Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Αν... [3/5]

Να πω την αμαρτία μου την ταινία την έχω δει πολλές μέρες τώρα, αλλά απέφευγα να γράψω γιατί ήθελα να περάσει λίγο αυτή η πρώτη εντύπωση και να σκεφτώ τι είδα, πως ήταν κ.ο.κ.

Μετά από σκέψεις λοιπόν και συζητήσεις, αποφάσισα να μη μπω σε λεπτομέρειες, ούτε και να το πολύ-αναλύσω και να μείνω στο έξης: το «Αν…» είναι μια καλή ταινία. Είναι τόσο απλό. Θα ακούσετε ότι είναι μια τηλεταινία, θα πουν ότι η βασική ιδέα είναι κλεμμένη, ότι το τέλος θυμίζει την τάδε ταινία και γενικά επικριτές υπάρχουν πολλοί. Το κακό βέβαια στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι η κακή άποψη και το κακεντρεχές σχόλιο είναι έτοιμο να γραφτεί και να ειπωθεί πριν καλά-καλά δουν την ταινία, απλά και μόνο επειδή την υπογράφει ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης.

Να ξεκαθαρίσω κάπου εδώ ότι δεν είμαι φαν του κ. Παπακαλιάτη. Σαφώς και έχω δει τις σειρές του, όπως όλοι άλλωστε, αλλά μέχρι εκεί. Τον θεωρώ έναν καλό καλλιτέχνη, ότι κι αν αυτό περιλαμβάνει. Το πρώτο κινηματογραφικό εγχείρημα του, τώρα, περιλαμβάνει κάποια αρνητικά σημεία, διαθέτει όμως κι αλλά τόσα προτερήματα. Η ιδέα της ενσωμάτωσης του πρωταγωνιστικού διδύμου Κοντού-Κωνσταντίνου από την ταινία Η δε Γυνή να Φοβήται τον Άνδρα είναι επιτυχημένη και πολύ ωραία δοσμένη. Στο σύνολο της διαθέτει ένα σφιχτοδεμένο σενάριο που μπορεί κάπου-κάπου να διαθέτει μια φλυαρία αλλά δεν σε χαλάει, ούτε σε βγάζει από το γενικότερο κλίμα. Τεχνικά η σκηνοθεσία του Παπακαλιάτη είναι άρτια, η φωτογραφία της Αθήνας είναι εξαιρετική και μόνη παραφωνία υπάρχει στο κάπως διεκπαιρεωτικό μοντάζ. Διαθέτοντας κάποιο ιδεολογικό επίπεδο ασχολούμενο με την κρίση και τις συνέπειες τις στην ζωή μας, καθώς και στον έρωτα το έργο είναι και πολύ επίκαιρο. Και γενικώς, έχουμε να κάνουμε με ένα, προσεγμένο από όλες τις απόψεις, φιλμ, κάτι που δεν μπορούμε να πούμε για πολλές ελληνικές ταινίες, μεγάλες ή μικρές παράγωγες.

Και το σημαντικότερο όλων, σαν ταινία είναι ειλικρινής απέναντι στο κοινό της και στον ίδιο της τον εαυτό, αληθινή μέσα στη συμβατικότητα της. Δεν προσπαθεί να το παίξει κουλτούρα, ούτε βαθυστόχαστο έργο. Ξέρει τι είναι και αυτό πλασάρει. Το συμπέρασμα λοιπόν είναι πως ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια ταινία που, μιλώντας με κινηματογραφικούς όρους, είναι αξιοπρεπέστατη και, φαν ή όχι του Παπακαλιάτη, θα απολαύσετε.

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

The Paperboy [0.5/5]

Ίσως θα έχετε ακούσει ότι το «The Paperboy» είναι η ταινία στην οποία η Nicole Kidman «κατουράει» τον Zac Efron. Όντως συμβαίνει, αλλά είναι για να απαλύνει τον Efron από ένα τσίμπημα μέδουσας, οπότε ίσως δεν είναι τόσο kinky όσο νομίζατε ή ελπίζατε. Βέβαια, αν επικεντρωθεί κάποιος σε αυτή τη σκηνή, θα παραβλέψει όλα τα άλλα εξεζητημένα κι εξευτελιστικά γελοία περίεργα στοιχεία που περιέχονται σε αυτό το ψευτο-κουλτουρέ χάος.

Σε σκηνοθεσία του Lee Daniels (Μονάκριβη), με ένα σενάριο γραμμένο από τον ίδιο και τον Peter Dexter, βασισμένο σε μυθιστόρημα του 1995 του ιδίου του Dexter, το «Paperboy» είναι μια ακραία trash ταινία που θέλει τον Zac Efron να προσπαθεί να κάνει σεξ με μια υπερσεξουαλική Nicole Kidman και τον Matthew McConaughey να παίζει έναν κρυφά ομοφυλόφιλο άνδρα με πολύ αυτοκαταστροφικές σεξουαλικές προτιμήσεις. Υπάρχει, επίσης, ένας χαρακτήρας με βρετανική προφορά, προκειμένου να τον παίρνουν στα σοβαρά. Θα έρθετε αντιμέτωποι με το γραφικό ξεκοίλιασμα ενός αλιγάτορα. Θα ακούσετε για τον ρατσισμό. Υπάρχει επίσης μια σκηνή, στην οποία ο χαρακτήρας της Kidman εκτελεί ένα είδος «αέρινου» στοματικού έρωτα. Ω και προφανώς, υπάρχει και μια έρευνα για φόνο σε εξέλιξη.

Δυστυχώς, ενώ το «Paperboy» είναι αναμφισβήτητα μια σεξουαλική ταινία, δεν είναι ούτε συναρπαστική, ούτε καθηλωτική. Ένα έργο προκειμένου να διαθέτει ένα σασπένς, θα πρέπει οι χαρακτήρες του να μην είναι ούτε συμπαθητικοί ούτε αγαπητοί, αλλά ανθρώπινα οντά για τα όποια νοιαζόμαστε. Εδώ οι χαρακτήρες μοιάζουν σαν μια συλλογή ανθρώπων με ιδιόμορφα χαρακτηριστικά. Υπάρχουν χωρίς πραγματικό κίνητρο ή συνέπεια. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, μέχρι το τέλος της ταινίας, να νιώθεις ότι δεν έχεις καμία βαθύτερη κατανόηση είτε των χαρακτήρων ή του τι ο σκηνοθέτης προσπαθεί να πει. Και το χειρότερο, ειλικρινά πιστεύω ότι, στην πραγματικότητα, δεν προσπαθεί να πει τίποτα. Θέλει απλά να βάλει όμορφους ανθρώπους στην οθόνη με αποκαλυπτικά ρούχα ή χωρίς καθόλου και να τους περιφέρει απλά για τη δίκη μας απόλαυση.

Κάτι τέτοιο θα το επικροτούσα αν το έργο ήξερε ότι αυτό είναι και δεν προσπαθούσε να μας το παίξει σοβαρή ταινία. Καταπιάνεται με διαφορά θέματα μένοντας πάντα στην επιδερμική και γραφική απεικόνιση τους, χωρίς πότε μα πότε να εμβαθύνει έστω και σε ένα από αυτά. Χωρίς καμιά κεντρική αφηγηματική κατεύθυνση, το έργο κουράζει. Κατά καιρούς επικεντρώνεται στην έρευνα, ύστερα αλλάζει ταχύτητα και ασχολείται με τη λάγνα σχέση μεταξύ του Efron και της Kidman. Έπειτα, υπάρχουν τα φυλετικά στοιχεία, καθώς και τα στοιχεία περί ομοφυλοφιλίας και ξαφνικά πάμε πίσω στη δολοφονία. Στη συνέχεια, ας σταματήσουμε να μιλήσουμε για τη σχέση των McConaughey και Efron με τον πατέρα τους. Όχι για πολύ, φυσικά, γιατί πρέπει να ασχοληθούμε ξανά με τον ρατσισμό. Ή τη δολοφονία. Ή οτιδήποτε άλλο.

Προσθέτοντας και την υπερβολικά κιτς αισθητική, το όλο εγχείρημα καταντάει να είναι αστείο, χαζό, δύσκολο να το πάρεις στα σοβαρά και τελικά απογοητευτικό από όποια πλευρά κι αν το δεις.

Rise of the Guardians [4/5]

Πρέπει να σταματήσω να υποτιμώ τη DreamWorks Animation. Σίγουρα έχουν κυκλοφορήσει κάποιες πατάτες, όπως το Καρχαριο-μάχος και κάποιες από τις ταινίες «Σρεκ». Αλλά αυτό το στούντιο animation πολλές φορές έχει καταφέρει να με εντυπωσιάσει, ειδικά με ταινίες που η υπόθεση τους ακούγεται αρχικά απαίσια (βλέπε Kung Fu Panda και Τέρατα κι Εξωγήινοι).

Νόμιζα ότι βρισκόμουν σε μια χρονική περίοδο όπου θα μου ήταν δύσκολο να καθίσω και, πραγματικά, να απολαύσω μια ταινία κινουμένων σχεδίων που το κοινό στο οποίο στοχεύει είναι, ξεκάθαρα, τα μικρά παιδιά. Ειδικά μετά από τις ταινίες τις Pixar, πίστευα ότι θα ήταν πολύ πιο δύσκολο. Γι’ αυτό έμεινα πραγματικά έκπληκτος από το πόσο το «Οι Πέντε Θρύλοι», βασισμένο στο «The Guardians of Childhood» του William Joyce, στην πραγματικότητα εμπεριέχουν όλα τα καλά συστατικά, από την ποιότητα των κινουμένων σχεδίων, την επιλογή των ηθοποιών που δανείζουν τη φωνή τους, μέχρι την απόδοση των χαρακτήρων και, πολύ βασικό, την ψυχαγωγία. Υπάρχουν πολλές ταινίες που προσπαθούν να το παίξουν διανοούμενες, αλλά κρατώντας τα πράγματα απλούστερα, και χωρίς ποτέ να ξεχνά το διασκεδαστικό της στοιχείο, το «Οι Πέντε Θρύλοι» ξεχωρίζει και τολμώ να πω πως είναι μια από τις πιο απολαυστικές ταινίες κινουμένων σχεδίων της χρονιάς.

Το έργο είναι η ιστορία ενός νέου θρύλου, του Τζακ Φροστ, ο οποίος είναι έτοιμος να ενταχθεί στην ομάδα των υπολοίπων διάσημων θρύλων όπως ο Άγιος Βασίλης, η Νεράιδα των Δοντιών, το Πασχαλινό Λαγουδάκι και τον Σάντμαν (κάτι σαν τον Μορφέα). Επιλεγμένοι από τον Άνθρωπο στο Φεγγάρι, οι φύλακες θρύλοι είναι ένα σύμβολο ελπίδας και είναι υπεύθυνοι για τη διασφάλιση της ευημερίας των νέων. Θρύλοι και παιδιά σχηματίζουν μια συμβιωτική σχέση, εκείνοι τους προστατεύουν και εκείνα πιστεύουν στην ύπαρξη τους. Αν χαθεί το ένα, τότε χάνετε και το άλλο αρκετά γρήγορα.

Με την ταινία να ξεκινά βάζοντάς σε κατευθείαν στο θέμα, η αφήγηση αναπτύσσεται με ιλιγγιώδη ρυθμό. Η εισαγωγή των θρύλων, η επίδειξη των ικανοτήτων τους, καθώς και η εμφάνιση του εχθρού τους, Pitch Black, που είναι κάτι σαν τον μπαμπούλα προσωποποιημένο που ευδοκιμεί στον φόβο και τους εφιάλτες, γίνεται γρήγορα και σωστά. Υπάρχει μια υποβόσκουσα πλοκή με θέμα τη μοναξιά και το πεπρωμένο που αναδύεται κάθε τόσο, μετατρέποντας ουσιαστικά το έργο σε μια «zero to hero» ιστορία για την εύρεση του σκοπού της ζωής και τις θυσίες που χρειάζονται για να φτάσεις εκεί. Εποικοδομητικό θέμα για μικρούς και μεγάλους. Επειδή, τώρα, σαν κοινό είμαστε πολύ εξοικειωμένοι σχεδόν με όλους τους κύριους χαρακτήρες, το «Οι Πέντε Θρύλοι», πολύ έξυπνα, καταφέρνει να μας τους παρουσιάσει κάπως διαφορετικούς απ` ότι θα περιμέναμε, διατηρώντας όμως πολλά από τη χαρακτηριστική τους εικόνα που τους κάνει αυτό που είναι. Για να καταλάβετε, ο Άγιος Βασίλης έχει τατουάζ στο σώμα του και πολεμά με ξίφη, η Νεράιδα των Δοντιών είναι κατά ένα μέρος κολιμπρί, το Πασχαλινό Λαγουδάκι δεν έχει απολύτως καμιά σχέση με το αναμενόμενο, ενώ ο Σάντμαν είναι απλά μαγεία να τον βλέπεις. Αυτό το τέχνασμα ανεβάζει επίπεδο την ταινία, αφού δίνει δυνατότητες στους σεναριογράφους και μετέπειτα στους υπευθύνους των ειδικών εφέ πρώτον να παρουσιάσουν μια πλειάδα νέων αλλά γνωρίμων χαρακτήρων με τα δεδομένα του τώρα και δεύτερον να μετατρέψουν την ταινία σε ένα ατελείωτο ξεφάντωμα που περιορίζεται μόνο από τις δυνάμεις της φαντασίας των δημιουργών. Αυτές οι μοναδικές προοπτικές μετατρέπουν την ταινία σε ένα μαγικό ταξίδι που εμείς, σαν θεατές, εμπλεκόμαστε συναισθηματικά από την αρχή μέχρι το τέλος και που προσωπικά έμενα δεν με απογοήτευσε ούτε στιγμή.

Δεν είναι πολύ συχνά που μια ταινία με εκπλήσσει και το «Οι Πέντε Θρύλοι» το κατάφερε. Η κάτι παραπάνω από εξαιρετική ποιότητα του animation, το καλύτερο 3D που έχω δει μετά το Avatar, το μοναδικό σκορ του Alexandre Desplat και η σωστή μεταχείριση κι ανάπτυξη της ιστορίας συνθέτουν μια μεγάλη ταινία περιπέτειας που ολόκληρη η οικογένεια μπορεί να απολαύσει οποιαδήποτε εποχή του χρόνου. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα!

Let The Countdown To Awards Season Begin


Ανακοινώθηκαν σήμερα οι υποψηφιότητες των πρώτων σημαντικών βραβείων που μας βάζουν δυναμικά στην Οσκαρική περίοδο Αυτά δεν είναι άλλα από τα Independent Spirit Awards ή ελληνιστί τα Ανεξάρτητα Βραβεία Κινηματογράφου. Τα συγκεκριμένα βραβεία δίδονται από την μη κερδοσκοπική οργάνωση Film Independent αποκλειστικά σε ανεξάρτητες ταινίες και ανεξάρτητους δημιουργούς. Οι φετινοί υποψήφιοι έχουν ως εξής:





Best Feature
"Beasts of the Southern Wild"
"Bernie"
"Keep the Lights On"
"Moonrise Kingdom"
"Silver Linings Playbook"

Σχολιασμός: "Beasts of the Southern Wild", "Bernie" και "Moonrise Kingdom" τα έχω δει. Αισθητή η απουσία του "The Sessions" από την πεντάδα. Ενημερωτικά το "Silver Linings Playbook" θα φιγουράρει σε πολλές κατηγορίες στα επερχόμενα Όσκαρ. Πρεμιέρα στην Ελλάδα: Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013.

Best Director
Benh Zeitlin, "Beasts of the Southern Wild"
Ira Sachs, "Keep the Lights On"
Julia Loktev, "The Loneliest Planet"
Wes Anderson, "Moonrise Kingdom"
David O. Russell, "Silver Linings Playbook"

Best Actor
Jack Black, "Bernie"
Bradley Cooper, "Silver Linings Playbook"
John Hawkes, "The Sessions"
Thure Lindhardt, "Keep the Lights On"
Matthew McConaughey, "Killer Joe"
Wendell Pierce, "Four"

Σχολιασμός: Ελπίζω να είστε έτοιμοι για το Academy Award Nominee Bradley Cooper!!!!

Best Actress
Linda Cardellini, "Return"
Emayatzy Corinealdi, "Middle of Nowhere"
Jennifer Lawrence, "Silver Linings Playbook"
Quvenzhané Wallis, "Beasts of the Southern Wild"
Mary Elizabeth Winstead, "Smashed"

Σχολιασμός: Που είναι η Marion Cotillard για το "Rust and Bone" οέο;;;;

Best Supporting Actor
Matthew McConaughey, "Magic Mike"
David Oyelowo, "Middle of Nowhere"
Michael Peña, "End of Watch" 
Sam Rockwell, "Seven Psychopaths"
Bruce Willis, "Moonrise Kingdom"

Σχολιασμός: Matthew McConaughey;;;;;;; Για το "Magic Mike";;;;;;;; WTF;;;;;;

Best Supporting Actress
Rosemarie DeWitt, "Your Sister's Sister"
Ann Dowd, "Compliance"
Helen Hunt, "The Sessions"
Brit Marling, "Sound of My Voice"
Lorraine Toussaint, "Middle of Nowhere"

Σχολιασμός: Πολύ χαίρομαι για την Ann Dowd και το "Compliance". Εξαιρετική ταινία και ερμηνεία. Στα Όσκαρ δύσκολο να την δούμε βέβαια. Από την πεντάδα μόνο η Helen Hunt είναι το πιο πιθανό να βρεθεί στο Kod.. ούπς.. Dolby Theatre.

Best Screenplay
Ira Sachs, "Keep the Lights On"
Wes Anderson and Roman Coppola, "Moonrise Kingdom"
Zoe Kazan, "Ruby Sparks"
Martin McDonagh, "Seven Psychopaths"
David O. Russell, "Silver Linings Playbook"

Best First Feature
"Fill the Void"
"Gimme the Loot"
"The Perks of Being a Wallflower"
"Safety Not Guaranteed"
"Sound of My Voice"

Σχολιασμός: Yay για το "Safety Not Guaranteed"!!!

Best First Screenplay
Rashida Jones and Will McCormack, "Celeste and Jesse Forever"
Rama Burshtein, "Fill the Void"
Jonathan Lisecki, "Gayby"
Christopher Ford, "Robot and Frank"
Derek Connolly, "Safety Not Guaranteed"

Σχολιασμός: Διπλό yay για το (πολύ αστείο) "Gayby"!!

Best Documentary
"The Central Park Five"
"How to Survive a Plague"
"The Invisible War"
"Marina Abramovic: The Artist is Present"
"The Waiting Room"

Best Cinematography
Ben Richardson, "Beasts of the Southern Wild"
Roman Vasyanov, "End of Watch"
Lol Crawley, "Here"
Robert Yeoman, "Moonrise Kingdom"
Yoni Brook, "Valley of Saints"

Best International Film
"Amour"
"Once Upon a Time in Anatolia"
"Rust and Bone"
"Sister"
"War Witch"

John Cassavetes Award
"Breakfast With Curtis"
"The Color Wheel"
"Middle of Nowhere"
"Mosquita y Mari"
"Starlet"

Robert Altman Award
"Starlet"

Truer Than Fiction Award
"Leviathan"
"Only the Young"
"The Waiting Room"

Someone to Watch Award
Rebecca Thomas, "Electrick Children"
Adam Leon, "Gimme the Loot"
David Finker, "Pincus"

Producers' Award
"Nobody Walks"
"Prince Avalanche"
"Stones in the Sun"

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

A Royal Affair [4.5/5]

Το ιστορικό δράμα του Nikolaj Arcel, «A Royal Affair», με πρωταγωνιστές τον κορυφαίο ηθοποιό Mads Mikkelsen, τον βραβευμένο με Αργυρή Άρκτο καλύτερου ανδρικού ρόλου στο 62o Φεστιβάλ Βερολίνου Mikkel Folsgaard και το νέο, πολλά υποσχόμενο, αστέρι Alicia Vikander, είναι ένα καλό παράδειγμα μιας εξαιρετικά καλοφτιαγμένης κι απολαυστικής ταινίας εποχής που ισορροπεί τέλεια ανάμεσα στο ρομάντζο και την πολιτική με φόντο την Δανία του 18ου αιώνα. Η ιστορία εξιστορεί το πώς ο επαρχιακός Γερμανός γιατρός κι ερασιτέχνης φιλόσοφος Johan Struensee (Mads Mikkelsen) έγινε η κινητήριος δύναμη πίσω από τον βασιλιά της Δανίας, μετατρέποντας, για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, μια από τις πιο οπισθοδρομικές χώρες τις Ευρώπης σε ένα προοδευτικό μοντέλο του διαφωτισμού αρκετές δεκαετίες πριν την Γαλλική Επανάσταση, εξερευνώντας παράλληλα και την παράνομη σχέση του με τη βασίλισσα της Δανίας, Caroline Matilda (Alicia Vikander), και τις επιπτώσεις που αυτή αποφέρει.

Το κλειδί για την επιτυχία του έργου είναι, αναμφίβολα, η απλή του προσέγγιση. Δεν υπάρχει τίποτα ριζοσπαστικό στον τρόπο με τον οποίο η ταινία είναι φτιαγμένη, εν αντιθέσει το δυνατό της σημείο είναι ένας συνδυασμός πραγμάτων που ενωμένα δημιουργούν μια σφιχτή, ευχάριστη και διασκεδαστική ταινία. Πρώτο συστατικό, η άκρως ενδιαφέρουσα και καθηλωτική ιστορία ενός βασιλικού ερωτικού τρίγωνου, τοποθετημένο μέσα στο δράμα των ιστορικών γεγονότων του Διαφωτισμού. Ένα είδος αφήγησης που παρέχει ισορροπία και ρυθμό σε μια ταινία που είναι σε θέση να είναι ταυτόχρονα συναρπαστική και προκλητική. Σύνθετο και πολυεπίπεδο το σενάριο που έγραψαν οι Rasmus Heisterberg και Nikolaj Arcel (σεναριογράφος της πρώτης ταινίας του σουηδικού Το Κορίτσι με το Τατουάζ), αποτελεί μια θαυμάσια προσαρμογή του μυθιστορήματος της Bodil Steensen-Leth. Οι εντάσεις και τα δράματα σε όλα τα επίπεδα (από τα βαθιά προσωπικά, έως τα θέματα του κράτους) διαθέτουν μια αίσθηση αυθεντικότητας, οι χαρακτήρες είναι σωστά διατυπωμένοι επιδεικνύοντας μια όλο και πιο ελαστική ηθική, ενώ υπάρχουν και πολλά στοιχεία συναφή με τον κόσμο μας σήμερα.

Ένα καλό σενάριο, όμως, αν δεν βρεθούν οι σωστοί ηθοποιοί να του δώσουν πνοή, δεν λέει κάτι από μόνο του. Ερχόμαστε, λοιπόν, στο δεύτερο συστατικό που ανεβάζει το έργο στα ύψη: τους ηθοποιούς. Ο πάντα εκπληκτικός Mikkelsen δίνει μια ακόμα δυναμική και πολύ πιστευτή ερμηνεία ως Struensee, αποδίδοντας στην εντέλεια τη διακύμανση των συναισθημάτων που περνά ο χαρακτήρας του. Η Vikander τα καταφέρνει περίφημα δίνοντας μια λεπτή, εύθραυστη, αλλά και ανά στιγμές σπαρακτική ερμηνεία. Η Trine Dyrholm ως διπρόσωπη βασίλισσα Dowger καθώς και όλο το υπόλοιπο καστ δίνουν (μηδενός εξαιρούμενου) υπέροχες ερμηνείες. Στην τελική, όμως, το αστέρι της ταινίας είναι ο Folsgaard και η παράξενα γοητευτική, συχνά ξεκαρδιστική, αλλά ουσιαστικά τραγική ερμηνεία του ως τρελός βασιλιάς της Δανίας.

Και περνάμε στο τρίτο και τελευταίο συστατικό. Η εκπληκτική φωτογραφία του Rasmus Videbaek, το θαυμάσιο σκορ του Gabriel Yared κι ο άψογος σχεδιασμός σκηνικών και κοστουμιών συνθέτουν έναν μοναδικό κινηματογράφο. Έναν κινηματογράφο που αποφεύγει να είναι μια απλή ροζ νουβέλα, καταφέρνοντας να συνδυάσει αποτελεσματικά την ιστορική ακρίβεια με την κινηματογραφική συνοχή. Μια επική ιστορία ρομαντισμού, φιλοδοξίας και της τραγική σφαλερότητας του ιδεαλισμού, το «A Royal Affair» είναι απλά εκπληκτικό!

SuperClasico [1.5/5]

Το στόρι (πάνω-κάτω) είναι το έξης: Ο Christian (Anders W Berthelsen) ταξιδεύει μαζί με τον γιο του, Oscar (Jamie Morton), στο Μπουένος Άιρες, ελπίζοντας να κερδίσει πίσω τη δύστροπη γυναίκα του, Anna (Paprika Steen). Εκείνη, όμως, ετοιμάζεται να παντρευτεί με έναν πολύ δημοφιλή, ιδιαίτερα όμορφο, αστέρα του ποδοσφαίρου.

Σαν θεατές ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια σχεδόν υπερβολικά ανάλαφρη κωμωδία. Χωρίς να υπάρχει αμφιβολία, το έργο λειτουργεί καλύτερα την πρώτη μισή ώρα, καθώς ο σκηνοθέτης Ole Christian Madsen έχει εμποτίσει την ταινία με μια ακαταμάχητα χαλαρή ατμόσφαιρα, η οποία ενισχύεται από τον γρήγορο ρυθμό και τις συμπαθέστατες ερμηνείες. Καθώς περνά η ώρα, η ταινία, παρόλο που έχει κουτσοκαταφέρει να δημιουργήσει ένα διασκεδαστικό κλίμα και να σε βάλει μέσα σε αυτό, αρχίζει να σε φοβίζει. Ο λόγος: τα κωμικά στοιχειά που διαθέτει και επιτυγχάνουν τον στόχο τους (να σε κάνουν να γελάσεις, δηλαδή) είναι πολύ λίγα συγκριτικά με τις κρυάδες και τα παντελώς αδικαιολόγητα πράγματα που βλέπεις να διαδραματίζονται μπροστά στα μάτια σου (π.χ. ο εκκεντρικός χαρακτήρας της υπηρέτριας ήταν πραγματικά απαραίτητος;). Και όσο το φιλμ εξελίσσεται, το ενδιαφέρον σου αρχίζει να φθίνει ολοένα και περισσότερο. Για να φτάσει στον πάτο, όταν ο Madsen στη προσπάθεια του να αντισταθμίσει την άνιση ιστορία του, εισάγει μια σειρά από, απογοητευτικές, δευτερεύουσες πλοκές και μαζί ότι κλισέ του είδους μπορείτε να φανταστείτε. Δεν αποτελεί έκπληξη, λοιπόν, το γεγονός ότι το «Buenos Aires Σ`Αγαπώ», μη ξέροντας πώς να διαχειριστεί τους χαρακτήρες του, χωλαίνει όλο και πιο πολύ για να καταλήξει σε ένα (αναμενόμενο) αισιόδοξο συμπέρασμα.

Σε τελευταία ανάλυση, αν μπορούσα να χαρακτηρίσω όλη την ταινία με μια φράση θα ήταν: «SuperClasico» ή αλλιώς σούπερ κλασσικό…

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

Frankenweenie [3/5]

Το «Frankenweenie» αποτελεί μια μεγάλου μήκους απόπειρα αναδιατύπωσης και αναθεώρησης της μικρού μήκους live-action ταινίας που ο ίδιος ο Tim Burton είχε γυρίσει το 1984. Το νέο αυτό stop-motion παραμύθι αναστημένων κατοικίδιων σίγουρα παρακολουθείται ευχάριστα και είναι άκρως διασκεδαστικό, αλλά σου δίνει πάρα πολύ την αίσθηση μιας μαλθακής αναμάσησης παλιών επιτυχιών. Αυτοί που ψάχνουν κάτι νέο και φρέσκο από τον μακάβριο Αμερικανό σκηνοθέτη, θα πρέπει να περιμένουν λίγο περισσότερο.

Εδώ, ο Burton το καραδιασκεδάζει και φαίνεται. Καταφέρνει και αναφέρεται σε μια πλειάδα από κλασσικά και εικονικά τέρατα διαφόρων ταινιών τρόμου (Δράκουλας, Φρανκενστάιν, Γκρέμλιν κ.ο.κ.), ενώ το ίδιο εμφανή είναι και το κλείσιμο του ματιού στο δικό του έργο. Και αυτό λειτουργεί στο μεγαλύτερο κομμάτι του έργου, στα σημεία όμως το «Frankenweenie» μοιάζει περισσότερο με ένα ερωτικό γράμμα προς τον κινηματογραφικό κόσμο του Burton, παρά ως ένα νέο, εντελώς πρωτότυπο φιλμ. Το τετριμμένο, αν κι αναμφισβήτητα τρυφερό, σενάριο επίσης δεν ευνοεί και πολύ την ταινία, αφού αφαιρώντας πλήρως την απειλή και το αμετάκλητο του θανάτου από όλη την εξίσωση, της προσδίδει έναν κάπως διαστρεβλωμένο διδακτισμό. Επίσης, παρόλο που μερικές από τις καλύτερες στιγμές του Burton προέρχονται από την ενασχόληση του με το stop-motion (όπως το Νεκρή Νύφη), η στιλιστική εξέλιξη εδώ, σε σχέση με τις προηγούμενες ταινίες του, είναι ανεπαίσθητη έως μηδενική θα έλεγα. Γοητευτήκαμε την πρώτη φορά, αλλά πιστεύω πως ο Burton κερδίζει μια (ως επί το πλείστον αρνητική) φήμη ως ένα καινοτόμος, αλλά ανακυκλώσιμος σκηνοθέτης.

Και μπορεί το μη εκπαιδευμένο κοινό κάλλιστα να γοητευτεί από το έργο, για εκείνους όμως που έχουν ακολουθήσει πιστά τον φημισμένο «auteur» κατά τη διάρκεια της καριέρας του, η έλλειψη δημιουργικότητας και φαντασίας των τελευταίων ταινιών του αποτελεί κάτι περισσότερο από μια μικρή ανησυχία. Στο σύνολο της δεν είναι κακή ταινία αλλά δεν θα τρελαθούμε κιόλας…

Anna Karenina [3/5]

Ο Βρετανός σκηνοθέτης Joe Wright σίγουρα δεν είναι ξένος στην κινηματογραφική μεταφορά μυθιστορημάτων εποχής στο κινηματογράφο, έχοντας σκηνοθετήσει το Περηφάνια και Προκατάληψη της Jane Austen και την Εξιλέωση του Ian McEwan, τα τελευταία χρόνια. Η τελευταία του ταινία, η «Άννα Καρένινα», είναι εύκολα το πιο τολμηρό δράμα περιόδου που έχει γυρίσει μέχρι σήμερα, αξιοποιώντας όλα τα τεχνάσματα της θεατρικής σκηνής προκειμένου να μεταφέρει το μυθιστόρημα του Λέων Τολστόι στη μεγάλη οθόνη. Ο Wright μπορεί να μην είναι ο νέος David Lean, αλλά οι, αναμφισβήτητα ασυνεπής, προσπάθειές του απαιτούν τόσο τον σεβασμό, όσο και τον θαυμασμό μας.

Η πολιτικά θεμελιωμένη ρωσική σαπουνόπερα του Τολστόι δεν είναι κάτι νέο για το κοινό που πάει σινεμά, αφού έχουν γίνει αρκετές προσαρμογές στη διάρκεια των περασμένων δεκαετιών. Προς τιμή του, ο Wright προσπάθησε πραγματικά να δώσει στο τετριμμένο παραμύθι τη δική του πομπώδη, γεμάτη οπτική ζωντάνια και δυναμικότητα, ερμηνεία. Αυτό που κάνει την προσαρμογή του Wright να διαφέρει από τις προηγούμενες, είναι η απόφαση του να διαδραματίζεται, στο μεγαλύτερο μέρος της, μέσα σε ένα θέατρο χωρίς να παρουσιάζεται ως μια παράσταση, καθώς η κάμερα του είναι συνεχεία εν κινήσει. Με τη πλειοψηφία λοιπόν της δράσης να λαμβάνει χώρα στη σκηνή και στα παρασκήνια, τα σκηνικά στήνονται και ξεστήνονται για να μοιάζουν με συγκεκριμένα σημεία και τοποθεσίες. Οι συγκρίσεις με το αισθητικό ύφος του Baz Luhrmann μπορεί να είναι αναπόφευκτες, αλλά ευτυχώς ο Wright αποφεύγει κάθε αταίριαστο ποπ αναχρονισμό, προτιμώντας αντ' αυτού να αναζωογονηθεί η «Άννα Καρένινα» με μια πλειάδα δυναμικών σετ και κοστουμιών. Όταν τα πράγματα γίνονται σωστά, το εκδηλωτικό μελόδραμα του Wright παρουσιάζει εκλάμψεις μεγαλείου. Σαν σύνολο, όμως, τα αποτελέσματα είναι ασυνεπή στην καλύτερη περίπτωση, με μια σειρά από σκηνές που περιέργως απουσίαζε η εν λόγω λαμπρότητα και το ταλέντο, κάνοντας το υπερβολικά μεγάλο σενάριο του Wright να ασφυκτιά συχνά κάτω από τη δική του αίσθηση του σεβασμού.

Το μεγαλύτερο, όμως, πρόβλημα της ταινίας είναι ότι ή ο Wright είναι αδυσώπητα έξυπνος ή υπερβολικά φιγουρατζής. Οτιδήποτε από τα δύο κι αν ισχύει στην τελική, ο τρόπος γυρίσματος του, παρότι εντυπωσιακός όπως είπαμε, καταλήγει να κάνει κακό στο έργο στερώντας του τον συναισθηματικό του πυρήνα, αφού υπάρχει μια πραγματική και συχνά ανυπέρβλητη απόσταση μεταξύ των συναισθημάτων των χαρακτήρων και του κοινού. Η πλαστότητα της παρουσίασης κρατά το συναίσθημα σε απόσταση και ο Wright δυστυχώς ποτέ δεν καταφέρνει να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ της καρδιάς και του τεχνάσματος. Και είναι αυτή η έλλειψη συμμετοχής που εμποδίζει την «Άννα Καρένινα» από το να γίνει μια πραγματικά μεγάλη ταινία, σε αντίθεση με το να είναι απλώς μια εκθαμβωτική εμπειρία.

Εκ του φυσικού, όλο αυτό το ύφος του Wright επηρεάζει και τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Αυτή είναι η τρίτη φορά που ο Wright χρησιμοποιεί τη μούσα του, Keira Knightley. Εδώ της ζητά να ερμηνεύσει μια ισχυρή κι εύθραυστη γυναίκα που εκτίθεται στο, γεμάτο κανόνες και εθιμοτυπίες, κόσμο των ανθρώπων. Με το σενάριο των Stoppard και Wright να της παρέχει πάρα πολλά, επιτρέποντας την να χρησιμοποιήσει μια πλήρη γκάμα συναισθημάτων, η Knightley εδώ τα δίνει όλα και παραδίδει μια πολύ σωστή και αξιοπρεπή ερμηνεία, η οποία όμως χάνεται σε μεγάλο βαθμό από το υπερβολικά στυλιζάρισμα του σκηνοθέτη. Ο Matthew Macfadyen είναι απολαυστικός ως πρίγκιπας Ομπλόνσκι, παρέχοντας μας μια κωμική ανακούφιση σε όλο το φιλμ. Ο Aaron Taylor-Johnson, επηρεασμένος κι αυτός από τη φιγούρα του σκηνοθέτη και μη διαθέτοντας τις απαραίτητες ερμηνευτικές ικανότητες, είναι κάτω του μετρίου και δεν πείθει σχεδόν πότε ως ερωτοχτυπημένος κόμης Βρόνσκι. Αυτός που πραγματικά ξεχωρίζει είναι ο Jude Law. Ο Law παίζει τον σύζυγο της Άννα Καρένινα, Αλεξέι Καρένιν, έναν συναισθηματικά κλειστό άνθρωπο που θα μπορούσε πολύ εύκολα να θεωρηθεί ως ο κακός. Χάρη στην επιδεξιότητα του Law ως ερμηνευτή, δεν μπορεί παρά να αισθανθείτε συμπάθεια για τον χαρακτήρα του. Όπως και η Άννα, ο Αλεξέι είναι κι ο ίδιος τελικά μια τραγική φιγούρα. Είναι μία από τις καλύτερες εμφανίσεις του ηθοποιού εδώ και πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα και παρόλο που η προσοχή θα πέσει περισσότερο στην αβανταδόρικη ερμηνεία της Keira Knightley, είναι η συγκρατημένη ερμηνεία του Jude Law που αξίζει τουλάχιστον μια υποψηφιότητα για το Οσκαρ Β’ Αντρικού Ρόλου. Ναι, είναι τόσο καλός…

Το συμπέρασμα: η «Άννα Καρένινα» είναι μια καλογραμμένη και καλοπαιγμένη ταινία με έναν τολμηρό και εφευρετικό τρόπο αφήγησης, αξιοθαύμαστα φιλόδοξο. Αλλά η συνεχιζόμενη εμμονή του Joe Wright με τα τεχνάσματα αποτρέπουν το έργο από το να αγγίξει το μεγαλείο που θα μπορούσε να φτάσει.

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Twilight Breaking Dawn: Part 2 [0.5/5]

Έχω την εντύπωση πως κάποιος μας κοροϊδεύει. Μόνο έτσι μπορώ να δικαιολογήσω με το κλείσιμο της πενταλογίας (!), για ποιο λόγο οι συγκεκριμένες ταινίες και ταυτόχρονα και τα βιβλία απέκτησαν τόσους οπαδούς και απέφεραν εκατομμύρια εισπράξεις στο αμερικανικό αλλά και διεθνές box-office. Ο λόγος που πιστεύω ότι βρισκόμαστε σε ένα όνειρο και εύχομαι κάποια στιγμή να μας ξυπνήσουν και το συγκεκριμένο franchise να πάψει να υπάρχει, είναι γιατί ερχόμαστε αντιμέτωποι με το απόλυτο τίποτα. Η συγγραφέας του βιβλίου και παράλληλα οι συντελεστές των συγκεκριμένων ταινιών βασίστηκαν… όχι λάθος, εκμεταλλεύτηκαν τους καιρούς και τις συνθήκες και κατάφεραν να μας πουλήσουν φύκια για μεταξωτές κορδέλες.

Το κλείσιμο τις παρωδίας, λοιπόν, που λέγεται «Twilight» έρχεται με το «Χαραυγή: Μέρος 2». Μια άνευ προηγούμενου ανεκδιήγητη ταινία όπου αποτελεί τον θρίαμβο της σεναριακής κενότητας. Στα πρώτα σαράντα λεπτά της ταινίας παρακολουθούμε κάποιες αργόσυρτες και άκρως βαρετές σκηνές, όπου κόσμος πάει και έρχεται και κυρίως ετοιμάζεται για μια μάχη που κάποιοι από τους χαρακτήρες αναμένουν για 1.500 χρόνια. Κι εσύ σαν θεατής σκέφτεσαι δεν μπορεί, τόσα χρόνια περιμέναμε αυτό το αποτέλεσμα, θα δούμε κάτι καλό. Και η επική μάχη έρχεται τελικά και είναι ενδιαφέρουσα εικαστικά και καλογυρισμένη και αποτελεί το μοναδικό άξιο λόγου κομμάτι του έργου, το οποίο καταφέρνει έστω και κατά το ελάχιστο να δικαιολογήσει τη δράση. Όμως όχι, με ένα παντελώς ηλίθιο τέχνασμα που μονό σκοπό έχει τη δημιουργία και περαιτέρω χειραγώγηση συναισθημάτων, αυτή η μάχη ουσιαστικά δεν έρχεται ποτέ. Γιατί, βλέπετε, το κοινό στο οποίο απευθύνεται το έργο δεν θα μπορούσε να ανεχθεί το σκότωμα των αγαπημένων του ηρώων και την ύπαρξη μη happy-end. Αλλά άμα δεν έχεις τα κότσια και το σθένος να πράξεις και να πεις αυτό που θέλεις φτάνοντας εκεί που πραγματικά σε πάει το έργο, τότε μην το κάνεις καθόλου. Και κυρίως, μη μας σερβίρεις ξαναζεσταμένο φαΐ τόσο σε ποιότητα όσο και σε ποσότητα. Γιατί το μόνο που καταφέρνεις είναι να μας γελοιοποιήσεις σαν θεατές κουνώντας μέσα στα μούτρα μας το τσεκ με τα κέρδη από τις εισπράξεις. Αλλά, στην τελική, ακόμα και αν επιλέξεις την εύκολη λύση του «όλα καλά και όλα ωραία», τότε βρες και κάντο με έναν τρόπο που δεν υποβιβάζει τη νοημοσύνη μου. Γιατί μονό αυτό μπορώ να σκεφτώ όταν μας πλασάρεις τον έρωτα του λυκανθρώπου με την κόρη της Μπέλα. Βιβλίου υπάρχοντος, spoiler δεν υπάρχει…

Τοποθετώντας, λοιπόν, την ταφόπλακα σε μια ούτως ή άλλως παντελώς αδιάφορη και αστεία πενταλογία, το τελευταίο μέρος του «Twilight» απευθύνεται αποκλειστικά στους φαν. Όλοι οι άλλοι ας ευχόμαστε να ζήσουμε να μην το θυμόμαστε.

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

Le Capital [3.5/5]

Ένα γήπεδο γκολφ, ένα μπαλάκι και μία τρύπα. Σκοπός: ποιος θα βάλει πρώτος το μπαλάκι μέσα σε αυτήν. Έτσι ξεκινάει το «Capital». Με ένα παιχνίδι. Παρόμοιο παιχνίδι είναι και οι χρηματοοικονομικές συναλλαγές και από πολλές απόψεις, αυτά τα δυο παιχνίδια μοιάζουν κατά πολύ. Ο στόχος είναι ο ίδιος, να προωθήσεις κάτι με αρκετή ισχύ. Το κίνητρο είναι επίσης το ίδιο. Παίζεις για να κερδίσεις. Τεχνική, τσαγανό, θάρρος, στρατηγική και γνώση είναι το παν. Σε αντίθεση με το γκολφ, όμως, το παιχνίδι των συναλλαγών παίζεται καλύτερα όταν παραβιάζονται οι κανόνες. Κανείς δεν θαυμάζει έναν απατεώνα στο γκολφ. Και είναι κατά τη διάρκεια αυτού του αρχικού παιχνιδιού που συμβαίνει ένα γεγονός το οποίο θα αποτελέσει εφαλτήριο για την ιστορία που ο Κώστας Γαβράς θέλει να μας διηγηθεί.

Η ιστορία ξετυλίγεται μέσα από τα μάτια του Marc Tourneuil (Gad Elmaleh), νεοδιοριζόμενου προέδρου της τράπεζας Phenix της Γαλλίας. Το διοικητικό συμβούλιο νομίζει ότι έχει διαλέξει έναν πρόεδρο που θα έχει τα ηνία της τράπεζας έως ότου ένας από την παλιά φρουρά μπορεί να αναλάβει. Εκείνος, προς έκπληξη όλων, έχει άλλα σχέδια.

Αυτό που είναι πρωτίστως ακαταμάχητο στην ταινία είναι να παρακολουθείς αυτόν τον έξυπνο, νεαρό άντρα καθώς παίρνει τολμηρές κι απίστευτα απάνθρωπες αποφάσεις εξοργίζοντας τους γύρω του και ικανοποιώντας τους μετόχους. Διαθέτει έναν στόμφο και μια σιγουριά, επιτρέποντας σε εμάς το κοινό να βιώνουμε εμμέσως, μέσα του χαρακτήρα του, την όλη κατάσταση που επικρατεί. Διαχειριζόμενος δισεκατομμύρια με την ταχύτητα του φωτός και γυρνώντας τον κόσμο με το εταιρικό του τζετ, ο Elmaleh το διασκεδάζει αφάνταστα στον ρόλο του Marc. Σαγηνευτικός, έξυπνος, αξιοθαύμαστος, αλλά και ταυτόχρονα απεχθείς, πλάθει έναν πλήρως ολοκληρωμένο χαρακτήρα, καταφέρνοντας να μας κρατά, σχεδόν, πάντα με το μέρος του.

Μεγάλο ρόλο στην επιτυχία της διάπλασης του χαρακτήρα από τον Elmaleh παίζει το σενάριο της ταινίας. Ο Γαβράς καθορίζει με ακρίβεια τον κόσμο στον όποιο ο Marc κυριαρχεί και παρουσιάζει λεπτομερώς τις μηχανορραφίες του χαρακτήρα, επιτρέποντας μας να σκεφτούμε μόνοι μας τις ηθικές επιπτώσεις των ενεργειών του. Μας επιτρέπει να βιώσουμε την πραγματικότητα για το πώς τόσοι λίγοι έχουν τον έλεγχο και του πως είμαστε όλοι πιόνια στο κόσμο του χρήματος. Αισθανόμαστε τη δύναμη και τον χειρισμό αυτού του κόσμου, ενώ την ίδια στιγμή έχουμε την αίσθηση ότι θέτονται πολλά περισσότερα σε κίνδυνο από απλώς τη δουλειά του Marc. Μας επιδεικνύει τη δύναμη και τον σεβασμό που έρχεται με τα πολλά λεφτά. Και μέσα από αυτά το φιλμ, υφαίνει όχι μόνο το πορτρέτο ενός ανθρώπου που προσπαθεί να φτάσει στην κορυφή της εταιρικής σκάλας χρησιμοποιώντας τα χρήματα, αλλά το πορτρέτο ολόκληρου του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Και όσο περισσότερο δυσκολεύουν οι καταστάσεις και οι δολοπλοκίες δίνουν και παίρνουν, τόσο πιο αριστοτεχνικά χειρίζεται το όλο θέμα ο Γαβράς. Σκηνοθετεί την ταινία με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε αυτό το δράμα για το τραπεζικό σύστημα να είναι διαποτισμένο με τις ιδιότητες ενός θρίλερ. Οι γρήγορες εναλλαγές σκηνών βελτιώνουν την αγωνία, κρατώντας την ταινία σε γρήγορους ρυθμούς.

Προβλήματα υπάρχουν. Η ιστορία με το σουπερμόντελ είναι περιττή, ενώ σχεδόν καθόλου προσοχή δεν δίνεται στο χάσμα μεταξύ του Marc Tourneuil με τον έφηβο γιο του. Πολλοί θα υποστηρίξουν ότι το «Capital» δεν λέει κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί. Παρόλα αυτά, το προνόμιο του να είσαι σε θέση να βιώσεις μια ταινία που όχι μόνο θα σε διασκεδάσει αλλά ταυτόχρονα θα σε βάλει σε σκέψεις, είναι κάτι το σημαντικό. Τούτου λεχθέντος, ο Γαβράς στο «Capital» καταφέρνει να συμβαδίσει με την εποχή και να κάνει μια ταινία που ζει και αναπνέει στο τώρα, αλλά, όπως και οι προηγούμενες δουλειές του, είναι τόσο επιδέξια γυρισμένη που αποτελεί κάτι περισσότερο από μια εφήμερη απόλαυση.