Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

Another Happy Day [3/5]

Με σκηνικό το κατά τα άλλα ευτυχές γεγονός ενός γάμου και με έναν καθαρά ειρωνικό τίτλο, ο Sam Levinson, εδώ στην πρώτη του κινηματογραφική απόπειρα, σκηνοθετεί με γερές δόσεις αληθοφάνειας ένα έντονο κι ώριμο δράμα που θυμίζει λίγο το προ τριετίας "Η Ρέιτσελ Παντρεύεται" και εξιστορεί την ιστορία μιας καθαρά δυσλειτουργικής μεσοαστικής αμερικανικής οικογένειας.

Με επίκεντρο την Λιν, που μαζί με τα προβληματικά παιδιά της θα κληθεί να περάσει ένα σαββατοκύριακο παρέα με τους νευρωτικούς συγγενείς της, o Levinson καταγράφει με δυνατά και έντονα συναισθήματα την απελπισία στην όποια οδηγείται η ηρωίδα του από την αδυναμία των ανθρώπων να την ακούσουν και να την καταλάβουν. Πιάνοντας τον παλμό της οικογένειας καταπιάνεται με όλες εκείνες τις καταστάσεις και τις στιγμές που συνθέτουν τη δυναμική της, ενώ χρήση ναρκωτικών, σωματική κακοποίηση, αποξένωση, αυτοτραυματισμοί κι ο θάνατος αποτελούν μόνο μερικά από τα θέματα τα οποία θίγονται. Τοποθετώντας, τώρα, μια πληθώρα χαρακτήρων που λίγο πολύ είναι όλοι τους προβληματικοί στον ίδιο χώρο, προσπαθεί να σκιαγραφήσει τα πιο σκοτεινά στοιχεία των ανθρώπινων σχέσεων. Και μπορεί η προσπάθεια του να είναι αξιέπαινη, είναι όμως ασταθής αφού το σενάριο χωλαίνει σε κάποιες λεπτομέρειες, με πρώτη και σημαντικότερη το γεγονός ότι δεν υπάρχει έστω κι ένας χαρακτήρας χωρίς κάποιο πρόβλημα, που να λειτούργει σαν αντίδοτο σε όλους τους υπόλοιπους. Επίσης, όλη αυτή η «ποιος έβλαψε περισσότερο τα συναισθήματα του αλλού» νοοτροπία του σεναρίου, μετά από έναν βαθμό κουράζει και κάνει δύσκολο για τον θεατή να ταυτιστεί απολύτως με κάποιον ήρωα.

Ερμηνευτικά τώρα, με την Ellen Barkin στον κεντρικό ρόλο να δίνει μια αξιοθαύμαστη κι ανθρώπινη ερμηνεία κι ένα θαυμάσιο καστ που αποτελείται από ονόματα όπως Ellen Burstyn, Demi Moore, Thomas Haden Church και πολλούς άλλους, η ταινία σού υπενθυμίζει με ιδιαίτερο, κυνικό και καυστικό τρόπο ότι το τοπίο της οικογένειας πολλές φορές μπορεί να γίνει αρκετά ζοφερό και πως όσο προχώρα η ζωή όλοι είναι τόσο απασχολημένοι με τη δική τους πραγματικότητα που κανείς δεν έχει χρόνο να ακούσει τους άλλους. Παρόλα αυτά, εάν υπάρχει οποιαδήποτε θετικό μήνυμα εδώ, είναι ότι ακόμα και στις πιο δυσλειτουργικές οικογένειες μπορεί να υπάρξει αγάπη και συμπόνια.

Trespass [0/5]

Με το ενδεχόμενο να είναι ίσως μια από τις χειρότερες ταινίες που έχω δει, το Trespass αποτελεί την ταφόπλακα στις καριέρες τόσο του εδώ και δέκα ταινίες ξοφλήμενου πλέον Nicolas Cage, αλλά και του σκηνοθέτη Joel Schumacher που ζήτημα είναι να έχει γυρίσει και τρεις καλές ταινίες την τελευταία δεκαετία. Από την άλλη, πάνω που άρχισε να ξαναπαίρνει τα πάνω της μετά την περσινή οσκαρική υποψηφιότητα της (για το Απώλεια), η Kidman μας υπενθυμίζει πως μάλλον δεν ξέρει να διαλέγει σενάρια και πως άμα θέλει, μπορεί να γίνει μια πολύ κακή ηθοποιός (για επιβεβαίωση και στα δυο, δείτε και το Σύζυγος για Ενοικίαση).

Χαρακτηριζόμενη άδικα ως θρίλερ και με θέμα την εισβολή σε ένα σπίτι τεσσάρων κακοποιών που αναζητούν τα διαμάντια που έχει φυλαγμένα ο σπιτονοικοκύρης στο μεγάλο χρηματοκιβώτιο, το Trespass αποτυγχάνει παταγωδώς σε όλα μα όλα τα επίπεδα. Γυρισμένη με μια άσκοπα φρενήρη σκηνοθεσία, γρήγορα κοψίματα κι άσχημη επεξεργασία εικόνας, με τη μουσική υπόκρουση στη διαπασών και με το πρωταγωνιστικό δίδυμο, αλλά κι όλους τους υπόλοιπους (Ben Mendelsohn, Cam Gigandet, Dash Mihok, Jordana Spiro και Liana Liberato) να αποτελούν την επιτομή του over-acting, θα αποτελέσει νομίζω άθλο για όποιον καταφέρει να το δει ολόκληρο. Επιπροσθέτως, η απουσία σοβαρής πλοκής χειροτερεύει ακόμα περισσότερο την κατάσταση, αφού κραυγές, κλάματα, στριγκλιές, τσιρίδες και κούφιες απειλές συνθέτουν το 80% περίπου της ταινίας που βασίζεται σε ένα αφόρητα γελοίο σενάριο το οποίο δεν υπακούει σε καμία λογική και καμία συνοχή.

Ασχέτως από τα παραπάνω, όμως, η ταινία του Schumacher διαθέτει κι ένα προσόν που πιστέψτε με δεν το συναντάς εύκολα! Μπορείτε να φύγετε κυριολεκτικά από την αίθουσα για περίπου μισή ώρα και γυρίζοντας να διαπιστώσετε ότι δεν έχετε χάσει τίποτα απολύτως. Κάτι είναι και αυτό…

Με το tagline της ταινίας να λέει: «Όταν ο τρόμος είναι στο κατώφλι σου, θα κρυφτείς ή θα αντισταθείς;», ο μοναδικός τρόμος που θα νιώσεις σαν θεατής είναι όταν συνειδητοποιήσεις ότι ξόδεψες 8 ευρώ για να την δεις…

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

The Double [1/5]

Με ελάχιστες σκηνές δράσης και με τα επίθετα προβλέψιμο και κοινότυπο να το συνοδεύουν, το The Double απογοητεύει κι αποτυγχάνει παταγωδώς να πείσει ως ένα θρίλερ κατασκοπείας, αφού καταφέρνει και διαλύει όλη την ένταση και την αγωνιά του θεατή κάνοντας το απίστευτο λάθος να αποκαλύψει ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας του μέσα στα πρώτα τριάντα λεπτά. Μόλις αυτό το κομμάτι ξεκαθαριστεί, το μόνο που μένει είναι ο Gere κι ο Grace να αναζητούν κάτι που ήδη γνωρίζουμε καθώς και μια σειρά από όλο και πιο εξωφρενικές ανατροπές καθώς πηγαίνουμε προς το τέλος.

Κύριος υπεύθυνος της αποτυχίας του έργου δεν είναι άλλος από τον σκηνοθέτη Michael Brandt. Αφού πέρα από το γεμάτο τρύπες σενάριο που έγραψε παρέα με τον Derek Haas, η σκηνοθεσία του με όλη αυτή την slow-motion κινηματογράφηση για την ενίσχυση του υποτιθέμενου σασπένς, την αδέξια χρήση των αναδρομών στο παρελθόν και την σκουρόχρωμη παλέτα χρωμάτων που χρησιμοποιεί καταφέρνει να κάνει τα πράγματα χειρότερα.

Μεγάλο πρόβλημα είχα και με την επιλογή του Gere, αφού το να τον συνδέσω με την εικόνα ενός δολοφόνου από τον οποίο κανείς δεν είναι ασφαλής, ήταν πραγματικά αδύνατο για μένα. Στους υπόλοιπους τώρα, ο Grace έμοιαζε λίγος για τον συγκεκριμένο ρόλο, η Odette Yustman ήταν απλά ικανοποιητική στον πάντα άχαρο ρόλο της συζύγου που ανησυχεί για τον άντρα της, ενώ όλοι οι υπόλοιποι (Martin Sheen, Stephen Moyer κ.ο.κ) είχαν πολύ μικρούς έως cameo ρόλους.

Σε γενικές γραμμές, με υπόθεση που έχουμε ξαναδεί σε τουλάχιστον άλλες εκατό τέτοιες ταινίες που το Χόλιγουντ παράγει και θα συνεχίζει να παράγει σωρηδόν και χωρίς ίχνος πρωτοτυπίας, το The Double αποτελεί μια κονσερβοποιημένη ταινία δράσης με μόνο της σκοπό να περάσει ευχαρίστα η ώρα σου, κάτι που δεν είμαι σίγουρος ότι πετυχαίνει απόλυτα.

Passion play [0/5]

Ειλικρινά, δεν μπορώ να καταλάβω τι συνέβη στο διάστημα μεταξύ των τίτλων έναρξης και των τίτλων τέλους. Νομίζω ότι είδα μια ταινία, αλλά υποθέτω ότι δεν θα είμαι ποτέ απόλυτα σίγουρος. Το Άγγελος του Πάθους είναι μια από αυτές τις περιπτώσεις που μπορούμε εύλογα να υποθέσουμε ότι με ονόματα όπως Rourke και Murray να εμπλέκονται θα έπρεπε να διαθέτει τουλάχιστον να έχει μια κάποια αξία, αλλά δυστυχώς κανένας δεν θα μπορούσε να το σώσει από αυτό που πραγματικά είναι… μια φρικτή ταινία.

Και είναι φρικτή για διάφορους λόγους. Σημαντικότερος όλων, η βλακώδης ιστορία της. Ένα είδος παραμυθιού και γελοίας ιστορίας αγάπης μεταξύ ενός ξεπεσμένου αυτοκαταστροφικού μουσικού και μιας γυναίκας… πουλί, ναι πουλί με φτερά και όλα. Άλλος λόγος, η ανύπαρκτη χημεία μεταξύ Rourke και Fox. Πραγματικά, δεν έχω δει πιο αταίριαστο ζευγάρι, ενώ η σκηνή σεξ μεταξύ τους, ας πούμε ότι είναι περίεργη και κακογυρισμένη. Και τέλος, κάτι εξαιρετικά σπάνιο για ταινία. Τίποτα, μα τίποτα, δεν λειτουργεί σωστά αφού κακή σκηνοθεσία, οδυνηρά παρατεταμένα κοντινά πλάνα των προσώπων, κιτς αισθητική, άσχημη φωτογραφία και χάλια κοστούμια είναι μερικά από τα πολλά ελαττώματα της. Με την ταινία να φαντάζει φαινομενικά ημιτελή, ειλικρινά δεν βρίσκω κάτι που θα μπορούσε να της χαρίσει αυτό το, έστω και μικρό, μισό αστέρι στην βαθμολογία μου.

Κλισέ, βαρετό κι απαίσια επιτηδευμένο, νομίζω ότι είναι περιττό να πω ότι καθώς την παρακολουθούσα δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου και φυσικά δεν έβλεπα την ώρα να τελειώσει. Η καλύτερη συμβουλή μου… μην σπαταλήσετε τον χρόνο σας... ούτε σε dvd!

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

Happy Feet 2 [2/5]

Να πω την αλήθεια, δεν ήμουν ο μεγαλύτερος θαυμαστής του πρώτου Happy Feet. Ναι μεν διέθετε πολλά προτερήματα, αλλά βρήκα ότι το φινάλε του με το οικολογικό μήνυμα (όσο άξιο κι αν ήταν) το χάλασε.

Με όλους τους γνώριμους χαρακτήρες να επιστρέφουν και με την προσθήκη πολλών νέων (με κορυφαίο το απολαυστικό δίδυμο Damon-Pitt στους ρόλους δυο μικροσκοπικών κρίλ, που προσπαθούν να κινηθούν πέρα από το κοπάδι τους και να ανεξαρτητοποιηθούν) βρήκα ότι το Happy Feet 2, παρόλο που είναι μια άψογα εκτελεσμένη ταινία, μοιάζει ξαναζεσταμένο… φαί, αφού αναμασά θέματα από την πρώτη ταινία, ενώ η χρήση τετριμμένων κλισέ διαλόγων, προβλέψιμων καταστάσεων καθώς και το πλήθος χαρακτήρων που έρχονται και φεύγουν σε ένα απείθαρχο στυλ αφήγησης την αποδυναμώνουν αισθητά.

Παρόλα αυτά, όμως, η ταινία του Miller διατηρεί κι όλα αυτά τα στοιχειά της πρώτης που την έκαναν να ξεχωρίζει και που δεν είναι άλλα από την πολλή μουσική, την πολλή διασκέδαση και τον χορό. Διαθέτοντας ένα καθαρό και ζωντανό animation που σε γεμίζει οπτικά, σωστά επιλεγμένα, κυρίως ποπ, τραγούδια κι αισιόδοξα απλοϊκά μηνύματα σχετικά με το να βοηθά ο ένας τον άλλον, αλλά και την αξία του κάθε ατόμου ξεχωριστά, μπορεί να μην διεκδικεί τον τίτλο του καλύτερου καρτούν της χρονιάς αλλά σίγουρα θα διασκεδάσει τα παιδιά και θα κρατήσει τους υπόλοιπους ευτυχείς.

Real Steel [2.5/5]


Ας ξεκινήσουμε με το γεγονός ότι μόνο αστεία μπορεί να σου φανεί μια ταινία, της οποίας η υπόθεση μιλάει για ρομπότ που μάχονται σε ένα ρινγκ, με τους προπονητές να τα ελέγχουν παίζοντας με ένα χειριστήριο. Αλλά παρόλο αυτό το ομολογουμένως σαχλό σενάριο, χάρη σε κάποιες καταπληκτικές σκηνές μάχης, βγαλμένες κατευθείαν από το Ρόκι, εξαιρετικά οπτικά εφέ και καθαρή 100% διασκέδαση, το «Real Steel» αναδεικνύεται σε νικητή.

Βασισμένο «εν μέρει» στην σύντομη ιστορία του 1956, «Steel», γραμμένη από τον Richard Matheson, το «Real Steel» λαμβάνει χώρα στο εγγύς μέλλον και εξιστορεί την ιστορία του Charlie Kenton (Hugh Jackman), ενός ξοφλημένου μποξέρ που μαζί με τον ανήλικο γιο του, Μαξ, με τον οποίο είχαν αποξενωθεί, αποφασίζουν να προπονήσουν ένα εγκαταλειμμένο ρομπότ παλιάς τεχνολογίας που ανακάλυψαν τυχαία και να το οδηγήσουν μέχρι τη διεκδίκηση του τίτλου.

Με αφορμή την αγάπη που μοιράζονται οι δυο τους για την πυγμαχία με ρομπότ, το σενάριο του John Gatins καταπιάνεται περισσότερο με ότι άφορα την σχέση πατέρα/γιου και λιγότερο με τα ρομπότ, με αποτέλεσμα η ταινία να δίνει έμφαση σε ανθρώπινους χαρακτήρες και να διαθέτει περισσότερες ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις απ’ ότι έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε σε τέτοια blockbuster. Και ευτυχώς, γιατί είναι αυτή ακριβώς η ιστορία επανασύνδεσης του πατέρα με τον γιο του που κάνει την ταινία να ξεχωρίζει. Το γεγονός, δε, ότι υπάρχει μια εξαιρετική χημεία μεταξύ του νεαρού Goyo και του Hugh Jackman, ο όποιος αναμφίβολα αποτελεί μια άκρως χαρισματική παρουσία επί της οθόνης, κάνει το αποτέλεσμα ακόμα καλύτερο.

Η ταινία του Shawn Levy χρησιμοποιώντας ένα κράμα CGI και αληθινών, και μάλιστα κατασκευασμένων σε φυσικό μέγεθος, ρομπότ καταφέρνει να προσδώσει μια αληθοφάνεια στην ταινία, η οποία χωρίς ποτέ να παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά και χρησιμοποιώντας την επιστημονική φαντασία για να διηγηθεί μια ανθρώπινη ιστορία καταφέρνει να μας κάνει να συγχωρέσουμε την χρήση κοινότυπων διαλόγων και πάρα το προβλέψιμο τέτοιου είδους ταινιών, να την απολαύσουμε για αυτό που πραγματικά είναι… ένα γνήσιο υπερθέαμα και μια γεμάτη αδρεναλίνη ταινία δράσης.

La Guerre Est Déclarée [4/5]

Υπάρχουν ταινίες που βγαίνοντας από την αίθουσα σού αφήνουν μια αίσθηση κάθαρσης και ένα συναίσθημα ευτυχίας. Ε, το «Πολεμώντας για τη Νίκη» είναι μια από αυτές. Η Valerie Donzelli, στη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινίας της, γράφει και σκηνοθετεί για την αληθινή ιστορία του γιου της.

Κρατώντας και τον πρωταγωνιστικό ρόλο παρέα με τον Jeremie Elkaim, ερμηνεύουν τον Ρωμαίο και η Ιουλιέτα, δυο αμέριμνους Γάλλους που ερωτεύονται, αποκτούν τον Άνταμ και έρχονται αντιμέτωποι με το απόλυτο σενάριο τρόμου κάθε γονέα, τη διάγνωση καρκίνου του εγκεφάλου στον γιο τους. Εξελισσόμενη σε ένα διάστημα πολλών ετών, η ταινία περιγράφει πώς το ζευγάρι προσπαθεί να ζήσει την καθημερινή ζωή του μέσα από όλη αυτή την οδυνηρή διαδικασία πασχίζοντας να ανταπεξέλθει.

Το «Πολεμώντας για την Νίκη» είναι μια γλυκόπικρη και τρυφερή ταινία που ξεχωρίζει, αφού παρά το θέμα της, το οποίο ομολογούμενος είναι δύσκολο και βαρύ, δεν καταντάει ούτε στιγμή μελό ενώ αντίθετα σε ξαφνιάζει με την παιχνιδιάρικη αφήγηση του και τα αισιόδοξα μηνύματα που περνάει. Σαφώς και υπάρχουν στιγμές που η συγκίνηση χτυπάει κόκκινο αλλά και σε εκείνες τις στιγμές το χιούμορ χρησιμοποιείται ως μια βαλβίδα ασφαλείας και καταφέρνει να μην σου αφήνει κανένα δυσάρεστο συναίσθημα.

Χάρη στις απόλυτα φυσιολογικές ερμηνείες των δυο πρωταγωνιστών και γενικώς ολόκληρου του καστ (ειδική μνεία στην Brigitte Sy, την λεσβία μητέρα του Romeo) αλλά και στην δυναμικότητα του σεναρίου που μέσα από μικρές αλλά ισχυρές συναισθηματικά σκηνές τονίζει την σημασία της οικογένειας, της αγάπης και της ενότητας, το «Πολεμώντας για την Νίκη» συγκλονίζει με τον ρεαλισμό και την ευαισθησία του, ενώ καταφέρνει να μας κάνει να συμπάσχουμε με τις ανησυχίες του ζευγαριού και να αισθανόμαστε τον φόβο τους.

Γενικά, μιλάμε για μια ταινία γεμάτη πόνο, γεμάτη ζωή, γεμάτη αισιοδοξία που με αφοπλιστική ειλικρίνεια εξιστορεί μια βαθιά συγκινητική και συναρπαστική ιστορία αγάπης, για την απόλυτη αποφασιστικότητά ενός ζευγαριού να αντιμετωπίσει τα κτυπήματα της μοίρας και το κάνει με ένα ζωντανό και δυναμικό στυλ. Έξυπνη, ευαίσθητη, χωρίς ποτέ να γίνεται συναισθηματική, το «Πολεμώντας για την Νίκη» είναι τόσο έντονα συγκινητικό και χιουμοριστικό που θα σας καταπλήξει. Εγώ το λάτρεψα.

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

A Dangerous Method [2.5/5]

Η ταινία του Croneberg μας μεταφέρει στα πρώτα χρόνια της σύγχρονης ψυχιατρικής και περιγράφει τη σχέση μεταξύ του Γιούνγκ και του Φρόυντ, όταν ο πρώτος εφάρμοζε τις ιδέες του δευτέρου στην κλινική που εργαζόταν, και πώς αυτή θα τεθεί σε κίνδυνο όταν ο Γιούνγκ συνάπτει δεσμό με μια ασθενή, τη Σαμπίνα.

Χωρίς να γίνεται υπερβολικά ακαδημαϊκό ή να παίρνει μια ξεκάθαρη πλευρά κι έχοντας σαν επίκεντρο την σχέση μέντορα-μαθητή που αναπτύσσεται μεταξύ του Γιούνγκ και του Φρόυντ, το σενάριο του Christopher Hampton εξερευνά προκλητικά την ψυχαναλυτική θεωρία. Μελετώντας δυο εκ διαμέτρου διαφορετικές απόψεις (ο Φρόυντ επικεντρώνεται στην ιδέα πως όλες οι νευρώσεις έχουν σεξουαλική προέλευση, ενώ αντιθέτως ο Γιούνγκ ήταν πιο ανοιχτός σε εμπειρίες και επιρροές), υπάρχει πρώτης τάξεως υλικό για γεμάτες ένταση συζητήσεις. Θέματα σεξουαλικότητας, ερμηνείας των ονείρων, διαφορών ως προς το θέμα της θρησκείας, απωθημένων από την παιδική ηλικία, αλλά και ανακάλυψης του εαυτού μας είναι μερικά από τα οποία θίγονται και αναλύονται μέσα σε εξαιρετικά ενδιαφέροντες διαλόγους. Κι ενώ αυτή η ανταλλαγή απόψεων αποτελεί το δυνατό σημείο της ταινίας, είναι συγχρόνως και το μεγαλύτερο μειονέκτημα της. Αφού από ένα σημείο και μετά, οι χαρακτήρες του έργου δεν κάνουν πολλά περισσότερα από το να αναλώνονται σε κυκλικού τύπου συζητήσεις, οι οποίες εναλλάσσονται ταχύτατα με άκομψο τρόπο και καταντούν βαρετές. Σαν να μην έφτανε αυτό, όσο πηγαίνουμε προς το τέλος, τόσο πιο κουραστική γίνεται η ταινία αφού για την συνέχιση της πλοκής επιστρατεύεται λεπτομερής αλληλογραφία, η οποία διαβάζεται από τους χαρακτήρες χωρίς να υπάρχει καμιά δράση στο τι βλέπουμε επί της οθόνης. Το μόνο που παρακολουθούμε είναι τους ηθοποιούς να κάθονται στα γραφεία τους, να γράφουν ή να περπατάνε.

Σε καλλιτεχνικό επίπεδο, η ταινία είναι αρκετά προσεγμένη και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά αφού μιλάμε για μια μεγάλη παραγωγή. Η ανάπλαση της εποχής είναι εντυπωσιακή, με τα σκηνικά και τα κουστούμια να είναι πρώτης τάξεως και την φωτογραφία να προστίθεται στα ατού. Στις επιδόσεις των ηθοποιών, τώρα, οι Fassbender (του οποίου οι μετοχές ανεβαίνουν ταχύτατα) και Mortensen, αν και στιγμές είναι υποτονικοί, είναι εξαιρετικοί. Ξεχωρίζει, όμως, η Keira Knightley, η οποία με μια αμφιλεγόμενη ρωσική προφορά αποτυπώνει τις νευρώσεις της Σαμπίνα με τρόπο άκρως ρεαλιστικό.

Τελικό συμπέρασμα: ενδιαφέρουσα ταινία για τρεις χαρισματικές φιγούρες της Ιστορίας, συμπεριλαμβανομένης της Σαμπίνα, δοσμένο όμως με ένα άκρως πληκτικό τρόπο. Μέτρια, λοιπόν, η γνώμη μου για μια ταινία την οποία δεδομένου των συντελεστών περίμενα σαφώς πολύ καλύτερη.

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Immortals [1.5/5]

Έχοντας ως υπόβαθρο την ελληνική μυθολογία, οι παραγωγοί του Χόλιγουντ μεταφέρουν στην μεγάλη οθόνη, ξαναγράφοντας την όπως αυτοί την φαντάζονται, την ιστορία του Θησέα. Εδώ, ο Θησέας (Henry Cavill) είναι ένας θνητός άνθρωπος που ο Δίας (Luke Evans) τον επέλεξε να ηγηθεί του αγώνα ενάντια στον αδίστακτο και φιλόδοξο βασιλιά Υπερίωνα (Mickey Rourke), ο οποίος ψάχνει όλη την Ελλάδα για να βρει ένα μαγικό τόξο με το οποίο θα ελευθερώσει τους κλεισμένους από τους θεούς του Ολύμπου στα Τάρταρα, τιτάνες.

Ο Tarsem Singh (τον οποίο πρωτογνωρίσαμε ως σκηνοθέτη το 2000 με το "Κελί") δανειζόμενος την αισθητική των "300" και του πιο πρόσφατου "Η Τιτανομαχία" και συνδυάζοντας τον με την δικιά του πρόσφατη ταινία "Εξωπραγματικότητα" (The Fall), καταφέρνει να φτιάξει ένα πρωτότυπο σύμπαν σε μνημειώδη κλίμακα όπου χωριά βρίσκονται σε πανύψηλους βράχους και ακρωτήρια, με θέα απέραντες πεδιάδες και εγκαταλελειμμένες εκτάσεις κάτω από τον τεράστιο ουρανό στον οποίο κατοικούν οι θεοί. Ένας κόσμος που καμία σχέση δεν έχει με την Ελλάδα βέβαια, αλλά υποστηρίζεται από μια εξαιρετική καλλιτεχνική επιμέλεια αποτελώντας το μοναδικό κομμάτι που εγώ βρήκα ενδιαφέρον σε μια κατά τα αλλά μέτρια ταινία.

Σεναριακά έχουμε να κάνουμε με την κλασσική πανομοιότυπη σε τέτοιους είδους ταινίες ιστορία, όπου θέλει των ήρωα μας να είναι ο τελευταίος του χωριού, που όμως μεταμορφώνεται σε ήρωα θρυλικών διαστάσεων, έχοντας πάντα στο πλευρό του τον στην αρχή άπιστο μα στην συνέχεια καλύτερο του φίλο (όπου εδώ τον έμπιστο φίλο τον λένε... Σταύρο!!!), και λίγο πριν την τελική μάχη να δίνει τον κλασσικό λόγο εμψύχωσης στους υπόλοιπους. Ρίξτε στο πλάι και την σουπερ-ντούπερ γκόμενα και να σου η ταινία έτοιμη να βγει στα διάφορα multiplex του κόσμου.

Στους ηθοποιούς τώρα, ο Henry Cavill κάνει μια πρόβα τζενεράλε σε μεγάλες παραγωγές καθώς ετοιμάζεται για τον επερχόμενο ρόλο του ως Σούπερμαν, ο John Hurt προσθέτει κύρος, η Freida Pinto μιλάει τα ελληνικά με προφορά τουρίστριας και περιφέρεται κάνοντας την ωραία, ενώ τέλος ο Mickey Rourke παίζει τον ρόλο που έχει σε όλη σχεδόν την μετά-Παλαιστής εποχή, εδώ όμως στο πιο αιμοβόρο και αρχέγονο.

Την αλήθεια: διαθέτοντας άφθονες σκηνές δράσης (με αποκορύφωμα την μάχη μεταξύ Θεών και Τιτάνων) και το αίμα να ρέει άφθονο, το Αθάνατοι θα κρατήσει ευχαριστημένο τον θεατή. Το θέμα είναι ότι την επομένη μέρα θα έχει ξεχάσει ότι την είδε.

Carnage [4.5/5]

Το Carnage βασίζεται στο πολύ επιτυχημένο θεατρικό έργο τηςYasmina Reza, «God Of Carnage», το οποίο διηγείται μια ιστορία γύρω από ένα μάλλον τυπικό συμβάν, αυτό ενός παιδικού καυγά και την συνάντηση των γονιών τους ύστερα. Η ταινία λαμβάνει χώρα σε ένα διαμέρισμα στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης (η ταινία στην πραγματικότητα γυρίστηκε στο Παρίσι για ευνόητους λόγους), όπου παρακολουθούμε τα δυο ζευγάρια καθώς αυτά ξεκινούν μια φαινομενικά πολιτισμένη συζήτηση. Κατά τη διάρκεια της αρχικά ευγενικής ψιλοκουβέντας, θα γνωρίσουν ο ένας τον άλλον επιφανειακά. Καθώς όμως η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τον καυγά των παιδιών, η όποια ευπρέπεια και τρόποι καλής συμπεριφοράς ξεχνιούνται και τα πράγματα παίρνουν άλλη τροπή.

Νομίζω ότι οποιαδήποτε περαιτέρω λεπτομέρεια αναφέρω απλά θα αποτελούσε ένα μεγάλο spoiler. Το μόνο που θα πω είναι ότι το σενάριο αναπτύσσεται με βιτριολικό χιούμορ και καταπιάνεται με ένα πλήθος θεμάτων και συναισθημάτων καθώς εμείς παρακολουθούμε τα ζευγάρια να επιδίδονται σε ένα τέτοιο λεκτικό πόλεμο, που απαξιεί οποιαδήποτε έννοια καθωσπρεπισμού και καθιστά προφανές ότι οι τέσσερις ενήλικες δεν διαφέρουν και πολύ από τα παιδιά τους.

Κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον μας, η σκηνοθεσία του Polanski είναι εξαιρετικά διαυγής και ακριβής. Με σχεδόν σταθερή κάμερα και χρησιμοποιώντας καθρέπτες και περίτεχνα κοντινά πλάνα, δημιουργεί μια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα παγιδεύοντας μέσα στο διαμέρισμα τους πρωταγωνιστές του και παρακολουθώντας τους στενά.

Και όσο για τους πρωταγωνιστές του, μιλάμε για ένα κουαρτέτο ηθοποιών που και μόνο η συνύπαρξη τους αποτέλεσε είδηση. Συνολικά μεταξύ τους μετράνε οχτώ υποψηφιότητες για Όσκαρ και τέσσερις βραβεύσεις και πραγματικά δεν ξέρω από πού να αρχίσω. Υπάρχει μεγάλη ικανοποίηση στο να παρακολουθείς αυτή την τετράδα των μεγάλων ηθοποιών να τα δίνουν όλα και να το διασκεδάζουν. Όλοι τους εκπληκτικοί από τις εκρήξεις του Reilly και τις υστερίες της Foster μέχρι τον εκκωφαντικό σαρκασμό του Waltz και τον ζαλισμένο κομφορμισμό της Winslet.

«Carnage» στα ελληνικά σημαίνει σφαγή και αυτή εδώ η ταινία με τρόπο εκρηκτικά αστείο και σαρδόνιο μέσα στα 79 λεπτά που διαρκεί (γυρισμένη σε πραγματικό χρόνο), καταφέρνει να αποκαλύψει την ασχήμια της ανθρώπινης φύσης.

Cine.gr

Είμαι στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσω ότι τις κριτικές μου εκτός απο εδώ θα μπορείτε να τις βρείτε και στο cine.gr κάτω από κάθε ταινία ή συγκεντρωμένες σε αυτό το link: http://cine.gr/contrib.asp?name=DavGeo

Επίσης να πω ότι έγινε αλλαγή στον τρόπο βαθμολόγησης των ταινιών και από εκεί που βαθμολογούσα στα 10 τώρα πια θα βαθμολογώ στα 5.

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

I'll be back!!

Ένα σπουδαίο γεγονός, το οποίο θα μάθετε σύντομα, με απασχόλησε τις τελευταίες μέρες και με έκανε να μην ανεβάσω νέα κριτική...
Θα επιστρέψω δριμύτερος και από Δευτέρα έρχονται κριτικές για:

Carnage
The Artist
A Dangerous Method
Happy Feet 2
Real Steel


και άλλα πολλά!!!

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

The Twilight Saga: Breaking Dawn - Part 1 [1/5]

Η Bella, ο Edward καθώς και όλοι οι υπόλοιποι θα πρέπει να έρθουν αντιμέτωποι με τις συνέπειες που προέρχονται από τον γάμο, την εγκυμοσύνη και την ταραχώδη γέννηση ενός παιδιού ... το οποίο φέρνει μια απρόβλεπτη και συγκλονιστική εξέλιξη για τον Jacob.

Η ΓΝΏΜΗ ΜΟΥ

Με τον Bill Condon (σκηνοθέτη του Dreamgirls και βραβευμένο με Όσκαρ σεναριογράφο του Gods & Monsters) στο σκηνοθετικό τιμόνι, το Twilight Saga: Breaking Dawn - Part 1 σαφώς και είναι καλύτερο από τα προηγούμενα, χωρίς αυτό όμως να σημαίνει ότι είναι μια καλή ταινία.

Το πρώτο μέρος του φινάλε, διαθέτει μια ροη σε αντίθεση με το Eclipse, ενώ συμβαίνουν γεγονότα που προχωρούν την δράση και την εξέλιξη. Δεν παύεις όμως να αισθάνεσαι ότι, παρά τις δραματικές δυνατότητες που υποθέτω έχει το τέταρτο βιβλίο της Stephenie Meyer, όλα εδώ έχουν μια αίσθηση σαπουνόπερας. Έχουμε το ρομάντζο της Bella και του Edward, τη σχέση του Jacob με την Bella, τις σχέσεις του Jacob με τους άλλους λυκάνθρωπους και ούτε ο καθεξής. Η σεναριογράφος προσπαθεί να χωρέσει όσα περισσότερα μπορεί από το 754 σελίδων βιβλίο της Meyer αλλά το μόνο που καταφέρνει είναι να σπαταλήσει περισσότερο χρόνο στα φιλιά, στα σ'αγαπώ και λιγότερο στην δράση και στην ανάπτυξη των χαρακτήρων. Ειδικά στο πρώτο μισό η ταινία καταπιάνεται μόνο με το ζευγάρι, την αγάπη τους και το αν και πως θα κάνουν σεξ. Οι δεύτεροι ρόλοι είναι ανύπαρκτοι, κάποιες ατάκες αγγίζουν τον βαθμό της γελοιότητας ενώ πολλές σκηνές, παρά την υποτιθέμενη σοβαρότητα τους, βγάζουν γέλιο. Πέρα από το σενάριο όμως, το οποίο αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα της ταινίας, οι ηθοποιοί και η σκηνοθεσία δεν παίρνουν και εύσημα.

Από τη μια οι 3 πρωταγωνιστές έχουν από την πρώτη κιόλας ταινία δείξει τις ικανότητες τους, αν και εδώ θα ομολογήσω ότι τα πάνε λίγο καλύτερα. Οι μορφασμοί του Pattinson και σε μεγαλύτερο βαθμό του Lautner και οι μελοδραματισμοί της Stewart υπάρχουν ακόμα και ως ένα βαθμό κουράζουν αλλά τουλάχιστον εδώ και οι τρεις τους μοιάζουν σαν να έχουν ωριμάσει και δεν είναι οι χαζοέφηβοι των προηγούμενων ταινιών. Από την άλλη η σκηνοθεσία του Condon είναι απλά διεκπαιρεωτικη με την φωτογραφία να τον ακολουθεί και να σκοτεινιάζει στις σκηνές μάχης ενώ στις σκηνές αγάπης να είναι υπέρλαμπρη και φωτεινή με ζωηρά χρώματα. Το αποτέλεσμα … να φαντάζει ότι το έργο είναι μάλλον γυρισμένο στον αυτόματο πιλότο. Γενικά πάντως παρατήρησα και μια υποβάθμιση στην όλη παραγωγή της ταινίας αφού κατά την γνώμη μου ο σχεδιασμός των λύκων και οι σκηνές μάχης μαρτυρούσαν ένα πρόχειρο CGΙ.

Και μπορεί όλα τα παραπάνω να μην κρατήσουν μακριά το φανατικό κοινό που περιμένει με αγωνία το τι θα γίνει στην συνέχεια. Για όλους τους υπόλοιπους όμως η πρώτη από τις δυο ταινίες του υποτιθέμενου grand finale του Twilight σίγουρα θα τους απογοητεύσει. Ας ευχηθούμε, αν και ανέλπιστα, ότι κράτησαν το καλό για το τέλος.

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

Larry Crowne [0.5/5]

Αφού απολύεται από τη δουλειά του, ένας μεσήλικας άνδρας επανεφευρίσκει τον εαυτό του, πηγαίνοντας πίσω στο κολέγιο.

Η ΓΝΏΜΗ ΜΟΥ

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Είσαι ο Tom Hanks, έχεις ήδη σκηνοθετήσει αξιοπρεπέστατα το "That Thing You Do!", έχεις πρωταγωνιστήσει σε κάποιες από τις καλύτερες και μεγαλύτερες παραγωγές υπό τις οδηγίες κορυφαίων σκηνοθετών, έχεις βραβευτεί με όχι ένα αλλά δυο Όσκαρ ερμηνείας και αποφασίζεις να σκηνοθετήσεις μια δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία. Μια ταινία η οποία είναι βασισμένη σε δικό σου πρωτότυπο σενάριο που έγραψες παρέα με την καλή σου φίλη και υποψηφία για Όσκαρ σεναρίου Nia Vardalos. Και το αποτέλεσμα είναι αυτό εδώ το πράγμα??

Και το λέω πράγμα γιατί ταινία δεν το λες. Απαράδεκτο από όλες τις απόψεις. Δεν υπάρχει συνοχή, δεν υπάρχει σκηνοθεσία, οι ερμηνείες είναι ανύπαρκτες και το χειρότερο όλων ΔΕΝ ΈΧΕΙ ΥΠΌΘΕΣΗ. Δεν γίνεται τίποτα, δεν οδηγούμαστε πουθενά, δεν ενδιαφερόμαστε για κανέναν χαρακτήρα και όταν σε κάποιες στιγμές γελάς ή κάπου πάει να οδηγηθεί η ταινία, σε μια εξέλιξη ας πούμε, αυτή διαλύεται κάτω από το το βάρος των απίστευτων κλισέ. Είναι τόσο κακό το ανύπαρκτο σενάριο που το love story που αναπτύσσεται είναι από τα χειρότερα που θα δεις και η ταινία περιλαμβάνει ένα από τα χειρότερα, "κατάλαβα το νόημα της ζωής" speeches που έχει γραφτεί ποτέ. Για σκηνοθεσία δε απλά δεν θα την σχολιάσω, νομίζω ότι αρκεί.

Από ερμηνείες τώρα ο Tom Hanks πρέπει να επιστρέψει ένα Όσκαρ (ειδικά στο σημείο που τον κοιτάει η Julia Roberts από το ματάκι, αποτελεί για μένα τη δεύτερη χειρότερη σκηνή που έχω δει σε ταινία μετά τον χορό του Johnny Depp στο "Alice in Wonderland"). Η Roberts από την άλλη είναι συμπαθητική αλλά ο ρόλος της είναι παντελώς αδιάφορος χωρίς καμιά υποκριτική απαίτηση. Οι δεύτεροι ρόλοι πολύ απλά δεν υπάρχουν, είναι εντελώς μονοδιάστατοι, οπότε οι περισσότεροι ηθοποιοί απλά υπάρχουν σε μια δυο σκηνές.

Σε γενικές γραμμές η ταινία είναι βασανιστικά κακή, χωρίς ίχνος πρωτοτυπίας και ενδιαφέροντος που σε κάνει να αναρωτιέσαι πως, μετά το διάβασμα του σεναρίου, είναι δυνατόν να είπε κάποιος: "Ωραία θα δώσω λεφτά να το γυρίσω". Κρίμα για Hanks, Roberts και όλους τους εμπλεκόμενους με τούτο εδώ το "έργο".

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

Ο Ξεναγός [2.5/5]

Ο Ιάσονας ξεκινάει μία νέα καριέρα ως «ξεναγός αρχιτεκτόνων» και αναλαμβάνει μία ομάδα με φοιτητές αρχιτεκτονικής από το εξωτερικό, με σκοπό να τους ξεναγήσει στην Ακρόπολη και σε άλλα μνημεία της Αθήνας, διαπιστώνοντας στην πορεία ότι τα ενδιαφέροντά τους είναι άλλα.

Η ΓΝΏΜΗ ΜΟΥ

Η νεανική κωμωδία του Ζαχαρία Μαυροειδή προσπαθεί να αναδείξει ή απλά να παρατηρήσει την αλήθεια της Αθήνας μέσα από τα μάτια των ξένων, που βλέπουν πράγματα που οι κάτοικοι της πολλές φορές επιλέγουν να αγνοούν. Και είναι αυτή ακριβώς η πόλη, μια πόλη που αλλάζει, που βρίσκεται σε μεταβατική περίοδο, που μεταμορφώνεται, στην οποία ο ήρωας της θέτει τις βάσεις για την δική του αναζήτηση ταυτότητας.

Βρήκα αυτό τον παραλληλισμό ιδιαίτερα έξυπνο. Σε συνδυασμό με την αρχιτεκτονική μάτια του σκηνοθέτη για την πόλη, καθώς και τους πολύ έξυπνους διαλόγους που λαμβάνουν χώρα μεταξύ των πρωταγωνιστών στις διαφορές τοποθεσίες που επισκέπτονται, ο «Ξεναγός» αποτελεί μια αξιοθαύμαστη προσπάθεια. Όταν όμως η ταινία μεταθέτει την δράση της εκτός πόλης χάνει κάπου τον ειρμό της και την σπιρτάδα της. Παρόλο που οι σκηνές στο νησί συμβάλλουν στην εσωτερική αναζήτηση του πρωταγωνιστή κατά την άποψη μου τις βρήκα λίγο παράταιρες και επιστρέφοντας στην πόλη, η ταινία ξαναβρίσκει τους ρυθμούς της.

Σαν ταινία ο «Ξεναγός» είναι ιδιαίτερα προσεγμένη από όλες τις απόψεις. Μοντάζ, ήχος, μουσική λειτουργούν κάτι παραπάνω από ικανοποιητικά ενώ βρήκα εκπληκτικούς τους τίτλους έναρξης. Ερμηνευτικά ο Μιχάλης Οικονόμου και η Anne Marie O’Sullivan ξεχωρίζουν αλλά πιστεύω ότι γενικά ο ενθουσιασμός και η φυσικότητα όλων των συντελεστών προσφέρουν πόντους στο όλο εγχείρημα.

Η ταινία του Ζαχαρία Μαυροειδή είναι, παρά το χαμηλό προϋπολογισμό της, μια διασκεδαστική κωμωδία που αναδεικνύει την Αθήνα και τις ατέλειες της μέσα από τη ματιά των νέων και σου υπενθυμίζει ότι αυτή η πόλη γύρω μας παρόλο που είναι χαοτική σφύζει από ζωή και το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να την ακολουθήσεις παραμένοντας ο εαυτός σου.

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

The Conspirator [4/5]

Η Mary Surratt είναι η μόνη γυναίκα που κατηγορείται ως συνωμότης στη δολοφονία του Abraham Lincoln. Ολόκληρο το έθνος στρέφεται εναντίον της και είναι στα χέρια του απρόθυμου δικηγόρου υπεράσπισης της να αποκαλύψει την αλήθεια και να σώσει τη ζωή της.

Η ΓΝΏΜΗ ΜΟΥ

Είδα την ταινία χθες και ακόμα σκέφτομαι το πόσο πολύ μου έμεινε στο μυαλό λόγω της δυναμικής της. Το να βλέπεις κινηματογράφο και μετά να προσπαθείς να γράψεις κάτι για αυτό που είδες είναι δύσκολο. Φυσικά και μετράει το τεχνικό μέρος του θέματος αλλά για μένα περισσότερο έχει να κάνει με το τι συναίσθημα σου αφήνει η κάθε ταινία όταν ανοίγουν τα φώτα και βγαίνεις από την αίθουσα. Και η συγκεκριμένη μου άφησε ένα συναίσθημα συγκίνησης και προβληματισμού για το τι είναι ικανοί οι άνθρωποι να κάνουν.

Το “The Conspirator” αποτελεί το ντεμπούτο της American Film Company, μιας εταιρίας παραγωγής που σαν στόχο έχει τη δημιουργία ταινιών, με υψηλό επίπεδο ιστορικής ακρίβειας, αναφορικά με το παρελθόν των Ηνωμένων Πολιτειών. Σαν σκηνοθέτης επιλέχτηκε ο βραβευμένος με Όσκαρ Robert Redford ο οποίος με προσεκτική και υπομονετική κατεύθυνση επιτρέπει στην ταινία να πάρει το χρόνο της στο να διηγηθεί την ιστορία της.

Και πιστέψτε με αυτή εδώ είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία που ρίχνει φως σε κάποια κομμάτια της αμερικανικής ιστορίας που λίγοι πραγματικά γνωρίζουν. Το σενάριο του James D. Solomon είναι τόσο καλά δομημένο και εξελίσσεται έτσι που είναι σαν να παρακολουθείς κάποια σειρά μυστηρίου. Οι δολοπλοκίες, οι μηχανορραφίες και τα ψέματα διαδέχονται το ένα το άλλο με τέτοιο μεθοδικό και έξυπνο τρόπο που είναι εντυπωσιακό. Και η ιστορία επαναλαμβάνεται δεν λένε; Ε το “Conspirator” είναι ένα καλά μελετημένο ιστορικό δράμα το οποίο θέτει ερωτήσεις και θέματα επίκαιρα ακόμα και σήμερα. Από τον έλεγχο της κοινής γνώμης μέσω του εκφοβισμού, την θανατική ποινή, το δικαίωμα υπεράσπισης των ανθρώπων που έχουν διαπράξει ειδεχθή εγκλήματα και την "τυφλή" δικαιοσύνη.

Από ερμηνευτική πλευρά η Robin Right (χωρίς το Penn πλέον) είναι μια υποτιμημένη ηθοποιός και εδώ δίνει μια επιβλητική ερμηνεία ως Mary Surratt με τον James McAvoy να είναι εξίσου καλός ως ο νεαρός δικηγόρος υπεράσπισης της. Στους δεύτερους ρόλους ο Tom Wilkinson αποτελεί πάντοτε εγγύηση καλής ερμηνείας, ενώ έξοχη βρήκα για ακόμη μια φορά την νεαρή Evan Rachel Wood. 

Για να κλείσω, το “The Conspirator” είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ταινία η οποία υποστηρίζεται από μια εκπληκτική καλλιτεχνική διεύθυνση και κοστούμια, διαθέτει ένα έξοχο cast και είτε είναι η πραγματική ιστορία είτε μια εκδοχή της ιστορίας σε κάνει να αναρωτηθείς ότι καμία "κρίση" και κανένας "φόβος" δεν πρέπει να μας κάνει να εγκαταλείψουμε τα ιερά δικαιώματα που το Σύνταγμα εγγυάται στους πολίτες καθώς και ότι η χειραγώγηση των αδυνάτων από τους "δυνατούς" είναι σύνηθες φαινόμενο σε όποια εποχή και αν ζούμε.

“Εν καιρό πολέμου, ο νόμος σωπαίνει”

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Jane Eyre [3/5]

Έχοντας μεγαλώσει ορφανή και μες στη φτώχεια, η γκουβερνάντα Jane Eyre, μαλακώνει την καρδιά του εργοδότη και ιδιοκτήτη του απομονωμένου και επιβλητικού σπιτιού στο οποίο εργάζεται και σύντομα ανακαλύπτει ότι κρύβει ένα τρομερό μυστικό.

Η ΓΝΏΜΗ ΜΟΥ

Το μυθιστόρημα της Charlotte Bronte αποτελεί από μονό του μια παθιασμένη, δυνατή ερωτική ταινία, από τις πιο ρομαντικές που έχουν ειπωθεί ποτέ και ο Cary Fukunaga προσεγγίζει το υλικό με σεβασμό και το μεταφέρει στο κινηματογράφο σε μια λιτή και κομψά μελετημένη προσαρμογή.

Με την έναρξη της ταινίας ο Fukunaga σφυρηλατεί έναν συναισθηματικό δεσμό ανάμεσα στην ηρωίδα του και το κοινό. Και με σύμμαχο του, την εξαιρετική φωτογραφία του Adriano Goldman αναπαράγει μια σκοτεινή μελαγχολική εποχή με μουντά χρώματα και διατηρεί καθολη την διάρκεια της ταινίας το ενδιαφέρον του κοινού αμείωτο μέχρι τη συγκλονιστική κορύφωση του.

Και χάρη στις ερμηνείες και την χημεία των δυο βασικών πρωταγωνιστών ανυψώνεται η ταινία. Η Mia Wasikowska έχει αποδείξει το ταλέντο της και εδώ δίνει στην Jane τέτοια ένταση και λαχτάρα για μια γεμάτη ζωή που σε συνεπαίρνει. Από την άλλη ο Michael Fassbender συνεχίζεται την αδυσώπητη άνοδο του στην λίστα με τους καλυτέρους ηθοποιούς της γενιάς του και εδώ δεν είναι κάτι λιγότερο από εξαιρετικός. Η Judi Dench είναι, όπως πάντα, μια εξέχουσα παρουσία σε κάθε ταινία στην οποία παίζει.

Σε γενικές γραμμές η ταινία αποτελεί μια φρέσκια, γεμάτη ζωντανές εικόνες, ιδιαίτερα καλοφτιαγμένη σχεδόν από κάθε άποψη προσαρμογή του κλασσικού μυθιστορήματος και για 120 λεπτά είναι τόσο σαγηνευτική που θα σας αιχμαλωτίσει την καρδιά.

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

The Help [3.5/5]

Μια επίδοξη συγγραφέας κατά τη διάρκεια του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα της δεκαετίας του 1960 αποφασίζει να γράψει ένα βιβλίο παίρνοντας συνεντεύξεις από μαύρες υπηρέτριες που δουλεύουν σε σπίτια λευκών περιγράφοντας τις εμπειρίες τους καθώς και τις δυσκολίες που περνούν σε καθημερινή βάση. Κάτι που θα τις βάλει σε μεγάλο ρίσκο, πάντα σε σχέση με την εποχή και την περιοχή που ζούνε.

Η ΓΝΏΜΗ ΜΟΥ

Μπορεί το σενάριο να μην διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας αλλά αυτή εδώ η ταινία στα 146 λεπτά που διαρκεί αποτελεί μια βαθιά συγκινητική ανθρώπινη ιστορία γεμάτη χιούμορ και θλίψη. Η εξαιρετική παράγωγη της ταινίας (από κουστούμια μέχρι μακιγιάζ και από σκηνικά μέχρι την φωτογραφία), η πολύ καλή απεικόνιση της εποχής και κυρίως οι ερμηνείες συνθέτουν μια προσεκτικά περιποιημένη ταινία που θα σε κάνει να γελάσεις, να νευριάσεις και να συγκινηθείς. Το γεγονός δε ότι η ιστορία εδώ εξελίσσεται μέσα από τα μάτια της υπηρέτριας προσθέτει αρκετούς πόντους στο όλο εγχείρημα.

Η Meryl Streep είχε φωνάξει στα βραβεία SAG του 2009 για την τότε συμπρωταγωνίστρια της στο “Doubt”, Viola Davis: «My God, somebody give her a movie» και φαίνεται ότι η υπεύθυνη casting την άκουσε, της έδωσε το πρωταγωνιστικό ρόλο και η Viola την έβγαλε ασπροπρόσωπη. Σηκώνοντας όλο το βάρος της ταινίας πάνω της δίνει μια ερμηνεια εξαιρετική, πολλών αποχρώσεων και συναισθημάτων η οποία ανυψώνεται ακόμα περισσότερο με την βοήθεια των δεύτερων ρολών. Ιδιαίτερα της εκπληκτικής Octavia Spencer που με το χιούμορ κλέβει της σκηνές στις όποιες εμφανίζεται και των πολύ κάλων Emma Stone και Bryce Dallas Howard.

Η ταινία φυσικά όπως οι χαρακτήρες της έχει κάποια προβλήματα. Για όσους γνωρίζουν ήδη ότι ο ρατσισμός είναι κάτι κακό θα πουν ότι η ταινία αποτελεί απλά μια ανάλαφρη απεικόνιση του και ότι από την ταινία λείπει μια ισχυρή άποψη. Συνολικά όμως η ταινία θα σας διασκεδάσει, θα σας κάνει να δακρύσετε και να δείτε ότι η ικανότητα των ανθρώπων να αγαπούν ο ένας τον άλλον υπάρχει ακόμα, παρόλη την ασχημία του κόσμου γύρω.

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

Anonymos [2/5]

Ένα ιστορικό δράμα το οποίο προωθεί την θεωρία ότι ήταν στην πραγματικότητα ο Edward De Vere, κόμης της Οξφόρδης, ο οποίος έγραψε τα έργα του Shakespeare. Και δραματοποιεί τα γεγονότα που οδηγούν στην εξέγερση Essex και τη διαδοχή της βασίλισσας Ελισάβετ.

Η ΓΝΏΜΗ ΜΟΥ

Έχοντας κάτσει στην καρέκλα του σκηνοθέτη σε κάποιες από τις πλέον μεγαλύτερες big budget παραγωγές των τελευταίων ετών (2012, Independence Day) ο Ronald Emmerich αποφασίζει με την νέα του ταινία να αλλάξει πλεύση και να καταπιαστεί με ένα δράμα εποχής με άνισα όμως αποτελέσματα.

Στα θετικά της ταινίας ο Rhys Ifans κάνει ότι καλύτερο μπορεί για να διατηρήσει το ερμηνευτικό κομμάτι της ταινίας σε ένα επίπεδο καθώς και το σενάριο του John Orloff το οποίο παίζει με πραγματικά γεγονότα και θεωρίες συνωμοσίας τα οποία είναι έτσι δεμένα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν υλικό για μια σαφώς καλύτερη ταινία.

Από εκεί και πέρα όμως φοβάμαι ότι τα υπόλοιπα δεν λειτουργούν. Η σκηνοθεσία του Emmerich θα ταίριαζε καλύτερα σε μια ταινία από αυτές που έχει συνηθίσει να γυρίζει και όχι σε ένα ιστορικό δράμα. Και όσο πηγαίνει η ταινία προς το τέλος της και την λύση του "μυστηρίου" τόσο περισσότερο ο Emmerich χάνει την μπάλα σε βαθμό που προκαλεί μια σύγχυση στον θεατή προσπαθώντας να χωρέσει και να δείξει κάθε λεπτομέρεια. Τα φλας μπακ από ένα σημείο και μετά αρχίζουν και κουράζουν και οι "κακοί" γίνονται καρικατούρες και χωρίς τα ειδικά εφέ της καταστροφής ο Emmerich μοιάζει ανίκανος να διαχειριστεί το όλο θέμα.

Το σημαντικότερο μειονέκτημα παρόλα αυτά για μένα βρίσκεται στις ερμηνείες. Και ενώ θα πίστευες ότι λόγω των ονομάτων η ταινία τουλάχιστον θα ήταν άρτια ως προς το ερμηνευτικό κομμάτι δυστυχώς κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Ο ηθοποιός που παίζει τον Shakespeare (Rafe Spall) μάλλον νομίζει ότι παίζει σε άλλη ταινία, ο Sebastian Armesto που υποδύεται τον Ben Jonson είναι υπέρ του δέοντος υπερβολικός κάτι το οποίο ισχύει (δυστυχώς) και για την Vanessa Redgrave η οποία παίζει με τέτοιο τρόπο την βασίλισσα Ελισάβετ που στο μυαλό σου αναπολείς τα 6 λεπτά παρουσίας της Judi Dench στο Shakespeare in Love.

Για να κλείσω η ταινία είναι διασκεδαστική και το θέμα της αποτελεί απο μονό του αντικείμενο συζητήσεων και ατελείωτων ωρών ψαξίματος στο wikipedia. Άπλα πιστεύω ότι στα χέρια ενός πιο εμπείρου σκηνοθέτη θα μπορούσε να ήταν πολύ πολύ καλύτερη.

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

Καλή αρχή!!

Νομίζω ότι ο τίτλος του blog τα λέει όλα. Έχω την εντύπωση ότι τα τελευταία χρόνια ζούμε σε έναν καθαρά κινηματογραφικό κόσμο και αυτό γιατί το σινεμά πλέον αποτελεί μια από τις κυρίαρχες μορφές διασκέδασης. Το επίπεδο της τηλεόρασης μας, το γεγονός ότι πλέον διοργανώνεται στην Αθήνα και στην Θεσσαλονίκη φεστιβάλ όπως οι Νύχτες Πρεμιέρας, το Πανόραμα Κινηματογράφου και το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης καθώς και ότι ο ελληνικός κινηματογράφος χαίρει άκρας προσοχής και αναγνώρισης από το εξωτερικό, όλα αυτά αποτελούν λόγους για τους όποιους το ελληνικό κοινό επιλεγεί το σινεμά για τις εξόδους του και έχει βάλει τις ταινίες στην ζωή του.
Νομίζω ότι η πλέον κλασσική ερώτηση η οποία γίνεται μεταξύ συντρόφων ή φίλων σε μια παρέα, είτε κανονίζεις μια χαλαρή έξοδο, είτε αποφασίζεις μείνεις σπίτι είναι η εξής: "Έχει καμιά καλή ταινία να δούμε;".

Το σινεμά μπορεί να σε κάνει να σκεφτείς διάφορα, να σε κάνει να αναρωτηθείς για πολλά, να σε κάνει δεις και να ακούσεις απόψεις που μπορεί να μην γνώριζες αλλά εγώ πιστεύω ότι σκοπός του κινηματογράφου είναι να σε ψυχαγωγήσει και αυτό το καταφέρνει μόνο όταν αφεθείς στην μαγεία του. Το συναίσθημα που έχεις μπαίνοντας σε μια αίθουσα και χαμηλώνουν τα φώτα για μένα είναι ανεπανάληπτο, γι'αυτό άλλωστε και ξεκινάω αυτό το blog.

Εδώ θα καταγραφώ τις σκέψεις μου για οτιδήποτε έχει να κάνει με το σινεμά. Από ειδήσεις, βραβεία, νέες ταινίες, τα πάντα. Ευελπιστώ να παραμείνω συνεπής σε αυτό και εύχομαι να το διαβάσει και κανένας άλλος. :P

Γ. Δ.