Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

Χρυσές Σφαίρες: Υποψηφιότητες 2012


Καλύτερη Ταινία (Δράμα)

Argo
Django Unchained
Life of Pi
Lincoln
Zero Dark Thirty

Καλύτερη Ταινία (Κωμωδία ή Μιούζικαλ)

The Best Exotic Marigold Hotel
Les Misérables
Moonrise Kingdom
Salmon Fishing in the Yemen
Silver Linings Playbook

Καλύτερη Ανδρική Ερμηνεία σε Δραματική Ταινία

Daniel Day Lewis (Lincoln)
Richard Gere (Arbitrage)
John Hawkes (The Sessions)
Joaquin Phoenix (The Master)
Denzel Washington (Flight)

Καλύτερη Γυναικεία Ερμηνεία σε Δραματική Ταινία 

Jessica Chastain (Zero Dark Thirty)
Marion Cotillard (Rust & Bone)
Helen Mirren (Hitchcock)
Naomi Watts (The Impossible)
Rachel Weisz (The Deep Blue Sea)

Καλύτερη Ανδρική Ερμηνεία σε Κωμωδία ή Μιούζικαλ

Jack Black (Bernie)
Bradley Cooper (Silver Linings Playbook)
Hugh Jackman (Les Misérables)
Ewan McGregor (Salmon Fishing in the Yemen)
Bill Murray (Hyde Park on Hudson)

Καλύτερη Γυναικεία Ερμηνεία σε Κωμωδία ή Μιούζικαλ

Emily Blunt (Salmon Fishing in the Yemen)
Judi Dench (Best Exotic Marigold Hotel)
Jennifer Lawrence (Silver Linings Playbook)
Maggie Smith (Quartet)
Meryl Streep (Hope Springs)

Καλύτερη Ερμηνεία Β’ Ανδρικού Ρόλου

Alan Arkin (Argo)
Leonardo DicCaprio (Django Unchained)
Philip Seymour Hoffman (The Master)
Tommy Lee Jones (Lincoln)
Christoph Waltz (Django Unchained)

Καλύτερη Ερμηνεία B’ Γυναικείου Ρόλου

Amy Adams (The Master)
Sally Field (Lincoln)
Anne Hathaway (Les Misérables)
Helen Hunt (The Sessions)
Nicole Kidman (The Paperboy)

Καλύτερη Σκηνοθεσία

Ben Affleck (Argo)
Kathryn Bigelow (Zero Dark Thirty)
Ang Lee (Life of Pi)
Steven Spielberg (Lincoln)
Quentin Tarantino (Django Unchained)

Καλύτερο Σενάριο

Zero Dark Thirty (Mark Boal)
Lincoln (Tony Kushner)
Silver Linings Playbook (David O. Russell)
Django Unchained (Quentin Tarantino)
Argo (Chris Terrio)

Καλύτερη Ταινία Κινουμένων Σχεδίων

Brave
Frankenweenie
Hotel Transylvania
Rise of Guardians
Wreck-It Ralph

Καλύτερη Ξενόγλωσση Ταινία

Amour (Austria)
A Royal Affair (Denmark)
The Intouchables (France)
Kon Tiki (Norway)
Rust & Bone (France)

Καλύτερο Τραγούδι

“For You” από την ταινία Act of Valor
“Not Running Anymore” από την ταινία Stand Up Guys
“Safe and Sound” από την ταινία The Hunger Games
“Skyfall” από την ταινία Skyfall
“Suddenly” από την ταινία Les Misérables

Καλύτερο Μουσικό Σκορ

Life of Pi (Mychael Danna)
Argo (Alexandre Desplat)
Anna Karenina (Dario Marianelli)
Cloud Atlas (Reinhold Heil, Johnny Klimek)
Lincoln (John Williams)

Life of Pi [4.5/5]

Υπάρχουν δύο είδη ταινιών που αποτελούν τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τους σεναριογράφους και τους σκηνοθέτες: ταινίες για τη φύση της θρησκευτικής πίστης και ταινίες που ασχολούνται με την ίδια τη φύση της αφήγησης. Και τα δυο ειδή μπορούν να καταντήσουν να είναι απίστευτα διδακτικά και στενόμυαλα, επειδή απλά βλέπουν τα πράγματα από μια οπτική γωνία και υιοθετούν μια άποψη που σεναριακά μπάζει από παντού. Η κινηματογραφική μεταφορά από τον Ang Lee του μπεστ-σέλερ μυθιστορήματος του Yann Martel, «Η Ζωή του Πι», διαθέτει μια εξαιρετική ισορροπία ανάμεσα στο φιλοσοφικό και το θεμελιωμένο, μετατρέποντας την σε μια από τις καλύτερα γραμμένες και σκηνοθετημένες ταινίες της χρονιάς.

Το στόρι, δομημένο ως μια σειρά από αναδρομές στο παρελθόν, βρίσκει έναν μεσήλικα ονόματι Piscine Molitor `Pi` Patel (Irrfan Khan) να αφηγείται σε έναν μυθιστοριογράφο (Rafe Spall) τα γεγονότα της επιβίωσης του πάνω σε μια σωσίβια λέμβο, στη μέση του Ειρηνικού ωκεανού, μαζί με μια τίγρη της Βεγγάλης. Από τα χέρια του Ang Lee, η ταινία είναι απλά εκπληκτική. Η απίστευτη CGI τεχνολογία επιτρέπει στην τίγρη να εμφανίζεται δίπλα-δίπλα με τον Suraj Sharma (ο νεαρός Pi), καθώς παλεύουν για την επιβίωση ενάντια στις πιθανότητες. Κάθε σκηνή είναι πανέμορφα σκηνοθετημένη διαθέτοντας απίστευτη φωτογραφία. Η απεικόνιση του Ειρηνικού Ωκεανού, με σκηνές που εικονίζουν τη μαινόμενη δύναμη της φύσης, αλλά και σκηνές απόλυτης ησυχίας και ηρεμίας, σου προκαλεί δέος. Ηλιοβασιλέματα, εμφάνιση απειλητικών και μη ζώων και θαλασσίων πλασμάτων, ο νυχτερινός γεμάτος άστρα ουρανός να καθρεφτίζεται στη θάλασσα και άλλα πολλά συμβάλλουν στα μαγευτικά και εντυπωσιακά εφέ της ταινίας. Το σημαντικότερο όμως, πέρα από τη σκηνοθετική ματιά του Lee και την εκθαμβωτική χρήση τόσο του CGI όσο και του 3D (επιβάλλεται να το δείτε με αυτήν την τεχνολογία), είναι ότι το οπτικό θέαμα δεν αποτελεί μόνο απόλαυση για τα μάτια, άλλα θα καταστεί προφανές ότι όλα όσα βλέπουμε είναι ένα περίπλοκο μέρος του πλαισίου της αφήγησης.

Ο Lee χρησιμοποιεί το 3D όχι ως ένα τέχνασμα για να ανεβάσει τις τιμές των εισιτηρίων, όπως τόσες ταινίες κάνουν, αλλά το χρησιμοποιεί για να ενισχύσει το όραμά του. Δεν αναλώνεται σε φτηνές στιγμές πραγμάτων που εξέχουν από την οθόνη, άλλα χρησιμοποιεί τις τρεις διαστάσεις και το CGI σαν πλεονεκτήματα που του επιτρέπουν να αφηγηθεί, όπως εκείνος θέλει, την ιστορία του. Μιλάμε πραγματικά για ένα από τα πρώτα κινηματογραφικά τεχνικά θαύματα του 21ου αιώνα. Και ευτυχώς, το έργο του Lee διαθέτει και το απαραίτητο συνοριακό υπόβαθρο προκειμένου η αφήγηση να ταιριάζει με την απίστευτη αισθητική του. Χωρίς να υπάρχει ούτε μία χαμένη σκηνή σε ολόκληρο το σφιχτοδεμένο σενάριο του υποψήφιου για Όσκαρ David Magee (Ψάχνοντας τη Χώρα του Ποτέ), o Lee υφαίνει ένα περίπλοκο, αλλά όχι ακατανόητο, δίχτυ θίγοντας θέματα όπως η πίστη, η θρησκεία, η οικογένεια, ο αποχωρισμός, η ελπίδα, η επιβίωση και πολλά άλλα δοσμένα μέσα σε ένα κυκεώνα συναισθημάτων. Το κλείσιμο της ταινίας, δε, θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα που οδηγεί σε μια λαμπρή αντίθεση. Είναι μια τολμηρή κι εκπληκτική κίνηση που ανοίγει την ταινία σε αμέτρητες ερμηνείες σχετικά με τη σημασία της και τη φύση της ιστορία που θέλει να πει.

Μία από τις καλύτερες ιστορίες που έχουν ειπωθεί στο σινεμά, το «Η Ζωή του Πι» είναι μια πραγματικά όμορφη ταινία που παίρνει άριστα στο οπτικό, στο αφηγηματικό, και στο θεματικό κομμάτι της και θα σας αφήσει με ένα δέος. Πιστευτή φαντασία ή απίστευτη πραγματικότητα, το «Η Ζωή του Πι» είναι ένα ακόμα παράδειγμα της μαγείας του κινηματογράφου.

Wreck-It Ralph [3.5/5]

Αν και σίγουρα θα υπάρχουν πολλοί που θα υποστηρίζουν το αντίθετο, προσωπικά πιστεύω ότι το 2012 ήταν μια σχετικά καλή χρονιά για τα κινούμενα σχέδια. Με τα Brave, Μαδαγασκάρη 3, ParaNorman και Οι Πέντε Θρύλοι να είναι μερικά από αυτά, η φετινή χρονιά διαθέτει πολλές ελκυστικές ταινίες για όλες τις ηλικίες. Και ενώ το «Ραλφ: Η Επόμενη Πίστα» φαινόταν κάπως λιγότερο ελπιδοφόρα από τις υπόλοιπες (τουλάχιστον στα μάτια μου), κατέληξε να είναι μια απρόσμενη απόλαυση και ένα από τα καλύτερα animation του έτους.

Γραμμένο από τους Jennifer Lee και Phil Johnston και σε σκηνοθεσία Rich Moore, το «Ραλφ: Η Επόμενη Πίστα» είναι μια εξαιρετικά καινοτόμος ταινία χάρη στον τρόπο που αναμιγνύει πραγματικούς χαρακτήρες βιντεοπαιχνιδιών στον κόσμο του. Δεν περνά ούτε λεπτό χωρίς να γίνεται κάποια αναφορά σε κάποιο βιντεοπαιχνίδι ή κάποιον χαρακτήρα ή κάποιο χαρακτηριστικό κλισέ των συγκεκριμένων παιχνιδιών. Ο Bowser, ο Σόνικ ο Σκαντζόχοιρος, ο Q`Bert, ο Zangief, ο Dig Dug και δεκάδες άλλοι κάνουν κάμεο εμφανίσεις και ο θεατής προσπαθεί απεγνωσμένα να τις δει και να τις πιάσει όλες. Το φιλμ, βέβαια, δεν έχει μονό απήχηση σε όσους παίζουν παιχνίδια. Ακόμα κι εκείνοι που δεν είναι εξοικειωμένοι με τον υπέροχο κόσμο των βιντεοπαιχνιδιών, θα απολαύσουν εξίσου την ταινία χάρη στο άφθονο χιούμορ της και τη συγκινητική ιστορία της. Επιπρόσθετους πόντους ευχαρίστησης δίνει και το τεχνικό κομμάτι του φιλμ. Το animation είναι φωτεινό και πολύχρωμο. Ο σχεδιασμός τον πιστών και των διαφόρων παιχνιδιών θα σας κάνει να κοιτάτε με το στόμα ανοιχτό. Το 3D είναι ικανοποιητικό. Ενώ το σκορ της ταινίας, επίσης, αξίζει να αναφερθεί, δεδομένου ότι είναι ένα ωραίο μείγμα παλαιού και νέου ήχου που με εντυπωσίασε.

Σταθερά έξυπνο, οπτικά μαγευτικό και άκρως διασκεδαστικό, το «Ραλφ: Η Επόμενη Πίστα» είναι ένα must-see για τους παίκτες και τους ενήλικες που μεγάλωσαν με αυτά τα παιχνίδια, αλλά και για όλους τους υπόλοιπους το συστήνω ανεπιφύλακτα.

Τα Βραβεία των Ηθοποιών - Υποψηφιότητες 2012


Καλύτερη Ερμηνεία Συνολικού Καστ



Καλύτερη Ερμηνεία Από Άνδρα Ηθοποιό Σε Α' Ρόλο


Denzel Washington, Flight
John Hawkes, The Sessions
Bradley Cooper, Silver Linings Playbook
Daniel Day-Lewis, Lincoln
Hugh Jackman, Les Miserables

Καλύτερη Ερμηνεία Από Γυναίκα Ηθοποιό Σε Α' Ρόλο


Jessica Chastain, Zero Dark Thirty
Naomi Watts, The Impossible
Helen Mirren, Hitchcock
Jennifer Lawrence, Silver Linings Playbook
Marion Cotillard, Rust & Bone

Καλύτερη Ερμηνεία Από Άνδρα Ηθοποιό Σε B' Ρόλο


Alan Arkin, Argo
Javier Bardem, Skyfall
Tommy Lee Jones, Lincoln
Robert De Niro, Silver Linings Playbook
Phillip Seymour Hoffman, The Master

Καλύτερη Ερμηνεία Από Γυναίκα Ηθοποιό Σε B' Ρόλο


Nicole Kidman, The Paperboy
Sally Field, Lincoln
Anne Hathaway, Les Miserables
Maggie Smith,The Best Exotic Marigold Hotel
Helen Hunt, The Sessions

The Hobbit: An Unexpected Journey [4/5]

Αρχικώς, θα ήθελα να μιλήσω για τον ελέφαντα που βρίσκεται στο δωμάτιο και που οι περισσότεροι κάνουν πως δεν βλέπουν και να δηλώσω την πραγματικότητα (όχι τη γνώμη μου) για το γεγονός ότι το «Χόμπιτ: Ένα Αναπάντεχο Ταξίδι» δεν είναι και δεν μπορεί να είναι τόσο καλό όσο η εκπληκτική τριλογία που συνεπήρε τον κόσμο πάνω από μια δεκαετία πριν. Δεν είναι δυνατόν για τον έναν και απλό λόγο: στην πρώτη τριλογία, η μοίρα ολοκλήρου του κόσμου βρισκόταν σε κίνδυνο, καθώς το φλεγόμενο μάτι του Sauron ατένιζε τον κόσμο από την κορυφή του πύργου προσπαθώντας να καταστρέψει οτιδήποτε είναι καλό. Στο «Χόμπιτ», οι ήρωες μας απλά πηγαίνουν σε ένα βουνό για να σκοτώσουν έναν δράκο. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι όσο να ΄ναι ένα κάποιο δραματουργικό βάρος χάνεται στη σύγκριση αυτών των δύο.

Και προφανώς, με την ανακοίνωση ότι το ταξίδι του «Χόμπιτ» στη μεγάλη οθόνη θα διαρκέσει τρεις ταινίες για να ολοκληρωθεί, σε κάνει να συνειδητοποιείς ότι πρόκειται για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα για ένα πολύ μικρότερο ταξίδι. Έγινε μεγάλος ντόρος για την απόφαση τού να κάνουν ακόμα μια τριλογία από ένα βιβλίο περίπου 300 σελίδων και το συμπέρασμα που βγήκε (λανθασμένα για μένα, μετά τη θέαση της ταινίας) είναι ότι ο λόγος που γίνεται αυτό είναι τα λεφτά. Αλλά προσωπικά δεν με νοιάζει, καθώς όλα τα σίκουελ, πρίκουελ, spin-off και διασκευές έχουν από πίσω τους ένα χρηματικό υπόβαθρο. Το «Χόμπιτ: Ένα Αναπάντεχο Ταξίδι» μου θύμισε ότι η Μέση Γη του Peter Jackson είναι ένα θαυμαστό και φανταστικό μέρος και δεν με νοιάζει όσες φορές και αν την επισκεφτώ.

Και η φετινή επίσκεψη μας στη Μέση Γη είναι πλουσιοπάροχη, καθώς ο Jackson μάς παρέχει πολλά, μιας και η διασκευή του μυθιστορήματος και η μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη είναι διεξοδική και λεπτομερέστατη. Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μια ταινία με αργούς ρυθμούς στην αρχή, καθώς ο Jackson παίρνει τον χρόνο του εισάγοντας μας στους χαρακτήρες και εξιστορώντας την ιστορία του. Μόλις όμως η ταινία παίρνει μπρος, υπάρχει πολύ δράση που σου κόβει την ανάσα, παρά πολλές στιγμές που θα σου προσφέρουν τον ενθουσιασμό που έχουμε συνηθίσει να περιμένουμε από αυτές τις ταινίες και φυσικά στιγμές μεγαλείου, όπως η εμφάνιση του Γκόλουμ. Ο Jackson, ούτως ή άλλως, είναι μαέστρος στο να φτιάχνει ατμόσφαιρα και να δημιουργεί ένταση. Υπάρχει αναμφισβήτητα μια πιο καρτουνίστικη αύρα, οφείλεται όμως στο αρχικό υλικό, μιας και το «Χόμπιτ» είναι ένα μυθιστόρημα για παιδιά.

Εκτιμώντας ότι το μυθιστόρημα του Tolkien δεν ήταν ποτέ ένα συνειδητό πρίκουελ του «Άρχοντα των Δακτυλιδιών», η ταινία του Jackson προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ της ελαφρότητας της αρχικής πηγής και της επικείμενης καταστροφής του κόσμο της Μέσης Γης. Η ενσωμάτωση της μυθολογίας του «Άρχοντα» στο «Χόμπιτ» λειτουργεί και υποστηρίζεται από δύο-τρεις χαρακτηριστικότατες σκηνές και παρά τους αντίθετους τόνους, το έργο καταλήγει να λειτουργεί απίστευτα καλά. Πιστεύω, δε, ότι η επιλογή τού να γίνει τριλογία μπορεί να βοηθήσει πολύ στην αφήγηση της ιστορίας που ο Jackson έχει επιλέξει να διηγηθεί. Γιατί, ουσιαστικά, ο Jackson δεν γύρισε πίσω για να βγάλει λεφτά (θα το γίνει κι αυτό βέβαια). Αντ 'αυτού, έχει έρθει πίσω στη Μέση Γη για να τελειώσει μια δουλειά και το πρώτο του βήμα γίνεται με μεγάλο ενθουσιασμό και κέφι. Δεν ξέρω αν αυτή η ταινία απευθύνεται στο εσωτερικό μου χόμπιτ, αλλά όταν ακούς τις πρώτες νότες από το γνωστό μουσικό θέμα είναι δύσκολο να μην νιώθετε ότι έχετε επιστρέψει στο σπίτι.

Στην τελική, το «Χόμπιτ» είναι μια όμορφα «φουσκωμένη» ταινία που μας μεταφέρει πίσω στη Μέση Γη για ένα ακόμα μοναδικό ταξίδι κινηματογραφικά ισοδύναμο με το στυλ αφήγησης του J.R.R. Tolkien, που ούτε εκείνος ήταν φειδωλός με τις λεπτομέρειες στα υπέροχα μυθιστορήματά του.

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

Βραβείων συνέχεια…

Πέντε ακόμα ενώσεις κριτικών ανακοίνωσαν τα βραβεία τους με τις τέσσερις από αυτές να ψηφίζουν ως καλύτερη ταινία, δίνοντας γέρο πλεονέκτημα στην Οσκαρική κούρσα, την ταινία της Kathryn Bigelow, Zero Dark Thirty. Στις ερμηνείες τα πράγματα είναι διαφορετικά αφού πέρα από τον Daniel Day-Lewis στον Α’ Αντρικό δεν μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει κάποιο φαβορί στις υπόλοιπες κατηγορίες. Αναλυτικά τα βραβεία δόθηκαν:

Τα βραβεία της Ένωσης Online Κριτικών της Βοστώνης (BOFCA)


Καλύτερη Ταινία: «Zero Dark Thirty»
Καλύτερη Σκηνοθεσία: Kathryn Bigelow για το «Zero Dark Thirty»
Καλύτερος Ηθοποιός: Daniel Day-Lewis για το «Lincoln»
Καλύτερη Ηθοποιός: Jessica Chastain για το «Zero Dark Thirty»
Καλύτερος Β' Ανδρικός Ρόλος: Tommy Lee Jones για το «Lincoln»
Καλύτερος Β' Γυναικείος Ρόλος: Anne Hathaway για το «Les Miserables»
Καλύτερο Σενάριο: Tony Kushner για το «Lincoln»
Καλύτερη Ξένη Ταινία: «Oslo, August 31st»
Καλύτερο Ντοκιμαντέρ: «How to Survive a Plague»
Καλύτερη Ταινία Κινουμένων Σχεδίων: «ParaNorman»
Καλύτερη Ερμηνεία Συνολικού Καστ: «Moonrise Kingdom»

Η Ένωση επίσης ανακοίνωσε τις 10 καλύτερες ταινίες της χρονιάς:
ZERO DARK THIRTY
BEASTS OF THE SOUTHERN WILD
LINCOLN
MOONRISE KINGDOM
DJANGO UNCHAINED
OSLO, AUGUST 31ST
HOLY MOTORS
THE MASTER
ARGO
CLOUD ATLAS

∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞

Τα Βραβεία της Ένωσης Κριτικών της Βοστώνης


Καλύτερη Ταινία: «Zero Dark Thirty»
Καλύτερη Σκηνοθεσία: Kathryn Bigelow για το «Zero Dark Thirty»
Καλύτερος Ηθοποιός: Daniel Day-Lewis για το «Lincoln»
Καλύτερη Ηθοποιός: Emmanuelle Riva για το «Amour»
Καλύτερος Β' Ανδρικός Ρόλος: Ezra Miller για το «The Perks of Being a Wallflower»
Καλύτερος Β' Γυναικείος Ρόλος: Sally Field για το «Lincoln»
Καλύτερο Σενάριο: Tony Kushner για το «Lincoln»
Καλύτερη Φωτογραφία: Mihai Malaimare Jr. για το «The Master»
Καλύτερο Ντοκιμαντέρ: «How to Survive a Plague»
Καλύτερη Ξένη Ταινία: «Amour»
Καλύτερη Ταινία Κινουμένων Σχεδίων: Frankenweenie
Καλύτερο Μοντάζ: William Goldenberg & Dylan Tichenor για το «Zero Dark Thirty»
Καλύτερος Πρωτοεμφανιζόμενος Δημιουργός: David France για το How to Survive a Plague
Καλύτερη Ερμηνεία Συνολικού Καστ: «Seven Psychopaths»
Καλύτερο Μουσικό Σκορ: «Moonrise Kingdom»

∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞

Τα Βραβεία της Ένωσης Κριτικών του Λος Άντζελες


Καλύτερη Ταινία: Amour
Καλύτερη Σκηνοθεσία: Paul Thomas Anderson για το The Master
Καλύτερο Σενάριο: Chris Terrio για το Argo
Καλύτερη Ηθοποιός: (ισοψηφία) Emmanuelle Riva για το Amour και Jennifer Lawrence για το Silver Linings Playbook 
Καλύτερος Ηθοποιός: Joaquin Phoenix για το The Master
Καλύτερος Β' Ανδρικός Ρόλος: Dwight Henry για το Beasts of the Southern Wild
Καλύτερος Β' Γυναικείος Ρόλος: Amy Adams για το The Master
Καλύτερη Ταινία Κινουμένων Σχεδίων: Frankenweenie
Καλύτερο Ντοκιμαντέρ: The Gatekeepers
Καλύτερη Ξένη Ταινία: Holy Motors
Καλύτερο Μοντάζ: Dylan Tichenor and William Goldenberg για το Zero Dark Thirty
Καλύτερη Φωτογραφία: Roger Deakins για το Skyfall
Καλύτερο Μουσικό Σκορ: Benh Zeitlin και Dan Romer για το Beasts of the Southern Wild
Καλύτερος Σχεδιασμός Παραγωγής: Jack Fisk για το The Master
Βραβείο Νέας Γενιάς: Benh Zeitlin για το Beasts of the Southern Wild

∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞

Τα Βραβεία της Ένωσης Κριτικών της Ουάσινγκτον


Καλύτερη Ταινία: Zero Dark Thirty
Καλύτερη Σκηνοθεσία: Kathryn Bigelow για το Zero Dark Thirty
Καλύτερος Ηθοποιός: Daniel Day-Lewis για το Lincoln
Καλύτερη Ηθοποιός: Jessica Chastain για το Zero Dark Thirty
Καλύτερος Β' Ανδρικός Ρόλος: Philip Seymour Hoffman για το The Master
Καλύτερος Β' Γυναικείος Ρόλος: Anne Hathaway για το Les Misérables
Καλύτερο Πρωτότυπο Σενάριο: Rian Johnson για το Looper
Καλύτερο Διασκευασμένο Σενάριο: David O. Russell για το Silver Linings Playbook
Καλύτερη Ταινία Κινουμένων Σχεδίων: ParaNorman
Καλύτερο Ντοκιμαντέρ: Bully
Καλύτερη Ξένη Ταινία: Amour
Καλύτερη Ερμηνεία από Νέο: Quvenzhané Wallis για το Beasts of the Southern Wild
Καλύτερη Φωτογραφία: Claudio Miranda για το Life of Pi
Καλύτερος Σχεδιασμός Παραγωγής: Rebecca Alleway, Hugh Bateup, Uli Hanisch και Peter Walpole για το Cloud Atlas
Καλύτερο Μουσικό Σκορ: Jonny Greenwood για το The Master
Καλύτερη Ερμηνεία Συνολικού Καστ: Les Misérables

∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞

Τα βραβεία της Ένωσης Online Κριτικών της Νέας Υόρκης


Καλύτερη Ταινία: Zero Dark Thirty
Καλύτερη Σκηνοθεσία: Kathryn Bigelow για το Zero Dark Thirty
Καλύτερος Ηθοποιός: Daniel Day-Lewis για το Lincoln
Καλύτερη Ηθοποιός: Emmanuelle Riva για το Amour
Καλύτερος Β' Ανδρικός Ρόλος: Tommy Lee Jones για το Lincoln
Καλύτερος Β' Γυναικείος Ρόλος: Anne Hathaway για το Les Misérables
Καλύτερο Σενάριο: Mark Boal για το Zero Dark Thirty
Καλύτερη Ξένη Ταινία: Amour
Καλύτερο Ντοκιμαντέρ: The Central Park Five
Καλύτερη Ταινία Κινουμένων Σχεδίων: Chico & Rita
Καλύτερη Φωτογραφία: Claudio Miranda για το Life of Pi
Καλύτερη Χρήση Μουσικής: Mary Ramos για το Django Unchained
Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενης Ερμηνείας: Quvenzhané Wallis για το Beasts of the Southern Wild
Καλύτερο Σκηνοθετικό Ντεμπούτο: Benh Zeitlin για το Beasts of the Southern Wild
Καλύτερη Ερμηνεία Συνολικού Καστ: Argo

Η Ένωση επίσης ανακοίνωσε τις 10 καλύτερες ταινίες της χρονιάς (Αλφαβητικά):

Argo
Beasts of the Southern Wild
Django Unchained
Les Misérables
Life of Pi
Lincoln
The Master
Moonrise Kingdom
Silver Linings Playbook
Zero Dark Thirty

∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞∞

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

The Master [3/5]

Σαγηνευτική και υπνωτική το ένα λεπτό, ουτοπιστική κι εκνευριστική το επόμενο, το «The Master» είναι, για ακόμη μια φορά, ένα άκρως φιλόδοξο έργο τέχνης από τον Anderson. Αυτή τη φορά, όμως, φαίνεται να υπερβαίνει τα όρια του και να μην έχει πλήρως τον έλεγχο, παραλείποντας να κρατήσει τα πάντα ενωμένα σε ένα συνεκτικό, ικανοποιητικό σύνολο. Και μπορεί το εγχείρημα του να είναι εμποτισμένο με πάθος και δημιουργική σκέψη, αλλά είναι πάρα πολύ αφηρημένο για να σου επιφέρει μια μόνιμη επίδραση. Μοιάζει σαν μια ταινία που αποτελείται από ενδιαφέροντα και προκλητικά τμήματα που ποτέ δεν ενώνονται καλά προκειμένου να δημιουργήσουν μια συνολική εμπειρία.

Όσο εξαιρετικά γυρισμένο κι αν είναι, η ένταση που διαθέτει δεν μπορεί καμία στιγμή να καλύψει το ποσό δυσνόητη και ανεπαρκής είναι η ιστορία. Ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια σειρά από εξαιρετικά κινηματογραφημένα πλάνα και σκηνές, οι περισσότερες από τα οποίες δεν διαθέτουν κανένα δραματικό βάρος ή κάποια σπουδαιότητα. Τολμώ να πω - χωρίς ίχνος σνομπισμού - ότι αυτό είναι το καλύτερο παράδειγμα ταινίας που απολαμβάνεται περισσότερο από τους κριτικούς και σινεφίλ, ανθρώπους που διαθέτουν ένα παθιασμένο ενδιαφέρον για τον κινηματογράφο και την θεωρία αυτού, και όχι από το ευρύ mainstream κοινό, αφού σε μεγάλο βαθμό το φιλμ εξαρτάται από θέματα κι αλληγορίες χωρίς να εστιάζει στην αφήγηση. Είναι το προϊόν ενός άνθρωπο που αγαπά τον κινηματογράφο ως μορφή τέχνης και που, για ακόμη μια φορά, δεν θέλει να ψυχαγωγήσει. Προσωπικά, βρήκα το ασαφές σενάριο απωθητικό: δεν υπάρχει ούτε ένα πραγματικά αξέχαστο κομμάτι διαλόγου στο «The Master», κάτι που είναι ανησυχητικό αν σκεφτεί κανείς ότι ένας από τους κεντρικούς χαρακτήρες υποτίθεται ότι είναι ένας χαρισματικός και σημαίνον ηγέτης. Απογοητευτικό βρήκα, δε, το γεγονός ότι ο καθένας μπορεί να βγάλει και διαφορετικό συμπέρασμα για το τι σημαίνει η ταινία. Οι πιθανότητες καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα, από την εξέταση της ψυχικής ασθένειας μέχρι την ομοφυλοφιλική καταπίεση. Και το χειρότερο, το έργο σου δίνει την εντύπωση ότι ούτε ο Anderson γνωρίζει τι θέλει να πει. Είναι σαν να ανακαλύπτει την ταινία καθώς εκείνη προχωρεί. Σε ένα σημείο, ένας από τους χαρακτήρες λέει «He’s making all this up as he goes along» («Τα βρίσκει όλα στην πορεία») και υποψιάζομαι ότι κάτι τέτοιο μπορεί να ισχύει και για το ίδιο το φιλμ.

Εκεί που το «The Master» τα καταφέρνει περίφημα είναι στην φωτογραφία, στα σκηνικά/κοστούμια και στις ερμηνείες. Όλο το βάρος της ταινίας σηκώνεται από τον Joaquin Phoenix, ο οποίος παραδίδει μια τέλεια ερμηνεία βυθιζόμενος τόσο πολύ στον ρόλο του και παίζοντας με κάθε σπιθαμή του κορμιού του, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο να πάρεις τα μάτια σου από πάνω του σε όλη τη διάρκεια του έργου. Από την άλλη, ο Hoffman είναι εκπληκτικός, όπως πάντα, ερμηνεύοντας και στερεώνοντας την «τρέλα» στην πραγματικότητα, ενώ παράλληλα χρησιμεύοντας και ως ένα ήρεμο αντίβαρο απέναντι στον Phoenix. Ενώ η Amy Adams, τεράστιο υποκριτικό ταλέντο, εδώ κάνει κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ ότι την έχουμε συνηθίσει. Είναι η ήρεμη δύναμη, εκείνη που κινεί τα νήματα και ένα βλέμμα της λέει όσα δεν μπορούν να πουν ολόκληρα κείμενα.

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, μπορώ με σιγουριά να πω ότι το «The Master» είναι ο ορισμός του προκλητικού, αν και αρκετά άνισου, κινηματογράφου. Ο Paul Thomas Anderson παραδίδει μια υποσχόμενα μεγάλη ταινία γεμάτη με πνευματικό διάλογο, προκλητικές απόψεις και συναισθηματικό βάθος. Είναι, όμως, τόσο τέλεια σφραγισμένη που είναι δύσκολο για τον θεατή να βρει μια ικανοποιητική είσοδο σε αυτό το πυκνό ψυχολογικό άλσος από ιδέες και λεπτομέρειες, αφήνοντας μας, σχεδόν σε όλα τα 137 λεπτά της διάρκειας του, στην απέξω, απλά να παρακολουθούμε.

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

Bernie [3.5/5]

Δεν υπάρχει τίποτα πιο παράξενο από μια παράξενη πραγματική, αληθινή ιστορία. Και ο Richard Linklater όχι μόνο κατάλαβε ότι η ιστορία που είχε στα χεριά του ήταν συναρπαστική, αλλά διαθέτει και την κατάλληλη κινηματογραφική ικανότητα προκειμένου να τη διηγηθεί τέλεια. Ο εφευρετικός σκηνοθέτης (Πριν το Ξημέρωμα, Waking Life, A Scanner Darkly, Fast Food Nation) έχει συνδυάσει την αφήγηση με το ντοκιμαντέρ προκειμένου φτιάξει ένα μοναδικό και τέλειο όχημα που θα του δώσει τη δυνατότητα να πει την ιστορία του Bernie Tiede.

Δεν θα σας χαλάσω την ιστορία, ούτε θα σας αφαιρέσω τις απολαύσεις που σας περιμένουν κατά τη διάρκεια του έργου, μπαίνοντας σε πάρα πολλές λεπτομέρειες. Αυτό που θα επισημάνω είναι ότι (σε συνεργασία με τον δημοσιογράφο Skip Hollandsworth) ο Linklater έχει γράψει ένα σενάριο που βασίζεται εξολοκλήρου σε πραγματικά στοιχεία. Και αυτά είναι οι χαρακτήρες, συμπεριλαμβανομένων των κατοίκων της πόλης, και η ιστορία τού τι συνέβη. Ο τρόπος με τον οποίο αυτή η ξεκαρδιστική κι ανθρωπινή ιστορία έχει δομηθεί επιτρέποντας στους κατοίκους της μικρής πόλης του Κάρθατζ στο Τέξας να παριστάνουν τους ενσυνείδητους αφηγητές, είναι πέρα για πέρα εμπνευσμένος και παρέχει στο κοινό μια ενδιαφέρουσα εικόνα για την πολυπλοκότητα και την ηθική επιλεκτικότητα της ανθρώπινης φύσης.

Τροφοδοτούμενη από μια σύνθετη και λεπτών αποχρώσεων ερμηνεία από τον Jack Black και μια μοναδικά ξεκαρδιστική ερμηνεία από τη Shirley MacLaine, το «Bernie» είναι μια πικρά ειρωνική και απροσδόκητα συγκινητική ταινία που θα σας βάλει σε σκέψεις για το πώς η αμεροληψία στην απόφαση ενός εγκλήματος είναι τόσο θεμελιώδης.

People Like Us [2/5]

Οι Kurtzman και Orci είναι οι σεναριογράφοι των δύο πρώτων ταινιών «Transformers», του Star Trek και του Cowboys & Aliens, μεταξύ άλλων. Αποτελεί σίγουρα έκπληξη το γεγονός ότι η νέα τους προσπάθεια είναι ένα δράμα σχέσεων, το οποίο στερείται ειδικών εφέ και ίσως να είναι και λίγο πιο ελκυστική από τις ταινίες που ανέφερα, αλλά εξακολουθεί να μην διαθέτει ψυχή.

Ίσως το πραγματικό πρόβλημα της ταινίας να είναι η κεντρική της ιδέα. Ο Sam Harper ανακαλύπτει μετά τον θάνατο του πατέρα του ότι έχει μια ετεροθαλή αδελφή κι έναν ανιψιό. Όμως, αντί να ομολογήσει τους οικογενειακούς δεσμούς τους, μπαίνει στη ζωή τους έως ότου η αδελφή του να είναι σε κίνδυνο να τον ερωτευτεί. Ένα τέχνασμα που είναι περιστασιακά ενοχλητικό, σε σημείο που εμποδίζει την ταινία να πει αυτό που πραγματικά θέλει να πει, να απεικονίσει δηλαδή αυθεντικά κατεστραμμένους ανθρώπους που αγωνίζονται να συμβιβαστούν με μια συναισθηματική κρίση. Το γεγονός, δε, ότι η ταινία είναι λουσμένη στο φως του ήλιου και διαθέτει στερεότυπη μουσική υπόκρουση προκειμένου να εντείνει τα συναισθήματα και να τα διαχειριστεί, δεν βοηθά και πολύ τα πράγματα.

Ενδεχομένως, όμως, να είναι και η προσέγγιση του υλικού από τον Kurtzman. Και το λέω αυτό γιατί μπορεί να ως σκηνοθέτης να διαθέτει ένα καλό μάτι (υπάρχουν κάποιες πολύ ωραίες σκηνές διάσπαρτα), αντιμετωπίζει όμως το έργο όπως τις υπερπαραγωγές του. Ας μαζέψουμε ένα σωρό συγκρούσεις. Ας ρίξουμε όσα περισσότερα πράγματα μπορούμε στον ήρωα και την ηρωίδα μέχρι να σπάσουν ψυχολογικά. Κάτι που είναι περιττό. Στην πραγματικότητα, τα πιο δυνατά τμήματα της ταινίας είναι οι πιο ήσυχες, ανθρώπινες στιγμές όπως ο νυχτερινός περίπατος μάνας και γιου στο πάρκο. Αν ο Kurtzman είχε επικεντρωθεί στις σχέσεις και τις συνδέσεις των ανθρώπων αντί των εξωτερικών συγκρούσεων, η ιστορία θα ήταν πολύ ισχυρότερη. Το πολύ καλό καστ όμως που έχει επιστρατεύσει, ανεβάζει, κάπως, το επίπεδο. Ο Chris Pine είναι ιδανικός στον ρόλο του Sam, η Elisabeth Banks φέρνει έναν αέρα αυτοπεποίθησης στον ρόλο της αδελφής, ενώ την παράσταση κλέβει η ανεπανάληπτη Michelle Pfeiffer σε έναν μικρό αλλά ουσιαστικό ρόλο. Και γενικώς, όλοι οι εμπλεκόμενοι δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους και ερμηνευτικά κατατάσσουν την ταινία αρκετά ψηλά.

Το «Άνθρωποι σαν κι Εμάς», επομένως, διαθέτει ένα-δυο στοιχεία ικανά να ψυχαγωγήσουν το mainstream κοινό, ειδικά εκείνο που του αρέσουν τα μελοδράματα τύπου Nicholas Sparks (Το Ημερολόγιο, Δικός σου για Πάντα). Είναι μια καλή πρώτη προσπάθεια που χωρίς να πετυχαίνει διάνα, διαθέτει μικρές απολαύσεις μέσα στη σαχλαμάρα του.

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Ανακοινώθηκαν τα πρώτα βραβεία

Ο χορός της Οσκαρικής περιόδου έχει ξεκινήσει για τα καλά με τις πρώτες κιόλας Ενώσεις Κριτικών να ανακοινώνουν τα βραβεία τους. Την αρχή έκανε την Δευτέρα η Ένωση Κριτικών Της Νέας Υόρκης ακολουθούμενη από τις επιλογές του National Board of Review, της αρχαιότερης ένωσης κριτικών της Αμερικής. Μεγάλος νικητής και στις δυο ενώσεις η νέα ταινία της βραβευμένης με Όσκαρ Σκηνοθέτιδας Kathryn Bigelow, «Zero Dark Thirty». 

Ιδού που έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης και οι δυο ενώσεις: 

New York Film Critics Circle Awards

Καλύτερη Ταινία: «Zero Dark Thirty» της Kathryn Bigelow 
Καλύτερος Σκηνοθέτης: Kathryn Bigelow για το «Zero Dark Thirty» 
Καλύτερο Σενάριο: Tony Kushner για το «Lincoln» 
Καλύτερος Ηθοποιός: Daniel Day-Lewis για το «Lincoln» 
Καλύτερη Ηθοποιός: Rachel Weisz για το «The Deep Blue Sea»
Καλύτερος Β' Ανδρικός Ρόλος: Matthew McConaughey για τα «Bernie» και «Magic Mike» 
Καλύτερος Β' Γυναικείος Ρόλος: Sally Field για το «Lincoln» 
Καλύτερη Ξένη Ταινία: «Amour» του Michael Haneke 
Καλύτερη Ταινία Κινουμένων Σχεδίων: «Frankenweenie» του Tim Burton 
Καλύτερη Φωτογραφία: Greig Fraser για το «Zero Dark Thirty» 
Καλύτερη Μη Δραματική Ταινία: «The Central Park Five» των Ken Burns, Sarah Burns και David McMahon 
Καλύτερο Ντεμπούτο: «How To Survive a Plague» του David France 

National Board Of Review

Καλύτερη Ταινία: «Zero Dark Thirty» της Kathryn Bigelow 
Καλύτερος Σκηνοθέτης: Kathryn Bigelow για το «Zero Dark Thirty» 
Καλύτερος Ηθοποιός: Bradley Cooper για το «Silver Linings Playbook» 
Καλύτερη Ηθοποιός: Jessica Chastain για το «Zero Dark Thirty» 
Καλύτερος Β' Ανδρικός Ρόλος: Leonardo DiCaprio για το «Django Unchained»
Καλύτερος Β' Γυναικείος Ρόλος: Ann Dowd για το «Compliance»
Καλύτερο Πρωτότυπο Σενάριο: Rian Johnson για το «Looper» 
Καλύτερο Διασκευασμένο Σενάριο: David O. Russell για το «Silver Linings Playbook» 
Καλύτερη Ταινία Κινουμένων Σχεδίων: «Wreck-It Ralph» του Rich Moore 
Καλύτερο Κινηματογραφικό Επίτευγμα: Ben Affleck για το «Argo» 
Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου: Tom Holland για το «The Impossible» 
Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενης: Quvenzhané Wallis για το «Beasts Of The Southern Wild» 
Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη: Benh Zeitlin για το «Beasts Of The Southern Wild» 
Καλύτερη Ξένη Ταινία: «Amour» του Michael Haneke 
Καλύτερο Ντοκιμαντέρ: «Searching for Sugar Man» του Malik Bendjelloul 
Καλύτερο Καστ: «Les Miserables» του Tom Hooper 
Βραβείο Spotlight: John Goodman για τα «Argo», «Flight», «ParaNorman» και «Trouble With The Curve» 
Βραβείο Ελευθερίας της Έκφρασης: «The Central Park Five» των Ken Burns, Sarah Burns και David McMahon και « Promised Land» του Gus Van Sant 
William K. Everson Film History Award: 50 Χρόνια James Bond 

Οι καλύτερες ταινίες της χρονιάς (με αλφαβητική σειρά)
Argo
Beasts Of The Southern Wild 
Django Unchained 
Les Miserables 
Lincoln 
Looper 
The Perks Of Being A Wallflower 
Promised Land 
Silver Linings Playbook

Οι πέντε καλύτερες ξενόγλωσσες ταινίες (με αλφαβητική σειρά)

Barbara 
The Intouchables 
The Kid With A Bike 
No 
War Witch

Τα πέντε καλύτερα ντοκιμαντέρ (με αλφαβητική σειρά)

Ai Weiwei: Never Sorry 
Detropia 
The Gatekeepers 
The Invisible War 
Only The Young

Οι 10 καλύτερες ανεξάρτητες ταινίες (με αλφαβητική σειρά)

Arbitrage 
Bernie 
Compliance 
End Of Watch 
Hello I Must Be Going 
Little Birds 
Moonrise Kingdom 
On The Road 
Quartet 
Sleepwalk With Me

Επόμενα βραβεία την Κυριακή από τους Κριτικούς του Λος Άντζελες.

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

On the Road [1/5]

Η πολιτισμική επιρροή της Μπιτ γενιάς, το λογοτεχνικό κίνημα που έδρασε στην Αμερική τις δεκαετίες του 1950 και 1960, έχει εμπνεύσει κι επηρεάσει τη μουσική και τον κινηματογράφο σε πολλά διαφορετικά επίπεδα. Το ημι-αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Jack Kerouac, «On the Road», κατέχει κεντρικό ρόλο στην εξάπλωση της μπιτ λογοτεχνίας συλλαμβάνοντας πλήρως το πνεύμα της. Ως εκ τούτου, το να το μεταφέρεις στο σινεμά δεν επρόκειτο πότε να είναι ένα εύκολο εγχείρημα, αλλά ο Walter Salles, ανόητα κατά τη γνώμη μου, δέχτηκε την πρόκληση της προσαρμογής του και το γύρισε. Παρ’ όλες τις καλές προθέσεις, όμως, η ταινία είναι πέρα για πέρα προβληματική.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Είναι μακρύ το ταξίδι από την αρχική δημοσίευση του μυθιστορήματος του Jack Kerouac το 1957, μέχρι την κινηματογραφική μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη το 2012. Μετά από 60 χρόνια, οι καιροί έχουν σίγουρα αλλάξει και οτιδήποτε μπορεί να φαινόταν επαναστατικό κι ανορθόδοξο τότε, σήμερα δεν σου προκαλεί το ίδιο ρίγος κινδύνου. Ας ξεκαθαρίσουμε κάπου εδώ, ότι τα μυθιστορήματα και οι ταινίες είναι δυο εντελώς διαφορετικές μορφές τέχνης, επομένως δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστεύουμε ότι θα πρέπει να είναι συμβατές. Οι κινηματογραφιστές, βέβαια, θα έλεγε κανείς πως διαθέτουν μια αλαζονεία που τους αναγκάζει/επιτρέπει να μεταφέρουν κάθε σεβαστό κομμάτι της πεζογραφίας στο μέσο τους. Ωστόσο, η αιτία που το συγκεκριμένο βιβλίο θεωρούταν εδώ και χρόνια δύσκολο να το κάνεις ταινία, είναι γιατί ένας από τους σημαντικότερους λόγους για να διαβάσει κάνεις το «On the Road» είναι για τον πεζό του λόγο. Απογυμνωμένο από τη λογοτεχνική ευγλωττία του, αυτό που μένει είναι μια σειρά από απεχθείς χαρακτήρες σε ανούσιες καταστάσεις.

Και από πού να πρωταρχίσω να περιγράφω το φιλμ, ειλικρινά δεν ξέρω. Για δύο ώρες παρακολουθούμε μια ποικιλία συνομιλιών κι αλληλεπιδράσεων μεταξύ ηλίθιων ανθρώπων, των οποίων οι σκέψεις είναι ο ίδιος ο ορισμός της κοινοτοπίας. Με τους διάφορους χαρακτήρες να μιλούν ασταμάτητα για το απόλυτο τίποτα, λοιπόν, αντιλαμβάνεσαι ότι θα περάσεις μια εξαντλητική δοκιμασία της υπομονής. Ευτυχώς το διδακτικό ύφος του μυθιστορήματος έχει μειωθεί σε μερικά voice-over αποσπάσματα, καθώς κάνεις λογικός άνθρωπος δεν θα ανεχόταν μια διάλεξη για το πώς να ζει από ένα μάτσο ρεμάλια τίγκα στα ναρκωτικά. Ειλικρινά, δεν μπορώ να καταλάβω πώς θα μπορούσε κανείς να εξιδανικεύει έναν χαρακτήρα σαν τον Dean Moriarty (Hedlund). Έναν μη κοινωνικό κλέφτη αυτοκινήτων, πρεζόνι, με κανένα σεβασμό για οποιονδήποτε ή οτιδήποτε. Και δεν είναι μόνο αυτός. Όλοι όσοι εμφανίζονται στο έργο είναι ενοχλητικοί και δυσάρεστοι να τους παρακολουθείς. Διαθέτοντας, δε, και έντονα προβλήματα ρυθμού, εντείνεται η αδιαφορία ή ανυπομονησία μας κατά τη διάρκεια μεγάλων χρονικών περιόδων, αφήνοντας μας στο τέλος νευριασμένους και απογοητευμένους λόγω της έλλειψης ενέργειας κι αποφασιστικότητας αλλά και του χρόνου που χάσαμε για να το δούμε. Και το χειρότερο για μια ταινία σχετικά με το δέλεαρ του δρόμου, βλέπουμε πολύ λίγο άσφαλτο και σκόνη. Τι κι αν η φωτογραφία του Eric Gautier είναι μοναδική, αν δεν ήταν ο περιστασιακός γεωγραφικός υπότιτλος, οι πρωταγωνιστές μας θα μπορούσαν κάλλιστα να οδηγούν κυκλικώς. Hedlund, Riley, Stewart, Adams, Sturridge και γενικά όλο το καστ είναι πειστικό στους ρόλους του, χωρίς όμως ποτέ να σου παρέχουν καμία μεγάλη αίσθηση του δράματος ή να έχουν αντίκτυπο στην αφήγηση.

Με αυτά και με αυτά, ο Salles κατάφερε να πάρει ένα βιβλίο μη κινηματογραφίσιμο και να φτιάξει ένα φιλμ σχεδόν μη-παρακολουθήσιμο.

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Αν... [3/5]

Να πω την αμαρτία μου την ταινία την έχω δει πολλές μέρες τώρα, αλλά απέφευγα να γράψω γιατί ήθελα να περάσει λίγο αυτή η πρώτη εντύπωση και να σκεφτώ τι είδα, πως ήταν κ.ο.κ.

Μετά από σκέψεις λοιπόν και συζητήσεις, αποφάσισα να μη μπω σε λεπτομέρειες, ούτε και να το πολύ-αναλύσω και να μείνω στο έξης: το «Αν…» είναι μια καλή ταινία. Είναι τόσο απλό. Θα ακούσετε ότι είναι μια τηλεταινία, θα πουν ότι η βασική ιδέα είναι κλεμμένη, ότι το τέλος θυμίζει την τάδε ταινία και γενικά επικριτές υπάρχουν πολλοί. Το κακό βέβαια στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι η κακή άποψη και το κακεντρεχές σχόλιο είναι έτοιμο να γραφτεί και να ειπωθεί πριν καλά-καλά δουν την ταινία, απλά και μόνο επειδή την υπογράφει ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης.

Να ξεκαθαρίσω κάπου εδώ ότι δεν είμαι φαν του κ. Παπακαλιάτη. Σαφώς και έχω δει τις σειρές του, όπως όλοι άλλωστε, αλλά μέχρι εκεί. Τον θεωρώ έναν καλό καλλιτέχνη, ότι κι αν αυτό περιλαμβάνει. Το πρώτο κινηματογραφικό εγχείρημα του, τώρα, περιλαμβάνει κάποια αρνητικά σημεία, διαθέτει όμως κι αλλά τόσα προτερήματα. Η ιδέα της ενσωμάτωσης του πρωταγωνιστικού διδύμου Κοντού-Κωνσταντίνου από την ταινία Η δε Γυνή να Φοβήται τον Άνδρα είναι επιτυχημένη και πολύ ωραία δοσμένη. Στο σύνολο της διαθέτει ένα σφιχτοδεμένο σενάριο που μπορεί κάπου-κάπου να διαθέτει μια φλυαρία αλλά δεν σε χαλάει, ούτε σε βγάζει από το γενικότερο κλίμα. Τεχνικά η σκηνοθεσία του Παπακαλιάτη είναι άρτια, η φωτογραφία της Αθήνας είναι εξαιρετική και μόνη παραφωνία υπάρχει στο κάπως διεκπαιρεωτικό μοντάζ. Διαθέτοντας κάποιο ιδεολογικό επίπεδο ασχολούμενο με την κρίση και τις συνέπειες τις στην ζωή μας, καθώς και στον έρωτα το έργο είναι και πολύ επίκαιρο. Και γενικώς, έχουμε να κάνουμε με ένα, προσεγμένο από όλες τις απόψεις, φιλμ, κάτι που δεν μπορούμε να πούμε για πολλές ελληνικές ταινίες, μεγάλες ή μικρές παράγωγες.

Και το σημαντικότερο όλων, σαν ταινία είναι ειλικρινής απέναντι στο κοινό της και στον ίδιο της τον εαυτό, αληθινή μέσα στη συμβατικότητα της. Δεν προσπαθεί να το παίξει κουλτούρα, ούτε βαθυστόχαστο έργο. Ξέρει τι είναι και αυτό πλασάρει. Το συμπέρασμα λοιπόν είναι πως ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια ταινία που, μιλώντας με κινηματογραφικούς όρους, είναι αξιοπρεπέστατη και, φαν ή όχι του Παπακαλιάτη, θα απολαύσετε.

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

The Paperboy [0.5/5]

Ίσως θα έχετε ακούσει ότι το «The Paperboy» είναι η ταινία στην οποία η Nicole Kidman «κατουράει» τον Zac Efron. Όντως συμβαίνει, αλλά είναι για να απαλύνει τον Efron από ένα τσίμπημα μέδουσας, οπότε ίσως δεν είναι τόσο kinky όσο νομίζατε ή ελπίζατε. Βέβαια, αν επικεντρωθεί κάποιος σε αυτή τη σκηνή, θα παραβλέψει όλα τα άλλα εξεζητημένα κι εξευτελιστικά γελοία περίεργα στοιχεία που περιέχονται σε αυτό το ψευτο-κουλτουρέ χάος.

Σε σκηνοθεσία του Lee Daniels (Μονάκριβη), με ένα σενάριο γραμμένο από τον ίδιο και τον Peter Dexter, βασισμένο σε μυθιστόρημα του 1995 του ιδίου του Dexter, το «Paperboy» είναι μια ακραία trash ταινία που θέλει τον Zac Efron να προσπαθεί να κάνει σεξ με μια υπερσεξουαλική Nicole Kidman και τον Matthew McConaughey να παίζει έναν κρυφά ομοφυλόφιλο άνδρα με πολύ αυτοκαταστροφικές σεξουαλικές προτιμήσεις. Υπάρχει, επίσης, ένας χαρακτήρας με βρετανική προφορά, προκειμένου να τον παίρνουν στα σοβαρά. Θα έρθετε αντιμέτωποι με το γραφικό ξεκοίλιασμα ενός αλιγάτορα. Θα ακούσετε για τον ρατσισμό. Υπάρχει επίσης μια σκηνή, στην οποία ο χαρακτήρας της Kidman εκτελεί ένα είδος «αέρινου» στοματικού έρωτα. Ω και προφανώς, υπάρχει και μια έρευνα για φόνο σε εξέλιξη.

Δυστυχώς, ενώ το «Paperboy» είναι αναμφισβήτητα μια σεξουαλική ταινία, δεν είναι ούτε συναρπαστική, ούτε καθηλωτική. Ένα έργο προκειμένου να διαθέτει ένα σασπένς, θα πρέπει οι χαρακτήρες του να μην είναι ούτε συμπαθητικοί ούτε αγαπητοί, αλλά ανθρώπινα οντά για τα όποια νοιαζόμαστε. Εδώ οι χαρακτήρες μοιάζουν σαν μια συλλογή ανθρώπων με ιδιόμορφα χαρακτηριστικά. Υπάρχουν χωρίς πραγματικό κίνητρο ή συνέπεια. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, μέχρι το τέλος της ταινίας, να νιώθεις ότι δεν έχεις καμία βαθύτερη κατανόηση είτε των χαρακτήρων ή του τι ο σκηνοθέτης προσπαθεί να πει. Και το χειρότερο, ειλικρινά πιστεύω ότι, στην πραγματικότητα, δεν προσπαθεί να πει τίποτα. Θέλει απλά να βάλει όμορφους ανθρώπους στην οθόνη με αποκαλυπτικά ρούχα ή χωρίς καθόλου και να τους περιφέρει απλά για τη δίκη μας απόλαυση.

Κάτι τέτοιο θα το επικροτούσα αν το έργο ήξερε ότι αυτό είναι και δεν προσπαθούσε να μας το παίξει σοβαρή ταινία. Καταπιάνεται με διαφορά θέματα μένοντας πάντα στην επιδερμική και γραφική απεικόνιση τους, χωρίς πότε μα πότε να εμβαθύνει έστω και σε ένα από αυτά. Χωρίς καμιά κεντρική αφηγηματική κατεύθυνση, το έργο κουράζει. Κατά καιρούς επικεντρώνεται στην έρευνα, ύστερα αλλάζει ταχύτητα και ασχολείται με τη λάγνα σχέση μεταξύ του Efron και της Kidman. Έπειτα, υπάρχουν τα φυλετικά στοιχεία, καθώς και τα στοιχεία περί ομοφυλοφιλίας και ξαφνικά πάμε πίσω στη δολοφονία. Στη συνέχεια, ας σταματήσουμε να μιλήσουμε για τη σχέση των McConaughey και Efron με τον πατέρα τους. Όχι για πολύ, φυσικά, γιατί πρέπει να ασχοληθούμε ξανά με τον ρατσισμό. Ή τη δολοφονία. Ή οτιδήποτε άλλο.

Προσθέτοντας και την υπερβολικά κιτς αισθητική, το όλο εγχείρημα καταντάει να είναι αστείο, χαζό, δύσκολο να το πάρεις στα σοβαρά και τελικά απογοητευτικό από όποια πλευρά κι αν το δεις.

Rise of the Guardians [4/5]

Πρέπει να σταματήσω να υποτιμώ τη DreamWorks Animation. Σίγουρα έχουν κυκλοφορήσει κάποιες πατάτες, όπως το Καρχαριο-μάχος και κάποιες από τις ταινίες «Σρεκ». Αλλά αυτό το στούντιο animation πολλές φορές έχει καταφέρει να με εντυπωσιάσει, ειδικά με ταινίες που η υπόθεση τους ακούγεται αρχικά απαίσια (βλέπε Kung Fu Panda και Τέρατα κι Εξωγήινοι).

Νόμιζα ότι βρισκόμουν σε μια χρονική περίοδο όπου θα μου ήταν δύσκολο να καθίσω και, πραγματικά, να απολαύσω μια ταινία κινουμένων σχεδίων που το κοινό στο οποίο στοχεύει είναι, ξεκάθαρα, τα μικρά παιδιά. Ειδικά μετά από τις ταινίες τις Pixar, πίστευα ότι θα ήταν πολύ πιο δύσκολο. Γι’ αυτό έμεινα πραγματικά έκπληκτος από το πόσο το «Οι Πέντε Θρύλοι», βασισμένο στο «The Guardians of Childhood» του William Joyce, στην πραγματικότητα εμπεριέχουν όλα τα καλά συστατικά, από την ποιότητα των κινουμένων σχεδίων, την επιλογή των ηθοποιών που δανείζουν τη φωνή τους, μέχρι την απόδοση των χαρακτήρων και, πολύ βασικό, την ψυχαγωγία. Υπάρχουν πολλές ταινίες που προσπαθούν να το παίξουν διανοούμενες, αλλά κρατώντας τα πράγματα απλούστερα, και χωρίς ποτέ να ξεχνά το διασκεδαστικό της στοιχείο, το «Οι Πέντε Θρύλοι» ξεχωρίζει και τολμώ να πω πως είναι μια από τις πιο απολαυστικές ταινίες κινουμένων σχεδίων της χρονιάς.

Το έργο είναι η ιστορία ενός νέου θρύλου, του Τζακ Φροστ, ο οποίος είναι έτοιμος να ενταχθεί στην ομάδα των υπολοίπων διάσημων θρύλων όπως ο Άγιος Βασίλης, η Νεράιδα των Δοντιών, το Πασχαλινό Λαγουδάκι και τον Σάντμαν (κάτι σαν τον Μορφέα). Επιλεγμένοι από τον Άνθρωπο στο Φεγγάρι, οι φύλακες θρύλοι είναι ένα σύμβολο ελπίδας και είναι υπεύθυνοι για τη διασφάλιση της ευημερίας των νέων. Θρύλοι και παιδιά σχηματίζουν μια συμβιωτική σχέση, εκείνοι τους προστατεύουν και εκείνα πιστεύουν στην ύπαρξη τους. Αν χαθεί το ένα, τότε χάνετε και το άλλο αρκετά γρήγορα.

Με την ταινία να ξεκινά βάζοντάς σε κατευθείαν στο θέμα, η αφήγηση αναπτύσσεται με ιλιγγιώδη ρυθμό. Η εισαγωγή των θρύλων, η επίδειξη των ικανοτήτων τους, καθώς και η εμφάνιση του εχθρού τους, Pitch Black, που είναι κάτι σαν τον μπαμπούλα προσωποποιημένο που ευδοκιμεί στον φόβο και τους εφιάλτες, γίνεται γρήγορα και σωστά. Υπάρχει μια υποβόσκουσα πλοκή με θέμα τη μοναξιά και το πεπρωμένο που αναδύεται κάθε τόσο, μετατρέποντας ουσιαστικά το έργο σε μια «zero to hero» ιστορία για την εύρεση του σκοπού της ζωής και τις θυσίες που χρειάζονται για να φτάσεις εκεί. Εποικοδομητικό θέμα για μικρούς και μεγάλους. Επειδή, τώρα, σαν κοινό είμαστε πολύ εξοικειωμένοι σχεδόν με όλους τους κύριους χαρακτήρες, το «Οι Πέντε Θρύλοι», πολύ έξυπνα, καταφέρνει να μας τους παρουσιάσει κάπως διαφορετικούς απ` ότι θα περιμέναμε, διατηρώντας όμως πολλά από τη χαρακτηριστική τους εικόνα που τους κάνει αυτό που είναι. Για να καταλάβετε, ο Άγιος Βασίλης έχει τατουάζ στο σώμα του και πολεμά με ξίφη, η Νεράιδα των Δοντιών είναι κατά ένα μέρος κολιμπρί, το Πασχαλινό Λαγουδάκι δεν έχει απολύτως καμιά σχέση με το αναμενόμενο, ενώ ο Σάντμαν είναι απλά μαγεία να τον βλέπεις. Αυτό το τέχνασμα ανεβάζει επίπεδο την ταινία, αφού δίνει δυνατότητες στους σεναριογράφους και μετέπειτα στους υπευθύνους των ειδικών εφέ πρώτον να παρουσιάσουν μια πλειάδα νέων αλλά γνωρίμων χαρακτήρων με τα δεδομένα του τώρα και δεύτερον να μετατρέψουν την ταινία σε ένα ατελείωτο ξεφάντωμα που περιορίζεται μόνο από τις δυνάμεις της φαντασίας των δημιουργών. Αυτές οι μοναδικές προοπτικές μετατρέπουν την ταινία σε ένα μαγικό ταξίδι που εμείς, σαν θεατές, εμπλεκόμαστε συναισθηματικά από την αρχή μέχρι το τέλος και που προσωπικά έμενα δεν με απογοήτευσε ούτε στιγμή.

Δεν είναι πολύ συχνά που μια ταινία με εκπλήσσει και το «Οι Πέντε Θρύλοι» το κατάφερε. Η κάτι παραπάνω από εξαιρετική ποιότητα του animation, το καλύτερο 3D που έχω δει μετά το Avatar, το μοναδικό σκορ του Alexandre Desplat και η σωστή μεταχείριση κι ανάπτυξη της ιστορίας συνθέτουν μια μεγάλη ταινία περιπέτειας που ολόκληρη η οικογένεια μπορεί να απολαύσει οποιαδήποτε εποχή του χρόνου. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα!

Let The Countdown To Awards Season Begin


Ανακοινώθηκαν σήμερα οι υποψηφιότητες των πρώτων σημαντικών βραβείων που μας βάζουν δυναμικά στην Οσκαρική περίοδο Αυτά δεν είναι άλλα από τα Independent Spirit Awards ή ελληνιστί τα Ανεξάρτητα Βραβεία Κινηματογράφου. Τα συγκεκριμένα βραβεία δίδονται από την μη κερδοσκοπική οργάνωση Film Independent αποκλειστικά σε ανεξάρτητες ταινίες και ανεξάρτητους δημιουργούς. Οι φετινοί υποψήφιοι έχουν ως εξής:





Best Feature
"Beasts of the Southern Wild"
"Bernie"
"Keep the Lights On"
"Moonrise Kingdom"
"Silver Linings Playbook"

Σχολιασμός: "Beasts of the Southern Wild", "Bernie" και "Moonrise Kingdom" τα έχω δει. Αισθητή η απουσία του "The Sessions" από την πεντάδα. Ενημερωτικά το "Silver Linings Playbook" θα φιγουράρει σε πολλές κατηγορίες στα επερχόμενα Όσκαρ. Πρεμιέρα στην Ελλάδα: Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013.

Best Director
Benh Zeitlin, "Beasts of the Southern Wild"
Ira Sachs, "Keep the Lights On"
Julia Loktev, "The Loneliest Planet"
Wes Anderson, "Moonrise Kingdom"
David O. Russell, "Silver Linings Playbook"

Best Actor
Jack Black, "Bernie"
Bradley Cooper, "Silver Linings Playbook"
John Hawkes, "The Sessions"
Thure Lindhardt, "Keep the Lights On"
Matthew McConaughey, "Killer Joe"
Wendell Pierce, "Four"

Σχολιασμός: Ελπίζω να είστε έτοιμοι για το Academy Award Nominee Bradley Cooper!!!!

Best Actress
Linda Cardellini, "Return"
Emayatzy Corinealdi, "Middle of Nowhere"
Jennifer Lawrence, "Silver Linings Playbook"
Quvenzhané Wallis, "Beasts of the Southern Wild"
Mary Elizabeth Winstead, "Smashed"

Σχολιασμός: Που είναι η Marion Cotillard για το "Rust and Bone" οέο;;;;

Best Supporting Actor
Matthew McConaughey, "Magic Mike"
David Oyelowo, "Middle of Nowhere"
Michael Peña, "End of Watch" 
Sam Rockwell, "Seven Psychopaths"
Bruce Willis, "Moonrise Kingdom"

Σχολιασμός: Matthew McConaughey;;;;;;; Για το "Magic Mike";;;;;;;; WTF;;;;;;

Best Supporting Actress
Rosemarie DeWitt, "Your Sister's Sister"
Ann Dowd, "Compliance"
Helen Hunt, "The Sessions"
Brit Marling, "Sound of My Voice"
Lorraine Toussaint, "Middle of Nowhere"

Σχολιασμός: Πολύ χαίρομαι για την Ann Dowd και το "Compliance". Εξαιρετική ταινία και ερμηνεία. Στα Όσκαρ δύσκολο να την δούμε βέβαια. Από την πεντάδα μόνο η Helen Hunt είναι το πιο πιθανό να βρεθεί στο Kod.. ούπς.. Dolby Theatre.

Best Screenplay
Ira Sachs, "Keep the Lights On"
Wes Anderson and Roman Coppola, "Moonrise Kingdom"
Zoe Kazan, "Ruby Sparks"
Martin McDonagh, "Seven Psychopaths"
David O. Russell, "Silver Linings Playbook"

Best First Feature
"Fill the Void"
"Gimme the Loot"
"The Perks of Being a Wallflower"
"Safety Not Guaranteed"
"Sound of My Voice"

Σχολιασμός: Yay για το "Safety Not Guaranteed"!!!

Best First Screenplay
Rashida Jones and Will McCormack, "Celeste and Jesse Forever"
Rama Burshtein, "Fill the Void"
Jonathan Lisecki, "Gayby"
Christopher Ford, "Robot and Frank"
Derek Connolly, "Safety Not Guaranteed"

Σχολιασμός: Διπλό yay για το (πολύ αστείο) "Gayby"!!

Best Documentary
"The Central Park Five"
"How to Survive a Plague"
"The Invisible War"
"Marina Abramovic: The Artist is Present"
"The Waiting Room"

Best Cinematography
Ben Richardson, "Beasts of the Southern Wild"
Roman Vasyanov, "End of Watch"
Lol Crawley, "Here"
Robert Yeoman, "Moonrise Kingdom"
Yoni Brook, "Valley of Saints"

Best International Film
"Amour"
"Once Upon a Time in Anatolia"
"Rust and Bone"
"Sister"
"War Witch"

John Cassavetes Award
"Breakfast With Curtis"
"The Color Wheel"
"Middle of Nowhere"
"Mosquita y Mari"
"Starlet"

Robert Altman Award
"Starlet"

Truer Than Fiction Award
"Leviathan"
"Only the Young"
"The Waiting Room"

Someone to Watch Award
Rebecca Thomas, "Electrick Children"
Adam Leon, "Gimme the Loot"
David Finker, "Pincus"

Producers' Award
"Nobody Walks"
"Prince Avalanche"
"Stones in the Sun"

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

A Royal Affair [4.5/5]

Το ιστορικό δράμα του Nikolaj Arcel, «A Royal Affair», με πρωταγωνιστές τον κορυφαίο ηθοποιό Mads Mikkelsen, τον βραβευμένο με Αργυρή Άρκτο καλύτερου ανδρικού ρόλου στο 62o Φεστιβάλ Βερολίνου Mikkel Folsgaard και το νέο, πολλά υποσχόμενο, αστέρι Alicia Vikander, είναι ένα καλό παράδειγμα μιας εξαιρετικά καλοφτιαγμένης κι απολαυστικής ταινίας εποχής που ισορροπεί τέλεια ανάμεσα στο ρομάντζο και την πολιτική με φόντο την Δανία του 18ου αιώνα. Η ιστορία εξιστορεί το πώς ο επαρχιακός Γερμανός γιατρός κι ερασιτέχνης φιλόσοφος Johan Struensee (Mads Mikkelsen) έγινε η κινητήριος δύναμη πίσω από τον βασιλιά της Δανίας, μετατρέποντας, για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, μια από τις πιο οπισθοδρομικές χώρες τις Ευρώπης σε ένα προοδευτικό μοντέλο του διαφωτισμού αρκετές δεκαετίες πριν την Γαλλική Επανάσταση, εξερευνώντας παράλληλα και την παράνομη σχέση του με τη βασίλισσα της Δανίας, Caroline Matilda (Alicia Vikander), και τις επιπτώσεις που αυτή αποφέρει.

Το κλειδί για την επιτυχία του έργου είναι, αναμφίβολα, η απλή του προσέγγιση. Δεν υπάρχει τίποτα ριζοσπαστικό στον τρόπο με τον οποίο η ταινία είναι φτιαγμένη, εν αντιθέσει το δυνατό της σημείο είναι ένας συνδυασμός πραγμάτων που ενωμένα δημιουργούν μια σφιχτή, ευχάριστη και διασκεδαστική ταινία. Πρώτο συστατικό, η άκρως ενδιαφέρουσα και καθηλωτική ιστορία ενός βασιλικού ερωτικού τρίγωνου, τοποθετημένο μέσα στο δράμα των ιστορικών γεγονότων του Διαφωτισμού. Ένα είδος αφήγησης που παρέχει ισορροπία και ρυθμό σε μια ταινία που είναι σε θέση να είναι ταυτόχρονα συναρπαστική και προκλητική. Σύνθετο και πολυεπίπεδο το σενάριο που έγραψαν οι Rasmus Heisterberg και Nikolaj Arcel (σεναριογράφος της πρώτης ταινίας του σουηδικού Το Κορίτσι με το Τατουάζ), αποτελεί μια θαυμάσια προσαρμογή του μυθιστορήματος της Bodil Steensen-Leth. Οι εντάσεις και τα δράματα σε όλα τα επίπεδα (από τα βαθιά προσωπικά, έως τα θέματα του κράτους) διαθέτουν μια αίσθηση αυθεντικότητας, οι χαρακτήρες είναι σωστά διατυπωμένοι επιδεικνύοντας μια όλο και πιο ελαστική ηθική, ενώ υπάρχουν και πολλά στοιχεία συναφή με τον κόσμο μας σήμερα.

Ένα καλό σενάριο, όμως, αν δεν βρεθούν οι σωστοί ηθοποιοί να του δώσουν πνοή, δεν λέει κάτι από μόνο του. Ερχόμαστε, λοιπόν, στο δεύτερο συστατικό που ανεβάζει το έργο στα ύψη: τους ηθοποιούς. Ο πάντα εκπληκτικός Mikkelsen δίνει μια ακόμα δυναμική και πολύ πιστευτή ερμηνεία ως Struensee, αποδίδοντας στην εντέλεια τη διακύμανση των συναισθημάτων που περνά ο χαρακτήρας του. Η Vikander τα καταφέρνει περίφημα δίνοντας μια λεπτή, εύθραυστη, αλλά και ανά στιγμές σπαρακτική ερμηνεία. Η Trine Dyrholm ως διπρόσωπη βασίλισσα Dowger καθώς και όλο το υπόλοιπο καστ δίνουν (μηδενός εξαιρούμενου) υπέροχες ερμηνείες. Στην τελική, όμως, το αστέρι της ταινίας είναι ο Folsgaard και η παράξενα γοητευτική, συχνά ξεκαρδιστική, αλλά ουσιαστικά τραγική ερμηνεία του ως τρελός βασιλιάς της Δανίας.

Και περνάμε στο τρίτο και τελευταίο συστατικό. Η εκπληκτική φωτογραφία του Rasmus Videbaek, το θαυμάσιο σκορ του Gabriel Yared κι ο άψογος σχεδιασμός σκηνικών και κοστουμιών συνθέτουν έναν μοναδικό κινηματογράφο. Έναν κινηματογράφο που αποφεύγει να είναι μια απλή ροζ νουβέλα, καταφέρνοντας να συνδυάσει αποτελεσματικά την ιστορική ακρίβεια με την κινηματογραφική συνοχή. Μια επική ιστορία ρομαντισμού, φιλοδοξίας και της τραγική σφαλερότητας του ιδεαλισμού, το «A Royal Affair» είναι απλά εκπληκτικό!

SuperClasico [1.5/5]

Το στόρι (πάνω-κάτω) είναι το έξης: Ο Christian (Anders W Berthelsen) ταξιδεύει μαζί με τον γιο του, Oscar (Jamie Morton), στο Μπουένος Άιρες, ελπίζοντας να κερδίσει πίσω τη δύστροπη γυναίκα του, Anna (Paprika Steen). Εκείνη, όμως, ετοιμάζεται να παντρευτεί με έναν πολύ δημοφιλή, ιδιαίτερα όμορφο, αστέρα του ποδοσφαίρου.

Σαν θεατές ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια σχεδόν υπερβολικά ανάλαφρη κωμωδία. Χωρίς να υπάρχει αμφιβολία, το έργο λειτουργεί καλύτερα την πρώτη μισή ώρα, καθώς ο σκηνοθέτης Ole Christian Madsen έχει εμποτίσει την ταινία με μια ακαταμάχητα χαλαρή ατμόσφαιρα, η οποία ενισχύεται από τον γρήγορο ρυθμό και τις συμπαθέστατες ερμηνείες. Καθώς περνά η ώρα, η ταινία, παρόλο που έχει κουτσοκαταφέρει να δημιουργήσει ένα διασκεδαστικό κλίμα και να σε βάλει μέσα σε αυτό, αρχίζει να σε φοβίζει. Ο λόγος: τα κωμικά στοιχειά που διαθέτει και επιτυγχάνουν τον στόχο τους (να σε κάνουν να γελάσεις, δηλαδή) είναι πολύ λίγα συγκριτικά με τις κρυάδες και τα παντελώς αδικαιολόγητα πράγματα που βλέπεις να διαδραματίζονται μπροστά στα μάτια σου (π.χ. ο εκκεντρικός χαρακτήρας της υπηρέτριας ήταν πραγματικά απαραίτητος;). Και όσο το φιλμ εξελίσσεται, το ενδιαφέρον σου αρχίζει να φθίνει ολοένα και περισσότερο. Για να φτάσει στον πάτο, όταν ο Madsen στη προσπάθεια του να αντισταθμίσει την άνιση ιστορία του, εισάγει μια σειρά από, απογοητευτικές, δευτερεύουσες πλοκές και μαζί ότι κλισέ του είδους μπορείτε να φανταστείτε. Δεν αποτελεί έκπληξη, λοιπόν, το γεγονός ότι το «Buenos Aires Σ`Αγαπώ», μη ξέροντας πώς να διαχειριστεί τους χαρακτήρες του, χωλαίνει όλο και πιο πολύ για να καταλήξει σε ένα (αναμενόμενο) αισιόδοξο συμπέρασμα.

Σε τελευταία ανάλυση, αν μπορούσα να χαρακτηρίσω όλη την ταινία με μια φράση θα ήταν: «SuperClasico» ή αλλιώς σούπερ κλασσικό…

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

Frankenweenie [3/5]

Το «Frankenweenie» αποτελεί μια μεγάλου μήκους απόπειρα αναδιατύπωσης και αναθεώρησης της μικρού μήκους live-action ταινίας που ο ίδιος ο Tim Burton είχε γυρίσει το 1984. Το νέο αυτό stop-motion παραμύθι αναστημένων κατοικίδιων σίγουρα παρακολουθείται ευχάριστα και είναι άκρως διασκεδαστικό, αλλά σου δίνει πάρα πολύ την αίσθηση μιας μαλθακής αναμάσησης παλιών επιτυχιών. Αυτοί που ψάχνουν κάτι νέο και φρέσκο από τον μακάβριο Αμερικανό σκηνοθέτη, θα πρέπει να περιμένουν λίγο περισσότερο.

Εδώ, ο Burton το καραδιασκεδάζει και φαίνεται. Καταφέρνει και αναφέρεται σε μια πλειάδα από κλασσικά και εικονικά τέρατα διαφόρων ταινιών τρόμου (Δράκουλας, Φρανκενστάιν, Γκρέμλιν κ.ο.κ.), ενώ το ίδιο εμφανή είναι και το κλείσιμο του ματιού στο δικό του έργο. Και αυτό λειτουργεί στο μεγαλύτερο κομμάτι του έργου, στα σημεία όμως το «Frankenweenie» μοιάζει περισσότερο με ένα ερωτικό γράμμα προς τον κινηματογραφικό κόσμο του Burton, παρά ως ένα νέο, εντελώς πρωτότυπο φιλμ. Το τετριμμένο, αν κι αναμφισβήτητα τρυφερό, σενάριο επίσης δεν ευνοεί και πολύ την ταινία, αφού αφαιρώντας πλήρως την απειλή και το αμετάκλητο του θανάτου από όλη την εξίσωση, της προσδίδει έναν κάπως διαστρεβλωμένο διδακτισμό. Επίσης, παρόλο που μερικές από τις καλύτερες στιγμές του Burton προέρχονται από την ενασχόληση του με το stop-motion (όπως το Νεκρή Νύφη), η στιλιστική εξέλιξη εδώ, σε σχέση με τις προηγούμενες ταινίες του, είναι ανεπαίσθητη έως μηδενική θα έλεγα. Γοητευτήκαμε την πρώτη φορά, αλλά πιστεύω πως ο Burton κερδίζει μια (ως επί το πλείστον αρνητική) φήμη ως ένα καινοτόμος, αλλά ανακυκλώσιμος σκηνοθέτης.

Και μπορεί το μη εκπαιδευμένο κοινό κάλλιστα να γοητευτεί από το έργο, για εκείνους όμως που έχουν ακολουθήσει πιστά τον φημισμένο «auteur» κατά τη διάρκεια της καριέρας του, η έλλειψη δημιουργικότητας και φαντασίας των τελευταίων ταινιών του αποτελεί κάτι περισσότερο από μια μικρή ανησυχία. Στο σύνολο της δεν είναι κακή ταινία αλλά δεν θα τρελαθούμε κιόλας…