ο οποίος με προσεκτική και υπομονετική κατεύθυνση επιτρέπει στην ταινία να πάρει το χρόνο της στο να διηγηθεί την ιστορία της.

Και πιστέψτε με αυτή εδώ είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία που ρίχνει φως σε κάποια κομμάτια της αμερικανικής ιστορίας που λίγοι πραγματικά γνωρίζουν. Το σενάριο του James D. Solomon είναι τόσο καλά δομημένο και εξελίσσεται έτσι που είναι σαν να παρακολουθείς κάποια σειρά μυστηρίου. Οι δολοπλοκίες, οι μηχανορραφίες και τα ψέματα διαδέχονται το ένα το άλλο με τέτοιο μεθοδικό και έξυπνο τρόπο που είναι εντυπωσιακό. Και η ιστορία επαναλαμβάνεται δεν λένε; Ε το “Conspirator” είναι ένα καλά μελετημένο ιστορικό δράμα το οποίο θέτει ερωτήσεις και θέματα επίκαιρα ακόμα και σήμερα. Από τον έλεγχο της κοινής γνώμης μέσω του εκφοβισμού, την θανατική ποινή, το δικαίωμα υπεράσπισης των ανθρώπων που έχουν διαπράξει ειδεχθή εγκλήματα και την "τυφλή" δικαιοσύνη.

Από ερμηνευτική πλευρά η Robin Right (χωρίς το Penn πλέον) είναι μια υποτιμημένη ηθοποιός και εδώ δίνει μια επιβλητική ερμηνεία ως Mary Surratt με τον James McAvoy να είναι εξίσου καλός ως ο νεαρός δικηγόρος υπεράσπισης της. Στους δεύτερους ρόλους ο Tom Wilkinson αποτελεί πάντοτε εγγύηση καλής ερμηνείας, ενώ έξοχη βρήκα για ακόμη μια φορά την νεαρή Evan Rachel Wood. 

Για να κλείσω, το “The Conspirator” είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ταινία η οποία υποστηρίζεται από μια εκπληκτική καλλιτεχνική διεύθυνση και κοστούμια, διαθέτει ένα έξοχο cast και είτε είναι η πραγματική ιστορία είτε μια εκδοχή της ιστορίας σε κάνει να αναρωτηθείς ότι καμία "κρίση" και κανένας "φόβος" δεν πρέπει να μας κάνει να εγκαταλείψουμε τα ιερά δικαιώματα που το Σύνταγμα εγγυάται στους πολίτες καθώς και ότι η χειραγώγηση των αδυνάτων από τους "δυνατούς" είναι σύνηθες φαινόμενο σε όποια εποχή και αν ζούμε.

“Εν καιρό πολέμου, ο νόμος σωπαίνει”

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Jane Eyre [3/5]

Έχοντας μεγαλώσει ορφανή και μες στη φτώχεια, η γκουβερνάντα Jane Eyre, μαλακώνει την καρδιά του εργοδότη και ιδιοκτήτη του απομονωμένου και επιβλητικού σπιτιού στο οποίο εργάζεται και σύντομα ανακαλύπτει ότι κρύβει ένα τρομερό μυστικό.

Η ΓΝΏΜΗ ΜΟΥ

Το μυθιστόρημα της Charlotte Bronte αποτελεί από μονό του μια παθιασμένη, δυνατή ερωτική ταινία, από τις πιο ρομαντικές που έχουν ειπωθεί ποτέ και ο Cary Fukunaga προσεγγίζει το υλικό με σεβασμό και το μεταφέρει στο κινηματογράφο σε μια λιτή και κομψά μελετημένη προσαρμογή.

Με την έναρξη της ταινίας ο Fukunaga σφυρηλατεί έναν συναισθηματικό δεσμό ανάμεσα στην ηρωίδα του και το κοινό. Και με σύμμαχο του, την εξαιρετική φωτογραφία του Adriano Goldman αναπαράγει μια σκοτεινή μελαγχολική εποχή με μουντά χρώματα και διατηρεί καθολη την διάρκεια της ταινίας το ενδιαφέρον του κοινού αμείωτο μέχρι τη συγκλονιστική κορύφωση του.

Και χάρη στις ερμηνείες και την χημεία των δυο βασικών πρωταγωνιστών ανυψώνεται η ταινία. Η Mia Wasikowska έχει αποδείξει το ταλέντο της και εδώ δίνει στην Jane τέτοια ένταση και λαχτάρα για μια γεμάτη ζωή που σε συνεπαίρνει. Από την άλλη ο Michael Fassbender συνεχίζεται την αδυσώπητη άνοδο του στην λίστα με τους καλυτέρους ηθοποιούς της γενιάς του και εδώ δεν είναι κάτι λιγότερο από εξαιρετικός. Η Judi Dench είναι, όπως πάντα, μια εξέχουσα παρουσία σε κάθε ταινία στην οποία παίζει.

Σε γενικές γραμμές η ταινία αποτελεί μια φρέσκια, γεμάτη ζωντανές εικόνες, ιδιαίτερα καλοφτιαγμένη σχεδόν από κάθε άποψη προσαρμογή του κλασσικού μυθιστορήματος και για 120 λεπτά είναι τόσο σαγηνευτική που θα σας αιχμαλωτίσει την καρδιά.

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

The Help [3.5/5]

Μια επίδοξη συγγραφέας κατά τη διάρκεια του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα της δεκαετίας του 1960 αποφασίζει να γράψει ένα βιβλίο παίρνοντας συνεντεύξεις από μαύρες υπηρέτριες που δουλεύουν σε σπίτια λευκών περιγράφοντας τις εμπειρίες τους καθώς και τις δυσκολίες που περνούν σε καθημερινή βάση. Κάτι που θα τις βάλει σε μεγάλο ρίσκο, πάντα σε σχέση με την εποχή και την περιοχή που ζούνε.

Η ΓΝΏΜΗ ΜΟΥ

Μπορεί το σενάριο να μην διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας αλλά αυτή εδώ η ταινία στα 146 λεπτά που διαρκεί αποτελεί μια βαθιά συγκινητική ανθρώπινη ιστορία γεμάτη χιούμορ και θλίψη. Η εξαιρετική παράγωγη της ταινίας (από κουστούμια μέχρι μακιγιάζ και από σκηνικά μέχρι την φωτογραφία), η πολύ καλή απεικόνιση της εποχής και κυρίως οι ερμηνείες συνθέτουν μια προσεκτικά περιποιημένη ταινία που θα σε κάνει να γελάσεις, να νευριάσεις και να συγκινηθείς. Το γεγονός δε ότι η ιστορία εδώ εξελίσσεται μέσα από τα μάτια της υπηρέτριας προσθέτει αρκετούς πόντους στο όλο εγχείρημα.

Η Meryl Streep είχε φωνάξει στα βραβεία SAG του 2009 για την τότε συμπρωταγωνίστρια της στο “Doubt”, Viola Davis: «My God, somebody give her a movie» και φαίνεται ότι η υπεύθυνη casting την άκουσε, της έδωσε το πρωταγωνιστικό ρόλο και η Viola την έβγαλε ασπροπρόσωπη. Σηκώνοντας όλο το βάρος της ταινίας πάνω της δίνει μια ερμηνεια εξαιρετική, πολλών αποχρώσεων και συναισθημάτων η οποία ανυψώνεται ακόμα περισσότερο με την βοήθεια των δεύτερων ρολών. Ιδιαίτερα της εκπληκτικής Octavia Spencer που με το χιούμορ κλέβει της σκηνές στις όποιες εμφανίζεται και των πολύ κάλων Emma Stone και Bryce Dallas Howard.

Η ταινία φυσικά όπως οι χαρακτήρες της έχει κάποια προβλήματα. Για όσους γνωρίζουν ήδη ότι ο ρατσισμός είναι κάτι κακό θα πουν ότι η ταινία αποτελεί απλά μια ανάλαφρη απεικόνιση του και ότι από την ταινία λείπει μια ισχυρή άποψη. Συνολικά όμως η ταινία θα σας διασκεδάσει, θα σας κάνει να δακρύσετε και να δείτε ότι η ικανότητα των ανθρώπων να αγαπούν ο ένας τον άλλον υπάρχει ακόμα, παρόλη την ασχημία του κόσμου γύρω.

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

Anonymos [2/5]

Ένα ιστορικό δράμα το οποίο προωθεί την θεωρία ότι ήταν στην πραγματικότητα ο Edward De Vere, κόμης της Οξφόρδης, ο οποίος έγραψε τα έργα του Shakespeare. Και δραματοποιεί τα γεγονότα που οδηγούν στην εξέγερση Essex και τη διαδοχή της βασίλισσας Ελισάβετ.

Η ΓΝΏΜΗ ΜΟΥ

Έχοντας κάτσει στην καρέκλα του σκηνοθέτη σε κάποιες από τις πλέον μεγαλύτερες big budget παραγωγές των τελευταίων ετών (2012, Independence Day) ο Ronald Emmerich αποφασίζει με την νέα του ταινία να αλλάξει πλεύση και να καταπιαστεί με ένα δράμα εποχής με άνισα όμως αποτελέσματα.

Στα θετικά της ταινίας ο Rhys Ifans κάνει ότι καλύτερο μπορεί για να διατηρήσει το ερμηνευτικό κομμάτι της ταινίας σε ένα επίπεδο καθώς και το σενάριο του John Orloff το οποίο παίζει με πραγματικά γεγονότα και θεωρίες συνωμοσίας τα οποία είναι έτσι δεμένα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν υλικό για μια σαφώς καλύτερη ταινία.

Από εκεί και πέρα όμως φοβάμαι ότι τα υπόλοιπα δεν λειτουργούν. Η σκηνοθεσία του Emmerich θα ταίριαζε καλύτερα σε μια ταινία από αυτές που έχει συνηθίσει να γυρίζει και όχι σε ένα ιστορικό δράμα. Και όσο πηγαίνει η ταινία προς το τέλος της και την λύση του "μυστηρίου" τόσο περισσότερο ο Emmerich χάνει την μπάλα σε βαθμό που προκαλεί μια σύγχυση στον θεατή προσπαθώντας να χωρέσει και να δείξει κάθε λεπτομέρεια. Τα φλας μπακ από ένα σημείο και μετά αρχίζουν και κουράζουν και οι "κακοί" γίνονται καρικατούρες και χωρίς τα ειδικά εφέ της καταστροφής ο Emmerich μοιάζει ανίκανος να διαχειριστεί το όλο θέμα.

Το σημαντικότερο μειονέκτημα παρόλα αυτά για μένα βρίσκεται στις ερμηνείες. Και ενώ θα πίστευες ότι λόγω των ονομάτων η ταινία τουλάχιστον θα ήταν άρτια ως προς το ερμηνευτικό κομμάτι δυστυχώς κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Ο ηθοποιός που παίζει τον Shakespeare (Rafe Spall) μάλλον νομίζει ότι παίζει σε άλλη ταινία, ο Sebastian Armesto που υποδύεται τον Ben Jonson είναι υπέρ του δέοντος υπερβολικός κάτι το οποίο ισχύει (δυστυχώς) και για την Vanessa Redgrave η οποία παίζει με τέτοιο τρόπο την βασίλισσα Ελισάβετ που στο μυαλό σου αναπολείς τα 6 λεπτά παρουσίας της Judi Dench στο Shakespeare in Love.

Για να κλείσω η ταινία είναι διασκεδαστική και το θέμα της αποτελεί απο μονό του αντικείμενο συζητήσεων και ατελείωτων ωρών ψαξίματος στο wikipedia. Άπλα πιστεύω ότι στα χέρια ενός πιο εμπείρου σκηνοθέτη θα μπορούσε να ήταν πολύ πολύ καλύτερη.

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

Καλή αρχή!!

Νομίζω ότι ο τίτλος του blog τα λέει όλα. Έχω την εντύπωση ότι τα τελευταία χρόνια ζούμε σε έναν καθαρά κινηματογραφικό κόσμο και αυτό γιατί το σινεμά πλέον αποτελεί μια από τις κυρίαρχες μορφές διασκέδασης. Το επίπεδο της τηλεόρασης μας, το γεγονός ότι πλέον διοργανώνεται στην Αθήνα και στην Θεσσαλονίκη φεστιβάλ όπως οι Νύχτες Πρεμιέρας, το Πανόραμα Κινηματογράφου και το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης καθώς και ότι ο ελληνικός κινηματογράφος χαίρει άκρας προσοχής και αναγνώρισης από το εξωτερικό, όλα αυτά αποτελούν λόγους για τους όποιους το ελληνικό κοινό επιλεγεί το σινεμά για τις εξόδους του και έχει βάλει τις ταινίες στην ζωή του.
Νομίζω ότι η πλέον κλασσική ερώτηση η οποία γίνεται μεταξύ συντρόφων ή φίλων σε μια παρέα, είτε κανονίζεις μια χαλαρή έξοδο, είτε αποφασίζεις μείνεις σπίτι είναι η εξής: "Έχει καμιά καλή ταινία να δούμε;".

Το σινεμά μπορεί να σε κάνει να σκεφτείς διάφορα, να σε κάνει να αναρωτηθείς για πολλά, να σε κάνει δεις και να ακούσεις απόψεις που μπορεί να μην γνώριζες αλλά εγώ πιστεύω ότι σκοπός του κινηματογράφου είναι να σε ψυχαγωγήσει και αυτό το καταφέρνει μόνο όταν αφεθείς στην μαγεία του. Το συναίσθημα που έχεις μπαίνοντας σε μια αίθουσα και χαμηλώνουν τα φώτα για μένα είναι ανεπανάληπτο, γι'αυτό άλλωστε και ξεκινάω αυτό το blog.

Εδώ θα καταγραφώ τις σκέψεις μου για οτιδήποτε έχει να κάνει με το σινεμά. Από ειδήσεις, βραβεία, νέες ταινίες, τα πάντα. Ευελπιστώ να παραμείνω συνεπής σε αυτό και εύχομαι να το διαβάσει και κανένας άλλος. :P

Γ. Δ.