Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Un Vie De Chat [3/5]

Η έκπληξη των φετινών Όσκαρ στην κατηγορία Καλύτερης Ταινίας Κινουμένων Σχεδίων μας έρχεται από την Γαλλία και μας λέει την ιστορία ενός νεαρού κοριτσιού, της οποίας η γάτα την οδηγεί να διαλευκάνει ένα μυστήριο κατά τη διάρκεια ενός και μόνο βραδιού.

Σε λίγο περισσότερο από μια ώρα, υπάρχει αφθονία δράσης και περιπέτειας ενώ διαθέτει ακόμη και μια μικρή αίσθηση του κινδύνου και της αγωνίας. Παρόλο που πάσχει από μια υπερβολικά απλοϊκή πλοκή, καταφέρνει να σε μαγέψει αφού αυτή η γοητευτική ταινία κινουμένων σχεδίων παίζει με τις συμβάσεις των ταινιών μυστηρίου και χρησιμοποιεί ένα διακριτικό στυλ με πολλές αναφορές στη σύγχρονη τέχνη, στοιχειά που θα ενθουσιάσουν το ενήλικο κοινό. Τα μικρότερα παιδιά, εν τω μεταξύ, θα ενδιαφερθούν περισσότερο για το κομμάτι της περιπέτειας με τα συναρπαστικά κυνηγητά στις ταράτσες των σπιτιών και την κορύφωση τους σε ένα εξαιρετικά σχεδιασμένο κυνηγητό στην κορυφή του καθεδρικού ναού της Παναγιάς των Παρισίων.

Γλυκό και απλό, αυτό το γαλλικό animation δεν έχει την οπτική πολυπλοκότητα για να ανταγωνιστεί ταινίες της Pixar, αποδεικνύει όμως ότι μια διασκεδαστική ιστορία, μια καλή μουσική κι ένα όμορφο στυλ είναι αρκετά για ένα καλό animation.

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

2012 Oscar Nomination Predictions


Best Picture
"The Artist" 
"The Descendants" 
"The Help"
"Hugo"
"Midnight in Paris"
"Moneyball"

Αν είναι παραπάνω με σειρά προτεραιότητας οι εξής:
"The Girl With the Dragon Tattoo," "War Horse", "Bridesmaids" "Tinker, Tailor, Soldier, Spy", "The Ides Of March"


Best Director

Michel Hazanavicius, "The Artist" 
Alexander Payne, "The Descendants"
Martin Scorsese, "Hugo"
Woody Allen, "Midnight in Paris" 
Terrence Malick, "The Tree of Life"
(alt. David Fincher, "The Girl With the Dragon Tattoo")


Νομίζω ότι η τετράδα είναι ψιλοσίγουρη και η πέμπτη θέση είναι σπαζοκεφαλιά. Δεν θέλω με τίποτα Fincher οπότε βάζω τον Malick. Παίζει να έχουμε και καμία έκπληξη με κανέναν Tate Taylor για το "The Help"

Best Actor
George Clooney, "The Descendants" 
Jean Dujardin, "The Artist" 
Michael Fassbender, "Shame"
Brad Pitt, "Moneyball" 
Leonardo DiCaprio, "J. Edgar"
(alt. Gary Oldman, "Tinker, Tailor, Soldier, Spy" )

Νομίζω η πεντάδα έχει κλείσει. Μόνο ο Oldman παίζει να εισχωρήσει αν και δεν το καταλαβαίνω αφού η ερμηνεία του δεν ήταν σπουδαία. Fingers crossed για τον Michael Shannon στο "Take Shelter".

Best Actress
Bérénice Bejo, "The Artist"
Glenn Close, "Albert Nobbs"
Viola Davis, "The Help" 
Meryl Streep, "The Iron Lady"
Michelle Williams, "My Week With Marilyn"
(alt. Tilda Swinton, "We Need to Talk About Kevin")

Και εδώ παιρνω το ρίσκο και λέω πως η Bejo θα αναβαθμιστεί σε Lead. Θυμηθείτε Kate Winslet στο "The Reader" αλλά και Keisha Castle-Hughes στο "Whale Rider". Δυστυχώς η Tilda θα την πληρώσει. Μην δω Rooney Mara θα κάνω εμετό.

Best Supporting Actor
Kenneth Branagh, "My Week With Marilyn" 
Albert Brooks, "Drive"
Jonah Hill, "Moneyball"
Nick Nolte, "Warrior"
Christopher Plummer, "Beginners"
(alt. Philip Seymour Hoffman "The Ides Of March")

Μα ο Johan Hill;;; Γιατί;;; Μακάρι να κάνω λάθος. Περιμένω spoiler από Hoffman αλλά φοβάμαι να κάνω επίσημη πρόβλεψη. Αν και πιστεύω ότι θα δούμε τίποτα κουλό αλά Viggo Mortensen.

Best Supporting Actress
Jessica Chastain, "The Help" 
Melissa McCarthy, "Bridesmaids"
Janet McTeer, "Albert Nobbs"
Octavia Spencer, "The Help"
Shailene Woodley, "The Descendants"
(alt. Bérénice Bejo, "The Artist"/Vanessa Redgrave "Coriolanus")

Αν κάνω λάθος η Bejo είναι σίγουρη εδώ. Την McCarthy δεν την καταλαβαίνω όταν αντίστοιχα ο Zach Galifianakis στο "Hangover" δεν ήταν πουθενά. Η Redgrave είναι ικανότατη να μπει στην πεντάδα νομίζω.

Best Writing (Adapted Screenplay)
"The Descendants" 
"The Help"
"Hugo"
"Moneyball" 
"Tinker, Tailor, Soldier, Spy"
(alt. "The Ides of March")

Please όχι το Dragon Tatoo.

Best Writing (Original Screenplay)
"50/50"
"The Artist" 
"Bridesmaids" 
"Midnight in Paris" 
"A Separation"
(alt. "Young Adult"/"Win Win")

Θέλω τόσο πολύ το "A Separation". Μακάρι!!

Best Foreign Language Film
"Bullhead," Belgium
"Pina," Germany
"A Separation," Iran 
"Footnote," Israel
"In Darkness," Poland
(alt. "Superclásico," Denmark)

Αφού λείπει το "La Guerre Est Déclarée" δεν με νοιάζει τίποτα. Απλά θέλω ασυζητητί το "A Separation".

Best Animated Feature Film
"The Adventures of Tintin"
"Chico and Rita" 
"Puss in Boots"
"Rango"
"Winnie the Pooh"
(alt. "Rio")

Ένα μεγάλο ΌΧΙ στο "Cars 2".
--------------------------------------------------------------

Από εδώ και πέρα είναι απλά εικασίες...

Best Documentary Feature
"Buck"
"Hell and Back Again"
"Paradise Lost 3: Purgatory"
"Pina"
"Project Nim"
(alt.  "Bill Cunningham New York" )

Best Art Direction
"The Artist" 
"Harry Potter and the Deathly Hallows: Part 2" 
"Hugo" 
"Jane Eyre"
"Tinker, Tailor, Soldier, Spy"
(alt. "War Horse")

Best Cinematography
"The Artist" 
"Hugo"
"Tinker, Tailor, Soldier, Spy"
"The Tree of Life" 
"War Horse"
(alt. "The Girl With the Dragon Tattoo")

Best Costume Design
"Anonymous"
"The Artist"
"The Help"
"Hugo"
"Jane Eyre"
(alt. "My Week With Marilyn") 

Best Film Editing
"Contagion"
"The Artist" 
"The Descendants"
"Hugo"
"Moneyball"
(alt. "The Girl With the Dragon Tattoo")

"Drive" και "Contagion" τα καλύτερα μονταρισμένα φιλμ. Οπότε ρισκάρω και λέω ότι το "Contagion" θα προταθεί.

Best Makeup
"The Artist" 
"Gainsbourg: A Heroic Life"
"The Iron Lady"
(alt. Harry Potter and the Deathly Hallows: Part 2)

Best Music (Original Score)
"The Artist" 
"The Girl With the Dragon Tattoo"
"Hugo" 
"Tinker, Tailor, Soldier, Spy"
"War Horse"
(alt. "Jane Eyre"/"Contagion"/"Hanna")

Δυστυχώς το "War Horse" θα μπει. Θέλω σαν τρελός "Contagion" και "Hanna".

Best Music (Original Song)
"Lay Your Head Down" from "Albert Nobbs"
"Star Spangled Man" from "Captain America: The First Avenger" 
"The Living Proof" from "The Help"
"Life's a Happy Song" from "The Muppets"
"So Long" from "Winnie the Pooh"
(alt. "Pictures In My Head" from "The Muppets")

Θέλω Zooey Deschanel και "Winnie the Pooh" οπότε ρισκάρω. Fingers crossed και για το "Bridge of Light" από το "Happy Feet Two" και την P!nk.

Best Sound Editing
"Drive" 
"Hanna"
"Mission: Impossible - Ghost Protocol"
"Rise of the Planet of the Apes"
"Super 8" 
(alt. "Transformers: Dark Of The Moon")

Best Sound Mixing
"The Artist"
"Hanna" 
"Hugo"
"Moneyball"
"Super 8" 
(alt. "War Horse")

Best Visual Effects
"Captain America: The First Avenger" 
"Harry Potter and the Deathly Hallows: Part 2" 
"Hugo" 
"Rise of the Planet of the Apes" 
"The Tree of Life"
(alt. "Transformers: Dark of the Moon")

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

50/50 [3/5]

Θυμάστε την ταινία του 2009 Funny People του Judd Apatow με πρωταγωνιστή τον Adam Sandler; Μια ταινία που υποσχόταν μια εξαιρετικά δροσιστική ματιά στην ασθένεια μέσω του χιούμορ. Τελικά, δεν το κατάφερε. Και εδώ έρχεται το «50/50» που πετυχαίνει αυτό που παρόμοιες ταινίες έχουν αποτύχει. Ο καρκίνος είναι ένα θλιβερό θέμα και οι χολιγουντιανές ταινίες που αναφέρονται σε αυτό είναι πολύ εύκολο να οριοθετηθούν. Έχουν τον καρκίνο ως θέμα τους, αλλά πολύ λίγες δίνουν έμφαση στο ανθρώπινο στοιχείο της νόσου και ακόμη λιγότερες καταφέρνουν να βρουν την αυθεντική αισιοδοξία και το χιούμορ που απορρέει από τέτοιες καταστάσεις.

Δεν είναι μια ιστορία για την επικείμενη απώλεια, τη θλίψη και την αναπόφευκτη απαρηγόρητη λύπη. Σίγουρα έχει τέτοιες δυνατότητες, αλλά το έξυπνο εδώ είναι ότι η έμφαση είναι σε μεγάλο βαθμό στο ανθρώπινο ταξίδι ενός άντρα που αγωνίζεται να ξεπεράσει τις αντιξοότητες. Ο σεναριογράφος Will Reiser γνωρίζει ότι εμείς ως θεατές έχουμε γνώση των καταστροφικών φυσικών συνεπειών μιας τέτοιας απειλητικής για τη ζωή ασθένειας και αντ’αυτου εστιάζει αλλού. Μέσα από διάφορες σχέσεις (φίλου με φίλου, μητέρας με γιου, ασθενή με γιατρού) δημιουργεί μια πλήρως σφαιρική εικόνα του κεντρικού χαρακτήρα και απεικονίζει εξαιρετικά το πώς κάποιος τα βγάζει πέρα, ανταπεξέρχεται σε κάτι τέτοιο.

Με αυτό κατά νου, το «50/50» είναι μια τεράστια επιτυχία αφού σίγουρα αποτελεί μια σημαντική νέα προσέγγιση στο θέμα της ασθένειας. Ο κεντρικός χαρακτήρας διατηρεί τη συμπάθεια μας και αισθανόμαστε την αγωνία του καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου. Πέρα από αυτόν, όμως, η ταινία χάνει την αξία της αφού όλοι οι υπόλοιποι χαρακτήρες δεν λειτουργούν. Η συμπεριφορά της κοπέλας του δεν μοιάζει πιστευτή, υπάρχει μια συμβατική ρομαντική ιστορία που ακόμα κι αν αναπτύσσεται σωστά μοιάζει πολύ ασφαλής και κουρασμένη σαν ιδέα για μια ταινία που θέλει να σπάσει την πεπατημένη (σοβαρά και χιουμοριστικά) γύρω από την ασθένεια και το θάνατο. Από την άλλη, ο χαρακτήρας του καλύτερου φίλου όταν στην αρχή κάνουν αστεία για την ασθένεια, την εξουθενωτική ιατρική περίθαλψη κι άλλα συναφή μοιάζει ειλικρινής και αληθινός, αλλά από κάποιο σημείο καταλήγει λίγο άξεστος και γραφικός.

Μπορεί λοιπόν να μην είναι η καλύτερη ταινία της χρονιάς, πρέπει να παραδεχτώ όμως ότι είναι μια ταινία που βρίσκει το γέλιο ακόμα και στις πιο σκοτεινές γωνιές της ζωής ενός ανθρώπου, ενώ παράλληλα αγκαλιάζει και το δράμα χωρίς συγκομιδή δακρύων. Είναι ένα παράδειγμα για το πώς να μην τα χάσετε στις δύσκολες στιγμές και να πολεμήσετε, να είστε ο εαυτός σας ανεξάρτητα από το ποια μπορεί να είναι η εξέλιξη των προβλημάτων σας. Τελειώνοντας, όμως, σου αφήνει μια παράξενη γεύση στο στόμα αφού το ψαχούλεμα ενός ανθρώπου που αντιμετωπίζει τη θνησιμότητα του δεν μοιάζει ολοκληρωμένο.

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012

Albert Nobbs [3/5]

Άλλη μια ταινία (μετά τα The Iron Lady και J.Edgar) οπού ο σημαντικότερος λόγος για να την δεις είναι η πρωταγωνίστρια/ης της. Στην συγκεκριμένη περίπτωση μιλάμε για την Glenn Close. Σπουδαία ηθοποιός, έχει προταθεί για το βραβείο Όσκαρ πέντε φορές για αξέχαστες ερμηνείες σε ταινίες όπως: Επικίνδυνες Σχέσεις, Ολέθρια Σχέση και Ο Αλλόκοτος Κόσμος του Γκαρπ. Εδώ είναι απολύτως καταπληκτική. Όχι μόνο γιατί η μεταμόρφωση της είναι εξαιρετική, αλλά και γιατί η ερμηνεία της ως ένας μπάτλερ στην Ιρλανδία του 19ου αιώνα είναι απίστευτη.

Βασισμένη σε μια σύντομη ιστορία που η Close είχε ξαναπαίξει σε ένα θεατρικό έργο σχεδόν 20 χρόνια πριν, ο ομώνυμος χαρακτήρας του τίτλου της ταινίας είναι ο αρχιυπηρέτης σε ένα ιρλανδικό ξενοδοχείο, ο οποίος έχει ένα μυστικό. Σεβαστός από τους υπόλοιπους υπαλλήλους και κλειστός στον εαυτό του. Η ταινία παίρνει μπρος με την άφιξη ενός μπογιατζή που κατανοεί τον Albert καλύτερα από όσο ποτέ θα μπορούσε να έχει φανταστεί και τον φέρνει ξαφνικά αντιμέτωπο με διλήμματα όσον αφορά στον τρόπο ζωής που έχει επιλέξει να ζει τόσα χρόνια. Εκ πρώτης όψεως, λοιπόν, μπορεί η ταινία να φαίνεται σαν ακόμα μια κλισέ ταινία εποχής, αλλά αποδεικνύεται τελικά ένα εξαίσιο δράμα χαρακτήρων.

Το «Albert Nobbs» διαθέτει πανέμορφη φωτογραφία, κοστούμια και σκηνικά και θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε ως μια όμορφη τραγωδία αφού εξιστορεί μια θλιβερή ιστορία, στο επίκεντρο της οποίας βρίσκεται ο Albert. Ένας χαρακτήρας φυλακισμένος μέσα στα ίδια του τα ρούχα, ένας άνθρωπος που έχει μάθει να επιβιώνει με τον δικό του θλιβερό και παράξενο τρόπο. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες γιατί θα σας το χαλάσω, θα πω μονάχα ότι το έργο θα τρυπώσει μέσα σας με απρόσμενο τρόπο και θα σας κάνει να σκεφτείτε για τη ζωή, για ευκαιρίες που χάσατε και για την αγάπη, αγάπη που εκφράσατε ή που παρέμεινε ανέκφραστη. Αποτελεί μια ήρεμη ματιά για τη σεξουαλική ταυτότητα του καθενός και την εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Μόνο μου πρόβλημα ο κάπως αργός ρυθμός της και το γεγονός ότι δεν προσφέρει αρκετή διορατικότητα στον σύνθετο κόσμο του Albert όπως προσωπικά θα ήθελα. Είναι κλειστός, ψυχρός και τόσο αποξενωμένος και από μας σαν θεατές που μας είναι δύσκολο να παρασυρθούμε πλήρως από τη μυστηριώδη ζωή του.

Το Albert Nobbs δεν είναι για όλους. Είναι μια περίεργη ταινία που ποτέ δεν φαίνεται να αξιοποιείται πλήρως ή να αναπτύσσεται εξολοκλήρου. Αποπνέει μια μελαγχολία και η πραγματικά λυπηρή κατάληξη της μας υπενθυμίζει μια μικρή, απλή κι αυταπόδεικτη αλήθεια … ότι κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ποτέ τη δύναμη της αγάπης καθώς και τη δυστυχία της μοναξιάς, και πως πολλές φορές η ζωή μπορεί να μην μας τα φέρνει όπως θέλουμε γι’αυτό καλύτερα θα ήταν να ζούμε στο τώρα.

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

War Horse [1.5/5]

Πιστέψτε με, θα ήθελα πραγματικά να αγαπήσω αυτή την ταινία. Είμαι ένας φανατικός οπαδός του Steven Spielberg ειδικά όταν καταπιάνεται με συναισθηματικές ιστορίες κατά τη διάρκεια πολέμων. Για αρχή, από τεχνικής άποψης, το «Άλογο του Πολέμου» είναι πολύ καλό. Τα σκηνικά είναι εξαιρετικά, το μοντάζ είναι πρώτης τάξεως ενώ το καδράρισμα του Spielberg μετατρέπει την ταινία σε μια από τις πιο ωραίες οπτικά, με την φωτογραφία να είναι ίσως η δεύτερη καλύτερη της χρονιάς (πρώτο, φυσικά, το Δέντρο της Ζωής). Αλλά είναι μια από τις καλύτερες ταινίες του 2011 συνολικά; Προς απογοήτευσή μου, δεν είναι καν κοντά.

Το «Άλογο του Πολέμου» προσαρμόστηκε από τον Lee Hall και τον Richard Curtis και βασίζεται στο βραβευμένο με Tony βραβευμένο έργο του Nick Stafford καθώς και το παιδικό βιβλίο που το ενέπνευσε, γραμμένο από τον Michael Morpurgo. Παρά την ευρεία αναγνώριση του, είναι δύσκολο να ξεπεράσουμε το γεγονός ότι το κοινό πρέπει να αισθανθεί μια ισχυρή συναισθηματική σύνδεση με ένα άλογο. Αυτό θα μπορούσε να λειτουργήσει αν το άλογο ήταν κάτι σαν την «Μαύρη Καλλονή», αλλά στο «Άλογο του Πολέμου» πρέπει να νοιαζόμαστε επειδή είναι ένα, υποθέτω, μαγευτικό πλάσμα που είχε μια μετασχηματιστική επίδραση στους τόσους πολλούς μονοδιάστατους χαρακτήρες που συναντά.

Φυσικά, υπάρχουν λαμπρές στιγμές διάσπαρτες σε αυτό το 146 λεπτών μακρύ έπος και η μεγαλοφυΐα του Spielberg φαίνεται κατά τη διάρκεια των σκηνών του πολέμου που, αν και δεν είναι τόσο βίαιες όπως στο Η Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν, συλλαμβάνουν έξοχα την βιαιότητα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου . Ωστόσο, το φιλμ μοιάζει σαν συρραφή επεισοδίων, αφού η ταινία δεν ρέει ποτέ πάρα πολύ καλά εκτός από τις σκηνές μάχης. Οι στιγμές παρουσίασης των αρχικών χαρακτήρων ξαφνικά διακόπτεται, προκειμένου να προχωρήσουμε στο επόμενο σύνολο χαρακτήρων και στην συνεχεία στο επόμενο με αποτέλεσμα αυτό να οδηγεί στο μεγαλύτερο πρόβλημά μου με το έργο: την έλλειψη συναισθηματικής σύνδεσης με το κοινό. Δεν αισθάνθηκα ποτέ κανένα δέσιμο με οποιονδήποτε χαρακτήρα αφού όσοι παρουσιάζονται είτε χάνουν τη ζωή τους ή εξαφανίζονται ξαφνικά χωρίς να τους βλέπουμε ξανά. Δεν ακολουθούμε πότε έναν χαρακτήρα σε όλη την ταινία, εκτός από το άλογο. Ακόμα και με αυτό, όμως, δεν μπορούμε ποτέ να έχουμε μια ισχυρή συναισθηματική σύνδεση επειδή η ταινία αφιερώνει χρόνο σε χαρακτήρες χωρίς ενδιαφέρον, αποσπώντας μας την προσοχή.

Επιπροσθέτως, αντί να εμπιστευτεί το ενυπάρχον δράμα του ή το έργο του εξαιρετικού καστ του, ο Spielberg προσθέτει τη γλυκανάλατη μουσική, τα πορτοκαλί ηλιοβασιλέματα και οποιοδήποτε άλλο συναισθηματικά φορτισμένα τρικ γνωρίζει με την ελπίδα ότι θα σε αγγίξει. Τίποτα δεν αισθάνεται φρέσκο, πραγματικά τίποτα. Οι περισσότεροι από τους χαρακτήρες είναι παντομιμικής επινόησης, από τον κακό ιδιοκτήτη Lyons (David Thewlis) μέχρι τον Γάλλο παππού (Niels Arestrup). Το πρώτο μισάωρο είναι οδυνηρά τετριμμένο και λειτουργεί καλύτερα εάν θεωρηθεί ως καθαρή ταινία για παιδιά. Η συνέχεια αποτελεί ένα μελοδραματικό παραμύθι για ένα άλογο, το άλογο-συνεργάτη του και τους ανθρώπινους ιδιοκτήτες του για να καταλήξει σε ένα απίστευτα κλισέ και άνευ πειστικότητας τέλος οπού πράγματα συμβαίνουν και στο επόμενο λεπτό αναιρούνται. Πραγματικά, έτριβα τα μάτια μου από το κοινότυπο και τον σαχλο-συναισθηματισμό του όλου εγχειρήματος. Με εξαίρεση μια εξαιρετική φωτογραφία, ένα ισχυρό δευτερεύον καστ που κάνει ότι καλύτερο μπορεί και μια περιστασιακή, καλόγουστη, παλιομοδίτικη πινελιά, το «Άλογο του Πολέμου» είναι ένα πομπώδης μα κούφιο έργο, τόσο ντεμοντέ που συχνά καταντάει γελοίο.

J. Edgar [3/5]

Το J.Edgar δεν είναι τόσο καλή ταινία όσο είχα ελπίσει να είναι και σίγουρα δεν μπορεί να συγκριθεί με τις προηγούμενες ταινίες του ακούραστου Eastwood. Αξίζει, όμως, να τη δείτε έστω και μόνο για να παρακολουθήσετε μία από τις καλύτερες ερμηνείες της χρονιάς, αυτήν από τον Leonardo DiCaprio.

Η ιστορία είναι για τον J. Edgar Hoover (Leonardo DiCaprio), τον άνθρωπο που ξεκίνησε το FBI. Με τη θέση της αφήγησης στα χέρια του Hoover, καθώς γράφει την αυτοβιογραφία του, η ταινία προσπαθεί να ρίξει φως σε σοβαρές και σημαντικές στιγμές στη ζωή τού, αναμφισβήτητα, ενός από τους πιο ισχυρούς ανθρώπους στην ιστορία της Αμερικής . Χρονικά μιλάει επίσης για τη σχέση του με τον δια βίου σύντροφο του, Clyde Tolson (Armie Hammer), τη σχέση του με την αυστηρή μητέρα του (Judi Dench) και μερικά από τα εγκλήματα που είχε λύσει στα χρόνια του στο FBI. Όπως και στο Ανίκητος, όμως, όσο ενδιαφέρουσα είναι η ιστορία που θέλει να πει, τόσο με λάθος τρόπο την εξιστορεί. Το έργο του Eastwood και του σεναριογράφου Dustin Lance Black είναι φιλόδοξο και ασκεί μια ορισμένη γοητεία, αλλά προσπαθεί να καλύψει τόσο ιστορικό έδαφος που δεν αποτελεί ακριβώς ένα μοντέλο οικονομίας. Το πρώτο ημίωρο είναι παραγεμισμένο και ιδιαίτερα ομιλητικό καθώς αφηγείται τα πρώτα χρόνια του Hoover ως αποφασισμένου νέου. Καταφέρνει και αναγνωρίζει τις καινοτομίες του Hoover ως ενός ανθρώπου που πολέμα το έγκλημα καθώς και τον ουσιαστικό ρόλο που έπαιξε στην προστασία του έθνους από μερικούς πραγματικά ειδεχθείς εγκληματίες. Έχει, όμως, και βαθιές ρωγμές στον χαρακτήρα του που αμαυρώνουν την κληρονομιά του. Το σενάριο του Black ρίχνει μεγάλο μέρος της ευθύνης στην αυταρχική μητέρα του. Στην ψυχανάλυση της ταινίας, η σεξουαλική καταπίεση αποτελεί το κλειδί για την επιβολή από τον Hoover ενός άκαμπτου κώδικα δεοντολογίας στο FBI και στην υπερβολική αντίδραση του όταν αντιλαμβάνεται τα ανατρεπτικά στοιχεία στην αμερικανική κοινωνία.

Η ιστορία σταδιακά αποκτά ενδιαφέρον αφού μας μιλάει για τον άνθρωπο Hoover. Μας δείχνει το πώς αντιμετωπίζει τη μοναξιά του καθώς και την αδυναμία του να ζήσει μια πλήρη ζωή ως ομοφυλόφιλος. Και, πάλι σύμφωνα με τον Black, είναι ο Tolson ο οποίος ήταν αρκετά άνετος με τον εαυτό του που επιθυμούσε μια πραγματική ρομαντική σχέση με τον Hoover, αλλά ο διευθυντής του FBI ήταν πολύ τρομοκρατημένος και κατάφερε να την κρατήσει απλά πλατωνική. Η ιστορία Hoover και Tolson είναι μακράν η πιο επιτυχημένη πτυχή της ταινίας, με τους δύο να μοιάζουν με ένα παλιό παντρεμένο ζευγάρι καθώς κουτσομπολεύουν για τα σκάνδαλα διασημοτήτων και τις επιλογές της μόδας των άλλων ανθρώπων . Αλλά ακόμα κι αυτές οι πιο ευαίσθητες πλευρές της ζωής του, λειτουργούν περισσότερο σαν σημειώσεις στην ζωή του αφού ο Eastwood μένει μόνο σε ό, τι θα έπρεπε, με αποτέλεσμα η ταινία να διαθέτει ένα σωρό εικασίες και θέματα που αν αναπτύσσονταν σωστά, θα είχαμε να κάνουμε με μια πιο συναρπαστική ταινία.

Κατά ειρωνικό τρόπο, αυτή η ασάφεια λειτουργεί πραγματικά υπέρ του Leonardo DiCaprio, επιτρέποντας του να δημιουργήσει έναν πιο περίπλοκο συναισθηματικά χαρακτήρα. Αντίστοιχα εντυπωσιακός είναι και ο Armie Hammer λόγω της λεπτότητας της ερμηνείας του. Δεν έχει πολλά να κάνει σε σχέση με το DiCaprio αλλά πραγματικά αυτός είναι ο μόνος χαρακτήρας στην ταινία που έχει πραγματικά ενδιαφέρον και σε κάνει να νοιάζεσαι για εκείνον. Το υπόλοιπο καστ (ιδιαίτερα η Naomi Watts , η οποία είναι χαμένη στον άχαρο ρόλο της εξυπηρετικής γραμματέας του Hoover) δεν στέκεται τόσο τυχερό.

Παρόλο που διαθέτει μια απίστευτη ιστορία, λοιπόν, υπάρχουν πολλά που είναι επαναλαμβανόμενα και βαρετά. Η αλλαγή μεταξύ των διαφόρων σταδίων της καριέρας του Hoover δεν είναι κομψή. Το ζιγκ-ζαγκ μπρος και πίσω σε χρονικές περιόδους που τόσο συχνά γίνεται, μερικές φορές προκαλεί ζάλη και σύγχυση. Ενώ, τέλος, το μακιγιάζ είναι από τα χειρότερα που έχω δει. Για να είμαι ειλικρινής, όμως, δεν γνώριζα πολλά για το Hoover μέχρι που είδα αυτή την ταινία και πρέπει να ομολογήσω ότι μου έδωσε περισσότερες πληροφορίες από όσες περίμενα. Ναι, το κάνει με λάθος τρόπο αλλά παραδέχομαι τον Eastwood γιατί τουλάχιστον προσπάθησε να κάνει μια κατατοπιστικότατη ταινία για αυτόν τον άνθρωπο. Ακόμα και αν δεν τα κατάφερε, το αποτέλεσμα ήταν κάτι παραπάνω από αξιοπρεπές.

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

The Iron Lady [2.5/5]

Ας αρχίσουμε από τα προφανή. Η ερμηνεία της Meryl Streep ως Μάργκαρετ Θάτσερ είναι πραγματικά φοβερή και είναι από μόνη της ένας λόγος που αξίζει να δεις την ταινία. Η ταινία, αυτή καθ' αυτή, έχει κάποια προβλήματα, δεν είναι κακή, αλλά δεν είναι και εξαιρετική.

Σε σκηνοθεσία της Phyllida Lloyd (Mamma Mia), η ταινία μάς διηγείται την ιστορία της Θάτσερ μέσα από τα δικά της μάτια. Με τον περισσότερο χρόνο να καταλαμβάνεται από τα πρόσφατα χρόνια της ζωής της, παρακολουθούμε μια γεροντική Θάτσερ στο διαμέρισμά της καθώς αυτή κοιτάζει αναμνηστικά, βλέπει παλιά βίντεο κι αναπολεί. Μέσα, λοιπόν, από την ζωή της στο τώρα, η ταινία παράλληλα εξιστορεί διάφορα γεγονότα της πιο αμφιλεγόμενης γυναίκας πολιτικού. Και ενώ αυτό το μπρος-πίσω μπορεί να είναι έξυπνα δομημένο και δοσμένο, με τις σκηνές να προσθέτουν πόντους στο όμορφο και νοσταλγικό ύφος της ταινίας, είναι πραγματικά δύσκολο να καταλάβει κανείς τι βρίσκει η Lloyd τόσο συναρπαστικό σε αυτό το υλικό που την αναγκάζει, ξανά και ξανά, να διακόπτει τη δραματική δράση της ταινίας για να μας μεταφέρει πίσω στην αποπροσανατολισμένη γριά Θάτσερ. Είναι ξεκάθαρο ότι πολύ πιο ενδιαφέρουσα είναι η ιστορία της νεαρής Θάτσερ καθώς αγωνίζεται να ξεπεράσει τις ταξικές διαφορές και τις διακρίσεις λόγω φύλου στην άνοδο της στην εξουσία. Αν η Lloyd και η σεναριογράφος Abi Morgan είχαν επικεντρωθεί περισσότερο στα νιάτα της Θάτσερ και την ακμή της ως πρωθυπουργός, το «Σιδηρά Κυρία» θα ήταν πολύ πιο ενδιαφέρον.

Όπως έχουν τα πράγματα λοιπόν, η «Σιδηρά Κυρία» μοιάζει να είναι αρκετά επιφανειακή. Κάνει μια γρήγορη παρακολούθηση των σημαντικών γεγονότων χωρίς να επικεντρώνεται ούτε στα ζωτικής σημασίας και απλά παίζει αρχειοθετημένα βίντεο και ομιλίες κάνοντας το αποτέλεσμα, σαν σύνολο, να μην λειτούργει απόλυτα καλά.Είναι ξεκάθαρο πως ενδιαφέρεται περισσότερο για την δυναμικότητα αυτής της γυναίκας και το γεγονός ότι ήταν γυναικά σε ένα ανδροκρατούμενο περιβάλλον, παρά για την πολιτικό, εστιάζοντας στην ιδιωτική ζωή της. Και εδώ, όμως, υπάρχει θέμα αφού παρόλο που υπάρχει μια σύντομη εισήγηση ότι η δέσμευσή της για τη δημόσια υπηρεσία την ανάγκασε να παραμελήσει την οικογένειά της, ακόμα και αυτή η γραμμή σκέψης δεν πάει πουθενά, καταφέρνοντας έτσι η ταινία να μην λαμβάνει μια σταθερή και ουσιαστική θέση για κανένα σκέλος της ζωής της. Ακόμα κι αν διαφωνείται με ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής της, βρίσκω πως είναι μια εξαιρετικά ιδιαίτερη προσωπικότητα και, παρά τις δυνατότητες, αυτό που θα μπορούσε να είναι μια απολύτως αξιόλογη βιογραφία, στα χέρια της Loyd αποδεικνύεται λίγο κι άτολμο. Διαθέτει, όμως, στον πυρήνα του μια Meryl Streep, μια ηθοποιό οπού τα οποιαδήποτε προβλήματα μιας ταινίας τα εξαφανίζει απλά και μόνο με την παρουσία της. Εδώ (όπως και στο Τζούλι & Τζούλια), είναι τόσο συγκλονιστική η απόδοση της που πραγματικά σε αφήνει άφωνο. Από την δυναμικότητα της νεαρής Θάτσερ μέχρι την απεικόνιση της ως γριά, η Meryl Streep παίζει με όλο της το σώμα, πετυχαίνει τον τρόπο ομιλίας καθώς και τις ιδιομορφίες της θυμίζοντας μας για ακόμη μια φορά ότι είναι ίσως η καλύτερη ηθοποιός όλων των εποχών.

Ως η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου και βασικός παράγοντας στην παγκόσμια πολιτική σκηνή της δεκαετίας του 1980, η Μάργκαρετ Θάτσερ αξίζει μια σκληρή αλλά δίκαιη βιογραφία που θα ρίχνει φως στα δυνατά και τα αδύνατα σημεία της ως άτομο και ως ηγέτης. Μέχρι να γυριστεί, όμως, μια τέτοια ταινία, έχουμε το «H Σιδηρά Κυρία», μια κλασσικά αβλαβής, βασισμένη στα γνωστά πρότυπα του Χόλιγουντ, πολιτική βιογραφία που προσφέρει μόνο μια απλή ανάλυση της Θάτσερ.

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

The Descendants [3.5/5]

Το 2005, ο Alexander Payne σκηνοθετεί το Πλαγίως, μια δραματική κομεντί γύρω από τις περιπέτειες δύο αντρών στην ενδοχώρα της Καλιφόρνια όπου έρχονται αντιμέτωποι με σκέψεις, πειρασμούς κι άφθονο κρασί. Ήταν αστείο και διασκεδαστικό σε όλη τη διαδρομή. Έξι χρόνια αργότερα, επιστρέφει στην καρέκλα του σκηνοθέτη για να κάνει το «Οι Απόγονοι», μια ταινία για τον Matt King (George Clooney), ο οποίος προσπαθεί να ενώσει την οικογένειά του μετά από ένα δυσάρεστο ατύχημα που άφησε τη γυναίκα του σε κόμμα.

Ο Payne ειδικεύεται σε τέτοιες γλυκόπικρες κωμωδίες που σαν επίκεντρο έχουν χαρακτήρες που οδηγούνται σε ένα ταξίδι αυτό-αφύπνισης. Οι κόσμοι που δημιουργεί καθίστανται εξαιρετικά ακριβής αφού κάθε γραμμή του διαλόγου και κάθε χαρακτήρας μοιάζει αληθινός και βγαλμένος από την πραγματικότητα. Αυτό από μόνο του είναι επίτευγμα για ένα σκηνοθέτη. Στο «Οι Απόγονοι», το ηλιόλουστο περιβάλλον της Χαβάης είναι άπλα ένα εξωτικό σκηνικό στο οποίο διαδραματίζεται ένα οικογενειακό δράμα. Δεν αποτελεί τον χωρίς έγνοιες παράδεισο που έχουμε στο μυαλό μας όταν ακούμε Χαβάη. Έχουμε χαρακτήρες που έρχονται αντιμέτωποι με μια πραγματική σύγκρουση συναισθημάτων. Διαθέτουν θυμό, εκφράζουν την θλίψη τους με διαφορετικό τρόπο, αντιλαμβάνονται τις καταστάσεις από διαφορετικές όψεις και συμπεριφέρονται διαφορετικά, αληθινά. Και αυτή είναι η ουσία ενός ουσιαστικού δράματος. Οι «Απόγονοι» είναι επίσης μια μεγάλη κωμωδία, οπού το γέλιο πηγάζει από τις καταστάσεις της ζωής και τους ίδιους τους χαρακτήρες. Εδώ, όπως και στην πραγματική ζωή, με σύμμαχο μας το γέλιο και την κωμωδία προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε τους καθημερινούς αγώνες και τις αποτυχίες μας, το ίδιο κάνει ο Matt και η οικογένειά του. Πιθανώς να εκπλαγείτε με το πόσο συχνά γελάτε και στη συνέχεια, στo επόμενο λεπτό, έχετε έναν κόμπο στον λαιμό σας. Η συναισθηματική ανταμοιβή της ταινίας είναι μεγάλη. Παρακολουθώντας τον Matt και τις κόρες του να κάθονται στον καναπέ βλέποντας μια ταινία μαζί, θα αισθανθείτε ικανοποιημένοι ότι αυτή η διαλυμένη οικογένεια έχει αρχίσει να θεραπεύει τον εαυτό της.

Στους ηθοποιούς, τώρα, ο Clooney εδώ είναι διαφορετικός από κάθε άλλη φορά αφού δείχνει μια μεγάλη γκάμα, καθώς ο χαρακτήρας του αντιμετωπίζει τη θλίψη του. Δεν υπάρχει «σωστός» τρόπο αφού ο θρήνος είναι κάτι βαθιά προσωπικό. Το δίλημμα του Matt αλλά και τα συναισθήματα της προδοσίας και της σύγχυσης είναι πάρα πολύ πιστευτά: ψάχνει για απαντήσεις τη στιγμή που το άτομο που τις κατέχει κοιμάται. Ο Clooney είναι σε καλή φόρμα, επιδεικνύοντας μια βαθύτερη αίσθηση της απώλειας και του άγχους. Προσπαθεί να βρει τη βάση του, ενώ ο κόσμος γύρω του αλλάζει ριζικά αν και τίποτα δεν έχει αλλάξει περισσότερο από τα δικά του συναισθήματά προς τη σύζυγό του. Χωρίς να έχει μεγάλες δραματικές σκηνές πέραν από μια στο τέλος, η ερμηνεία που δίνει ως ένας άντρα που χάνει τον κόσμο του είναι η ουσία για την οποία οι τελετές απονομής βραβείων φτιάχτηκαν.

Αξιοσημείωτη ανακάλυψη είναι και η Woodley που κοντράρει στα ίσια τον Clooney. Αποδίδει θαυμάσια μια επιθετική, αθυρόστομη κι επαναστατική έφηβο, είναι όμως κάτι πολύ περισσότερο από αυτό αφού κάθε καμπή της, κάθε δισταγμός της, κάθε κίνηση της μοιάζει απολύτως φυσική για τον χαρακτήρα της και όταν έρχονται οι μεγάλες δραματικές σκηνές της είναι μια υπολογίσιμη δύναμη. Έχει μια σκηνή όπου μετά την ξαφνική είδηση ότι η μητέρα της θα πεθάνει σύντομα, εκείνη βυθίζεται υποβρύχια στην πισίνα και ουρλιάζει τόσο δυνατά όσο αυτή μπορεί. Μόνο για αυτήν την σκηνή θα περιμένουμε με αγωνία τα επόμενα της σχέδια, ενώ ευελπιστούμε η σωρεία βραβείων που κερδίζει να είναι ένα έναυσμα ώστε να αποχωρήσει από το «The Secret Life of the American Teenager», στο οποίο αυτή τη περίοδο πρωταγωνιστεί.

Το «Οι Απόγονοι» ισορροπεί ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία. Όπως στο Πλαγίως, η ταινία λειτουργεί καταφέρνοντας να υπάρχει κωμική ανακούφιση, ενώ εξακολουθεί να είναι πολύ σοβαρή και να εκπέμπει ένα συναισθηματικό αντίκτυπο στους θεατές. Είναι ένα απίστευτα αληθινό δράμα, μια ανθρώπινη και συγκινητική κωμωδία, μια ταινία που ασχολείται με την ακαταστασία των ανθρώπινων συναισθημάτων, όπου κλείνει ευχάριστα με την αποδοχή της ακατανόητης αταξίας της ζωής. Οι «Απόγονοι» έχουν σχεδόν τα πάντα που θα θέλατε σε μια ταινία: υπέροχες ερμηνείες, ισχυρούς χαρακτήρες, μια θαυμάσια ιστορία και συναισθήματα που σε επηρεάζουν. Ώριμη και τρυφερή, η ταινία του Payne είναι μια, μάλλον αισιόδοξη, γιορτή της οικογένειας καθώς αυτή αντιμετωπίζει τις αντιξοότητες της ζωής.

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

Goethe! [1/5]

Ο Johann Wolfgang von Goethe, αυτή η γερμανική ιδιοφυΐα περισσότερο γνωστή για το «Φάουστ», είναι ένα μάλλον απίθανο θέμα για μια ρομαντική κωμωδία. Αυτό δεν σταμάτησε το σκηνοθέτη και συν-σεναριογράφο Philipp Stolzl από το να γυρίσει μια. Θέλοντας να φτιάξει το γερμανικό Ερωτευμένος Σαίξπηρ κάνει το λάθος να χρησιμοποιήσει ότι κλισέ κι οποιαδήποτε κοινοτοπία υπάρχει διαθέσιμη. Φυσικά, μια ερωτική ιστορία για να ειπωθεί θα πρέπει πιστεύω να διαθέτει κάποια από τα κλισέ του είδους, το θέμα όμως είναι πώς θα τα προβάλλεις και θα τα εισάγεις στην ταινία σου έτσι ώστε να μην βγάζουν μάτι...

Η πρώτη μισή ώρα μάς παρουσιάζει τον νεαρό Goethe ξέγνοιαστο να διασκεδάζει και να το παλεύει να πετύχει ως ποιητής και θεατρικός συγγραφέας, υπό την πίεση όμως του δικηγόρου πατέρα του ώστε να ακολουθήσει τα βήματά του. Πιστεύοντας ότι δεν έχει ταλέντο, θα λυγίσει και πάνω που αρχίζει να μελετά το νόμο θα συναντήσει τη Lotte, η οποία έχει τη φωνή ενός αγγέλου. Σαν τετριμμένη παλιά ταινία θα προσβάλλει σε συγκεκριμένες εκφάνσεις επανειλημμένα και χωρίς προφανή λόγο τον πρωταγωνιστή, πράγμα που αποτελεί πάντα μια ένδειξη ότι οι δύο τους θα ερωτευτούν παράφορα, κάτι το οποίο τόσο προβλέψιμα γίνεται. Μέσα σε όλα τα γνωστά γλυκανάλατα του τύπου «φλερτάρουμε μαγειρεύοντας», πάει ο ένας να βρει τον άλλον και την ίδια μέρα με τα φιλιά στη βροχή, εμφανίζεται (όχι απροσδόκητα) το πασίγνωστο πρόβλημα τέτοιων ταινιών: η μητέρα έχει πεθάνει πριν από ένα χρόνο, αφήνοντας πίσω της οκτώ παιδιά και έναν αδέκαρο πατέρα και μόνο ένας γάμος της Lotte με έναν επιτυχημένο κύριο θα μπορέσει να σώσει την οικογένειά της, γεγονός που ο μπαμπάς έχει ήδη φροντίσει αφού την έχει υποσχεθεί σε έναν πλούσιο, που δεν είναι άλλος από το αφεντικό του Goethe (Moritz Bleibtreu). Μετά από αυτό, ο Goethe προσπαθώντας να εξορκίσει τον πόνο του και ταυτόχρονα να θριαμβεύσει στην τέχνη, γράφει το «The Sorrows of Young Werther».

Υπάρχουν και πολλά άλλα στα οποία η ταινία δεν λειτουργεί. Αρχής γενομένης από το γεγονός ότι ο Goethe, μια διάνοια της λογοτεχνίας, παρουσιάζεται ως ένας πότης νεαρός που του αρέσουν τα τρικούβερτα γλέντια. Δεν λέω ότι οι ταινίες για μεγάλους καλλιτέχνες, ιδιαίτερα σε τόσο πρώιμο στάδιο της σταδιοδρομίας τους, πρέπει να δείχνουν μόνο τις στιγμές μεγαλείου τους, αλλά σίγουρα πρέπει να υπάρχει κάτι περισσότερο από αυτή εδώ την απεικόνιση. Όποια κι αν είναι η πραγματικότητα, δεν υπάρχει τίποτα στο Goethe που δεν έχει γίνει καλύτερα σε δεκάδες άλλες ταινίες που έχουμε δει στο παρελθόν.

The Girl With The Dragon Tatoo [2/5]

Ο David Fincher είναι ένας από τους καλύτερους σκηνοθέτες. Υπεύθυνος για ταινίες όπως τα Seven, Fight Club, Η Απίστευτη Ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον και το περσινό The Social Network. Μια ταινία που κέρδισε ότι βραβείο υπήρχε από κριτικούς και που αδικαιολόγητα έχασε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Μια ταινία που του έφερε όλο τον κόσμο στα πόδια του. Οπότε, και μόνο στο άκουσμα ότι σαν επομένη ταινία του θα καταπιανόταν με ένα ριμέικ, ήταν κάτι το αναπάντεχο και μη λογικό. Ακόμα πιο παράλογο ήταν όταν αποφάσισε να κάνει όχι ένα οποιοδήποτε ριμέικ, αλλά να ξαναγυρίσει μια ήδη εξαιρετική ευρωπαϊκή ταινία σε κάτι λιγότερο από έναν χρόνο, αφού μόλις το 2010 βγήκε το πρωτότυπο. Άμεσα, λοιπόν, η ταινία φαντάζει σαν μια προφανή απόδειξη ότι η Αμερική δεν διαβάζει βιβλία ή υποτιτλισμένες ταινίες...

Βλέποντας την, λοιπόν, αισθανόμουν όπως όταν έβλεπα το Ψυχώ του Gus Van Sant και αυτό γιατί η ταινία του Fincher δεν διαφέρει σε τίποτα από τη Σουηδική. Μπορεί να έχουν αλλάξει ένα-δυο πραγματάκια, αλλά κατά βάση το στόρι είναι ίδιο, οι σκηνές είναι ίδιες και μόνο τα σκηνοθετικά τρικ του Fincher την κάνουν να φαίνεται διαφορετική. Ο Fincher καταφέρνει, επίσης, να κάνει μια νέα έκδοση της σουηδικής ταινίας που είναι αρκετά κατάλληλη για την Αμερική. Στην αρχική, οι σκηνές βιασμού ήταν πολύ πιο βίαιες κι ενοχλητικές κάνοντας σε να νιώσεις άβολα, κάτι το οποίο μια σκηνή βιασμού θα πρέπει να σας κάνει να νιώσετε. Σε αυτό, όμως, ο Fincher χαμηλώνει τους τόνους και χρησιμοποιεί φακούς με μεγάλο εύρος τοποθετώντας τους σε περίεργα σημεία έτσι ώστε να μην φαίνονται και πολλά. Πολύ στυλ αλλά χωρίς επαρκή ουσία ακόμα κι εδώ. Ένα άλλο πράγμα που με πέταγε συνεχώς έξω από την ταινία και με ενοχλούσε είναι ότι παρόλο που κι αυτή η ταινία είναι γυρισμένη στην Σουηδία, όλοι μιλούν αγγλικά. Αν ήθελε να τιμήσει τον όρο «διασκευή», θα μπορούσε να τοποθετήσει τη δράση στις ΗΠΑ κι έτσι θα βόλευε και το αγγλικό.

Η δεύτερη πράξη της ταινίας, επίσης, πάσχει σε μεγάλο βαθμό. Υπάρχουν δύο ιστορίες που εξελίσσονται εδώ... ένα θρίλερ μυστηρίου για την διαλεύκανση μιας δολοφονίας και η μελέτη του χαρακτήρα ενός κακοποιημένου και δυσαρεστημένου κοριτσιού. Και ενώ στο πρώτο πάλι η ένωση των ιστοριών γίνεται με αργούς ρυθμούς, για κάποιον λόγο δεν φαινόταν τόσο ασύνδετο. Ίσως έφταιγε το μοντάζ, ίσως το σενάριο, δεν ξέρω, αλλά εδώ δεν έχουν καμία σχεδόν σχέση μεταξύ τους. Το μόνο ίχνος σύνδεσης μεταξύ των δύο είναι ότι η Lisbeth (Rooney Mara) δέχεται να βοηθήσει να πιαστεί ένας δολοφόνος γυναικών, λόγω της προσωπικής της κατάστασης. Τέλος, η τρίτη πράξη δεν τελειώνει ποτέ. Μόλις το μυστήριο/δολοφονία διαλευκανθεί, η ταινία πρέπει να ολοκληρώσει και τις άλλες ιστορίες, κάνοντας το όμως με έναν τρόπο που μόλις και μετά βίας μπορούμε να πείσουμε τον εαυτό μας να νοιαστεί τώρα που η κύρια πλοκή έχει τελειώσει.

Αναρωτιέμαι εύλογα... γιατί γυρίστηκε αυτή η ταινία; Και η απάντηση είναι: Αυτή η ταινία είναι η εμπορευματοποίηση στην πιο προφανή της μορφή. Χωρίς το όνομα του Fincher στη σκηνοθεσία, όλοι θα το αντιμετώπιζαν σαν ακόμα ένα αδιάφορο ριμέικ ξένης για τις ΗΠΑ ταινίας. Αλλά λόγω Fincher, η ταινία και θα βγάλει έναν σκασμό λεφτά και θα αναγνωριστεί από τους κριτικούς και θα λουστεί με ένα σωρό βραβεύσεις. Συγγνώμη, αλλά δεν θα πάρω. Α και να μην ξεχάσω, η Rooney Mara δεν πιάνει μία μπροστά στην Noomi Rapace.

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

Le Havre [3/5]

Αξιόλογο, γλυκό και απλό. Τρεις λέξεις που μπορούν να περιγράψουν την νέα ταινία του Aki Kaurismaki. Το Λιμάνι της Χάβρης ευτελίζει περίπλοκα ζητήματα αφού καταφέρνει και υφαίνει την παγκόσμια πολιτική με την τοπική κοινωνία. Μιλάει για την καλοσύνη και το θάρρος, αλλά και για τη σοβαρή κρίση που αντιμετωπίζει η Ευρώπη με τους πρόσφυγες από την Αφρική, οι οποίοι έρχονται στην χώρα ανεπιθύμητοι χωρίς χαρτιά . Όμως, στα χέρια του Φιλανδού σκηνοθέτη η ταινία καταφέρνει να είναι μια ιστορία για τους ανθρώπους, όχι για την πολιτική. Με επίκεντρο δύο πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες που ο ένας, μέσω της φιλίας, βοηθά τον άλλο να αποκτήσει αυτό που πραγματικά επιθυμεί, την ελευθερία, ο Kaurismaki σκηνοθετεί ένα πολύ όμορφο, αξιοπρεπές, συγκινητικό φιλμ, με ένα επάξια αίσιο τέλος.

Έχουμε, όμως, να κάνουμε και με μια συγκρατημένη ταινία σε όλα τα επίπεδα. Συναισθηματικά, αφού δεν υπήρχαν τραβηγμένες σκηνές αγάπης κι αισθημάτων, αντ' αυτού υπάρχουν απλές ανταλλαγές λέξεων. Επιπλέον, η ιστορία, όσο σημαντική κι αν είναι, εξελίσσεται χωρίς υπερβολές, χωρίς εκρήξεις, χωρίς κυνηγητά αλλά με ένα ήπιο και περίεργο τρόπο που κάπου κουράζει. Η παραγωγή, από την άλλη, είναι λιτή, ο φωτισμός και τα σκηνικά πλησιάζουν περισσότερο τα σκηνικά του θεάτρου αντί του κινηματογράφου, ενώ η κάμερα δεν μετακινείται από τη σταθερή της θέση για το μεγαλύτερο μέρος του έργου. Γενικά, νομίζω ότι εδώ η υφολογική προσέγγιση του Kaurismaki επισκίασε την πλοκή και την ανάπτυξη χαρακτήρων.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η ταινία δεν έχει να προσφέρει πράγματα στον θεατή και υλικό να σκεφτεί μετά, απλά εγώ στο τέλος ένιωσα ότι κάτι έλειπε.