Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

Magic Mike [1/5]

Το μεγαλύτερο τρικ που κρύβει στο μανίκι του το «Magic Mike» είναι η ταχυδακτυλουργία με την οποία το τμήμα μάρκετινγκ έχει πλασάρει την ταινία, κάνοντας το κοινό να πιστεύει ότι πηγαίνοντας να τη δει, θα παρακολουθήσει μια κωμωδία γεμάτη από γυμνούς άντρες και ρομαντικά καμώματα. Ναι, και γυμνό υπάρχει και τα πράγματα μπερδεύονται, αλλά η ταινία δεν είναι ούτε πολύ διασκεδαστική, ούτε πολύ αστεία.

Και αυτό γιατί το «Magic Mike» δεν φαίνεται να ξέρει τι ταινία θέλει να είναι και τι ιστορία θέλει να πει. Ή για να το θέσω διαφορετικά, το κύριο πρόβλημα με το έργο είναι ότι δεν διαθέτει καν μια πειστική ιστορία. Αυτό που έχουμε εδώ είναι μια απλουστευτική και ηθικοπλαστική μάτια στον πολύ σκοτεινό κόσμο του ανδρικού στριπτίζ, πασπαλισμένη με αρκετές δόσεις Αμερικανικού Ονείρου και με τα απαραίτητα μηνύματα περί φιλίας, αγάπης, καριέρας, δόξας να δίνουν, κλασσικά, το παρόν.

Περά από το πολλά υποσχόμενο πρώτο μέρος, όπου η ταινία ισορροπεί ελαφριές χιουμοριστικές στιγμές με μια αρκετά ενδιαφέρουσα πλοκή, η στροφή στο ύφος της ταινίας κάπου στη μέση, με το χιούμορ να χάνεται προς τέρψιν μιας πιο σοβαρής ατμόσφαιρας, δεν είναι μια επιτυχημένη κίνηση. Έτσι, στο δεύτερο μισό είναι πλέον εμφανές ότι αυτή η πειραματική κι ελαφρώς αυτοσχέδια ταινία μοιάζει να είναι πολύ περισσότερο μια σταθερή ροή από «Instagram» φωτογραφίες που ούτε πολύ πρόστυχες όπως διαφημίζεται είναι, ούτε σου προκαλούν τη σκέψη.

Τέλος πάντων, με εμφανή τη προσπάθεια του να πουλήσει, το «Magic Mike» είναι ένα φλύαρο και συντηρητικό εργάκι που χρειάζεται καλοκαιρινά κέφια για να χωνευτεί πλήρως. Αν δεν τα έχετε, προσπεράστε το.

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2012

La Vie d`une Autre [1.5/5]

Η γνωστή Γαλλίδα ηθοποιός Sylvie Testud πραγματοποιεί το ντεμπούτο της πίσω από την κάμερα με το «Η Ζωή μιας Άλλης», ένα αφηγηματικά ασταθή ρομαντικό-κωμικό δράμα που βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Frederique Deghelt. Η υπόθεση αφορά μια γυναίκα, τη Marie (Juliette Binoche), η οποία μετά από μια νύχτα πάθους με τον Paul Speranski (Kassovitz), ξυπνά 15 χρόνια αργότερα σε ένα άγνωστο περιβάλλον για εκείνη, παντρεμένη με τον Paul και στα πρόθυρα του διαζυγίου. Αυτή η δυνητικά ενδιαφέρουσα ιδέα δεν αξιοποιείται πλήρως και καταλήγει να είναι μια, ως επί το πλείστον, άρρυθμη ελαφριά κωμωδία με κάποιες στιγμές άστοχου δράματος.

Από νωρίς, το σενάριο της ταινίας δείχνει ότι δεν ενδιαφέρεται να εξηγήσει την ιδέα της ιστορίας και απλά τη χρησιμοποιεί ως σημείο εκκίνησης για ορισμένες ελαφρά χιουμοριστικές σκηνές, στις οποίες η Marie αντιλαμβάνεται τα νέα δεδομένα του κόσμου στον οποίο ξύπνησε: το γεγονός ότι δεν μπορούμε να καπνίζουμε σε κλειστούς χώρους, ότι ένας έγχρωμος είναι ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, τον θάνατο του Michael Jackson κι άλλα τέτοια. Δυστυχώς το φιλμ δεν κατορθώνει ποτέ να επωφεληθεί από το πώς μια ταινία μπορεί να κάνει τις πιο απίθανες καταστάσεις να μοιάζουν σαν πραγματικότητα και έτσι το κωμικό στοιχειό δεν είναι πάντα επιτυχημένο. Και, κάπως παραδόξως, ποτέ δεν χρησιμεύει για την ανάπτυξη των χαρακτήρων ή για να προχωρήσει η ιστορία. Με αυτά τα δεδομένα, μόλις αυτό το αρχικό, εύκολο χιούμορ τελειώσει και δώσει τη σκυτάλη στο δραματικό μέρος του έργου, η ιστορία παραμένει σταθερή.

Αυτό συμβαίνει γιατί το σενάριο εστιάζει μεν στην πιο ενδιαφέρουσα πτυχή της δομής της ιστορίας, στο γεγονός ότι μπορεί να βάλει τη γέννηση και τον θάνατο του έρωτα ενός ζευγαριού δίπλα-δίπλα, αλλά το κάνει με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς και με υπερβολικά άχαρο τρόπο. Στην ουσία, το έργο χρησιμοποιεί ένα ανεξήγητο φαινόμενο προκειμένου να ρίξει τη Marie σε μια κρίση μέσης ηλικίας, όπου τα πάντα για τα οποία έχει κουραστεί ξαφνικά αποκαλύπτεται ότι είναι κάλπικα κι άνευ αξίας, και η ταινία τα καταφέρνει περίφημα όταν δείχνει πώς οι αξίες μας αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου, ειδικά όταν τα χρήματα μπαίνουν στη μέση. Δεν υπάρχει, όμως, καμία ψυχολογική διορατικότητα στους χαρακτήρες και δεδομένου ότι το κοινό είναι το ίδιο ανίδεο για τα χρόνια που μεσολάβησαν, όπως και η Marie, η αλλαγή στο χαρακτήρα της παραμένει κάτι αόρατο, γεγονός που καθιστά δύσκολο να κατανοήσουμε τους λόγους που ο Paul ζητά διαζύγιο από την, τώρα νεανική και γοητευτική, γυναίκα του. Με πολλά ερωτήματα αναπάντητα και παραλείποντας να παρέχει το είδος της πραγματικότητας που θα έδινε μια έννοια στην πλοκή, το έργο της Testud καταλήγει να σου είναι αδιάφορο και κάπως κουραστικό.

Με ένα υπερβολικά μεγάλο συναισθηματικό βάρος να πέφτει πάνω στους ηθοποιούς, οι ερμηνείες των δυο πρωταγωνιστών δεν καταφέρνουν να σε τραβήξουν. Η Binoche, μια από τις καλύτερες Γαλλίδες ηθοποιούς, αναλώνεται σε θεατρινισμούς και μόνο στην πιο δραματική ανύπαρκτη τρίτη πράξη του έργου, σου θυμίζει κάπως το μεγαλείο της. Από την άλλη, ο Kassovitz περνάει σχεδόν απαρατήρητος σε έναν απλό αλλά και υπερβολικά ήπια παιγμένο ρόλο.

Στην τελική, το «Η Ζωή μιας Άλλης» προσπαθεί να θέσει κάποιες επίκαιρες και προκλητικές ερωτήσεις χωρίς να τα καταφέρνει επιτυχώς και δυστυχώς για εμάς, παραμένει ως μια ακόμα ταινία με θέμα την αμνησία. Η ίδια όπως ήταν πάντα.

Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012

The Raid: Redemption [4/5]

Όταν μια ταινία ανοίγει με τον πρωταγωνιστή να προσεύχεται να επιβιώσει από αυτό που πάει να κάνει, τότε, αν μη τι άλλο, είσαι σίγουρος ότι κάτι θα πάει στραβά. Αυτός ο πρωταγωνιστής είναι ο Rama (Iko Uwais), ένας από τους αστυνομικούς μια επίλεκτης ομάδας ειδικών δυνάμεων που πάνε να εισβάλουν στο κτίριο του άρχοντα των ναρκωτικών, Tama. Τοποθετημένο σε μια άθλια περιοχή της Τζακάρτα, το αδιαπέραστο φρούριο του Tama φιλοξενεί από γκάνγκστερ και δολοφόνους μέχρι εμπόρους ναρκωτικών, αλλά κι απλό κόσμο. Χάρη σε ένα ανοργάνωτο σχέδιο, οι αστυνομικοί γίνονται γρήγορα αντιληπτοί, τα φώτα σβήνουν και η κατάσταση βγαίνει εκτός έλεγχου, καθώς οι ένοικοι στρέφονται εναντίον τους σε μια γεμάτη αίμα μάχη.

Πολύ σπάνια βλέπουμε τέτοιου είδους ταινίες στον κινηματογράφο. Ταινίες στις οποίες εξαιτίας της απίστευτης ψυχαγωγίας που σου προσφέρουν, η ιστορία τους είναι το τελευταίο πράγμα που σε ενδιαφέρει καθώς τις παρακολουθείς. Μια τέτοια ταινία είναι το «Επιχείρηση: Χάος». Μια καταιγιστική ταινία δράσης και τίποτε άλλο. Κάτι που στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι υπέρ-αρκετό. Εξαιρετικά έντονη κι αγωνιώδης από το πρώτο ως το τελευταίο δευτερόλεπτο, η ταινία είναι αναμφίβολα μια από τις καλύτερες ταινίες δράσης των τελευταίων δεκαετιών, όπως πολύ εύστοχα υπερηφανεύεται και η αφίσα της ταινίας. Αφήστε πίσω οτιδήποτε θα σας έκανε να μην πατέ να την δείτε (χωρά προέλευσης, γλωσσά, άγνωστοι συντελεστές) και τρέξτε γρήγορα στο πλησιέστερο σινεμά για 101 λεπτά καθαρής και αγνής δράσης. Με σκηνές που θα αποτελούν σημείο αναφοράς στο πάνθεον της κινηματογραφικής ιστορίας, το έργο κλιμακώνεται σταδιακά και φτάνει να αγγίζει το απόλυτο της διασκέδασης, κάτι που έκανε όλη την αίθουσα να το επευφημεί σε ολόκληρη τη διάρκεια της παραφροσύνης του.

Τι είναι όμως αυτό που κάνει το «Επιχείρηση: Χάος» να είναι τόσο εξωφρενικά διασκεδαστικό; Απλό. Οι σκηνές ξύλου είναι οι καλυτέρα χορογραφημένες σκηνές που έχω δει ποτέ σε ταινία δράσης και η επιδεξιότητα με την οποία απεικονίζονται στην οθόνη, τόσο από τους ηθοποιούς όσο κι από τους κινηματογραφιστές, είναι απαράμιλλη συγκριτικά με άλλες σύγχρονες ταινίες δράσης. Με τη μια εξαιρετικά δημιουργική σκηνή να διαδέχεται την άλλη, όλες δεμένες με ένα εκπληκτικό μοντάζ, η αίσθηση ότι τα πάντα μπορούν να συμβούν σε αυτό το λουτρό αίματος ανεβάζει την αδρεναλίνη σου στα ύψη. Με την κάμερα, εφευρετική χωρίς ποτέ να αποσπά την προσοχή, να βρίσκεται πάντα στην καρδιά της βίας, ο θεατής είναι μόνο λίγα εκατοστά μακριά από κεφάλια που κόβονται και δέρματα που σκίζονται από κάθε είδους αιχμηρά αντικείμενα, καθώς οι ένοικοι του κτιρίου επιτίθενται στους αστυνομικούς με μια μανιώδη, απερίσκεπτη δολοφονική φρενίτιδα.

Με σαφή την ικανότητα σύλληψη κι απόδοσης της ακατέργαστης φυσικής ενέργειας που απαιτείται για μια τέτοια μεγάλη ταινία δράσης, λοιπόν, η ταινία είναι βέβαιο ότι θα αποκτήσει εχθρούς λόγω έλλειψης σεναρίου. Όντως, με εξαίρεση ενός και μόνο από τους χαρακτήρες της ταινίας, όλο το υπόλοιπο καστ αποτελείται είτε από μοχθηρούς αναλώσιμους τύπους, είτε από τρομπαρισμένους με αναβολικά action-heroes. Αν προσθέσουμε εδώ και μια μάλλον πρόχειρη και φαινομενικά τελευταίας απόπειρας κοινωνικοπολιτική κριτική για τη διαφθορά και τη σημασία της, θα μπορούσε κανείς να πει ότι αυτό που μας μένει είναι, τυπικά, μια ταινία που στερείται ουσιαστικής ουσίας. Δεκτό σαν επιχείρημα. Σε μια καθαρά προσωπική άποψη, όμως, πιστεύω ότι το φιλμ και ιστορία διαθέτει και χαρακτήρες. Όλα δοσμένα μέσα από το δικό του ξεχωριστό στυλ. Και τι εννοώ, εκτός από την εναρκτήρια σκηνή, όπου ο Rama αφήνει έγκυο τη σύντροφό του για να πάει στη δουλειά, όλη η ταινία λαμβάνει χώρα σε σχεδόν πραγματικό χρόνο. Η πλοκή του έργου και οι χαρακτήρες αποκαλύπτονται σχεδόν εξ’ ολοκλήρου μέσα στο χάος του τσιμεντένιου πύργου. Η ταινία έχει τον τίτλο που έχει για κάποιο λόγο. Και αυτό είναι γιατί καταγράφει ένα γεγονός, όχι μια ιστορία, και η έλλειψη αναδρομών στο παρελθόν ή σκηνών με απώτερο νόημα επιτρέπουν στο έργο να μοιάζει πιο συγκρατημένο.

Το «Επιχείρηση: Χάος» είναι στην τελική μια πολύ έντονη εμπειρία που δεν πρέπει να χάσετε. Ένα παγκόσμιας κλάσης παράδειγμα τού πως πρέπει να είναι οι ταινίες δράσης και συνάμα μια βιτρίνα για την ανάδειξη ενός νέου σούπερ σταρ πολεμικών τεχνών με τη μορφή του Iko Uwais.

The Dictator [2/5]


Με το Borat, ο Sacha Baron Cohen έγινε αμέσως ένας από τους σημαντικότερους κωμικούς του πλανήτη. Πολύ εύκολα επινόησε έναν φανταστικό χαρακτήρα εμπλουτισμένο με κάθε γνωστό στερεότυπο του δυτικού πολιτισμού και μέσα από αυτόν δημιούργησε ένα αβίαστα ξεκαρδιστικό αλλά και ενοχλητικό mockumentary (είδος φιλμ όπου πλασματικά γεγονότα παρουσιάζονται σε μορφή ντοκιμαντέρ) που ήταν τόσο πολιτικό όσο και κωμικό. Ο Baron Cohen έμοιαζε προορισμένος για «κωμικά» μεγαλεία, αλλά εδώ, με τον τρίτο (ή τέταρτο αν μετράτε και τον Ali G) χαρακτήρα του, τον δικτάτορα Aladeen, ότι διαγραφόταν σαν μια πολλά υποσχόμενη καριέρα, τώρα φαντάζει σχεδόν εξ’ ολοκλήρου μέτρια.

Όπως και οι δυο προηγούμενοι χαρακτήρες του Cohen, ο δικτάτορας Aladeen είναι μια προσωπικότητα που έχει δημιουργηθεί ειδικά για να υπάρχει έξω από την πολιτική ορθότητα. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, αυτό επιτυγχάνεται στα πρώτα είκοσι λεπτά της ταινίας, που αποτελούν και την πιο επιτυχημένη στιγμή της. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν αποτελούν τίποτε άλλο παρά μονό μια δικαιολογία για τον Baron Cohen και τους συγγραφείς-συνεργάτες να βρουν τις πιο γελοίες καταστάσεις προκειμένου να εξερευνήσουν τον απολύτως διεφθαρμένο ηγέτη και μέσω αυτού να σατιρίσουν τα πάντα. Ο Baron Cohen ούτως ή άλλως έχει αποδείξει περίτρανα το ποσό καλός είναι στο να συμπεριφέρεται με τρόπο που είναι ταυτόχρονα αποτρόπαιος και ξεκαρδιστικός. Μετά από αυτά τα πρώτα λεπτά, όμως, η ταινία αγγίζει τα όρια της γελοιότητας.

Παρόλο που και το Borat και το Bruno διέθεταν κι αυτά ένα κάποιο σενάριο, ήταν ουσιαστικά μια σειρά από σκετς που αφορούσαν έναν εξωφρενικό χαρακτήρα. Παρατηρώντας πραγματικούς ανθρώπους προσπαθώντας να αντιδράσουν σε αυτόν, δημιουργόντουσαν συναρπαστικές για τον θεατή καταστάσεις. Αυτό που κάνει τον «Δικτάτορα» να διαφέρει από τις δυο προηγούμενες κινηματογραφικές δουλείες του, είναι ότι διαθέτει μια πιο παραδοσιακή αφήγηση, μια δομή τριών πράξεων, στην οποία ο Aladeen υποτίθεται ότι πρέπει να υποστεί μια ουσιαστική αλλαγή, κάτι που το σενάριο αποτύχει πλήρως να επιτύχει πειστικά. Πρώτον γιατί καταπιάνεται και σπαταλά πολύ χρόνο σε ένα παντελώς ηλίθιο love-story, δεύτερον γιατί υπάρχει μηδενική χημεία μεταξύ Cohen και των συμπρωταγωνιστών του (Anna Faris και Jason Mantzoukas) και τρίτον γιατί το σενάριο δεν κάνει ποτέ τον Aladeen ελκυστικό ή έστω λίγο συμπαθητικό στο κοινό, παρά μόνο τον αφήνει να είναι ένας κρετίνος σε ολόκληρη τη διάρκεια του έργου.

Τίποτα από όλα αυτά ,όμως, δεν θα είχε πραγματικά σημασία αν η ταινία ήταν αστεία. Δυστυχώς, δεν είναι. Προκαλεί σπάνια κάτι περισσότερο από ένα χάχανο. Περά από ένα δυο, τα περισσότερα αστεία είναι πέρα για πέρα ανέμπνευστα και χοντροκομμένα σε τέτοιο βαθμό που μοιάζουν περισσότερο σαν στεγνές υπερβολές παρά ως σάτιρα. Και όλα πάνω στα ίδια αναμασημένα και προφανή θέματα του ρατσισμού, της ομοφοβίας και του μισογυνισμού. Χωρίς να υπάρχει κάποιο ιδιαίτερο βάθος και ενθουσιασμός στο όλο εγχείρημα, το «Ο Δικτάτορας» δεν είναι παρά μια τεμπέλικη ταινία που η μονή της φιλοδοξία είναι να προσθέσει ακόμα έναν χαρακτήρα στο ρεπερτόριο του διασήμου ηθοποιού.

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2012

Comme un Chef [2.5/5]

Ο Jacky Bonnot (Michael Youn) είναι ένας λαμπρός νέος σεφ που πότε δεν συμβιβάζεται και ως εκ τούτου δεν μπορεί να κρατήσει μια δουλειά, απογοητεύοντας συνεχώς την έγκυο φίλη του, Beatrice (Raphaelle Agogue). Κατά τη διάρκεια μιας έκτακτης δουλειάς ως ελαιοχρωματιστής, η τύχη του φαίνεται να αλλάζει και προσλαμβάνεται για μια δοκιμή από τon μεγάλο σεφ Alexandre Lagarde (Jean Reno), ο οποίος είναι υπό την απειλή να χάσει ένα από τα τρία αστέρια του, και μαζί τη δουλειά του στο εστιατόριο που φέρει το όνομα του, αλλά ανήκει σε έναν μεγιστάνα και τον εγωκεντρικό του γιο, Stanislas Matter (Julien Boisselier).

Απλές αλλά και υπερβάλλουσες κωμικές καταστάσεις συγχωνεύονται αρμονικά σε αυτήν την επιπόλαιη κωμωδία που εξελίσσεται στον κόσμο των εστιατόριων, στον οποίο η κουζίνα, οι σχέσεις και οι σταδιοδρομίες είναι ανακατεμένες μέσα σε ένα μπολ. Στον δρόμο της αναπόφευκτης σύγκρουσης καλού και κακού, το καλοχτισμένο σενάριο του Daniel Cohen προσφέρει μια καθαρή και τίμια ψυχαγωγία που εκμεταλλεύεται πλήρως το κωμικό ταλέντο του Jean Reno και κυρίως του Michael Youn που μαζί συνθέτουν ένα όμορφο ντουέτο.

Φυσικά, μην περιμένετε να δείτε κάποιο αριστούργημα ή οποιαδήποτε προσπάθεια για πρωτότυπη πλοκή ή κάτι τέτοιο. Αυτή εδώ είναι μια mainstream παραγωγή και αυτό που πρέπει να περιμένουμε από αυτήν είναι να είναι αστεία, καλογυρισμένη και χωρίς άσχημα συστατικά στη συνταγή της. Και αυτό ακριβώς είναι. Μια ωραία κωμωδία, με καλό ρυθμό, υποφερτούς διάλογους κι ωραίους και σαφείς χαρακτήρες, χορταστική από την αρχή μέχρι το τέλος.

Πραγματικά, δεν υπάρχει κάτι άλλο να προσθέσω. Εκτός από το ότι ακόμα κι αν όλα ήταν αναμενόμενα όσον αφορά τη πλοκή, αυτό που δεν ήταν από την αρχή προφανές είναι ότι θα περνάγαμε τόσο ωραία βλέποντας το.

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

17 Filles [2/5]

Όταν η δημοφιλής Camille (Louise Grinberg) μένει κατά λάθος έγκυος, τότε οι φίλες της, από περιέργεια και κυρίως πίεση, ακολουθούν γρήγορα τις ενέργειές της. Πεπεισμένες ότι μπορούν να αναθρέψουν τα παιδιά τους μαζί με έναν τρόπο που θα τους απελευθερώσει από άλλες ευθύνες, η απόφασή τους προκαλεί σύγχυση στους γονείς, τους δασκάλους, και τους συνομηλίκους τους, που απελπισμένοι προσπαθούν να σταματήσουν αυτό το ευρέως διαδεδομένο πρόβλημα στην πηγή του. Εμπνευσμένο από πραγματικά γεγονότα του 2008, όταν 18 μαθήτριες γυμνασίου έλαβαν μέρος σε ένα υποτιθέμενο «σύμφωνο εγκυμοσύνης», το «17 Κορίτσια» των Delphine και Muriel Coulin προσφέρει μια εξαιρετικά στυλιζαρισμένη αν κι αρκετά νωθρή απεικόνιση της ιδιοτροπίας των πεισματικών έφηβων. Παρά το γεγονός ότι βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία, η ταινία είναι μια μη πειστική κι επιφανειακή προσέγγιση της εφηβείας και συχνά μια κενή εμπειρία.

Παρακάμπτοντας κάθε πραγματική ανάλυση των χαρακτήρων, η ταινία εστιάζει αντ` αυτού αμέσως στην τάση της ομάδας για τη διασκέδαση και τη δυναμική των σχέσεων τους σε μια τέτοια περίεργη κατάσταση. Η παραθαλάσσια πόλη στην οποία ζουν έχει λίγα να κάνεις και ακόμα λιγότερα να σου προσφέρει, και η ανάγκη των κοριτσιών για ψυχαγωγία κι ένα σίγουρο μέλλον τις οδηγεί να πιστεύουν με κάποιο τρόπο ότι με το να κάνουν παιδιά θα βρουν και τα δυο. Ακόμη πιο ισχυρή είναι η συλλογική ανάγκη των κοριτσιών να είναι μέρος αυτής της ομάδας, όταν π.χ. η παρείσακτη Florence (Roxane Duran), που αρχικά γελοιοποιήθηκε και χλευάστηκε από την Camille και την κλίκα της, γίνεται δεκτή μόνο μετά την ανακοίνωση ότι είναι κι εκείνη έγκυος. Η συνεχιζόμενη απίστευτη αφέλεια που διακατέχει τα κορίτσια σημαίνει ότι λίγη σκέψη δίνεται στις συνέπειες των πράξεών τους. Σίγουρα, έχουν καταλάβει τα νόμιμα δικαιώματά τους προκειμένου να συλλάβουν και να έχουν ένα ουτοπικό όνειρο ότι θα βοηθήσουν η μια την άλλη, αλλά υπάρχουν λίγες ενδείξεις ότι κάποια από αυτές έχει κατανοήσει τη σημαντικότητα των πράξεων τους και τις υποχρεωτικές θυσίες που κάνεις όταν γίνεσαι μητέρα. Ακόμα χειρότερα, καμία από αυτές δεν είναι έτοιμη ή ικανή να μεγαλώσει ένα παιδί. Φαίνονται ευτυχείς να πίνουν, να καπνίζουν, ακόμα και να οδηγούν χωρίς άδεια ενώ είναι έγκυες.

Μια πλήρης ανάλυση των κοινωνικών επιρροών και του χάσματος των γενεών παρεμποδίζεται από την υπερβολικά επιφανειακή και στυλιζαρισμένη αισθητική της ταινίας. Οι σπάνιες στιγμές της απομόνωσης και περισυλλογής των κοριτσιών ρίχνουν μια βιαστική ματιά στη λύπη τους και τις περιορισμένες δυνατότητες του κάθε ατόμου, αλλά γρήγορα χάνονται μέσα στις διδακτικές από ένα σημείο και μετά ιδιότητες της ταινίας. Η σκηνοθεσία των αδελφών Coulin επίσης δεν βοηθά, αφού η απόφαση τους να χρησιμοποιήσουν ένα πνιγηρά αργό ρυθμό ,τελικά (και σταθερά) καταργεί τις όποιες θετικές ιδιότητες της ταινίας. Η ταινία, η οποία μένει από δυνάμεις σχεδόν αμέσως, είναι κατά συνέπεια διαποτισμένη με μια ολόκληρη σειρά από χρονοβόρα στοιχεία, στην προσπάθεια των αδελφών Coulin να μεγαλώσουν τη διάρκεια της, πηγαίνοντας ολοφάνερα από τη μία περιττή σκηνή στην άλλη. Η συνεχιζόμενη, διάχυτη έμφαση στις συζητήσεις και τις διαμάχες των κεντρικών χαρακτήρων, δε, καταντά κουραστική κι επίπονη από πολύ νωρίς.

Παρόλο, λοιπόν, που η ταινία διαθέτει μια ομολογουμένως πιστευτή και νατουραλιστική αίσθηση, τελικά γίνεται σαφές ότι παρά το εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα της, οι συντελεστές της δεν εκμεταλλευτήκαν πλήρως τις δυνατότητες του και τις σπατάλησαν αφού η προτίμηση τους να φτιάξουν κάτι μοντέρνο παραβλέποντας την ουσία, κάνει την ταινία άλλη μια εύκολα παρακολουθήσιμη, αλλά επιφανειακή εμπειρία.

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

Ice Age: Continental Drift [1.5/5]

Στην προσπάθεια της να μπει στο παιχνίδι των ψηφιακών κινούμενων σχεδίων, η Fox κυκλοφόρησε την άκρως επιτυχημένη και υποψήφια για Όσκαρ πρώτη ταινία του συγκεκριμένου franchise το 2002. Η ιστορία της είχε να κάνει με τις περιπέτειες τριών προϊστορικών ζώων, ενός μαμούθ, ενός σλοθ κι ενός τίγρη. Με γκεστ σταρ την εμφάνιση ενός σκίουρου, του Scrat, που κυνηγάει να πιάσει ένα βελανίδι. Το 2006, ακολούθησε το, λογικό για ένα κινούμενο σχέδιο που κάνει επιτυχία, σίκουελ η Εποχή των Παγετώνων 2: Η Απόψυξη και το 2009 στους κινηματόγραφους βγήκε η τρίτη συνέχεια, Η Εποχή των Παγετώνων 3: Η Αυγή των Δεινοσαύρων. Και φυσικά, η Fox είχε στα χεριά της την κότα με τα χρυσά αυγά. Με τις τρεις πρώτες ταινίες του franchice να έχουν αποφέρει πάνω από δύο δισεκατομμύρια δολάρια στο παγκόσμιο box-office και η τρίτη συνέχεια να γίνεται η τέταρτη με τον μεγαλύτερο τζίρο ταινία κινουμένων σχεδίων όλων των εποχών, μια ακόμα συνέχεια ήταν και αυτονόητη και αναπόφευκτη. Έτσι, δέκα χρόνια μετά από την πρώτη ταινία, έχουμε ακόμα ένα «Ice Age» που βρίσκει τους ιδίους χαρακτήρες μαζί με μια πλειάδα νέων σε καινούργιες περιπέτειες. Ωστόσο, το πραγματικό ερώτημα είναι: πόσα περισσότερα μπορεί ειλικρινά να προσφέρει η σειρά στην τέταρτη συνέχεια της; Εν ολίγοις, πολύ λίγα.

Μετά από μια ξεκαρδιστική εναρκτήρια σεκάνς (την οποία όμως είχαμε ξαναδεί αφού αποτελεί το τρέιλερ της ταινίας) που αφορά τον πανταχού παρών σκίουρο Σκρατ, η, όπως λέει και ο τίτλος, τεκτονική διαταραχή χωρίζει το τρίο των Manny (Ray Romano), Diego (Denis Leary) και Sid (John Leguizamo) από το κοπάδι τους. Απομονωμένοι στον ωκεανό και στην προσπάθεια τους να επιστρέψουν σπίτι, έρχονται αντιμέτωποι με μια ποικιλία ναυτικών εμποδίων  συμπεριλαμβανομένων και το πλήρωμα ενός πειρατικού πλοίου που έχουν ως αρχηγό τους τον κακόβουλο καπετάνιο Gutt (Peter Dinklage).

Δεν υπάρχει τίποτα ιδιαίτερα πρωτότυπο ή νέο στον «Χορό των Ηπείρων». Το αντίθετο, μάλιστα, αφού η κραυγαλέα έλλειψη φιλοδοξίας για ένα καλό αποτέλεσμα είναι περισσότερο από προφανής. Από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό, η ταινία δεν αποκλίνει ούτε για μια στιγμή από τις συνηθισμένες πλέον διαδρομές της σειράς. Οι ήρωες έρχονται αντιμέτωποι με εμπόδια που ξεπερνούν μάλλον εύκολα, ο Scrat συνεχίζει να κυνηγάει το βελανίδι (ή, στην περίπτωση αυτή, τη γη της επαγγελίας με βελανίδια) και υπάρχει ένα εύκολα εύπεπτο μήνυμα σχετικά με τη σημασία τού να παραμένεις πιστός στις αρχές σου. Το τελευταίο πλασάρεται με την ιστορία της κόρης του Manny, Peaches. Όποτε, η πλοκή της ταινίας δεν επικεντρώνεται στους βασικούς πρωταγωνιστές, μετατοπίζεται στα εφηβικά προβλήματα της Peaches, καθιστώντας ουσιαστικά το μισό της ταινίας μια επιφανειακή κι αδιάφορη νεανικοδραματικοκομεντί που σώζεται μόνο από τους Eddie και Crash, τα δύο οπόσουμ που μέσα στην χαζομάρα τους παρέχουν από τα λίγα γνήσια γέλια της ταινίας. Το χειρότερο, όμως, είναι ότι η προσπάθεια αυτής της τρίτης συνέχειας να προσελκύσει το μικρό σε ηλικία κοινό είναι πιο φανερή από ποτέ. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι τρεις πρώτες ταινίες της εποχής των παγετώνων δεν ήταν πάρα πολύ παιδικά προσανατολισμένες, αυτή τη φορά γίνεται ξεκάθαρο πως τα μικρά παιδιά έγιναν το βασικό κοινό της ταινίας. Οπτικά και τεχνικά, φυσικά, η ταινία είναι χάρμα οφθαλμών, με το 3D της είναι ένα από τα καλύτερα που έχω δει.

Εν κατακλείδι, οι ταινίες του συγκεκριμένου franchice δεν είχαν ποτέ στόχο να φτάσουν τα δημιουργικά ύψη της Pixar, αλλά και οι τρεις πρώτες πρόσφεραν μια αναμφισβήτητα ευχάριστα διασκέδαση και κάποιες ώρες γέλιου. Ωστόσο, δεδομένου ότι η σειρά προχωρούσε, τα αστεία γινόντουσαν σίγουρα πιο χαζά και οι χαρακτήρες πιο συχνά ενοχλητικοί παρά χαριτωμένοι. Το «Η Εποχή των Παγετώνων 4: Ο Χορός των Ηπείρων» είναι χειρότερο και από την μέτρια τρίτη ταινία. Και ενώ οι κάτω των 12 ετών θα την απολαύσουν 100%, όλοι οι άλλοι σίγουρα θα βγουν ανικανοποίητοι από την αίθουσα περιμένοντας κάτι καλύτερο.