Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

21 Jump Street [0.5/5]

Η δημοφιλής αστυνομική σειρά «Ομάδα Δράσης 21», αποτέλεσε σημείο αναφοράς της pop κουλτούρας τη δεκαετία του 1980, αναδεικνύοντας το αστέρι του Johnny Depp. Ο τίτλος είναι η μόνη σχέση τής τότε σειράς με την τωρινή μεταφορά της στο σινεμά, αφού είναι ελάχιστα έως καθόλου τα πράγματα που τη θυμίζουν έστω και λίγο.

Και μπορεί το ντουέτο Jonah Hill και Channing Tatum να είναι έξυπνη επιλογή και να διαθέτει πετυχημένη χημεία, δυστυχώς η ταινία ακολουθεί την κλασσική πεπατημένη των αστυνομικών buddy-movies με τα γνωστά τρεχαλητά και τις αναμενόμενες δόσεις περιπέτειας. Όλα στην πιο light εκδοχή τους, φυσικά, αφού απευθύνονται, ξεκάθαρα, στη νέα γενιά teenagers της Αμερικής. Αυτό που με στενοχώρησε περισσότερο, όμως, ήταν το σενάριο της και η εξάρτηση του χιούμορ της από αισχρολογίες. Αν βρίσκετε τις λέξεις «πέος» και «πουλί» αστείες ή πλάκες για δύο τυπάδες που μιλούν για το σεξ σάς κάνουν να ξεκαρδίζεστε στα γέλια, τότε κατά πάσα πιθανότητα θα γελάσετε περισσότερο απ’ όσο εγώ. Κι ενώ είμαι πρόθυμος να παραδεχθώ ότι υπάρχει κοινό που απολαμβάνει αυτού του είδους το χιούμορ, σίγουρα δεν είναι το στυλ της κωμωδίας που προτιμώ, θεωρώ ότι τα σεξιστικά αστεία είναι το πιο εύκολο που μπορείς να γράψεις για να προκαλέσεις ένα στοιχειώδες γέλιο. Και εδώ τα «καλαμπούρια» είναι μόνο τέτοιου είδους.

Αστεία που έχουν να κάνουν με τα γεννητικά όργανα αντρών και γυναικών διαδέχονται το ένα το άλλο. Αφού μετά το 21ο τέτοιο αστείο, πραγματικά ήθελα να φύγω από την αίθουσα. Κι όταν επιτέλους τέλειωσαν τα αστεία της συγκεκριμένης θεματολογίας, περάσαμε σε χωρατά που αφορούν περιττώματα. Καμιά πρωτοτυπία, καμιά καυστικότητα, τίποτα. Ήταν τόσο χάλια που αναρωτιέμαι αν οι σεναριογράφοι ξέρουν να γράφουν πια. Δηλαδή είναι υπερβολικό να αναζητάς ένα έξυπνο λογοπαίγνιο ή μια ωραία ατάκα από μια κωμωδία. Και συγχωρέστε με αλλά το «νομίζω ότι τα έκανα στο παντελόνι μου» δεν είναι ακριβώς αυτό που είχα στο μυαλό μου. Υπάρχει περισσότερη εξυπνάδα σε ένα εικοσάλεπτο επεισόδιο οποιασδήποτε αμερικανικής κωμικής σειράς απ’ ότι σε ολόκληρα τα 109 τού «21 Jump Street». Τα σενάρια σήμερα φαίνεται να είναι το τελευταίο πράγμα που απασχολεί τους σκηνοθέτες της κωμωδίας και αυτό είναι κρίμα.

«Περιέργως», η ταινία έσκισε στα σινεμά της Αμερικής αποφέροντας πάνω από 120 εκατομμύρια δολάρια. Πράγμα που σημαίνει ότι ένα σίκουελ είναι παραπάνω από δεδομένο. Ας ελπίσουμε (πράγμα σπάνιο για σίκουελ) ότι η δεύτερη φορά θα είναι καλύτερη και πάνω κάτω ένα εκατομμύριο φορές εξυπνότερη…

Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

Elles [3/5]

Σκηνοθετημένο από την Πολωνή Malgorzata Szumowska, το «Elles» έχει σαν πρωταγωνίστρια την πάντα εξαιρετική Γαλλίδα ηθοποιό Juliette Binoche στον ρόλο της Anne, μιας γυναίκας της αστικής τάξης που εργάζεται ως δημοσιογράφος. Στο νέο της άρθρο κάνει μια ερεύνα γύρω από τις περιπτώσεις φτωχών φοιτητριών, που προκειμένου να βγάλουν τα δίδακτρα της σχολής τους, εκδίδονται έναντι αδράς αμοιβής. Όσο περισσότερο μιλά με τα κορίτσια, τόσο περισσότερο αρχίζει να αμφιβάλλει για τις δικές της αξίες σαν γυναίκα και σαν άνθρωπος.

Μια ταινία που σαφέστατα μιλά για μια γυναίκα που ανακαλύπτει τη σεξουαλικότητα της, που μέσα από τις συνεντεύξεις συνειδητοποιεί ότι στην πραγματικότητα αυτά τα κορίτσια είναι ότι η ίδια δεν είναι: ανεξάρτητες, περιπετειώδης, επαναστατικές και φιλόδοξες. Εκτός από αυτό, όμως, εμένα η ταινία μου έβγαλε και κάτι άλλο. Κάτι πιο σύνθετο. Μια κριτική για τον κόσμο που ζούμε σήμερα. Έναν κόσμο όπου ο άνθρωπος είναι ικανός να κάνει και να υπομείνει τα πιο διαστροφικά πράγματα για χάρη των δυο πραγμάτων, που κατά την γνώμη μου, κυβερνούν τον κόσμο τη δεδομένη στιγμή: το χρήμα και το σεξ. Στον βωμό αυτών των δυο, ο άνθρωπος είναι ικανός να αφήσει στην άκρη ηθικές κι αξίες. Και το χειρότερο, βλέποντας τις (πολλοί θα τις χαρακτηρίσουν ως ωραιοποιημένες) ερωτικές σκηνές, έπιασα ακόμα και τον εαυτό μου να μην του είναι ξένες σαν εικόνες. Και αυτό γιατί έχουμε κορεστεί από το θέαμα που δεν σου κάνει εντύπωση πια. Πράγμα αδιανόητο. Ακόμα και η επιλογή του περιοδικού που δουλεύει η ηρωίδα, δεν την βρήκα τυχαία. Είναι ένα από εκείνα τα περιοδικά που υποσυνείδητα διασύρουν και αντικειμενοποιούν τη γυναίκα, ενώ παράλληλα της περνούν την ιδέα ότι τόσο η υλική όσο και η οικονομική ανάπτυξη τους αποτελεί το μοναδικό κλειδί της επιτυχίας και της αποδοχής. Όλα αυτά, όμως, δυστυχώς στην πρώτη πράξη του «Elles». Από εκεί και μετά, το υποκείμενο πλέον είναι η εγκαταλελειμμένη μεσήλικας, που πάνω στις μαρτυρίες των κολ-γκερλ, βρίσκει λύσεις στο δικό της ζήτημα.

Παρόλο που αναγνωρίζω ότι δεν είναι η πιο καινοτόμα ταινία σαν θέμα, με αρκετά προβλήματα τόσο σεναριακά όσο και σκηνοθετικά, το «Elles» είναι σίγουρα μια εξαιρετικά έντονη και ενοχλητική ταινία που προσωπικά μου άρεσε. Ακόμα, λοιπόν, κι αν την δείτε με άλλο μάτι απ’ ότι εγώ, αξίζει να της ρίξετε αυτή τη ματιά.

Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

The Avengers [4/5]

Μετά από τις ως επί το πλείστον εξαιρετικές set-up ταινίες για όλους τους ήρωες της Marvel, η μεγαλύτερη πρόκληση για αυτήν την ταινία ήταν η σωστή αντιμετώπιση όχι ενός αλλά έξι χαρακτήρων. Ε λοιπόν, τα νέα είναι καλά. Τα κατάφεραν! Καιρό είχαμε να δούμε μια τόσο καλή, καθαρόαιμη περιπέτεια από εκείνες που μόνο το Χόλιγουντ ξέρει να φτιάχνει. Μια από τις καλύτερες ταινίες σούπερ ηρώων μέχρι σήμερα και μια από τις καλύτερες ταινίες δράσης στην πρόσφατη ιστορία. Τα εύσημα πρέπει να αποδοθούν σε όλους όσους εμπλέκονται στην δημιουργία της, με το έργο να αποτελεί ένα τρανταχτό παράδειγμα του πώς μια ταινία ποπ-κορν μπορεί και πρέπει να είναι.

Πρώτο και σημαντικότερο, το σενάριο είναι τέλειο. Εισάγει τους χαρακτήρες με μια σημαντική, αλλά μικρή σκηνή και στη συνέχεια τους τοποθετεί σε ζευγάρια σε διαφορετικές καταστάσεις, κυρίως αντιπαραθέσεις, για να διαμορφώσει τελικά μια ομάδα. Αυτές οι σκηνές είναι τόσο άριστα γραμμένες κι αστείες, που πραγματικά το απολαμβάνεις. 143 λεπτά περνούν σαν νεράκι, με σένα να αναζητάς την επομένη σκηνή δράσης με αγωνία. Σίγουρα υπάρχουν κάποιες μικρές «τρύπες» στο σενάριο ή ένα-δυο πράγματα που εμένα προσωπικά με ενόχλησαν, αλλά είναι τόσο μικρής σημασίας που δεν είναι άξια λόγου. Ένα σχόλιο μόνο για το 3D. Δεν είναι πάντα τόσο εμφανές σε όλη την ταινία, αλλά στις στιγμές που πρέπει, προσφέρει μερικές από τις ωραιότερες σκηνές 3D που έχουμε δει.

Ένα σφιχτοδεμένο fun σενάριο, λοιπόν, το οποίο είναι δίκαιο απέναντι σε όλους τους χαρακτήρες, δίνοντας τους ισάξιο ρόλο. Όλοι μα όλοι, ακόμα κι εκείνοι σε μικρούς ρόλους, έχουν σημασία. Έχουμε την πρώτη σωστή απεικόνιση του Hulk σε ταινία (επιτέλους), ανάπτυξη της Black Widow και του Hawkeye κι έναν κακό, τον Loki του Thor, που είναι πραγματικά κακός και σε κάνει να πιστεύεις ότι οι ήρωες βρίσκονται αληθινά σε κίνδυνο. Η ταινία ανυψώνεται ακόμα περισσότερο από τους ηθοποιούς. Όλοι τους εξαιρετικοί, αλλά για μένα την παράσταση κλέβουν οι Tom Hiddleston και Scarlett Johansson. Όσο για τον Joss Whedon, τα λόγια είναι περιττά. Δεδομένου ότι είναι σεναριογράφος και σκηνοθέτης του έργου, αυτό που καταφέρνει σου προκαλεί δέος. Είναι πραγματικά αδύνατο να μεταφέρω πόσο τέλεια επιλογή ήταν για αυτήν την ταινία.

Η αριστοτεχνική ταινία του Whedon είναι άξια ολόκληρης έκθεσης και όχι μιας σύντομης κριτικής. Με απλά και λίγα λόγια, αν θέλετε να ζήσετε μια πραγματικά θαυμαστή και διασκεδαστική κινηματογραφική εμπειρία, κάντε κράτηση εισιτηρίων, αγοράστε το ποπ κορν σας κι ετοιμαστείτε να εκπλαγείτε…

Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

We Bought A Zoo [1/5]

Ο Matt Damon υποδύεται τον Benjamin Mee. Όταν η σύζυγος πεθαίνει, έρχεται αντιμέτωπος με μια σκληρή πραγματικότητα. Για να το αντιμετωπίσει, αποφασίζει να φύγει μακριά από όσα τη θυμίζουν και να μείνει αλλού, παρέα με τα δύο παιδιά του. Όταν τελικά βρει το σπίτι που θέλει, συνειδητοποιεί ότι στην πραγματικότητα είναι ένας ζωολογικός κήπος.

Κλασσική «ταινία σαββατοκύριακου», όπου την πετυχαίνεις μεσημέρι και αν δεν έχεις κάτι άλλο να κάνεις, την παρακολουθείς. Σαν χαρακτηρισμός δεν είναι απαραίτητα κακός, στην συγκεκριμένη περίπτωση, πάντως, δεν είναι καλός. Στα θετικά της ταινίας είναι ότι βλέπεται ευχάριστα κυρίως από μικρά παιδιά, ενώ πρέπει να ομολογήσω ότι τα ζώα σού φτιάχνουν αρκετά τη διάθεση. Αρνητικά τώρα, είναι ένα από εκείνα τα έργα που εγώ ονομάζομαι «ταινίες κατά γράμμα». Ξέρεις ανά πάσα στιγμή τι θα γίνει παρακάτω. Γνωρίζεις ποιος θα βοηθήσει ποιον, ποιος θα αγαπήσει ποιον, πώς θα εξελιχτούν σχεδόν τα πάντα. Η υπόθεση του έργου κυλά σαν νεράκι κι εσύ μένεις να παρακολουθείς χωρίς να σε αγγίζει αφού όλα εξετάζονται επιδερμικά. Τα συναισθήματα των ηρώων, οι σκέψεις τους, ακόμα και οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι στο πιο απλό επίπεδο που θα μπορούσαν να είναι. Επιπλέον, παρόλο που ξαφνιάστηκα που είναι αληθινή, η ιστορία διαθέτει κάποιους εντελώς κλισέ χαρακτήρες (όπως η αρκετά ώριμη επτάχρονη κόρη του) και είναι πέρα για πέρα γλυκανάλατη με αποκορύφωμα το τέλος της ταινίας που είναι εντελώς μη-αληθοφανές.

Σκηνοθετημένο από τον Cameron Crowe, το «Ο Ζωολογικός μας Κήπος» είναι μια ανάλαφρη ταινία με ένα σενάριο που περιέχει όλα τα διάφορα του στοιχειά (κωμωδία, μελό, ρομαντισμό, θάνατο) συμφώνα με τις χολιγουντιανές φόρμουλες.

Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

Battleship [1/5]

Τι κοινό έχουν τα Αρμαγεδδών, Πολύ Σκληρός για να Πεθάνει, Τζουράσικ Παρκ, Αδίστακτα/Πρόσωπα και πολλές ακόμα ταινίες σαν αυτές μεταξύ τους; Είναι ταινίες blockbuster. Είναι ταινίες προερχόμενες εξ Αμερικής. Είναι ταινίες έξυπνες, ακόμα κι αν είναι απίστευτες σαν σενάρια. Και πάνω από όλα, είναι διασκεδαστικές. Δυστυχώς το «Battleship: Ναυμαχία» δεν τις πλησιάζει καν. Τεχνικά η ταινία είναι σαφέστατα άρτια, με εφέ που αγγίζουν το τέλειο. Βέβαια, με ένα budget 200 εκατομμυρίων δολαρίων, αυτό έλειπε και να μην είναι. Τίποτα άλλο, όμως, δεν δικαιολογεί ούτε μισό αστεράκι παραπάνω. Και όχι, δεν δέχομαι το επιχείρημα του στυλ «έλα μωρέ, τι περίμενες να δεις;». Γιατί αυτό που είδα, δεν το περίμενα με τίποτα…

Για αρχή, παρόλο που σε τέτοιες ταινίες δεν σε νοιάζει η υπόθεση της, παρά μόνο η δράση της, μου είναι αδύνατο να παραβλέψω τα τεράστια σεναριακά προβλήματα της. Μπορώ να δεχτώ τους εξωγήινους και άλλα στοιχεία φαντασίας σε μια ταινία, αλλά μερικά κομμάτια της υπόθεσης είναι απολύτως αδύνατα. Ακόμα κι όταν προσπαθούσα να τα αγνοήσω, απλά κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό. Επιπρόσθετα, το απίστευτα κακό μοντάζ έκανε τα πράγματα χειρότερα, σε τέτοιο βαθμό που σε ορισμένα σημεία απλά δεν μπορούσα να καταλάβω πού βρισκόμουν. Σκηνές που έβγαζαν ελάχιστο νόημα και διαδραματίζονταν σε διάφορες τοποθεσίες, εναλλάσσονταν με έναν γρήγορο τρόπο ενώ κάθε λίγο και λιγάκι γινόταν και μια έκρηξη. Οι εξωγήινοι εισβολείς, δε, από τη μια μας παρουσιάζονται ως εξελιγμένα οντά και από την άλλη νικιούνται από την πιο απλή βλακεία που μπορείς να φανταστείς. Και το σημαντικότερο περί εξωγήινων, δεν έχω καταλάβει αν είναι καλοί ή κακοί, πράγμα αδιανόητο για μια ταινία. Επιπλέον, σαν κεντρικό χαρακτήρα έχουμε έναν αντιπαθέστατο, από όλες τις απόψεις, πρωταγωνιστή που μαζί με όλους τους υπόλοιπους ξεστομίζει ατάκες που είναι δύσκολο να πιστέψεις ότι κάποιος έγραψε. Όλα τα παραπάνω συνθέτουν μια απίστευτα αναληθοφανή ταινία που θα σε κάνει να γελάς. Θα μου πείτε, σε όλα τα blockbuster υπάρχουν αναληθοφάνειες και ασυνέχειες, αλλά θα σας απαντήσω ότι δεν είναι τόσο εμφανέστατες όσο εδώ.

Και ερχόμαστε στα μεγαλύτερα για μένα προβλήματα της ταινίας. Ξεκινώ με το ποσοστό της διασκέδασης. Σε αυτές τις ταινίες δεν πας ούτε για τους χαρακτήρες, ούτε για την υπόθεση. Πας για τη δράση και τα εφέ. Φοβάμαι, όμως, πως στη συγκεκριμένη περίπτωση, από ψυχαγωγική πλευρά, μιλάμε για μια ήπια περιπέτεια. Τα πρώτα 45 λεπτά δεν γίνεται τίποτα, έχουμε μια μεγάλη μάχη στη μέση, για να κλείσουμε με ένα γλυκανάλατο και politically-correct τέλος. Αυτό είναι το έργο. Και κλείνω με το γεγονός του ότι δεν απευθύνεται σε εμάς. Ούτε στο ελάχιστο. Δεν θα μιλήσω για προπαγάνδα, γιατί πιστεύω ότι κι εμείς σαν χωρά αν είχαμε τα μέσα, την ισχύ και τη δυνατότητα, τέτοιες ταινίες ή και ακόμα χειρότερες θα γυρνούσαμε. Θα πω απλά ότι το target-group της είναι αποκλειστικά το αμερικανικό κοινό προκειμένου να τονώσει το ηθικό τους. Πατριωτικές σκηνές εναλλάσσονται με γρήγορο κι άκομψο ρυθμό. Υπέρ του Πολεμικού Ναυτικού της Αμερικής, στο απόλυτο. Πραγματικά, δεν νομίζω ότι μπορώ να εξηγήσω ακριβώς τι εννοώ. Θυμηθείτε την τελική σκηνή στο Μέρα Ανεξαρτησίας με τον Αμερικανό πρόεδρο να θυσιάζεται για τη σωτηρία του κόσμου και πολλαπλασιάστε την με το 100. Για τέτοιο πατριωτισμό μιλάμε!

Καθώς έβγαινα από την αίθουσα, άκουσα κάποιους να λένε ότι είναι καλό εάν απενεργοποιήσετε το μυαλό σας. Σας συμβουλεύω, λοιπόν, να βάλετε το μυαλό να δουλέψει και να πατέ να δείτε καμιά ταινία της προκοπής. Και για να το πω ακόμα πιο απλά: Υπερπαραγωγή; Ναι. Ηλίθιο; Ναι. Διασκεδαστικό; Όχι τόσο…

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2012

How I Spent My Summer Vacation [2/5]

Για αρχή, θα δηλώσω ότι εμένα ο Mel Gibson μού αρέσει πολύ. Δεν αφήνω καμιά απολύτως προσωπική του ιστορία και κανένα κουτσομπολιό να με επηρεάσει για την αξία του ως ηθοποιός και σκηνοθέτης. Είναι ο μόνος άνθρωπος που τόλμησε και γύρισε τις ταινίες του (Apocalypto, Τα Πάθη του Χριστού) στην πραγματική τους γλώσσα και δεν έβαλε τους ηθοποιούς να μιλούν αγγλικά με προφορά. Έχει γυρίσει το Braveheart. Και ας μην γελιόμαστε, είναι ο απόλυτος action-star του Χόλιγουντ. Και εδώ, αυτός ο action-star, έναν χρόνο μετά την κορυφαία του ερμηνεία στο Ο Άλλος μου Εαυτός, επιστρέφει σε μια γεμάτη τεστοστερόνη ταινία. Γραμμένο και χρηματοδοτημένο από τον ίδιο και σκηνοθετημένο από τον Adrian Grunberg, με τη βοήθεια του ίδιου, το «Οι Καλοκαιρινές μου Διακοπές» είναι ένα πολύ σκληρό φιλμ. Μην έχοντας καμία πίεση, ο Gibson έφτιαξε την ταινία που ήθελε, όσο βίαιη την ήθελε, χωρίς τις έγνοιες των συντηρητικών στούντιο.

Η υπόθεση απλή: ο «Driver» (Mel Gibson) ή αλλιώς ο οδηγός χωρίς όνομα, αφού σπάει (κυριολεκτικά) τα σύνορα με το Μεξικό και προσγειώνεται στα χέρια της συνοριακής αστυνομίας, συλλαμβάνεται από τους, φυσικά, διεφθαρμένους αστυνομικούς που αφού του κλέψουν τα κλοπιμαία, τον στέλνουν στη φυλακή. Μια φυλακή που είναι μακράν ο καλύτερος χαρακτήρας στην ταινία. Είναι βασισμένη σε μια πραγματική φυλακή του Μεξικού, όπου, αν καταδικαστείς εκεί, η οικογένειά σου μπορεί να έρθει και να ζήσει μαζί σου. Ουσιαστικά, πρόκειται για μια περιφραγμένη πόλη στην οποία όποιος έχει χρήματα μπορεί να επιβιώσει. Μέσα σε αυτήν, οι κρατούμενοι ιδρύουν επιχειρήσεις, διακινούν ναρκωτικά κι έχουν για αρχηγό έναν μαφιόζο. Ένα γκέτο στη χειρότερή του μορφή. Ο «Driver» μπλέκει σε διάφορες καταστάσεις, συναναστρέφεται με πολλούς χαρακτήρες και η δράση ξεκινά. Αυτά που συμβαίνουν στο έργο είναι ότι καλύτερο μπορείς να δεις σε τέτοιου είδους ταινίες, ενώ το ύφος και η ατμόσφαιρα θα ευχαριστήσουν ακόμα και τον πιο σκληροπυρηνικό φαν. Η προσωπικότητα, δε, του πρωταγωνιστή, είναι αυτή που γνωρίζουμε κι αγαπάμε. Σχεδόν μόνος του απέναντι στον κόσμο, γνωρίζει πώς να κινηθεί, μπορεί να δει τις γωνίες και τα τυφλά σημεία και γενικώς τα βάζει με όλους και όλα. Με λίγα λογία, η ταινία θα σου προσφέρει φουλ αδρεναλίνη και διασκέδαση στο μάξιμουμ.

Όσο κι αν την ευχαριστήθηκα στην αίθουσα, κάπου εδώ σταματάνε τα θετικά. Το σημαντικότερο πρόβλημα της είναι ότι δεν μοιάζει με ταινία. Είναι σαν να παρακολουθείς τη μέση ενός έργου χωρίς να έχεις δει την αρχή. Δεν εξηγεί ούτε ποιος είναι ο κεντρικός χαρακτήρας, ούτε γιατί γίνονται όλα αυτά, ενώ, ας μη γελιόμαστε, δεν έχει κάποιο νόημα σαν ταινία. Μοναδικός στόχος της είναι, από την αρχή μέχρι το τέλος, να σε βάλει στο τριπάκι να την παρακολουθείς απλά και μόνο για να δεις με ποιον τρόπο θα γλυτώσει ο πρωταγωνιστής και με ποιο ευφυέστατο κόλπο θα κλέψει περισσότερα λεφτά για να επιζήσει. Υπάρχει, κλασσικά, και μια ανθρώπινη ιστορία που θα σε τραβήξει ακόμα πιο πολύ και θα σε ταρακουνήσει συναισθηματικά. αλλά μέχρι εκεί.

Προσφέρει, λοιπόν, μια ικανοποιητική κινηματογραφική εμπειρία, δυστυχώς όμως δεν είναι μια ολοκληρωμένη κινηματογραφική εμπειρία. Το μόνο σίγουρο είναι ότι αν πας με παρέα θα το ευχαριστηθείς ακόμα περισσότερο, ενώ πιστεύω ότι αν σου αρέσουν έστω και στο ελάχιστο τέτοιου είδους ταινίες, δεν θα κλαις τα λεφτά σου βγαίνοντας από την αίθουσα.

Ανοιχτά Μικρόφωνα [2.5/5]

Μέσα από τους αιχμηρούς κοινωνικοπολιτικούς στίχους και την πιστή ότι η συγκεκριμένη μουσική μπορεί να ανοίξει τα βουλωμένα αυτιά και να ξυπνήσει τα κοιμισμένα μυαλά, η ταινία καταφέρνει να μην απευθύνεται μόνο στους σκληροπυρηνικούς φαν της ραπ. Σε συνδυασμό, τώρα, με την κατάσταση της Ελλάδας στην παρούσα φάση, το «Ανοιχτά Μικρόφωνα» δεν είναι μόνο ένα ντοκιμαντέρ για ένα μουσικό κίνημα, είναι πολλά περισσότερα. Κάτι που με ξάφνιασε ευχάριστα  αφού το βρήκα απίστευτα επίκαιρο.

Εμπλουτισμένη με τραγούδια από διάφορους ράπερ και συγκροτήματα και έχοντας σαν βάση ένα είδος μουσικής που με το καταγγελτικό του λόγο κριτικάρει τα απανταχού κακώς κείμενα, η ταινία πατάει πάνω στην ραπ για να μιλήσει για την κατάσταση της Ελλάδας τη δεδομένη στιγμή. Οι ίδιοι οι καλλιτέχνες του χιπ-χοπ μιλούν για θέματα όπως η παγκόσμια οικονομική κρίση, το πολίτικο σύστημα, την παιδεία, τόσο μέσα από τα τραγούδια τους όσο και μέσω συνεντεύξεων των ίδιων. Προκειμένου να μην είναι μονόπλευρη σαν ταινία, βρήκα ιδιαίτερα έξυπνη την έκφραση διαφορετικών απόψεων από ανθρώπους της τέχνης και των γραμμάτων. Οι δηλώσεις των Σώτη Τριανταφύλλου, Κωνσταντίνου Τζούμα, Λίνας Νικολακοπούλου, Τζίμη Πανούση κι όλων των υπολοίπων για την Ελλάδα ήταν άπλα συναρπαστικές στο να τις ακούς.

Εδώ πρέπει να παραδεχτώ ότι βρήκα την ταινία τόσο ενδιαφέρουσα ίσως γιατί κατά βάθος δεν μιλάει απόλυτα για το χιπ-χοπ. Χρησιμοποιεί ένα μέρος του χιπ-χοπ (κυρίως του στίχους και το γεγονός ότι είναι ένα μέσο για να εκφραστεί η νέα γενιά) για να μιλήσει για άλλα θέματα. Εμένα μου άρεσε αυτό, δεν είμαι σίγουρος όμως ότι αυτό θα αρέσει και στους φαν της συγκεκριμένης μουσικής, που μπορεί να βρουν ότι η ταινία είναι μια απλή καταγραφή ενός μικρού μέρους τού τι πραγματικά συμβαίνει στον κόσμο του χιπ-χοπ. Το μόνο σίγουρο είναι ότι παρόλο που δεν είμαι γνώστης της συγκεκριμένης μουσικής, το έργο κατάφερε και με ενημέρωσε και μου κέντρισε το ενδιαφέρον για καινούργια ακούσματα όπως τις μουσικές των Razastarr, των Ορθολογιστών, του Ραψωδού Φιλόλογου κι πολλών άλλων.

Συμπερασματικά, λοιπόν, θεωρώ πως τα «Ανοιχτά Μικρόφωνα» είναι μια αξιόλογη προσπάθεια που και να περάσει το μήνυμα της χιπ-χοπ κουλτούρας στο ευρύ κοινό καταφέρνει, ενώ μέσα από της ρίμες και τους ρυθμούς των ράπερ, καταπιάνεται με σύγχρονα πολιτικά και κοινωνικά θέματα που αφορούν ολόκληρη την ελληνική κοινωνία.

Τρίτη, 10 Απριλίου 2012

The Pirates! Band of Misfits [1.5/5]

Υπάρχει κάτι σχετικά με τις χειροποίητες μαριονέτες και το stop-motion animation που κάνει τα έργα της Aardman τόσο αξιαγάπητα. Και οι «Πειρατές!» είναι το αποκορύφωμα της τέχνης τους. Το πόση δουλειά έχει πέσει στην ταινία είναι κάτι το φοβερό, ενώ τα φόντα, οι χαρακτήρες, τα σκηνικά και γενικώς ολόκληρο το έργο είναι τόσο καλοσχεδιασμένο και προσεγμένο που έχουμε να κάνουμε με ένα εκπληκτικό οπτικό αποτέλεσμα. Αξίζει μια δεύτερη και τρίτη προβολή, απλά για να δώσεις προσοχή σε όλες τις λεπτομέρειες.

Σαν ταινία τώρα, δεν είναι τίποτα το ιδιαίτερο. Οι σκηνές δράσης είναι πάνω-κάτω προβλέψιμες και το σενάριο έχει ελάχιστη ανάπτυξη. Το μεγαλύτερο μου πρόβλημα, όμως, είναι ότι διέθετε χιούμορ περισσότερο για παιδιά και όχι τόσο για ενήλικες. Θα περίμενε κανείς ότι ένα πειρατικό πλήρωμα που περιλαμβάνει μια γυναίκα μεταμφιεσμένη σε άντρα, έναν αλμπίνο πειρατή κι έναν άνθρωπο του οποίου τα περισσότερα άκρα έχουν αντικατασταθεί με ξύλο θα προσέφεραν έναν τεράστιο αριθμό ευκαιριών για γέλια. Δυστυχώς, όμως, παρόλο που οι χαρακτήρες είναι, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, μοναδικοί, οι περισσότεροι από αυτούς σπαταλούνται και τα πιο περισσότερα αστεία δεν βρίσκουν το στόχο τους.

Αισθάνομαι γενικά ότι οι δημιουργοί της ταινίας ήταν τόσο απασχολημένοι με τις τεχνικές πτυχές του έργου, που ξέχασαν το σημαντικότερο συστατικό: τη ψυχή. Αδιάφορο παντελώς, λοιπόν. Να αναφερθώ, κλείνοντας, στο μηδαμινό 3D και στο ότι χρειάζεται προσοχή να το αναζητήσετε στη γλώσσα του.

The Cabin in the Woods [3.5/5]

Ένα βέβαιο μελλοντικό cult-classic, το «Μικρό Σπίτι στο Δάσος» είναι τόσο διασκεδαστικό όσο κι απολύτως παράλογο. Στην επιφάνεια μπορεί να μοιάζει σαν μια παραδοσιακή «νέοι σε ένα απομονωμένο σπίτι στο δάσος» ιστορία, συμβαίνουν τόσα πολλά περισσότερα όμως που την μετατρέπουν σε μια άκρως πρωτότυπη ταινία.

Το φιλμ των Whedon, Goddard ξεπερνά στιλ και είδη και σπάει τους κανόνες. Ακριβώς όπως το Scream έπαιζε με τις ταινίες τρόμου στη δεκαετία του ενενήντα, έτσι κάνει και το συγκεκριμένο. Θα μπορούσε εύκολα να μην λειτουργήσει σαν εγχείρημα, εντούτοις με ένα μείγμα εξαιρετικού κάστινγκ, σκηνοθεσίας και τέλειου μαύρου χιούμορ είναι ίσως ότι πιο διασκεδαστικό μπορείτε να δείτε στον κινηματογράφο. Το ύφος της φρίκης, κάποιες συμβάσεις κι ορισμένα αρχέτυπα διατηρούνται και τιμούνται δέοντος από τους σεναριογράφους, αλλά η ιστορία διαθέτει πολλά περισσότερα στρώματα από τα τετριμμένα. Έχουμε να κάνουμε με ένα έργο που είναι μια παρωδία, ένας φόρος τιμής και παράλληλα κάτι τελείως διαφορετικό και φρέσκο. Και αυτή η φρεσκάδα διατηρείται καθόλη τη διάρκεια, με τον τόνο της ταινίας να πηγαίνει με μεγάλη ευκολία από την αγωνία στην αυτό-αναφορική κωμωδία, χωρίς ποτέ να λείπουν οι συναισθηματικές προκλήσεις.

Συναρπαστικό, έξυπνο και πραγματικά αστείο, το «Μικρό Σπίτι στο Δάσος» είναι ένα έργο που θα πρέπει να το δεις χωρίς να ξέρεις τίποτα γι’ αυτό. Κέφι και τρόμος συνδυάζονται απόλυτα κάτω από το πέπλο της τρέλας. Δείτε την, πραγματικά.

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

Mirror Mirror [1/5]

Την πλοκή της Χιονάτης όλοι πάνω-κάτω την ξέρουμε. Μια σατανική βασίλισσα θέλει να είναι η πιο όμορφη της Γης, αλλά η Χιονάτη είναι πιο όμορφη από αυτήν. Η βασίλισσα προσπαθεί να σκοτώσει τη Χιονάτη, αλλά αποτυγχάνει. Έτσι, η βασίλισσα πρέπει να χρησιμοποιήσει την εξυπνάδα της ώστε να ξεγελάσει τη Χιονάτη και να γίνει η πιο όμορφη της Γης. Το «Καθρέφτη, Καθρεφτάκι Μου» παίρνει μόνο τη βασική ιδέα του διάσημου παραμυθιού των αδελφών Γκριμ και το κατακρεουργεί αφήνοντας ελάχιστα πράγματα να λειτουργούν υπέρ του.

Ο σκηνοθέτης Tarsem Singh έχει την ικανότητα να κάνει εντυπωσιακά όμορφες ταινίες που όμως διαθέτουν άψυχες ιστορίες. Το Κελί, το Εξωπραγματικότητα αλλά και το Αθάνατοι είναι ταινίες που θα μπορούσατε να πάρετε ένα πλάνο τους και να το κρεμάσετε στον τοίχο σας. Ο Singh έχει «master» στις ταινίες με περίτεχνα κοστούμια και σκηνικά, ευρηματικές γωνίες λήψης και δημιουργικά ειδικά εφέ, ακόμα κι αν είναι ανίκανος να πει μια ιστορία ή να αποσπάσει μια καλή ερμηνεία από έναν ηθοποιό. Στο «Καθρέφτη, Καθρεφτάκι Μου», δυστυχώς, εξομαλύνει σημαντικά την οπτική του αισθητική και ως εκ τούτου, το μόνο που απομένει είναι η χαζή ιστορία και οι ανιαρές ερμηνείες. Υπάρχουν μερικές εντυπωσιακές εικόνες, κυρίως στο υπερβολικό παλάτι της σατανικής βασίλισσας (Julia Roberts) που κυβερνά τη βασίλειο της με σιδηρά πυγμή. Η βασίλισσα και τα μελή του επιτελείου της είναι ντυμένα με εξωφρενικά κοστούμια που αλλάζουν με διάφορους δημιουργικούς τρόπους καθόλη την ταινία, αλλά το μεγαλύτερο μέρος της δράσης λαμβάνει χώρα έξω από το παλάτι σε ένα βαρετό δασός και μια πόλη. Όταν συμβαίνει αυτό, είμαστε υποχρεωμένοι να δώσουμε προσοχή στο άνοστο love-story μεταξύ της Χιονάτης (Lily Collins) και του όμορφου πρίγκιπα (Armie Hammer).

Οι σεναριογράφοι Melissa Wallack και Jason Keller κατάφεραν να φτιάξουν μια απολυτά βαρετή ταινία με μια δίχως νόημα ιστορία. Αλλάζουν τους επτά νάνους και τους κάνουν κλέφτες με ονόματα όπως Wolf και Butcher, βάζουν τον πρίγκιπα να μαγεύεται από ένα ξόρκι και μόνο με την βοήθεια ενός αληθινού φιλιού της αγάπης να λύνονται τα μαγεία και αλλά τέτοια, μετατρέποντας το έργο σε μια παρωδία καταστάσεων με αστεία τόσο άνοστα και χαζά τα οποία δεν τα βλέπεις ούτε σε ταινίες των αδελφών Farrelly. Για να μην αναφερθώ και στο ενοχλητικό κι από το πουθενά Μπόλιγουντ τραγούδι των τίτλων τέλους. Ανήκουστα πράγματα. Και το casting χειροτερεύει ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Πού τη βρήκαν τη Lily Collins, πραγματικά δεν καταλαβαίνω. Δεν μπορούσε να εκφράσει κανένα απολύτως συναίσθημα και άπλα περιφερόταν. Χαλιά και η επιλογή των νάνων. Αν δεν ήταν η Julia Roberts που το καταδιασκεδάζει με τον ρόλο της, αλλά κι ο ανερχόμενος και ταλαντούχος Armie Hammer, η ταινία απλά δεν θα βλεπόταν. Όχι ότι τώρα βλέπεται, αλλά κάπως διασώζεται. Μια άσκοπη ταινία που στερείται έμπνευσης και δεν διαθέτει κάποια δημιουργικότητα παρά μόνο στην παράγωγη της. Δεν το περίμενα αυτό που είδα, ειλικρινά.

Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

Titanic 3D [5/5]

Είτε ανήκετε σε αυτούς που τους αρέσει η ταινία, είτε σε αυτούς που την κρίνουν αρνητικά, νομίζω ότι είναι αναμφισβήτητο το γεγονός ότι ο «Τιτανικός» σημάδεψε μια ολόκληρη γενιά. Ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα του Χόλιγουντ, μια ταινία που είχε ξεπεράσει κατά πολύ τον αρχικό προϋπολογισμό της και που πριν ακόμα βγει στους κινηματόγραφους, την αντιμετώπιζαν σαν μια σίγουρη αποτυχία. Πράγμα που φυσικά δεν συνέβη πότε, αφού η ταινία έσπασε όλα τα τότε ρεκόρ και για 12 χρονιά θεωρούταν η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία όλων των εποχών. Όπως ήταν φυσικό, όμως, 1,8 δισεκατομμύρια εισπράξεις και 11 Όσκαρ μετά, ο «Τιτανικός» απέκτησε εχθρούς. Ίσως ήταν αυτή η υπερβολική υπερέκθεση από τα media, που άρχισε να λειτούργει εναντίον του.

Εγώ ήμουν πάντα ένας από αυτούς που τον θεωρούσαν αριστούργημα και συνεχίζω να τον θεωρώ. Ο «Τιτανικός» είναι ένα συνονθύλευμα ιστορίας και φαντασίας. Αρκετοί από τους βασικούς χαρακτήρες βασίζονται σε πραγματικά πρόσωπα, όπως ο καπετάνιος του πλοίου (υποδυόμενος από τον Bernard Hill), ενώ το ίδιο το πλοίο είναι μια τρομερά λεπτομερής απεικόνιση του αληθινού. Ωστόσο, η ίδια η ουσία της ταινίας είναι ο, αλά «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», απαγορευμένος έρωτας μεταξύ του Jack Dawson (Leonardo DiCaprio) και της Rose DeWitt Bukater (Kate Winslet). Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, μπορούμε να εκτιμήσουμε την γεμάτη παιδικότητα ερμηνεία του DiCaprio. Ενώ η τότε υποψήφια για Όσκαρ, Kate Winslet, ήταν προφανές από την αρχή, ότι είναι μια από της καλυτερες ηθοποιούς.

Τώρα, αν κάποιος επρόκειτο να μετατρέψει τον «Τιτανικό» σε 3D, δεν θα μπορούσε να ήταν άλλος από τον ίδιον τον James Cameron. Αλλά αυτό που είναι εκπληκτικό είναι ότι για μια ταινία που γυρίστηκε σε 2D, είναι καταπληκτική και σε 3D. Η προστιθέμενη διάσταση ανεβάζει την ταινία κατά έναν τόνο σε οπτικό επίπεδο, ιδίως στις σκηνές των υποβρύχιων λήψεων και, φυσικά, αφού το καταδικασμένο πλοίο χτυπά το παγόβουνο κι αρχίζει την τραγική κάθοδό του στον πυθμένα του Ατλαντικού. Αλλά για το αν ή όχι το 3D κάνει τον «Τιτανικό» μια καλύτερη ταινία σε συναισθηματικό επίπεδο, η απάντηση είναι πως όχι, δεν τον κάνει. Στην αρχή, το 3D είναι εντυπωσιακό, αλλά μετά από λίγο (και ειδικά κατά τη διάρκεια μιας 3ων ωρών και 15 λεπτών ταινίας), η επίδραση αποτυγχάνει να διατηρηθεί αφού το συνηθίζεις. Εξάλλου, ο «Τιτανικός» ήταν ήδη μια μεγάλη ταινία, έτσι εάν πρόκειται να τη δείτε σε 3D, δείτε την για την μοναδική ευχαρίστηση τού να δείτε ένα μεγάλο έπος όπως αυτό πάλι στη μεγάλη οθόνη, όπου και προφανώς ανήκει. Μερικοί κριτικοί διαμαρτύρονταν τότε για τις μπανάλ ατάκες και τους διαλόγους. Αλλά δεν πειράζει. Εάν το επίπεδο των συνομιλιών μιας ταινίας είναι το λιγότερο σημαντικό μέρος του σεναρίου, είναι επειδή η αφηγηματική δομή είναι σαφής κι ο τόνος της ταινίας σωστός.

Το εκπληκτικό είναι ότι στα 15 χρόνια από το ντεμπούτο του, ο «Τιτανικός» διατηρεί ακόμη όλη τη μαγεία και το μεγαλείο που τον έκανε ένα τόσο τεράστιο φαινόμενο: τα εντυπωσιακά ειδικά εφέ, το απίστευτο soundtrack του James Horner, το μοναδικό τραγούδι της Celine Dion και φυσικά, η ακαταμάχητη χημεία μεταξύ του Leonardo DiCaprio και της Kate Winslet.

The Lorax [3/5]

Ο Dr. Seuss θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους Αμερικανούς συγγραφείς παιδικών βιβλίων. Να πω την αμαρτία μου, τώρα, πέρα από το Ο Κατεργάρης των Χριστουγέννων του Ron Howard, δεν έχω ενδιαφερθεί για κάποια άλλη μεταφορά βιβλίου του στην μεγάλη οθόνη. Δεν μπήκα καν στον κόπο να δω το Ο Γάτος, ενώ το Χόρτον πέρασε και δεν ακούμπησε. Υπήρχε κάτι, όμως, με το «Λόραξ», δεν ξέρω αν ήταν επειδή είναι από τους δημιουργούς του μοναδικά ευφάνταστου Εγώ, ο Απαισιότατος, που με έκανε να θέλω να το δω. Και δεν είχα άδικο, αφού έχουμε να κάνουμε με ένα υπέροχο φιλμ που θα σας διασκεδάσει, ακόμα κι αν δεν είναι αρκετά πολύπλοκο.

Το animation είναι πολύχρωμο και πανέμορφο ενώ τα πολλά χαριτωμένα ζωάκια απλά θα σας κάνουν να σκάσετε στα γέλια. Είναι, επίσης, μια περιβαλλοντική ταινία με ένα εύστοχο και πολύ όμορφα δοσμένο μήνυμα. Μια πολύ απλή παραβολή για το πόσο εύθραυστος και πολύτιμος είναι ο φυσικός κόσμος γύρω μας και πόσο εύκολο είναι να κάνουμε το λάθος πράγμα. Το «Λόραξ» είναι μια από τις καλύτερες προτάσεις για να δουν τα παιδιά, αλλά και να απολαύσουν μαζί οι ενήλικες.