Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Le Chat du Rabbin [1.5/5]

Η ιστορία εξελίσσεται στην Αλγερία το 1920 κι έχει σαν κεντρικούς ήρωες έναν ραβίνο, την κόρη του και τη γάτα τους. Η γάτα από την στιγμή που τρώει έναν ομιλούντα παπαγάλο είναι σε θέση και η ίδια να μιλήσει. Τα πρώτα λόγια που λέει είναι ένα ψέμα, αλλά παράλληλα αρχίζει να δείχνει ενδιαφέρον και να θέλει να μάθει για τον Ιουδαϊσμό. Η παρουσία, τώρα, ενός Ρώσου θα τους οδηγήσει σε ένα αξέχαστο ταξίδι.

Γοητευτικό κινούμενο σχέδιο που προέρχεται από ένα δημοφιλές γαλλικό κόμικ του ίδιου του σκηνοθέτη, Joanne Sfar. Σίγουρα προϊόν αγάπης, λοιπόν, το «Le Chat Du Rabbin» είναι ευχάριστο και πολύχρωμο, πάσχει όμως από μια μεγάλη αδυναμία που όσο παίρνει η ώρα τόσο πιο έντονη γίνεται. Μοιάζει ανολοκλήρωτο. Η αρχή της ταινίας, όταν η γάτα μόλις έχει αρχίσει να μιλάει, είναι σίγουρα το καλύτερο κομμάτι της. Είναι απλά υπέροχο να βλέπεις την ταινία να ξεδιπλώνονται και να μην ξέρεις τι να περιμένεις. Η γάτα είναι ο παραμυθάς μας. Βλέπουμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια της. Η ιστορία εδώ μοιάζει να είναι πολύ προσωπική, ειδικά σε ότι αφορά τις στιγμές όπου η γάτα αρχίζει να απορεί και να αναρωτιέται για θέματα θρησκείας, αγάπης και περί σύγχρονης επιστήμης, ψάχνοντας να βρει πού ανήκει. Όλοι μας κάποια στιγμή έχουμε περάσει από περιόδους αμφισβήτησης, προσπαθώντας να βρούμε τον δρόμο μας στον κόσμο, γεγονός που καθιστά τη γάτα έναν τόσο κοντινό σε εμάς χαρακτήρα. Το σενάριο, δε, είναι αρκετά έξυπνο και η ταινία μοιάζει πολλά υποσχόμενη. Όλα αυτά μέχρι την μέση περίπου. Από εκεί και μετά, ο Sfar και η συν-σεναριογράφος Sandrina Jardel αποφασίζουν να εισάγουν κι άλλους, πολλούς χαρακτήρες (δυο Ρώσους, έναν γάιδαρο, έναν Άραβα…), οι όποιοι εμπλέκονται σε πολλές περίεργες καταστάσεις. Το αφηγηματικό κομμάτι του έργου ασθενεί και σιγά-σιγά η ταινία αρχίζει όλο και περισσότερο να χάνει το νόημα της. Προκειμένου να μην αδικήσει καμιά από τις απόψεις που θέλει να περάσει, καταλήγει να είναι ένας αχταρμάς ιδεών.

Ενώ διαθέτει αρκετά ενδιαφέροντα περιστατικά κι έξυπνους διάλογους, η ταινία μοιάζει να είναι πολλά διαφορετικά, εφευρετικά επεισόδια που όμως αδυνατούν να συγχωνευτούν σε ένα συνεκτικό σύνολο. Διαθέτει μεν ένα συνεπές όραμα για το δικαίωμα στη διαφορετικότατα, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό για να κρατήσει το ενδιαφέρον του θεατή αμείωτο. Κρίμα, γιατί πραγματικά ήθελα να μου αρέσει.

Le Skylab [1/5]

Ένα σπίτι στην εξοχή, μια όμορφη καλοκαιρινή μέρα στα τέλη της δεκαετίας του 1970, παραμονή της προβλεπόμενης συντριβής του δορυφόρου Skylab. Θείοι, θείες και ξαδέλφια έχουν μαζευτεί για την επέτειο των γενεθλίων της γιαγιάς.

Πολλά παιδιά, νόστιμο φαγητό, ποτό και καθημερινές καταστάσεις που όλοι έχουμε ζήσει. Και αυτό ήταν. Η κριτική μου τέλειωσε! Είναι από τις λίγες φορές που πραγματικά δεν ξέρω τι να γράψω. Όχι επειδή η ταινία ήταν τόσο κακή, άλλα επειδή ήταν τόσο μα τόσο αδιάφορη. Ο τίτλος της είναι παντελώς άσχετος και στη μιάμιση ώρα που διαρκεί δεν γίνεται τίποτα. Και το εννοώ. Απολύτως τίποτα. Τρώνε, μιλάνε, τα παιδιά παίζουν, αρχίζει να βρέχει, μπαίνουν μέσα στο σπίτι, σταματά να βρέχει, βγαίνουν έξω, πάνε για μπάνιο κ.τ.λ. Υπάρχουν τρυφερές στιγμές, έντονες συζητήσεις, αστεία περιστατικά και είναι φανερό πως όλοι οι εμπλεκόμενοι το διασκεδάζουν. Ο τόνος, όμως, της ταινίας είναι άνισος. Η Delpy παρόλο που διαθέτει ένα εξαιρετικό καστ, δεν διαθέτει τις τεχνικές δεξιότητες, ακόμη τουλάχιστον, στο να φτιάξει ένα λογικό δράμα.

Έτσι, αυτό που μένει είναι μια παρατεταμένη οικογενειακή επανένωση γεμάτη τραγούδι, χαρά και φωνές. Και ναι, δεν λέω, σίγουρα το έργο σού προκαλεί μια νοσταλγία και σε κάνει να αναπολείς τις Κυριακές, που μαζευόσουν στην γιαγιά οικογενειακώς, και τα παιδικά σου χρονιά. Αλλά αυτό αρκεί; Όχι φυσικά. Τουλάχιστον για μένα.

Un Heureux Evenement [3.5/5]

Η Barbara (Louise Bourgoin) είναι μια φιλόδοξη κι όμορφη μεταπτυχιακή φοιτήτρια, ενώ ο Nicolas (Pio Marmai), γεμάτος με αγορίστικη γοητεία, είναι υπάλληλος σε ένα βίντεο-κλαμπ. Μετά από μια χιουμοριστική γνωριμία στο κατάστημα όπου ο Nicolas εργάζεται, το ζευγάρι αρχίσει ένα παθιασμένο ειδύλλιο που εξελίσσεται σε σχέση. Διασκεδάζουν, κάνουν έρωτα, συζούν και πολύ γρήγορα θα πάρουν την απόφαση να κάνουν ένα παιδί. Και θα τα καταφέρουν, παρά το γεγονός ότι και οι δύο είναι αυτό που θα λέγαμε ελεύθερα πνεύματα και δεν διαθέτουν την οικονομική ασφάλεια να το κάνουν. Αλλά αυτό που ξεκινά ως ένα βήμα προς τη ζωή που με τόσο ενθουσιασμό θέλουν να ξεκινήσουν, γρήγορα αρχίζει να αλλάζει σχήμα (τόσο μεταφορικά, όσο και κυριολεκτικά) καθώς η κοιλιά της Barbara διογκώνεται με το αγέννητο παιδί τους και νέες πιέσεις αρχίζουν να επηρεάζουν αρνητικά τη σχέση τους. Μετά τη γέννηση του παιδιού, η Barbara κι ο Nicola πρέπει να αντιμετωπίσουν τις πολλές δυσκολίες που προέρχονται από τη μητρότητα, με την καριέρα τους, τη σεξουαλική ζωή και η σχέση τους μεταλλάσσεται σε κάτι που τους κάνει να υποφέρουν.

Μέχρι τώρα, οι ταινίες που ασχολούνται με την εγκυμοσύνη το κάνουν από το πρίσμα της κωμωδίας και δεν ασχολούνται με το τι πραγματικότητα εστί εγκυμοσύνη και μητρότητα. Ο σκηνοθέτης Remi Bezancon αναλαμβάνει την αποστολή να δείξει στο κοινό το πώς η εγκυμοσύνη μπορεί να φέρει ένα ζευγάρι πιο κοντά και στη συνέχεια να το φτάσει στον χωρισμό. Ο σκηνοθέτης ξεκινά την ταινία του ως μια ζωηρή κωμωδία που πηγαίνει αργά αλλά αναπόφευκτα προς το δράμα. Κυρίως μια γυναικεία ταινία, είναι φοβερό στο τέλος να σκέπτεσαι ότι την γύρισε ένας άνδρας αφού απεικονίζει τόσο σωστά τη γυναικεία ψυχοσύνθεση που σε ξαφνιάζει. Το «Ένα Ευτυχές Γεγονός» είναι όλα όσα το Με την Πρώτη θα ήθελε να είναι. Το οπτικό στυλ του Bezancon και η παράξενη ικανότητα του να αγκαλιάζει το ακατάλληλο χιούμορ, ενώ παράλληλα είναι σε θέση να παρουσιάζει το ζευγάρι στην πιο ευάλωτη στιγμή του είναι αυτό που κάνει την ταινία να ξεχωρίζει από όλες τις υπόλοιπες. Ο Bezancon διδάσκει τους θεατές ότι η ευτυχία είναι ένας στόχος κι όχι ένα προνόμιο της ζωής. Για την Barbara, αυτό σημαίνει θυσία. Από την πιο μικρή, όπως το να πίνει μη αλκοολούχα pina coladas, μέχρι το να εγκαταλείπει τα όνειρα της για μια συγγραφική καριέρα προκειμένου να είναι μια πλήρους απασχόλησης μητέρα και να μένει σε μια σχέση που ενώ ξεκίνησε με ένα φλογερό πάθος και ρομαντισμό έχει καταλήξει σε μια βαρετή, άνευ σεξ, σταθερότητα.

Είναι αυτές οι βάναυσα ειλικρινής κι ωμές στιγμές, που η ταινία επηρεάζει τους θεατές στο έπακρο, είτε τους αρέσει είτε όχι. Ο κόσμος θα γελάσει βλέποντας αμφιλεγόμενες σκηνές σεξ ή όταν η Barbara ρωτάει τον γιατρό της εάν υπάρχουν αρκετά θρεπτικά συστατικά στο σπέρμα. Ωστόσο, όταν η Barbara αρχίζει να νιώθει κατάθλιψη μετά τον τοκετό και η ζωή τού κάποτε ευτυχισμένου ζευγαριού αρχίζει να διαλύεται απλώς και μόνο επειδή προσπαθούν να συμμορφωθούν με αυτό που η κοινωνία θεωρεί μια «ευτυχισμένη» οικογένεια, το κοινό θα συμπάσχει στο απόλυτο με τους χαρακτήρες και θα νιώσει τα συναισθήματα τους. Ο Remi Bezancon, εν ολίγοις, μας προσφέρει μια ρεαλιστική, συγκινητική και σκληρή ματιά στην οικεία ζωή ενός ζευγαριού.

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

Indignados [0.5/5]

Δυο τρία πράγματα θα πω γιατί είναι ξεκάθαρο ότι έχουμε να κάνουμε με μια ταινία που αναπόφευκτα, η γνώμη σας για αυτήν εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πόσο συμφωνείτε ή διαφωνείτε με την πολιτική της. Σίγουρα, στον πυρήνα της ασχολείται με ένα ξεκάθαρο και οικουμενικό μήνυμα, αλλά είναι μια μάλλον χαλαρά δομημένη ταινία, πράγμα που σημαίνει ότι ο καθένας θα τη δει και θα την κρίνει διαφορετικά.

Προσωπικά, λοιπόν, η ταινία δεν μου άρεσε καθόλου για τους εξής λογούς. Αρχικά, ο τίτλος της είναι παραπλανητικός, αφού ουδεμία σχέση έχει με το κίνημα των Αγανακτισμένων, όπως εμείς εδώ το γνωρίζουμε. Η ταινία διαπραγματεύεται τη μετανάστευση και έχει σαν κεντρικό χαρακτήρα ένα κορίτσι αφρικανικής προέλευσης, που έχει φτάσει στην Ευρώπη, και μέσω των περιπετειών της (συνάντα την εχθρότητα των αστυνομικών και των γραφειοκρατών κ.ο.κ) αναφέρεται στα γεγονότα και τις μαζικές συγκεντρώσεις στην Αθήνα, το Παρίσι και τη Μαδρίτη. Και ναι, μπορεί όλα να συνδέονται μεταξύ τους (κρίση, μετανάστευση, φτώχεια) αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν περίμενα να δω κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που είδα. Πέρα από αυτό, όμως, ακόμα μεγαλύτερο θέμα, και δεν θα αναπτυχτώ παραπάνω, είχα με την απεικόνιση της Ελλάδας. Επιεικώς απαράδεκτη. Τόσο πολύ που προσβλήθηκα σε κάποιες στιγμές.

Έχουμε να κάνουμε με μια ταινία που συνδυάζει ντοκιμαντέρ και μυθοπλασία με έναν δραματικά άνισο τρόπο. Σκοπός του Gatliff είναι να μας αφυπνίσει έτσι ώστε να επαναστατήσουμε κι εμείς και να γίνουμε ένα με τους ανθρώπους που εμφανίζονται στην οθόνη. Αυτό γίνεται με τυπωμένα στην οθόνη συνθήματα με έντονη γραφή και από πίσω διάφορες εικόνες. Δυστυχώς, όμως, ερχόμαστε αντιμέτωποι με τα άκρα. Τι εννοώ με αυτό. Κάποια στιγμή, στη μέση περίπου της ταινίας, εμφανίζεται με έντονα γράμματα ένα σύνθημα που μας λέει ότι ο καθένας από εμάς πρέπει να βρει τον λόγο του να αγανακτήσει. Πως έτσι οδηγούμαστε προς έναν κόσμο με περισσότερη δικαιοσύνη και περισσότερη ελευθερία, όμως όχι την ανεξέλεγκτη ελευθερία της αλεπούς στο κοτέτσι ή κάτι τέτοιο, δεν το θυμάμαι επακριβώς. Αυτό, όμως, που θυμάμαι είναι το τι βλέπουμε εμείς από πίσω από το σύνθημα. Ένα κοτέτσι που μπαίνει μια αλεπού και τρώει μια κότα. Αυτός είναι ο ευφάνταστος τρόπος του σκηνοθέτη να μας περάσει το μήνυμα. Τόσο απλοϊκός. Και μετά πάμε στο άλλο άκρο. Στις βαθυστόχαστες εικόνες με κουτάκια αναψυκτικών να τρέχουν στο δρόμο, με μια τύπισσα που χορεύει ενώ πέφτουν φυλλάδια από τον ουρανό κι ακούγονται συνθήματα και αλλά τέτοια. Δεν χρησιμεύουν πουθενά όλα αυτά όταν αυτό που διαπραγματεύεσαι είναι τόσο δυνατό. Υπάρχει μια σκηνή όπου βλέπουμε τα κρεβάτια και τις κουβέρτες άστεγων ανθρώπων, των οποίων τα ονόματα και η ηλικία εμφανίζονται παράλληλα με τις εικόνες. Μια σκηνή τόσο απλή και έξυπνη στην σύλληψη της, αλλά παράλληλα τόσο δυνατή, ξεκάθαρη και με νόημα που για μένα ήταν όλη η ταινία. Να ξεκαθαρίσω εδώ ότι η βαθμολογία μου άφορα καθαρά και μονό την ταινία και τον τρόπο κινηματογράφησης της. Δεν έχει να κάνει με το γεγονός ότι δεν πιστεύω στο μήνυμα που θέλει να περάσει. Κρίνω, όμως, αρνητικά τον τρόπο που θέλει να το περάσει.

Κλείνοντας τώρα, θα ήθελα να πω κάτι προσωπικό που μου συνέβη. Μετά την προβολή της ταινίας, καθόμουν με τους φίλους μου και σχολιάζαμε το έργο (παρεμπιπτόντως σε κανένα δεν άρεσε), όταν ξαφνικά γυρίζουν από μπροστά μας κάτι κοπέλες και μας λένε ότι πρέπει να δείξουμε σεβασμό γιατί έχουμε να κάνουμε με έναν σπουδαίο σκηνοθέτη. Αναφέρω το περιστατικό γιατί νομίζω ότι κολλάει με ένα από τα νοήματα της ταινίας. Αυτό του ανοιχτού μυαλού. Αυτό της μη-προσκόλλησης σε πράγματα ή καταστάσεις. Αν πετύχει να αλλάξει αυτή την νοοτροπία η ταινία, τότε έχει καταφέρει σε έναν μεγάλο βαθμό τον στόχο της.

Wrath of the Titans [2/5]

Για όσους ακόμα κλαίνε εκείνα τα 12 Ευρώ που έδωσαν στο σινεμά για να δουν το, παραδόξως αρκετά ανιαρό, Η Τιτανομαχία σε 3D και ήρθαν αντιμέτωποι με σχεδόν μια 2D ταινία, μπορούν να κοιμηθούν ήσυχοι αφού οι κινηματογραφιστές πίσω από την «Οργή των Τιτάνων» πήραν το μάθημα τους κι έχουν ρίξει αρκετό χρήμα τόσο στην παράγωγη, όσο και σε μια καλύτερη απόδοση της τρίτης διάστασης. Όχι ότι είναι το καλύτερο που έχω δει, αλλά είναι σίγουρα ικανοποιητικό.

Με τα χρόνια να έχουν περάσει από τότε που ο Περσέας (Sam Worthington) έσωσε τους κατοίκους του Αργούς κι αφού γύρισε την πλάτη του στον κόσμο των θεών και των τεράτων, τώρα ζει σε ένα μικρό ψαροχώρι με το γιο του, Helius (John Bell). Παρά τις αλιευτικές του ικανότητες και την επιθυμία να είναι μόνιμα καλυμμένος από χώμα, αρχίζει να φαίνεται ότι η επιλογή του να μείνει έξω από τον τρόπο ζωής που του αξίζει σαν ημίθεος δεν ήταν και η σωστότερη. Ακόμα και ο Hellius δεν έχει πεισθεί πλήρως, έχοντας περάσει τον ελεύθερο χρόνο του φτιάχνοντας ένα ξύλινο σπαθί για παιχνίδι. Ευτυχώς, η καθημερινότητα του θα διακοπεί από τον πραγματικό πατέρα του Περσέα, τον Δία (Liam Neeson), ο οποίος προσπαθεί να κερδίσει τη βοήθειά του για την καταπολέμηση του Άδη (Ralph Fiennes) και πάλι. Η αυξημένη αδιαφορία κι ο σεβασμός της ανθρωπότητας για τους Θεούς έχει φοβίσει τον Άδη για την αθανασία του και έτσι, όπως κάθε καλός γιος, στράφηκε προς τον πατέρα του, τον φυλακισμένο Τιτάνα Κρόνο. Αν τον ελευθερώνει από τη φυλακή των Ταρτάρων, η αθανασία του είναι προφανώς εξασφαλισμένη. Έτσι, ο Περσέας παίρνει την πανοπλία του και ξεκίνα για τη μάχη. Στο ενδιάμεσο γίνονται κι αλλά πολλά. Εμπλέκεται ο Άρης, ο Ήφαιστος, ο Ποσειδώνας και πολλοί ακόμα άλλοι.

Αν επιχειρήσω μια κόντρα με τον προκάτοχο του, σαφώς το σίκουελ είναι καλύτερο σχεδόν σε όλους τους τομείς. Το θέαμα είναι τεράστιο, τα εφέ είναι πραγματικά εντυπωσιακά και το κακό που αντιμετωπίζει ο Περσέας αυτή τη φορά κάνει το Kraken της πρώτης ταινίας να μοιάζει ένα τίποτα. Οι παραγωγοί Kevin De La Noy και Basil Iwanyk, καθώς κι ο νέος σκηνοθέτης, Jonathan Liebesman, προφανώς αποφάσισαν να ανεβάσουν τον πήχη στο επικό μέρος της ταινίας και ως επί το πλείστον το κατάφεραν, αλλά όπως και με την Τιτανομαχία του Louis Leterrier και την προηγούμενη ταινία του Liebesman, Παγκόσμια Εισβολή, η επιθυμία για ύπαρξη σοκ και δέους στο μεγαλύτερο κομμάτι του έργου αφήνει λίγο κατάλοιπο για οποιαδήποτε συναισθηματική πρόκληση. Ο ρυθμός της ταινίας είναι σίγουρα το πιο επιτυχημένο κομμάτι της, αφού ασταμάτητα έρχεσαι αντιμέτωπος με κάτι διαφορετικό. Χίμαιρες, Κύκλωπες, τέρατα, εκρήξεις, μάχες, όλα δίνουν το παρόν σε μια πιο αληθοφανή από το πρώτο ιστορία. Και εσύ απλά μένεις να τα χαζεύεις. Οποιοδήποτε δέσιμο με χαρακτήρες απλά δεν υφίσταται. Τα όποια ήσυχα ιντερλούδια δεν προσθέτουν τίποτα στην ταινία και απλά σου αποσπούν την προσοχή από τη δράση.

Αλλά, θα μου πείτε, σε τέτοιου είδους ταινίες ποιος ενδιαφέρεται για ανθρωπίνους χαρακτήρες; Αυτό που σε νοιάζει είναι πώς θα περάσεις καλύτερα στο μούλτιπλεξ. Φυσικά, να αναφέρω κάπου εδώ ότι οποίος πάει με το σκεπτικό ότι θα δει μια μεταφορά της τόσο πλούσιας ελληνικής μυθολογίας μας, είναι γελασμένος αφού δεν έχει καμιά απολύτως σχέση. Αλλά και οποιαδήποτε γκρίνια πάνω στο θέμα είναι κουτή και προσωπικά εμένα, που ξέρω τι περιμένω να δω, δεν με αφορά. Οπότε συζητήσεις περί ευτελισμού τις μυθολογίας μας κρίνονται άτοπες. Η «Οργή των Τιτάνων» είναι μια σφιχτοδεμένη περιπέτεια, ένα ποπ-κορν υπερθέαμα το οποίο θα κατά-ευχαριστηθείτε επί μεγάλης οθόνης.

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

Microphone [2.5/5]

«Ποια είναι η διαφορά μεταξύ ντοκιμαντέρ και μιας ταινίας μυθοπλασίας», ρωτά ένας αθέατος δημοσιογράφος έναn μουσικό στην αρχή αυτής της θορυβώδης αλλά κάπως απλής εξέτασης της ασφυκτικής κουλτούρας των νέων της Αλεξάνδρειας. Ο Αιγύπτιος σκηνοθέτης Ahmad Abdalla φεύγει απ’ τό πλάνο πριν προλάβει να δοθεί απάντηση, η ιδία η ταινία όμως είναι η απάντηση στο ερώτημα. Περνώντας από διάφορες μορφές, είδη και αφηγήσεις, η ταινία διαθέτει τον άνισο ρυθμό των skaters του δρόμου πάνω στους όποιους επανειλημμένα βασίζεται, ενώ θέτει πολλά περισσότερα ερωτήματα από όσα καταφέρνει να απαντήσει. Διαθέτει, όμως, μια αυθεντικότητα που υπερβαίνει την αισθητική χειρός που χρησιμοποιείται για να απεικονίσει τους νέους κατοίκους της Αλεξάνδρειας που κινούνται γρήγορα, αλλά μοιάζουν να μην πηγαίνουν πουθενά.

Η μουσική αποτελεί ένα μεγαλύτερο μέρος αυτής της ταινίας, καθώς επίσης κι ένα μεγάλο μέρος της ιδίας της ιστορίας. Υπάρχουν πολλαπλές μουσικές παραστάσεις που χρησιμεύουν τόσο ως ιντερλούδια, όσο κι ως πηγές φωτισμού όπου καλλιτέχνες τραγουδούν για έναν πολιτισμό που οι νέοι διαθέτουν υψηλό μορφωτικό επίπεδο, αλλά δεν μπορούν να βρουν δουλειά. Ένα στίχος κάνει λόγο για «διδακτορικό στο πλύσιμο πιάτων». Είναι πραγματικά ενθαρρυντικό να βλέπεις όλους αυτούς τους ανθρώπους που πραγματικά αγαπούν την μουσική, να παίρνουν αυτό που βλέπουμε και ακούμε εμείς και να το προσαρμόζουν με τον δικό τους πολιτισμό δημιουργώντας νέους ήχους. Καλλιτέχνες που προσπαθούν να αγκαλιάσουν τις νέες ιδέες και να εκφράσουν τη δημιουργικότητά τους όπως μπορούν καλύτερα. Είτε μέσω του ανεξάρτητου κινηματογράφου, είτε της μουσικής ή μέσω γκράφιτι. Να προσπαθούν να φέρουν στην επιφάνεια το έργο και τις ιδέες τους προκειμένου οι άνθρωποι εκεί έξω να δουν και να ακούσουν, αλλά ακόμα παρεμποδίζονται από μια παλαιότερη γενιά που δεν είναι συνηθισμένη σε τέτοια ακούσματα και από ένα καθεστώς που ελέγχει τις τέχνες, ως μια μορφή έκφρασης, μέσω της χρηματοδότησης.

Υπάρχουν διάσπαρτες στιγμές σε όλη τη διάρκεια, που λένε πολλά κι έχουν νόημα (όπως π.χ. όταν πλησιάζοντας σε ένα σημείο ελέγχου με αυτοκίνητο, ένα χιπ-χοπ τρίο κρύβει το demo-cd του κάτω από το κάθισμα, από φόβο μήπως και το ακούσουν), αλλά για όλες αυτές τις μικρές στιγμές στην αφήγηση και τις διάφορες αναφορές το «Microphone» τελικά δεν καταφέρνει να κρατήσει την προσοχή σου. Κάποια στιγμή στην ταινία υπάρχει ένα γκράφιτι σε έναν τοίχο απέναντι από το διαμέρισμα του πρωταγωνιστή που λέει «Hey you», τραβώντας την προσοχή του χωρίς να γνωρίζει τι είναι ή ποιος το έγραψε. Ενδεικτικό της ταινίας αφού κι αυτή καταφέρνει να τραβήξει την προσοχή σου αλλά δεν είναι αρκετά σίγουρη τι θέλει να πει. Έχουμε να κάνουμε λοιπόν με ένα δυναμικό, γρήγορο και καλά δομημένο φιλμ που η υπεραφθονία των χαρακτήρων και η έλλειψη ιδεών το κάνει να μοιάζει σαν μια διατριβή σχολής κινηματογράφου.

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

The Best Exotic Marigold Hotel [3.5/5]

Ένα γκρουπ Βρετανών συνταξιούχων, δελεασμένοι από διαφημίσεις, αποφασίζουν να «επενδύσουν» τη σύνταξή τους σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο στην Jaipur. Όταν φτάνουν, θα βρουν το ξενοδοχείο στα πρόθυρα κατάρρευσης με τον διαχειριστή του (ένας κεφάτος Dev Patel) να είναι εντελώς αναποτελεσματικός. Ωστόσο σταδιακά, παρασυρόμενοι από την απόκοσμη περιπέτεια που τους προσφέρει η Ινδία, θα ανακαλύψουν ότι η ζωή δεν έχει τελειώσει ακόμα…

Μετά από μια αρκετά μακρά, αλλά απολαυστική εισαγωγή στην οποία οι χαρακτήρες παρουσιάζονται, η δυναμική της ομάδας λαμβάνει σύντομα σχήμα. Η Evelyn (Judi Dench), πρόσφατα χήρα, ψάχνει για την αγάπη και την ανεξαρτησία, ο Douglas και η Jean (Bill Nighy και Penelope Wilton) έχουν χάσει τις αποταμιεύσεις τους, ο Norman (Ronald Pickup) είναι αρκετά «ξεσηκωμένος», η Madge (Celia Imrie) ψάχνει έναν άντρα, ο Graham (Tom Wilkinson) επιστρέψει στο σπίτι της παιδικής του ηλικίας και η Muriel (Maggie Smith) είναι εκεί για μια αντικατάσταση γοφού. Σαφώς προσδιορισμένοι και με τον ίδιο χρόνο να αναπτυχθούν, οι χαρακτήρες μοιάζουν αληθινοί. Με τη σκηνοθεσία του John Madden (Ερωτευμένος Σαίξπηρ, Το Μαντολίνο του Λοχαγού Κορέλι) να είναι απλή και γεμάτη αυτοπεποίθηση, ο τρόπος με τον οποίο αλληλεπιδρούν μεταξύ τους οι χαρακτήρες τους είναι φυσικός και ποτέ δεν μοιάζει βεβιασμένος. Οι κωμικές στιγμές είναι έμφυτες, ενώ το δράμα είναι πολύ ήπιο και συναισθηματικό είτε πρόκειται για τους φόβους τους ότι γερνάνε και είναι ανεπιθύμητοι, είτε εκφράζοντας τη λύπη τους γιατί η ζωή τους περιορίζεται από τα ήθη της κοινωνίας.

Η καρδιά της ιστορίας αφορά την προσωπική ανάπτυξη κι εξέλιξη, ενώ είναι αρκετά προφανές από την αρχή πώς θα εξελιχτούν τα πράγματα. Ωστόσο, αφήνοντας τα προφανή χαρακτηριστικά στην άκρη, δεν είναι ποτέ σαφές το πώς τα άτομα θα αλλάξουν ή αν θα αλλάξουν, κάτι το οποίο διατηρεί το έργο μακριά από τη στασιμότητα. Όπως και με κάθε σενάριο φυγής σε έναν ξένο τόπο, υπάρχουν οι αναπόφευκτες παρουσιάσεις του καλύτερου τρόπου ζωής της εκάστοτε χωράς μείον σχεδόν όλες τις απειλές. Ωστόσο, εδώ η Ινδία είναι η αληθινή ζωή της ταινίας (όπως λέει ο Graham: «Τα χρώματα, το φως, όλη η ζωή είναι εδώ»). Επιλέχτηκε γιατί οι αισθήσεις ενισχύονται με το χρώμα, την κίνηση και τη ζωντάνια. Αυτός ο τόπος σφύζει από ζωή. Ο John Madden εμποτίζει την ταινία με ένα υπέροχο βάθος και πλούτο καθώς αγκαλιάζει τον ινδικό πολιτισμό και τον χαοτικό τρόπο ζωής. Μπορείς σχεδόν να μυρίσεις τον πλούσιο ζεστό αέρα και να αισθανθείς την υγρασία ανάμεσα στις αγορές και στους πάγκους όπου περίτεχνα ενδύματα και πολύχρωμα λουλούδια κρέμονται.

Διαβάζοντας τον πλήρη αμερικανικό τίτλο «The Best Exotic Marigold Hotel for the Elderly and Beautiful», μου προκαλούσε ήδη ένα χαμόγελο. Και με ένα καστ που περιλαμβάνει ονόματα όπως Maggie Smith, Bill Nighy, Judi Dench, Tom Wilkinson και πολλούς άλλους να αποτελεί έναν σημαντικό λόγο να ανεβεί ο πήχης τον προσδοκιών σου, πρέπει να ομολογήσω πως δεν περίμενα και πολλά. Λάθος μου, αφού εξεπλάγην ευχάριστα από το αποτέλεσμα. Απλή, χιουμοριστική και καλοσυνάτη, ενώ παράλληλα εξερευνά με τόλμη θέματα όπως η αγάπη, το σεξ και τις σχέσεις σε ανθρώπους της τρίτης ηλικίας, κάτι που σπάνια βλέπουμε στον κινηματογράφο, αύτη η ταινία είναι μια εμπειρία που θα σας γεμίσει με ελπίδα και την πεποίθηση ότι η ζωή μπορεί να είναι χαρούμενη μόνο αν της δώσετε μια ευκαιρία. Ναι, σε ορισμένα σημεία είναι προβλέψιμη, αλλά αυτό ακριβώς είναι που μου άρεσε βλέποντας την. Σε μια πολύ αστεία σκηνή, ο χαρακτήρας της Evelyn εξηγεί σε έναν Ινδό Διευθυντή ενός τηλεφωνικού κέντρου τι σημαίνει να «βουτάς» ένα μπισκότο στο τσάι. Κι ακριβώς όπως προσεκτικά βουτάς ένα υπέροχο μπισκότο σοκολάτας σε μια ζεστή κούπα του τσαγιού, αυτό το υπέροχο φιλμ είναι προβλέψιμα ευχάριστο.

The Woman In The Fifth [0.5/5]

Η ιστορία αφορά έναν Αμερικανό συγγραφέα, ο οποίος φτάνει στο Παρίσι και προσπαθεί να δει την κόρη του. Αλλά η πρώην σύζυγός του (που φαίνεται να έχει μια περιοριστική εντολή εις βάρος του), αρνείται να του επιτρέψει την πρόσβαση. Παίρνει ένα λεωφορείο, αποκοιμιέται και καταλήγει στο τέλος της γραμμής με τα πράγματα του κλεμμένα. Βρίσκει καταφύγιο σε ένα καφενείο, όπου του δίνουν δωμάτιο με αντάλλαγμα να κάνει μια νυκτερινή εργασία. Μέσα σε όλα αυτά, συναντά και μια μυστηριώδη κι όμορφη γυναίκα (Kristin Scott Thomas).

Ο Ethan Hawke δεν μου ήταν ποτέ συμπαθής σαν ηθοποιός κι εδώ αυτή η παθητική «βλακεία» του καθώς περιφέρεται γύρω από το Παρίσι κάνοντας ότι του πουν χωρίς να λαμβάνει σημαντικές αποφάσεις, είναι από μόνος του ένας λόγος που δεν λειτούργει η ταινία. Ένας άλλος είναι η παντελής έλλειψη αξιόπιστων κι ενδιαφερόντων χαρακτήρων με τους οποίους θα μπορούσες να ταυτιστείς. Και φυσικά υπάρχει το πρόβλημα ολοκλήρου του σεναρίου που συνοψίζεται με μια φράση: «Τι ακριβώς συνέβη;»! Η ταινία αποτελείται από μια σειρά από ανεξήγητα αινίγματα που περιμένεις πως φτάνοντας στο τέλος της ταινίας θα εξηγηθούν, έτσι ώστε να καταλάβεις τι γίνεται. Δεν είναι έτσι. Υπάρχει μία κομψότητα στην σκηνοθεσία του Pawel Pawlikowski και κάποιο χιούμορ για να ελαφρύνει το κλίμα, αλλά το τελικό αποτέλεσμα εξακολουθεί να δίνει την εντύπωση ότι η ταινία γραφόταν καθώς γυριζόταν. Συχνά επικρατεί λίγη λογική σε ότι συμβαίνει με στοιχεία της ιστορίας να είναι εγκαταλελειμμένα ή ανεπίλυτα και νομίζεις ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτών που βλέπεις μπορεί να είναι αποκύημα της φαντασίας του πρωταγωνιστή. Στο τέλος, όμως, πραγματικά δεν ήξερα τι στο καλό συνέβαινε και γιατί, αλλά το πιο σημαντικό, δεν με ένοιαζε κιόλας…

Το «Η Γυναίκα του Πέμπτου» έχει όλα τα σωστά συστατικά, αλλά όχι απαραίτητα στη σωστή σειρά. Βγαίνοντας από την αίθουσα μετά την προβολή της ταινίας, αισθάνθηκα μια σχεδόν πλήρη έλλειψη ενδιαφέροντος, μια έντονη απογοήτευση και μια μικρή προσβολή. Γιατί το έργο ή δεν συνειδητοποιεί πόσο ανόητο είναι ή το γνωρίζει αλλά πιστεύει ότι το κοινό του είναι ακόμα πιο ανόητο.

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

The Hunger Games [4/5]

Εκτός κι αν ζείτε σε έναν άλλο μακρινό πλανήτη, μονό τότε δεν θα έχετε αντιληφθεί ή ακούσει κάτι για αυτή την ταινία. Οι «Αγώνες Πεινάς» είναι αυτό που ονομάζω εγώ «σκεπτόμενο μπλοκμπάστερ». Και τι εννοώ με αυτό. Είτε πιστεύετε ότι το «Transformers» είναι σκουπίδι, είτε ταινιάρα, πρέπει να παραδεχτείτε ότι η κεντρική ιδέα της ταινίας είναι: «Τα ρομπότ είναι τέλεια ειδικά όταν σπάνε πράγματα». Είναι δηλαδή ταινίες που το μόνο που σου προσφέρουν είναι η καθαρή διασκέδαση και υπερθέαμα. Κάτι που δεν το κρίνω ως αρνητικό, απλά λέω ότι υπάρχει και η άλλη μεριά. Η μεριά του υπερθεάματος σε συνδυασμό με μια ιστορία με μηνύματα. Ταινίες όπου οι χαρακτήρες και οι αποφάσεις τους οδηγούν την ιστορία. Και οι «Αγώνες Πείνας» είναι ακριβώς αυτό.

Οι σημαντικότερες ταινίες επιστημονικής φαντασίας τείνουν να μένουν αξέχαστες όταν έχουν κάτι περισσότερο από ρομπότ, διαστημικά σκάφη και γενικά την απεικόνιση του μέλλοντος. Αυτό που τις καθιστά αξιοσημείωτες είναι οι ιδέες και έννοιες, μικρές ή μεγάλες, που παρουσιάζονται σε αυτές. Αν καταφέρνουν να το κάνουν αυτό με έναν τρόπο μοντέρνο και διασκεδαστικό, τότε τόσο το καλύτερο. Αυτός είναι ένας λόγος που 35 χρόνια αργότερα εξακολουθούμε να θαυμάζουμε το «Star Wars». Η τριλογία της Suzanne Collins ανήκει στην ίδια κατηγορία. Μια επική περιπέτεια με κοινωνικά σχόλια και επικεφαλή μια ηρωίδα, την Katniss Everdeen (Jennifer Lawrence), με την οποία ο καθένας μπορεί να συσχετιστεί. Ωστόσο, υπάρχει, δικαιολογημένα, ανησυχία για το πώς το βιβλίο θα μεταφερθεί στην μεγάλη οθόνη αφού, περισσότερο από ότι στο «Χάρι Πότερ» και το «Λυκόφως», ο αποκλεισμός ακόμα κι ενός μεμονωμένου στοιχείου θα μπορούσε να ανατρέψει την άψογα κατασκευασμένη ισορροπία μεταξύ φαντασίας και ρεαλισμού, που η Collins έχει δημιουργήσει. Δεν υπάρχει λόγος να φοβάστε, όμως, αφού οι «Αγώνες Πείνας» νομίζω είναι ότι ένας πιστός αναγνώστης θα μπορούσε να ζητήσει, αλλά ακόμα περισσότερο είναι το είδος της ταινίας που υπόσχεται μια πραγματικά εξαιρετική τριλογία. Με τα στούντιο του Χόλιγουντ να προσπαθούν να προσαρμόσουν κάθε ημι-δημοφιλές μυθιστόρημα με την ελπίδα της δημιουργίας του επόμενου «Λυκόφως», ελάχιστες από τις ταινίες θα καταλήξουν να έχουν την πολυπλοκότητα και το βάθος έτσι ώστε να αντέξουν στη δοκιμασία του χρόνου. Το συγκεκριμένο είναι στη σωστή κατεύθυνση, αφού και πολύ καλή ταινία είναι και απευθύνεται στο ευρύτερο δυνατό κοινό. Υπάρχει αρκετός έρωτας έτσι ώστε να έχουν οι άνθρωποι κάτι να εξεγείρονται (να περιμένετε τη δημιουργία ομάδων τύπου «Team Peeta»), με τη δράση να είναι εξίσου έντονη και αποτελεσματική χωρίς να είναι υπερβολικά γραφική.

Τα εύσημα πηγαίνουν άμεσα στον Gary Ross, μια φαινομενικά περίεργη επιλογή για σκηνοθέτη, που τελικά αποδεικνύεται ότι ήταν και η σωστή. Ευρύτερα γνωστός για ταινίες όπως το Το Μεγάλο Φαβορί και το εντυπωσιακό Pleasantville, ο Ross κάνει κάτι πολύ διαφορετικό σε σχέση με ότι έχει κάνει πριν. Η ιστορία ξεκινά με έναν απλά διατυπωμένο πρόλογο που μας εισάγει στη γραμμή σκέψης που επιτρέπει κάτι σαν τους Αγώνες Πείνας να υπάρχει. Δεν υπάρχει απαιτούμενη ανάγνωση του μυθιστορήματος πριν από την είσοδο στον κινηματογράφο προκειμένου να «την καταλάβεις» και είναι πολλά περισσότερα από όλες τις «το αγαπημένο σας βιβλίο τώρα και με εικόνες» ταινίες που γυρίζονται και μοιάζουν να αποτελούν το αποδεκτό πρότυπο. Η ταινία του Ross καταφέρνει να δημιουργήσει ένα δικό της καθορισμένο σύμπαν, γεμάτο με πραγματική συγκίνηση, ζωντανούς χαρακτήρες και μια απτή αίσθηση της απόγνωσης και της φθοράς. Αυτός ο κόσμος αιμορραγεί με σκληρότητα, από την οποία ο σκηνοθέτης δεν υποχωρεί ποτέ. Ακόμη και πολυτέλεια απεικονίζεται ως σχεδόν καταπιεστική. Τα πλάνα χειρός που χρησιμοποιούνται σε όλη την ταινία, προσδίδουν μια αίσθηση αληθοφάνειας και είναι πιο χρήσιμα στις στιγμές της βίας, μιας βίας που ο Ross καταφέρνει να απεικονίσει με έναν πραγματικό αλλά συγκρατημένο τρόπο. Είναι σαφές, όμως, ότι ιδιαίτερη προσοχή έχει δοθεί και στο καστ της ταινίας. Σε έναν ρόλο που είναι πολύπλευρος κι απαιτητικός σωματικά, η Jennifer Lawrence διαπρέπει. Από τη ψυχρή θέληση της να επιβιώσει μέχρι τη στοργή και την αγάπη της για τους ευάλωτους, η Lawrence είναι πραγματικά μοναδική στη μετάδοση συναισθημάτων μέσα από τα μάτια της κι αποτυπώνει τις αντικρουόμενες πλευρές της φύσης της Katniss τέλεια. Τα μάτια της είναι ο καθρέφτης της ψυχής της Katniss. Κινείται ανάμεσα σε κάθε συναίσθημα με τόση ευκολία που πραγματικά σε μαγνητίζει. Ο Woody Harrelson και η Elizabeth Banks επίσης εντυπωσιάζουν ως μέντορες των αφιερωμάτων της District 12. Σωστή επιλογή κι ο Hutcherson ως ο χαρισματικός κι ευαίσθητος Peeta, ο Tucci ως Caesar Flickerman κι ο Sutherland ως πρόεδρος Snow. Στην πραγματικότητα, για τους λάτρεις του μυθιστορήματος  είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις έναν χαρακτήρα που δεν έχει γίνει σωστή επιλογή ηθοποιού.

Ενώ η ταινία είναι απόλυτα απολαυστική κι έντονα συναρπαστική, το σημαντικότερο προσόν της είναι ότι μοιάζει πολύ περισσότερο σαν ένα σοβαρό δράμα παρά μια υπερπαραγωγή του καλοκαιριού. Ασχολείται με θέματα όπως εκείνα της αυτοθυσίας, της θνησιμότητας και της εξέγερσης με έναν ευαίσθητο και ορθό τρόπο. Ακόμα και οι λίγες στιγμές τυποποιημένου θεάματος χρησιμοποιούνται τέλεια, είτε για να αποδείξουν ποσό ξενική μοιάζει η Capitol στην Katniss ή ως ένα εργαλείο για να τονιστεί η αντίδρασή της στα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα. Τα αλληγορικά στοιχεία της ιστορίας, δε, εκτελούνται θαυμάσια, όπως η ριάλιτι τηλεόραση ως ένας τρόπος κρατικού ελέγχου, με τους μη έχοντες να σκοτώνουν ο ένας τον άλλο για τη διασκέδαση των πλουσίων. Είναι εκπληκτικά αναζωογονητικό να βλέπεις μια ταινία όπου το ταξίδι του ήρωα είναι ένα ταξίδι ηθικής κι επιλογής. Ένας αγώνας που οι άνθρωποι μπορούν να κατανοήσουν. Αν τώρα, θα έπρεπε να βρω ένα λάθος, θα ήταν ότι η ταινία γυρίστηκε με βάση τη δημιουργία ενός franchise. Αν και αυτό δεν θα έχει σημασία σε μακροπρόθεσμη βάση, οι παραγωγοί και οι σεναριογράφοι θα έπρεπε να επικεντρωθούν περισσότερο στο να κάνουν το «Αγώνες Πείνας» να μοιάζει με μια ολοκληρωμένη ταινία. Εδώ το σενάριο επικεντρώνεται περισσότερο στη θέσπιση του σύμπαντος αντί της δημιουργίας των χαρακτήρων. Η επόμενη ταινία πιθανότατα θα εστιάζεται πιο πολύ στους χαρακτήρες, αλλά αυτό δεν την βοηθά τώρα.

Παρόλα αυτά, ποιος νοιάζεται θα μου πείτε; Με μια συναρπαστική ιστορία που στην πραγματικότητα έχει κάτι να πει, εξαιρετικές ερμηνείες κι άψογη παραγωγή, οι «Αγώνες Πείνας» είναι μια τολμηρή, έξυπνη και διασκεδαστική ταινία. Μακάρι όλες οι ταινίες δράσης να ήταν τόσο καλές.

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

Las Acacias [1.5/5]

Στις «Ακακίες» έχουμε να κάνουμε με αυτό που λεμέ «αργός κινηματογράφος» που ορίζεται από φυσικό ήχο, μακρινά πλάνα και αργό μοντάζ. Σε αυτό το βραβευμένο με Χρυσή Κάμερα στο τελευταίο Φεστιβάλ των Κανών road movie, ένας μεσήλικας Αργεντινός οδηγός φορτηγού πηγαίνει μια νεαρή ανύπαντρη μητέρα και την οκτώ μηνών κόρη της από την Παραγουάη στο Μπουένος Άιρες. Και οδηγούν. Οδηγούν λίγο περισσότερο. Θα σταματήσουν για φαγητό. Το ταξίδι θα συνεχιστεί. Ο Giorgelli δομεί την ταινία του γύρω από το θέμα της επανάληψης. Εδώ η έννοια «αργός κινηματογράφος» εμφανίζεται ως συνώνυμο για έναν κινηματογράφο στον οποίο δεν συμβαίνει τίποτα. Ίσως, όμως, είμαι υπερβολικός, ένα κοινό λάθος όταν κάποιος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια τεχνική που διαφέρει από τον κανόνα.

Αντιλαμβάνομαι ότι ο σκηνοθέτης ήθελε να δημιουργήσει ένα αγνό, ρεαλιστικό σινεμά που αποφεύγει σκόπιμα κάθε δραματοποίηση. Και όντως, εντός των ορίων του σεναρίου, ο Pablo Giorgelli πετυχαίνει κάπως το στόχο του. Ενώ στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει τίποτα, αρχίζουν να εμφανίζονται σιγά-σιγά οι ενδείξεις μιας αλλαγής μέσω της έντασης των βλεμμάτων, από τις γκριμάτσες των προσώπων, τις χειρονομίες. Το φιλμ, όμως, στερείται κάθε είδους άγκιστρο για ένα ακροατήριο. Μπορείτε να κοιμηθείτε για είκοσι λεπτά και να ξυπνήσετε στο ίδιο θέαμα. Τι κίνητρο έχει δοθεί από τον Giorgelli στον θεατή έτσι ώστε να ασχοληθούν με την ιστορία του; Τα πρόσωπα των χαρακτήρων μπορεί να έχουν ένα μυστήριο αλλά αυτό από μόνο του δεν μπορεί να συντηρήσει το ενδιαφέρον. Όταν δύο χαρακτήρες οδηγούν διασχίζοντας τη χώρα, χαρακτήρες που πρώτη φορά γνωρίζουμε, δεν θα ήταν φυσικό να τους βάλεις κάποια στιγμή να συζητούν για τις ζωές τους; Υπάρχει πολύ μικρή έως καθόλου ανάπτυξη των χαρακτήρων στην ταινία.

Είναι κρίμα γιατί το «Οι Ακακίες» διαθέτει πολύ ενδιαφέρουσες κι επιδέξιες ερμηνείες από τους δυο πρωταγωνιστές και τόσες πολλές δυνατότητες. Αλλά αυτό το υπερβολικά μινιμαλιστικό road movie, δυστυχώς δεν ανεβάζει πότε ταχύτητα. Και στο τέλος του ταξιδιού του, μένεις με την απορία: αυτό είναι όλο;

Safe House [3/5]

Πρέπει να ομολογήσω ότι, παρόλο που έχει να κάνει «σοβαρή» ταινία από το 2007 και το American Gangster, ο Denzel Washington διαθέτει εκείνο το εκτόπισμα που από μόνο του είναι ικανό να ανεβάσει μια ταινία ακόμα κι αν είναι μετρία σαν το Deja Vu: 4 Ημέρες, 6 Ώρες Πίσω, για παράδειγμα. Κι αυτό γιατί η παρουσία τού διπλά βραβευμένου με Οσκαρ ηθοποιού δίνει ένα κυρός σε κάθε ταινία. Στο «Κρησφύγετο», ο Washington επιστρέφει στο πιο «κοινό» τον ρόλο του τα τελευταία χρόνια, εκείνον του γερασμένου μεν αλλά σκληρού και cool τύπου. Και μπορεί η ταινία να είναι μακριά από μια πρωτότυπη ιδέα και το μοτίβο των κεντρικών χαρακτήρων να είναι το ίδιο με πολλές άλλες (ένας βετεράνος μεγαλύτερος άντρας σε αντιστοιχία με ένα νέο), ωστόσο, το «Κρησφύγετο» είναι πραγματικά καλό.

Ξεκινάμε γνωρίζοντας τον Matt Weston (Ryan Reynolds), ο οποίος είναι ένας μυστικός πράκτορας της ΣΙΑ που εργάζεται σε ένα κρησφύγετο στο Κέιπ Τάουν της Νότιας Αφρικής. Επιτρέψτε μου να πω εδώ ότι η επιλογή της τοποθεσίας ήταν υπέροχη. Μου άρεσαν πάρα πολύ τα κορεσμένα χρώματα που χρησιμοποιήθηκαν στη φωτογραφία, χρώματα που έκαναν το Κέιπ Τάουν να ζωντανέψει. Η ζωή του Weston, λοιπόν, είναι αρκετά τετριμμένη σαν σεναριακή πλοκή. Έχει το κορίτσι που αγαπά, εκείνη δεν ξέρει τι δουλειά κάνει, εκείνος δεν θέλει να τη πληγώσει και όλα τα παρελκόμενα. Αποτελεί ίσως το πιο αδύναμο μέρος της ταινίας, αλλά δεν είναι δύσκολο να το παρακολουθήσεις. Ο Espinosa χειρίζεται κι αυτό το κομμάτι πολύ καλά και σου δημιουργεί μια συμπάθεια για τον χαρακτήρα του Weston που περιμένει μια καλύτερη θέση στη δουλειά και μαζί την υπόσχεση μιας καλύτερης ζωής. Αφού δούμε το όμορφο Κέιπ Τάουν μέσα από τα μάτια τον Weston και της φίλης του, μπαίνει στο παιχνίδι ο Tobin Frost (Denzel Washington). Δεν θα πω πολλά για τον χαρακτήρα του πάρα μόνο ότι όταν ο Frost κάνει μια συναλλαγή και μπαίνει στο σκόπευτρο των «κακών» της ταινίας, το έργο παίρνει μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Μετά την πρώτη σκηνή δράσης, δεν σου μένει και πολύς χρόνος για να αναπνεύσεις αφού όλα τρέχουν με καταιγιστικούς ρυθμούς. Οι χαρακτήρες και η ιστορία υφαίνουν ένα αξιοπρεπές σενάριο, το οποίο όμως χρησιμεύει κυρίως για να μας οδηγήσει στην επόμενη μεγάλη έκρηξη, αυτοκινητιστικό δυστύχημα ή συμπλοκή. Κι εσύ μένεις να το απολαμβάνεις. Η δράση είναι απίστευτα γρήγορη και παράφρων. Η στενή παρακολούθηση και τα κοντινά πλανά του σκηνοθέτη οδηγούν σε ορισμένες συναρπαστικές στιγμές. Αυτό που βρήκα ενδιαφέρον στο αμερικανικό ντεμπούτο του Daniel Espinosa ήταν οι προφανείς ομοιότητες αλλά και οι λεπτές διαφορές του ύφους του στυλ σκηνοθεσίας του σε σχέση με γνωστούς Αμερικανούς σκηνοθέτες. Η ταινία του μοιάζει πολύ σαν ταινία του Tony Scott, αλλά με πολύ περισσότερη ζωντάνια.

Ουσιαστικά, αυτή η ταινία ζει και πεθαίνει με τους δυο πρωταγωνιστές της. Υπάρχουν μερικές αποκλίσεις από την κύρια ιστορία, αλλά είναι εκεί μονάχα για να επιμηκύνουν την ταινία και να της προσθέσουν κάποιο βάθος. Για τον Reynolds ήταν μια δύσκολη χρονιά αφού μετά τις αποτυχίες των Green Lantern και Change-Up, έπρεπε να αποδείξει την αξία του. Ο ρόλος εδώ του ταιριάζει γάντι επιτρέποντάς του να μοιραστεί το φορτίο με έναν βετεράνο τέτοιου είδους ταινιών και να μην σηκώνει όλη την ταινία μόνος του. Εξεπλάγην ευχάριστα, δε, με την ικανότητά του που τον βοήθησε να δώσει περισσότερο βάθος στον Weston απ’ ότι βλέπουμε συνήθως σε τέτοιου είδους ταινίες και νομίζω ότι πέτυχε τη σωστή ισορροπία ανάμεσα στον μισοτρομαγμένο κι άπειρο χαρακτήρα που στην πορεία αλλάζει και γίνεται ο σκληρός που απλά πρέπει να τα βγάλει περά. Ο Washington, εν τω μεταξύ, είναι απίστευτος, αποπνέει τόσο δυναμισμό αλλά και απειλή, ακριβώς στις σωστές ποσότητες. Πάντα μια επιβλητική παρουσία στην οθόνη χωρίς να έχει σημασία ποιος είναι ο ρόλος του. Όταν λέει τα λόγια του με αυτό το ήσυχο, ήρεμο και μετρημένο τρόπο είναι στα καλύτερά του και εδώ έχει έναν ρόλο που χρησιμοποιεί αυτή του την ικανότητα αρκετές φορές. Δεν μπορώ να πω ότι είναι μία από τις καλύτερες ερμηνείες του και είναι σίγουρα μια ασφαλέστερη επιλογή από ό, τι θα ήθελα να δω από έναν ηθοποιό του βεληνεκούς του, αλλά παρόλα αυτά είναι μια υπενθύμιση του ποσό κάλος είναι. Μεταξύ τους έχουν μια εξαιρετική χημεία. Τόσο καλή που θα ήθελα η ταινία να ήταν αφιερωμένη ακόμα περισσότερο σε αυτούς τους δυο χαρακτήρες.

Εν κατακλείδι, αν ψάχνετε για μια διασκεδαστική ταινία δράσης δεν θα απογοητευτείτε. Μπορεί η πλοκή να διαθέτει κάποιες γενικότητες, αλλά προσωπικά δεν με ενόχλησαν καθόλου αφού τα επίπεδα δράσης αντισταθμίζουν τα όποια κλισέ σημεία του σεναρίου. Ίσως δυσαρεστήθηκα λίγο με το τέλος, αλλά ακόμα κι αυτό μπορείς να το παραβλέψεις. Δεν είναι μια ταινία που θα παρακολουθήσετε μια ντουζίνα φορές, παρόλα αυτά το «Κρησφύγετο» προσφέρει μια διασκεδαστική κι ελκυστική εμπειρία.

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

Δεσμά Αίματος [0/5]

Η πρώτη ψηφιακή ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου ανήκει στην κατηγορία των ταινιών που δεν μπορεί να περιγραφτεί. Θα πρέπει κάποιος να την δει για να καταλάβει το πόσο κακή είναι. Και είναι μεγάλο κρίμα γιατί από τον σκηνοθέτη του Αυτή η Νύχτα Μένει περιμένεις πολλά περισσότερα. Αναλογιζόμενος τώρα και την προηγούμενη συμμετοχή του, το Απ’ τά Κόκαλα Βγαλμένα, μια ομολογουμένως αξιοπρεπέστατη ταινία, σε κάνει άπλα να αναρωτιέσαι γιατί γύρισε το «Δεσμά Αίματος».

Πραγματικά, δεν μπορώ να καταλάβω τι είχε στο μυαλό του όταν τη γύριζε και τι προσπαθούσε να πει με αυτή του τη ταινία. Δυστυχώς, το έργο είναι ανούσιο και δεν πετυχαίνει ούτε μια στιγμή να τραβήξει το ενδιαφέρον του θεατή ή να επιτύχει τον όποιο στόχο της. Και αυτό οφείλεται σε πολλούς παράγοντες. Από άποψη παράγωγης, η ταινία είναι μια κλίμακα κάτω από την κατηγορία «ερασιτεχνική». Κάτι που δεν ταιριάζει όταν διαβάζεις τους συντελεστές, αλλά που πιστέψτε με ισχύει. Η σκηνοθεσία είναι κυριολεκτικά ανύπαρκτη με τα κλασσικά αργόσυρτα πλάνα να δίνουν κι εδώ το παρόν, η φωτογραφία είναι απερίγραπτη, ενώ για το μοντάζ απλά δεν θα ήθελα να μιλήσω. Ερμηνευτικά, τώρα, επικρατεί κι εδώ η ίδια «κουλτούρο-άποψη» περί αποξενωμένων ανθρώπων που μιλούν αργά, με περίεργο τρόπο και μηδενική αληθοφάνεια. Πράγμα που έχω πει επανειλημμένα ότι με ενοχλεί. Το μεγαλύτερο αρνητικό της ταινίας, όμως, είναι το σενάριο της. Μπορεί η ταινία να βασίζεται στο βιβλίο «Δεσμά Αίματος» της Μαρίας Πάουελ, αλλά παρακολουθώντας την έχεις την εντύπωση ότι κανένας από τους συντελεστές δεν είχε ιδέα περί του τι γύριζαν. Πραγματικά, μιλάμε για σκηνές που απλά παρεμβάλλονται η μια μετά την άλλη, χωρίς κανένα νόημα, με ένα απαράδεκτο voice-over να προσπαθεί να εξηγήσει τα όποια συναισθήματα της πρωταγωνίστριας.

Και μπορεί να είμαι λίγο σκληρός, αλλά αυτό είναι για τον έναν και μοναδικό λόγο: διότι ο ελληνικός κινηματογράφος, τουλάχιστον στην σημερινή του κατάσταση, δεν στερείται ταλέντου. Επομένως, είναι αλλόκοτο όταν βλέπεις να γυρίζονται τέτοιες ταινίες.

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

Δεμένη Κόκκινη Κλωστή [2/5]

«Κόκκινη κλωστή δεμένη» γύρω από μια δύσκολη περίοδο της νεότερης ιστορίας του ελληνικού έθνους, τον Εμφύλιο Πόλεμο, μας παρουσιάζει ο Κώστας Χαραλάμπους. Ο τίτλος της ταινίας έχει διττή έννοια καθώς συνδέει τη γνώριμη φράση που συνοδεύει την έναρξη της αφήγησης ενός παραμυθιού με τη γραμμή του αίματος που διατρέχει την ανθρώπινη ιστορία. Ο εμφύλιος είναι μια ιστορική περίοδος σκληρή κι αληθινή, που δίχασε την Ελλάδα όσο καμία άλλη και άφησε σημάδια που φαίνονται ως σήμερα. Εξακολουθώντας και τώρα να παραμένει, κατά πολλούς, ένα θέμα ταμπού, εγώ δεν θα ασχοληθώ με το κατά πόσο το έργο είναι ιστορικά ακριβές ή όχι, θα ασχοληθώ μονάχα με την ταινία ως ένα καλλιτεχνικό δημιούργημα.

Και την αλήθεια, δεν έχω να πω και πολλά. Ρεαλιστική απεικόνιση, εξαιρετικά σκηνικά και τοποθεσίες, μια πλούσια παράγωγη άλλα κι ωραίες ερμηνείες είναι πράγματα που προσθέτουν πόντους στο όλο εγχείρημα. Από την άλλη, όμως, το λέω και θα το ξαναλέω μέχρι να βαρεθείτε να με ακούτε. Αυτό το ανέκφραστο ύφος, αυτή η «άποψη» ότι τα πλάνα πρέπει να είναι αργόσυρτα και οι ηθοποιοί να λένε μια-δυο κουβέντες κι αυτές με το τσιγκέλι είναι κάτι που εγώ δεν καταλαβαίνω. Όχι μόνο είναι ένα ύφος που δεν ταιριάζει σε όλες τις ταινίες, άλλα κουράζει απεριόριστα. Και μπορεί εδώ να μην είναι τόσο έντονο το φαινόμενο και να υπάρχει μια… δράση, παρόλα αυτά, όταν συμβαίνει, σου κάνει ακόμα μεγαλύτερη, άσχημη, εντύπωση. Επιπροσθέτως το «Δεμένη Κόκκινη Κλωστή» έχει κι ένα πρόβλημα με το σενάριο. Δεν υπάρχει ουσιαστική ροη αφού όσο προχωράει δεν υπάρχει κάποια ουσιώδης εξέλιξη. Μου φάνηκε ότι περισσότερο ήταν μια απεικόνιση της σκληρότητας και των καταστάσεων του πολέμου πάρα μια ολοκληρωμένη ταινία. Λόγω αυτού, χάνεις το ενδιαφέρον σου από ένα σημείο και μετά.

Να πω εδώ ότι μ’ άρεσε πολύ η άποψη της ταινίας περί ιδεολογιών και φανατισμού σε γενικό επίπεδο. Η προσήλωση σε κάποιες αντιλήψεις, ανεξάρτητα της ορθότητας ή όχι αυτών και ανεξαρτήτως της φύσης τους (θρησκευτικές, κομματικές, για ομάδες) είναι κάτι το οποίο στερεί από το άνθρωπο την πολυτιμότερη μορφή ελευθερίας, την ελευθερία της σκέψης και την αξιοπρέπειά του και οδηγεί σε αρνητικές συνέπειες. Τουλάχιστον εμένα αυτό μου έβγαλε η ταινία και το θεώρησα πολύ σημαντικό, εξού και το αναφέρω. Το συμπέρασμα, πάντως, είναι ότι μιλάμε για μια ενδιαφέρουσα απόπειρα με αρκετά θετικά στοιχεία που παρακολουθείτε με ενδιαφέρον, παρά τα προβλήματα της.

Friends With Kids [2/5]

Το «Κολλητοί με Παιδί» είναι ένα κλασσικό παράδειγμα τού τι συμβαίνει όταν βάζεις έξυπνους και ταλαντούχους ανθρώπους σε μια προσπάθεια να ανυψώσουν μια ταινία που είναι… μια από τα ίδια. Εξίσου δραματική όσο και κωμική, αυτή η σε στυλ Woody Allen ταινία είναι σκηνοθετημένη και γραμμένη από την ίδια την πρωταγωνίστρια Jennifer Westfeldt, η οποία κάνει ότι καλύτερο μπορεί πραγματικά. Φέρνει στην επιφάνεια το ζήτημα τού τι συμβαίνει σε μια ομάδα φίλων όταν κάποιοι από αυτούς ξεκινούν να κάνουν παιδιά. Καθώς οι άνθρωποι φαίνεται να αναζητούν ανθρώπους με παρόμοια γούστα κι ενδιαφέροντα όταν έρχεται ένα παιδί, είναι απόλυτα φυσιολογικό ότι θα επηρεάσει τη δυναμική μιας παρέας αφού γίνεται πια το κύριο ενδιαφέρον στη ζωή τους και οι άτεκνοι είναι που πιο συχνά «θυσιάζονται», αφού δεν έχουν πλέον κοινούς κώδικες με τους γονιούς. Κι εδώ φαίνεται η εξυπνάδα της ταινίας, αφού παίρνει δυο κεντρικούς χαρακτήρες και ασχολείται με το τι συμβαίνει σε αυτούς όταν παρατηρούν ότι το γεγονός ότι δεν έχουν παιδιά επηρεάζει τη σχέση τους με τους καλύτερους τους φίλους. Η ταινία παίρνει ακόμα πιο ενδιαφέρουσα τροπή όταν αυτοί οι δυο χαρακτήρες, να σημειώσουμε εδώ ότι μιλάμε για ένα ζευγάρι κολλητών φίλων, αποφασίζουν να κάνουν μαζί ένα παιδί και το σημαντικότερο, δεν σκοπεύουν να συζήσουν ή να τα «φτιάξουν», αλλά το μόνο που πιστεύουν είναι πως θα είναι ιδανικοί γονείς.

Η Westfeldt κι ο Adam Scott παίζουν τους δυο ενήλικες κολλητούς φίλους πολύ πιστευτά. Οι απορίες και οι ανησυχίες τους είναι λογικές και πότε μη πιστευτές. Το υπόλοιπο καστ, που αποτελείται από δυνατά ονόματα όπως η Kristen Wiig, ο Chris O`Dowd, η αξιοπρεπέστατη Megan Fox κ.α., πλαισιώνει το πρωταγωνιστικό δίδυμο κάνοντας πολύ καλή δουλειά. Το γεγονός ότι όλοι τους προέρχονται από διαφορετικά υπόβαθρα ευτυχίας κι επιτυχίας αποτελεί ακόμα ένα θετικό της ταινίας και προσδίδει μια αληθοφάνεια. Το σενάριο είναι αστείο, έξυπνο κι έχει κάτι να πει για την πατρότητα και τις σχέσεις. Όλα αυτά, όμως, μέχρι περίπου τη μέση…

Από εκεί και μετά, η ταινία χάνει κυριολεκτικά τη μπάλα. Συνεχίζουν να υπάρχουν κάποιες έντιμες απεικονίσεις της ζωής και της φιλίας και η Westfeldt φαίνεται ότι ξέρει τι θέλει να πει, απλά δεν καταφέρνει να μας το μεταφέρει. Η ταινία αναλώνεται σε σκηνές που περιλαμβάνουν πολύ θόρυβο, διάσπαρτες καταστάσεις και ξεφτισμένα νεύρα, προσπαθώντας να μας υποδείξει ότι το να κανείς οικογένεια είναι δύσκολο, ότι ο γάμος θέλει πολύ δουλειά για να πετύχει κι άλλα τέτοια. Κάτι που με ενόχλησε ιδιαίτερα γιατί ήλπιζα ότι η ταινία θα εξελισσόταν διαφορετικά και θα είχε κάτι πιο ενδιαφέρον να πει. Τίποτα, όμως, δεν με προετοίμαζε για τα βασανιστικά τελευταία 20 λεπτά της, οπού το έργο καταστρέφεται απόλυτα και πλήρως. Όλα τα κλισέ εμφανίζονται το ένα μετά το άλλο ασταμάτητα. Έχουμε την κλασική εναλλαγή του χαρακτήρα που από το πουθενά αντιλαμβάνεται κάτι που μέχρι και πριν λίγο αρνιόταν πεισματικά, έχουμε τον παράγοντα του δίχρονου παιδιού που πιέζει τις καταστάσεις, έχουμε το άλμπουμ με τις φωτογραφίες που απεικονίζουν μια αγαπημένη οικογένεια και πολλά άλλα που οδηγούν στην πιο άσχημη, ενοχλητική κι απελπισμένη τελευταία γραμμή διαλόγου που έχω ακούσει ποτέ σε ταινία.

Το «Κολλητοί με Παιδί» ξεκινάει σαν μια θαυμάσια, διασκεδαστική και πραγματικά έξυπνη ταινία για δύο στενούς φίλους που κάνουν κάτι το αντισυμβατικό, αποφασίζοντας να κάνουν ένα μωρό μαζί σαν φίλοι. Δυστυχώς, αυτό που ξεκινάει σαν μια πρωτότυπη κωμωδία, σύντομα εισέρχεται στην τραγική άβυσσο των ρομαντικών ταινιών με ότι κι αν αυτό συνεπάγεται…

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Contraband [1.5/5]

Το «Τελικό Χτύπημα» είναι η κλασσικού τύπου ταινία ληστείας, όπου καθώς προχωράει, τα πράγματα γίνονται όλο και χειρότερα και που φυσικά έχουμε ξαναδεί εκατοντάδες φορές. Δεν έχει σημασία, βέβαια, αν μια ταινία «θυμίζει» μια άλλη ή έχει την αίσθηση του γνώριμου. Με βάση ένα κάλο σενάριο όλα αυτά ξεχνιούνται. Αλλά, αλίμονο, εδώ δεν υπάρχει η σωστή βάση, με αποτέλεσμα η ταινία να κατατάσσεται στην κατηγορία «το είδαμε, το ξεχάσαμε».

Πρόκειται για μια ταινία δομημένη με μια απλή αρχή, ένα απλό τέλος κι ένα περίπλοκο μεσαίο κομμάτι. Το θέμα, όμως, είναι ότι στις ταινίες με ληστείες, καθώς και στα περισσότερα θρίλερ, ξέρουμε ότι τα πράγματα δεν θα πάνε σύμφωνα με το σχέδιο, ίσως κάπου-κάπου να θέλουμε και να δούμε επιπλοκές προκειμένου να παρακολουθήσουμε την ομάδα των χαρακτήρων καθώς θα προσπαθεί να προσαρμοστεί και να τις ξεπεράσει. Το πρόβλημα είναι ότι στο παρόν φιλμ αυτές οι επιπλοκές δεν αισθάνονται τόσο πολύ ως φυσικές, αλλά περισσότερο σαν στοιχεία πλοκής από άλλες τέτοιες ταινίες.

Οι χαρακτήρες είναι πανομοιότυποι με αυτούς που ξέρουμε. Έχουμε τον κεντρικό πρωταγωνιστή, έναν άνθρωπο με σκιερό παρελθόν, που έγινε νόμιμος κι έχει μια οικογένεια τώρα, αλλά για να την προστατεύσει σύρεται πίσω στο παρελθόν του. Πόσες φορές έχει χρησιμοποιηθεί τα τελευταία χρόνια αυτός ο χαρακτήρας; Οι υπόλοιποι: ο νέος που τα κάνει θάλασσα αλλά που χρησιμεύει ως καταλύτης, ο γονιός στη φυλακή που παρέχει μια προειδοποιητική ιστορία, ο πιότερα αξιόπιστος φίλος που τελικά αποδεικνύεται ότι είναι αναξιόπιστος και η γυναίκα του πρωταγωνιστή ή αλλιώς το θύμα. Τα περισσότερα κομμάτια αυτής της ταινίας, λοιπόν, μοιάζουν να είναι στον αυτόματο πιλότο. Από τη σκοπιά της δράσης, τώρα, οι συγκινήσεις σπάνια υλοποιούνται, ενώ κι όταν αυτό γίνεται, βασίζονται σε λάθη και συμπτώσεις που περιμένεις ότι θα συμβούν. Οπότε, πάει η όποια αγωνία. Την αλήθεια, δεν υπήρχε ούτε μια στιγμή που να ανησύχησα για έναν χαρακτήρα επί της οθόνης. Αυτό ίσως να έγινε γιατί δεν με ενδιέφερε και κανένας ή (πιο πιθανό) λόγω της σκηνοθεσίας του Baltasar Kormakur. Είναι σαν ο Kormakur να είχε μπροστά του μια δειγματοληψία όλων των στυλ, με τα οποία μπορεί κάποιος να γυρίσει μια ταινία δράσης, και δεν μπορούσε να αποφασίσει ποιο να διαλέξει, επομένως σκέφτηκε ότι το πιο έξυπνο είναι να τα κάνει όλα μαζί. Λάθος.

Σε γενικές γραμμές, το «Τελικό Χτύπημα» ξεκινά κάπως ελπιδοφόρα άλλα καταλήγει να είναι μια μπερδεμένη ταινία όπου αισθάνεσαι ότι πηγαίνει κάπου, αλλά στην τελική δεν πάει πουθενά. Οπτικά μη εντυπωσιακό και ερμηνευτικά χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο. Δεν υπάρχουν πολλά περισσότερα να πούμε.

Beauty and the Beast 3D [5/5]

Η «Πεντάμορφη και το Τέρας» είναι χωρίς αμφιβολία ένα από τα καλύτερα κλασσικά της Ντίσνεϊ. Τι να πρωτοπεί κανείς για αυτή την ταινία. Δεν είναι τυχαίο ότι έχουμε να κάνουμε με την πρώτη ταινία κινουμένων σχεδίων που προτάθηκε για Όσκαρ καλύτερης ταινίας. Εντελώς δικαιολογημένα, κατά την άποψη μου, αφού όλα τα θετικά στοιχεία των προηγούμενων μεγάλου μήκους ταινιών της Ντίσνεϊ, στην «Πεντάμορφη» συνδυάζονται και μας δίνουν ένα καθαρό αριστούργημα.

Αυτό που κάνει την «Πεντάμορφη» μια τόσο λαμπρή ταινία είναι το γεγονός ότι η σχέση μεταξύ των δύο χαρακτήρων του τίτλου δεν μοιάζει τεχνητή ή μονοδιάστατη, ακόμα κι αν είναι από χαρτί. Σε αντίθεση με άλλα διάσημα παραμύθια, το συγκεκριμένο είναι αρκετά ρεαλιστικό ως προς τον ορισμό της αγάπης. Η ιστορία σπάει όλες τις συμβάσεις, καθώς δεν ακολουθεί τον δρόμο του «έρωτας με την πρώτη ματιά», αλλά αφήνει τον ρομαντισμό να εξελίσσεται με έναν λογικό ρυθμό. Η Belle αποδεικνύεται επίσης μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ηρωίδες της Ντίσνεϊ, δεδομένου ότι δεν ταιριάζει στο πρότυπο της τυπικής πριγκίπισσας, όπως η Χιονάτη και η Ωραία Κοιμωμένη. Διαθέτει προσωπικότητα και επιδιώκει να κάνει πολλά περισσότερα από απλά να παντρευτεί έναν πρίγκιπα. Το Τέρας είναι επίσης ένας αρκετά πεισματάρης αλλά αξιαγάπητος χαρακτήρας που παρά το σκληρό παρουσιαστικό του, διαθέτει μια καλοσύνη που η Belle ανακαλύπτει σιγά-σιγά.

Ακόμα ένα στοιχείο που κάνει την ταινία ακόμα καλύτερη είναι τα τραγούδια των Alan Menken (σύνθεση) και Howard Ashman (στοίχοι). Αν και οι δύο έκαναν καταπληκτική δουλειά στην Μικρή Γοργόνα, η μουσική τους εδώ είναι η καλύτερη τους στιγμή. Το τραγούδι του τίτλου είναι πολύ πιθανόν ένα από τα πιο ρομαντικά τραγούδια που έχουν γραφτεί ποτέ, συνδυάζοντας όμορφους στίχους με μια αξέχαστη μελωδία. Αυτό το τραγούδι ενισχύει την περίφημη σκηνή χορού της ταινίας. Τα υπόλοιπα τραγούδια σφύζουν από ενέργεια και χιούμορ και συμβάλουν κι αυτά στην ταινία σε μεγάλο βαθμό. Πιθανώς, όμως, το σημαντικότερο συστατικό που κάνει την «Πεντάμορφη» να ξεχωρίζει είναι το εκπληκτικό animation της. Οι σχεδιαστές της Ντίσνεϊ έκαναν καταπληκτική δουλειά στο να είναι απολύτως τέλεια τα πάντα, από τα σχέδια των χαρακτήρων μέχρι τα φόντα και τα σκηνικά. Κάθε χαρακτήρας έχει την προσωπικότητα του, είτε κωμική είτε δραματική, καθώς οι σχεδιαστές τούς επιτρέπουν να αναπνέουν συνδυάζοντας εκπληκτικά την φωνή του ηθοποιού με τα κινούμενα σχέδια. Η ταινία είναι φωτεινή και πολύχρωμη καθώς και σκοτεινή ή θλιβερή όταν είναι απαραίτητο. Ιδιαίτερη μνεία στο κάστρο του Τέρατος. Το γοτθικό κάστρο έχει σχεδιαστεί τόσο πολύ στην εντέλεια, που ξεχνάς ότι βλέπεις μια ταινία κινουμένων σχεδίων.

Η επανέκδοση της ταινίας σε 3D δίνει τη δυνατότητα σε μικρούς και μεγάλους να τη δουν στην μεγάλη οθόνη για πρώτη ή για δεύτερη φορά, αντίστοιχα. Να πω εδώ, βέβαια, ότι το 3D δεν είναι τίποτα το σπουδαίο, αλλά αξίζει να δεις την ταινία γιατί μετά από τόσα χρονιά παραμένει μια συναισθηματικά συγκινητική εμπειρία. Η «Πεντάμορφη» θα είναι μία από εκείνες τις ταινίες που θα θυμόμαστε για πάντα και ξέρω ότι πρόκειται για μια ταινία που θα δείξω στα παιδιά μου μια ημέρα. Μια ιστορία τόσο παλιά, με ένα μήνυμα τόσο αγέραστο όσο και καθολικό: αγάπα τον συνάνθρωπο σου και μην κρίνεις τους άλλους από την εμφάνιση τους. Κι αφήστε στην Ντίσνεϊ να το παρουσιάσει με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να αγκαλιαστεί και να κατανοηθεί από μικρούς, όσο και μεγάλους. Μερικές από τις καλύτερες ταινίες κινουμένων σχεδίων στον κόσμο προέρχονται από τα στούντιο του Ντίσνεϊ και η «Πεντάμορφη και το Τέρας» μπορεί να καταταχτεί επάξια στην λίστα με τα αριστουργήματα τους.

The Awakening [3/5]

Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, εκατομμύρια ζωές χάθηκαν. Είμαστε στο 1921 και όπως λένε, είναι περίοδος φαντασμάτων. Η Florence Cathcart (Rebecca Hall) είναι αφοσιωμένη στην επιστήμη κι αποφασισμένη να αποκαλύπτει τους τσαρλατάνους που κοροϊδεύουν τους ανθρώπους και επωφελούνται από αυτούς μέσω πνευματιστικών συγκεντρώσεων. Είναι τόσο διάσημη στη χώρα, που το βιβλίο της βρίσκεται στα ράφια των ανθρώπων δίπλα στην Αγία Γραφή. Μετά από μια επίσκεψη από τον διευθυντή ενός σχολειού, Robert Mallory (Dominic West), συσκευάζει τα πράγματα της και πάει στην Cumbria για να ανακαλύψει πώς ένας από τους μαθητές, ο Walter, πέθανε κάτω από το άγρυπνο μάτι της οικοδέσποινας Maud (Imelda Staunton). Κατά την άφιξή της, τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται και η Florence πρέπει να παλέψει με κάτι πολύ πιο σκοτεινό απ` όσα έχει αντιμετωπίσει πριν.

Το «The Awakening» είναι μια καλή, ντεμοντέ ιστορία φαντασμάτων. Χωρίς να είναι επουδενί μια ταινία τρόμου, διαθέτει ένα αξιοσέβαστο ποσοστό σκηνών όπου θα πεταχτείτε από την καρέκλα σας. Η ταινία εστιάζει σε θέματα όπως η καταπίεση, το παρελθόν, η ενοχή, η μνήμη και οι φιλίες. Κυρίως, όμως, διερευνά την απώλεια και τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους μπορούμε να προσπαθήσουμε να αντιμετωπίσουμε μια μεγάλη απώλεια σε προσωπικό επίπεδο. Η αφήγηση βασίζεται σε ένα σενάριο τριών πράξεων. Η πρώτη πράξη είναι μιας σειράς μυστηρίου με τη Florence να προσπαθεί να εκθέσει τα πραγματικά αίτια του θανάτου του Walter. Η δεύτερη πράξη είναι η κάθοδος της Florence στην υστερία καθώς αδυνατεί να αντιμετωπίσει, με την αυστηρή λογική της, τον κόσμο γύρω της. Καθώς αρχίζει να χάνει την ψυχραιμία της, το ίδιο κάνουμε κι εμείς, ενώ μας καθησυχάζουν τα επιστημονικά παιχνίδια καθώς εξηγούν τα μυστήρια. Ο ρυθμός είναι γρήγορος και η αδρεναλίνη ανεβαίνει. Η τρίτη πράξη, όμως, δεν μπορεί να διατηρήσει την ένταση. Προσπαθώντας να εξηγήσει τι είχε συμβεί, τα μυστήρια εξατμίζονται, ενώ η κατάληξη μοιάζει βολική και μένουμε να θέλουμε κάτι περισσότερο.

Ο πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης προσθέτει πολλές μικρές λεπτομέρειες, τόσο οπτικά όσο και σεναριακά. Η ταμπακιέρα της Florence έχει χαραγμένα τα αρχικά κάποιου άλλου, ένα αναμνηστικό από κάποιον που δεν μπορεί να ξεχάσει, ενώ το κουκλόσπιτο καθώς και οι μικροσκοπικές φιγούρες είναι μια ευρηματικότατη εικόνα. Στο «The Awakening» υπάρχει και η εικόνα του πολέμου. Ο Robert αισθάνεται ενοχή που επέζησε και αυτοτραυματίζεται, ο Judd (Mawle) δεν πήγε στο μέτωπο και λόγω αυτού τον περιφρονούν, ενώ ο Malcolm (Dooley) είναι τόσο ψυχικά τραυματισμένος που μόλις και μετά βίας μπορεί να διδάξει. Κι ενώ μπορεί να μοιάζουν περίσσια όλα αυτά σε ένα θρίλερ, προσθέτουν πλούτο στην ιστορία, κάτι που είναι ευχάριστο. Η εικόνα της ταινίας είναι σκοτεινά όμορφη, διαποτισμένη με γκρι χρώμα και με αρκετή προσοχή στη λεπτομέρεια. Η εικόνα του έρημου κι απομονωμένου περιβάλλοντος της Cumbria είναι πραγματικά αρκετή για να οδηγηθεί κανείς στην τρέλα, πόσο μάλλον όταν εκεί βρίσκεται κι ένα στοιχειωμένο σπίτι. Ένα σπίτι τεράστιο κι επιβλητικό, του όποιου οι μεγάλοι διάδρομοι είναι τέλειοι για τέτοιου είδους ταινίες.

Συνολικά, ο σκηνοθέτης Nick Murphy δημιουργεί και συντηρεί μια πραγματικά τεταμένη και νοσηρή ατμόσφαιρα που με απορρόφησε πλήρως. Το παραδέχομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα ιδιαίτερα καινοτόμο και όλα τα συνήθη κλισέ ταινιών φαντασμάτων δίνουν το παρόν, ωστόσο οι δύο πρώτες πράξεις είναι ισχυρές, οι ερμηνείες εξαιρετικές και το σενάριο, προς τιμήν της ταινίας, θα σας κρατήσει μέχρι το τέλος, ενώ διαθέτει και μερικές ενδιαφέρουσες ανατροπές στην πορεία.

Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

Journey 2: The Mysterious Island [0.5/5]

Ο Josh Hutcherson επιστρέφει στον ρόλο του Sean Anderson, ενός επαναστατικού έφηβου ο οποίος σέρνει (πολύ εύκολα νομίζω) τον θετό πατέρα του, Hank (Dwayne Johnson), σε μια περιπέτεια για να βρει ένα μυστηριώδες νησί. Προκειμένου να φτάσουν εκεί, θα χρειαστούν τις υπηρεσίες ενός πιλότου (Luis Guzman) και της κόρης του (Vanessa Hudgens), έτσι ώστε να τους πετάξουν στο πιο επικίνδυνο τμήμα του Ειρηνικού Ωκεανού, όπου (φυσικά) μια φρικτή θύελλα θα τους αναγκάσει να προσγειωθούν στο νησί του προορισμού τους.

Το Ταξίδι στο Κέντρο της Γης ήταν μια από τις πρώτες ταινίες που κατάλαβε την εμπορική σημασία του 3D και το χρησιμοποίησε ως εργαλείο για την «καλυτέρευση» της κινηματογραφικής ποιότητας, αλλά κυρίως και της ενίσχυσης των ταμιών στα σινεμά. Κι ενώ η πρώτη ταινία ήταν, ας πούμε, κάπως μπροστά από την εποχή της, οπότε είχε ένα ενδιαφέρον, το «Ταξίδι 2: Το Μυστηριώδες Νησί» συγκριτικά υστερεί σχεδόν με όλες τις υπόλοιπες ταινίες που έχουν την ένδειξη 3D στον τίτλο τους. Κι αυτό όχι γιατί από τεχνικής πλευράς η παράγωγη της ταινίας δεν είναι αξιοπρεπέστατη, αλλά επειδή τίποτα άλλο δεν λειτουργεί στην ταινία πέρα από αυτό. Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενα να δω και κανένα αριστούργημα πηγαίνοντας στην προβολή, αλλά αλίμονο, δεν περίμενα με τίποτα αυτό που είδα. Απλά, μια περιπέτεια που δεν αξίζει να αναζητήσετε στις αίθουσες.

Τα καλά νέα πρώτα: στο «Ταξίδι 2» έχει αντικατασταθεί ο Brendan Fraser. Αυτή είναι η καλή είδηση και είναι το σύνολο από τις καλές ειδήσεις! Από κάθε άλλη άποψη, η ταινία είναι πραγματικά κακή. Και από πού να ξεκινήσω. Αρχικά, από τον εφιαλτικό πολτό ιδεών που συνοψίζονται στο γεγονός ότι: Η «Μυστηριώδης Νήσος» του Ιούλιου Βερν, τα «Ταξίδια του Γκιούλιβερ» του Τζόναθαν Σουίφτ καθώς και το «Νησί των Θησαυρών» του Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον ήταν όλα βασισμένα σε ένα μέρος που πραγματικά υπήρχε. Στη συνέχεια, ότι γι` αυτού του είδους τις ανόητες, οικογενειακές περιπέτειες φαντασίας, σημαντικός παράγοντας προκειμένου να λειτουργήσουν είναι οι πρωταγωνιστές τους να σε συνεπαίρνουν. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, αισθάνθηκα πως κανένας από αυτούς δεν ήθελε καν να είναι εκεί. Ο Michael Caine απλά είναι η ντροπή της ταινίας. Ο Josh Hutcherson ας ελπίσουμε ότι θα σταματήσει να παίζει σε τέτοιους είδους ταινίες (πρωταγωνιστεί και στα Η Γέφυρα για την Τεραμπίθια και Zathura: Μια Περιπέτεια στο Διάστημα, φτάνει), η Vanessa Hudgens απλά τρέχει γύρω-γύρω με ένα μικροσκοπικό σορτσάκι και μπλουζάκι, τον Luis Guzman τον έκρυβα με το χέρι μου να μην τον βλέπω όποτε εμφανιζόταν και τέλος, παρόλο που ήταν ο μόνος που έδειχνε έναν κάποιο ενθουσιασμό στον ρόλο του, ο Dwayne Johnson είχε τις δυο από τις τρεις χειρότερες σκηνές ολόκληρης της ταινίας. Και τέλος, λόγω των απεριορίστων κλισέ κι εντελώς άκυρων διαλόγων και σκηνών που η ταινία διαθέτει. Πράγματα γίνονται χωρίς να εξηγούνται, υπάρχουν ατάκες όπως «εάν πεθάνουμε εκεί έξω, η μαμά θα μας σκοτώσει», παρόλο που ολόκληρη η ταινία είναι βασικά μια κούρσα ενάντια στον χρόνο οι χαρακτήρες πάντα βρίσκουν χρόνο να προσπαθούν να είναι πνευματώδεις, αστείοι ή έξυπνοι και φυσικά υπάρχουν πάντα αυτές οι οικογενειακές, ευαίσθητες στιγμές, τύπου «ξέρω ότι είμαστε έτοιμοι να παλέψουμε ένα τεράστιο ηλεκτροφόρο χέλι, αλλά θέλω απλώς να ξέρεις ότι σ` αγαπώ» που διαδραματίζονται στην πιο ακατάλληλη στιγμή.

Το «Ταξίδι 2» στερείται συγκίνησης κι ενθουσιασμού. Κυρίως, όμως, αποτυγχάνει παταγωδώς στο πιο βασικό στοιχείο τέτοιων ταινιών: να είναι διασκεδαστική. Υπάρχουν στιγμές που δεν θα βαρεθείτε απόλυτα, αλλά αν αυτό είναι όλα όσα αναζητάτε σε μια ταινία, θα πρέπει να διευρύνετε τους ορίζοντές σας ή αυτούς των παιδιών σας…