Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

Silver Linings Playbook [3.5/5]

Το στόρι έχει ως εξής: η Lawrence παίζει την Tiffany, ένα μυστηριώδες κορίτσι με ένα πρόσφατο τραγικό παρελθόν, που μπαίνει στη ζωή του Pat (Bradley Cooper), ο οποίος προσπαθεί να συμφιλιωθεί με την πρώην γυναίκα του και ως έναν κάποιο βαθμό με τους γονείς του (Robert De Niro και Jacki Weaver) μετά από την έξοδο του από ένα τοπικό ψυχιατρικό ίδρυμα.

Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας έλκεται από τις σπασμένες ψυχές του Pat και της Tiffany. Ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια ιστορία για δύο συναισθηματικά λαβωμένους ανθρώπους που βρίσκουν δύναμη ο ένας από τον άλλο, προσπαθώντας παράλληλα να εντοπίσουν και να αναγνωρίσουν το καλό στους ανθρώπους που τους έχουν βλάψει. Με αφοπλιστική ευκολία, η προσαρμογή από τον σεναριογράφο/σκηνοθέτη David O. Russell του μυθιστορήματος του Matthew Quick είναι αμφότερα γοητευτική και θαρραλέα. Το άγχος και οι δυσκολίες τόσο της διπολικής διαταραχής όσο και άλλων ψυχικών νοσημάτων δεν είναι δυσδιάκριτα για τον κόσμο, δεν έχουν λουστραριστεί για να απεικονιστούν καλύτερα και δεν χρησιμοποιούνται ως μέσο για κάποια αδέξια απόπειρα χιούμορ. Αυτό που ο σκηνοθέτης έντεχνα καταφέρνει, είναι να μας βάλει μέσα στην πραγματικότητα μιας κοινότητας που όχι μόνο οι πρωταγωνιστές, αλλά και η οικογένεια και οι φίλοι τους, έρχονται αντιμέτωποι με πολύπλοκα θέματα. Οι εξαιρετικές ερμηνείες του Bradley Cooper και της Jennifer Lawrence θα μας επιτρέψουν να κατανοήσουμε τα δύο άτομα στην καρδιά της ιστορίας: ο Pat είναι νευρικός, ενώ η Tiffany είναι δυναμική. Το αποτέλεσμα είναι ένα ικανοποιητικό δράμα που περιγράφει ένα πολύπλοκο κόσμο αντιπαραβαλλόμενο στην καθημερινή ζωή δοσμένο μέσα από μια ασυμβίβαστη οπτική γωνία. Μας δίνεται η δυνατότητα να τον καταλάβουμε και να δούμε την ομορφιά του.

Αυτό που, στον μεγαλύτερο βαθμό, κάνει τη δουλειά του David O. Russell να ξεχωρίζει, είναι οι ηθοποιοί του και οι ερμηνείες τους. Από την μια, ο Cooper είναι πολύ επιδέξιος και πειστικός στην οριοθέτηση της ταραγμένης ιδιοσυγκρασίας του χαρακτήρα του και σε έναν δύσκολο ρόλο τα καταφέρνει περίφημα αποδεικνύοντας περίτρανα την ερμηνευτική του δεινότητα. Από την άλλη, έχουμε τη θεσπέσια Lawrence που είναι απλά υπέροχη ως η άγρια κι ευάλωτη Tiffany. Μας είχε αποδείξει στο παρελθόν με την ερμηνεία της στο Στην Καρδιά του Χειμώνα ότι είναι μια υπολογίσιμη δύναμη, εδώ όμως τα δίνει όλα. Μια ατρόμητη ερμηνεία πραγματικά. Εκτός όμως από αυτούς τους δύο και όλο το υπόλοιπο καστ βρίσκεται σε εξαίσια φόρμα. Ο Robert De Niro επιστρέφει δυναμικά υπενθυμίζοντας μας γιατί θεωρείται ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς, η Jacki Weaver είναι πολύ καλή αλλά έχει πολύ λίγα να κάνει, ενώ προς έκπληξη μου βρήκα έξοχο και τον Chris Tucker σε έναν μικρό αλλά ουσιαστικό ρόλο.

Εκείνο που στερεί αστεράκια και είναι ίσως το κεντρικό πρόβλημα του «Οδηγού Αισιοδοξίας» είναι η τεράστια τονική μετατόπιση προς το τέλος του. Εκεί όπου τα κύρια θέματα της εύθραυστης ψυχικής υγείας και της εξάρτησης παραβλέπονται για χάρη μιας αλά «Τα Βήματα που Γοητεύουν» σκηνής διαγωνισμού χορού. Αυτό οδηγεί αναπόφευκτα σε ένα προβλέψιμο τέλος, όχι τόσο συμβατό με τις βάσεις που θέτει η ταινία στην αρχή. Σίγουρα και λόγω αυτού, το έργο θα διαθέτει τους διαφωνούντες του. Εμένα δεν με ενόχλησε και μάλιστα μπορώ να πω ότι ανήκω και στους οπαδούς του. Αν μπορέσετε να παραβλέψετε κι εσείς αυτό το αβλαβές ατόπημα του φιλμ, θα δείτε ότι στο τέλος αυτό που ουσιαστικά θα σας μείνει είναι μια διασκεδαστική, συναισθηματική, με καλά δοσμένους χαρακτήρες, ταινία που σε προτρέπει να είναι άνετος με τον εαυτό του κι αισιόδοξος για τη ζωή.

Warm Bodies [1/5]

Με τον Jonathan Levine, δημιουργό του πολύ καλού 50/50, στη σκηνοθετική καρέκλα και τα φρέσκια πρόσωπα των Nicholas Hoult (Για Ένα Αγόρι) και Teresa Palmer (Είμαι το Νούμερο Τέσσερα) ως πρωταγωνιστικό ζευγάρι, είναι απογοητευτικό το γεγονός ότι το «Αγάπησα ένα Ζόμπι» δεν εντυπωσιάζει. Με κοινωνικό σχολιασμό που ούτε στιγμή δεν επισκιάζει το λαμπρό Ξύσιμο των Νεκρών, έναν αναποτελεσματικό στην καλύτερη περίπτωση και δυσάρεστο στη χειρότερη ρομαντισμό και μια αίσθηση του χιούμορ θλιβερά ανεκμετάλλευτη, όλα τα παραπάνω συνθέτουν μια άνιση εμπειρία.

Μπορεί, εάν η τελευταία δεκαετία δεν είχε κατακλυστεί με ταινίες, βιβλία και τηλεοπτικά προγράμματα για ζόμπι, το όλο εγχείρημα να θεωρούταν ενδιαφέρον, ίσως και πρωτότυπο, όμως είναι πλέον αργά. Βαρετό και καθόλου συναρπαστικό, το μεγαλύτερο μειονέκτημα της ταινίας είναι αυτή καθεαυτή η σαθρή ιστορία του. Ούτε υπερβολικά σοβαρό, ούτε κιτς, στην αρχή φαινόταν ότι ίσως κάνει τη διαφορά και καταφέρει να μας δώσει μια πιο σωστή και τεκμηριωμένη ματιά του κόσμου, από την οπτική γωνία ενός ζόμπι. Δυστυχώς, όμως, μόλις το ερωτικό κομμάτι της ιστορίας παίρνει τα ηνία, όλες οι δυνατότητες εξανεμίζονται. Δεν μπορώ να πω αν η πρώτη ύλη (ένα βιβλίο με το ίδιο όνομα) είναι το ίδιο κούφια με την προσαρμογή του Levine, αλλά σίγουρα το φιλμ δεν θα εμπνεύσει κανέναν να διαβάσει το βιβλίο. Εξελισσόμενο από ένα σημείο και μετά σαν μια τυπική ρομαντική κωμωδία, το θλιβερό του όλου θέματος είναι ότι το φιλμ δεν καθιστά πότε σαφές γιατί οι συνθήκες μεταξύ του ζευγαριού, εκτός από τους σκοπούς της ανάπτυξης της ιστορίας, είναι διαφορετικές. Κάνοντας δε, το ζόμπι να μοιάζει όσο το δυνατόν λιγότερο σαν ζόμπι και περισσότερο σαν κάποιον που είναι απίστευτα κοινωνικά αδέξιος, στερεί την ταινία από οποιαδήποτε βάθος. Είναι λες και οι δημιουργοί, αξιοποιώντας την τρέχουσα τάση γύρω από τα ζόμπι, υπέθεσαν ότι η «καινοτομία» του απίθανου ειδυλλίου μεταξύ μιας κοπέλας κι ενός ζόμπι είναι μόνο αυτό που αρκεί. Μόλις όμως αυτή εξασθενήσει, και πίστεψε αυτό γίνεται πολύ γρήγορα, η ταινία χρειάζεται κάτι περισσότερο από αστεία τύπου «κοίτα ένα ζόμπι που μιλάει».

Το «Αγάπησα ένα Ζόμπι», εντέλει, διαθέτει πραγματικά ενδιαφέροντα στοιχεία, αλλά πάσχει από δειλία. Σίγουρα θα βρει το κοινό του, όπως άλλωστε και τα «Twilight», απλά εγώ δεν είμαι ένας από αυτούς…

Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

Lincoln [4/5]

Φαινόταν αναπόφευκτο ότι αν υπάρχει ένας σύγχρονος σκηνοθέτης που θα μπορούσε να ζωντανέψει τον δέκατο έκτο, και πιο διάσημο, πρόεδρο της Αμερικής, δεν θα ήταν άλλος από τον Steven Spielberg. Αν το Χόλιγουντ κάνει ποτέ το δικό του Όρος Ράσμορ, χωρίς αμφιβολία το πρόσωπό του θα είναι το πρώτο που θα λαξευτεί στον βράχο. Με μια φιλμογραφία γεμάτη από καλλιτεχνικά κι εμπορικά επιτυχημένες ταινίες, που όμοια της δεν υπάρχει, το όνομα του σκηνοθέτη είναι ακλόνητα συνυφασμένο με την αμερικανική ποπ, κι όχι μόνο, κουλτούρα. Ο Λίνκολν, από την άλλη, είναι ένας από τους σπουδαιότερους της αμερικανικής πολιτικής. Ο άνθρωπος που δεν θα μπορούσε να κάνει κανένα λάθος στα μάτια της αμερικανικής κοινής γνώμης. Είναι, λοιπόν, ο «Λίνκολν» του Spielberg κάτι παραπάνω από ένα κινηματογραφικό μνημείο για τον 16ο Πρόεδρο; Η απάντηση είναι ναι.

Ίσως το πιο συγκρατημένο ιστορικό δράμα του μέχρι σήμερα, το «Λίνκολν» πολύ έξυπνα εστιάζει αποκλειστικά στο μικρό τμήμα της ζωής του προέδρου κατά τη διάρκεια του οποίου προσπαθούσε να περάσει τη 13η Τροπολογία (κατάργηση της δουλείας). Έτσι, η ταινία είναι κατά κύριο λόγο ένα ελκυστικό πολιτικό δράμα, στο οποίο ο Λίνκολν και το ρεπουμπλικανικό κόμμα του καταβάλουν προσπάθειες για να πείσουν αρκετά μέλη του κογκρέσου των ΗΠΑ να ψηφίσουν υπέρ της 13ης τροπολογίας. Υπάρχουν σκηνές από ιδιωτικές συζητήσεις μεταξύ του Λίνκολν και του προσωπικού του, συναντήσεις με διάφορους χαρακτήρες έξω από τον Λευκό Οίκο, φλογέρες συζητήσεις μέσα στη Βουλή των Αντιπροσώπων και τα λοιπά. Ενδιάμεσα υπάρχουν και κομμάτια της ιδιωτικής ζωής του Λίνκολν με την οικογένειά του και το έργο γίνεται η ιστορία ενός ανθρώπου που έχει έφεση στο να λέει ιστορίες προκειμένου να πει αυτό που θέλει και να οδηγήσει μια χώρα σε ρήξη προς το όραμά του για ένα ενωμένο μέλλον. Με αυτόν τον τρόπο, το σενάριο του Tony Kushner μάς παρέχει μια πλήρη απεικόνιση του Λίνκολν ως άνθρωπο, πρόεδρο και πολιτικό, και όχι μόνο ως τον μύθο που ξέρουμε ή έχουμε διαβάσει από βιβλία. Προς τιμήν του, δε, ο κύριος Spielberg δεν διστάζει να δείξει και την κάπως διεφθαρμένη προσέγγιση του Λίνκολν στην πολιτική. Μην ξεγελιέστε, όμως, η ταινία κάνει σαφή τη συμπάθειά της. Γιατί όσο και να μας λέει ότι οι κινήσεις του Λίνκολν ήταν έξω από τα πλαίσια της νομιμότητας, άλλο τόσο τα θεωρεί όλα δικαιολογημένα, επειδή κάτι τέτοιο του επέβαλλε η «ηθική πυξίδα» μέσα του. Και δεν ξέρω αν ο σκοπός αγιάζει τα μέσα και ίσως μια τέτοια συζήτηση θα ήταν καλύτερο να αφεθεί στους ιστορικούς μελετητές, αλλά αισθάνθηκα ότι ήταν καθήκον ενός αμέριστου σκηνοθέτη να επιτρέψει τουλάχιστον στο κοινό να σχηματίσει τη δική του γνώμη για το θέμα.

Πέραν τούτου, η ταινία είναι πραγματικά εξαιρετική. Και ο σημαντικότερος λόγος που τα καταφέρνει περίφημα είναι γιατί ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα διακριτικό και σεμνό φιλμ. Διαθέτει ένα σενάριο που καταλαβαίνει τη βαθιά ιστορική σπουδαιότητα του υλικού του, αλλά βρίσκει χρόνο να μετατρέψει ένα σύμβολο σε έναν πραγματικό άνθρωπο, διαθέτοντας παράλληλα κι έξυπνη κωμική ανακούφιση μέσα στη δραματουργία του. Και παρόλο που καταπιάνεται με ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας, αυτό που κάνει το φιλμ ακόμα καλύτερο είναι ότι μοιάζει να μη δίνει ποτέ ιδιαίτερη έμφαση στη βαρύτητα και τη σημασία όλων αυτών. Η κάμερα του Spielberg βρίσκεται πάντα στο παρασκήνιο παρακολουθώντας κάθε στιγμή και δεν παίρνει θέση ποτέ στο προσκήνιο προκειμένου να κάνει τα πράγματα δραματικά ή βαριά. Ο συνδυασμός λοιπόν της απουσίας έντονου δραματικού στόμφου και της συναρπαστικής γραφής του Kushner, κάνουν την παρακολούθηση του φιλμ ακόμα πιο ευχάριστη. Είναι άκρως ενδιαφέρον να βλέπεις τα πολιτικά παιχνίδια που παίζονται από ορισμένους εκπροσώπους και τα διαφορετικά κίνητρα που έχουν όσοι είναι υπέρ ή κατά της πρότασης. Μόνο και μόνο γι’ αυτό, το «Λίνκολν» είναι άξιο παρακολούθησης από εκείνους που απολαμβάνουν κι εκτιμούν καλές πολιτικές ταινίες αλλά και για την πλειοψηφία των ανθρώπων, αφού βασικά είναι ένα μεγάλο μάθημα ιστορίας. Ένα πολύ επίκαιρο και σημαντικό κομμάτι της ιστορίας, που άλλαξε και διαμόρφωσε την Αμερική αλλά κι ολόκληρο τον κόσμο.

Αφού νομίζω ότι υπέρ-αποθέωσα τα σενάριο του έργου, ας περάσουμε τώρα στον επόμενο τεράστιο λόγο που αξίζει κανείς να δει την ταινία: τους ηθοποιούς της. Ο Daniel Day-Lewis είναι ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς εν ζωή. Τα βραβεία που έχει λάβει σε όλη τη σταδιοδρομία του δεν ήταν ποτέ υπερβολικά ή άδικα, αφού ο άνθρωπος το κατέχει το χάρισμα. Και ως Λίνκολν, σίγουρα δεν απογοητεύει. Από τη μαλακή φωνή του, το σκόπιμα αργό περπάτημα του, την παιχνιδιάρικη διάθεση, τη σοβαρότητα του, ο Day-Lewis εξαφανίζεται κυριολεκτικά μέσα στον ρόλο και υποδύεται τον Λίνκολν ως έναν άνθρωπο υψίστης σημασίας. Με λίγα λογία, ο Daniel Day-Lewis γεννήθηκε για να παίξει τον Αβραάμ Λίνκολν. Ο Tommy Lee Jones, ως Thaddeus Stevens, αξίζει επίσης ιδιαίτερης μνείας. Ο Stevens του είναι ένας απότομος άνθρωπος έτοιμος να κάνει τα πάντα και να έρθει αντιμέτωπος με οποιονδήποτε προκειμένου να πετύχει τον σκοπό του. Σίγουρα μία από τις καλύτερες ερμηνείες του Jones. Φυσικά, δεν θα μπορούσα να μη σταθώ και στην ανεπανάληπτη Sally Field. Ότι και να πεις γι’ αυτήν την ηθοποιό είναι λίγο και εδώ ως η πενθούσα, θυμωμένη και πεισματάρα Mary Todd Lincoln δίνει μια εκπληκτική ερμηνεία, και παρά τον λιγοστό χρόνο εμφάνισης της, κλέβει την παράσταση. Το υπόλοιπο καστ τα καταφέρνει επίσης περίφημα. Οι ερμηνείες των Joseph Gordon-Levitt, James Spader, Hal Holbrook, John Hawkes, Jackie Earle Haley, Jared Harris, David Costabile, Michael Stuhlbarg και ιδιαίτερα του David Straithairn, ο οποίος υποδύεται τον υπουργό εξωτερικών William Seward, είναι όλες υπέροχες.

Από τεχνικής πλευράς, τώρα, το «Λίνκολν» είναι το κάτι άλλο. Η φωτογραφία του Janusz Kaminski είναι εξαίσια διαθέτοντας τέλεια ισορροπημένα πορτραίτα που συλλαμβάνουν τη μοναξιά του Λίνκολν ή τον θάνατο στο πεδίο της μάχης. Τα σκηνικά του Rick Carter είναι υποδειγματικά, όπως και τα κοστούμια της Joanna Johnston. Δεν υπάρχει ούτε ένα κουμπί ή φουρκέτα που να μην ανήκει στην περίοδο που διαδραματίζεται η ταινία. Ενώ, παραδόξως, βρήκα κατάλληλη και τη συγκρατημένη, σε σχέση με άλλες φόρες, μουσική επένδυση του John Williams.

Τελικό συμπέρασμα: αφήνοντας τα ιστορικά επιχειρήματα στην άκρη, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι, παρ’ όλη τη μεγάλη διάρκεια της και το πνιγμένο από διάλογους σενάριο του, το «Λίνκολν» είναι μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς.

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

Hitchcock [2.5/5]

Η υπόσταση του Άλφρεντ Χίτσκοκ, αυτή η μυστηριώδης και κυριαρχούσα φύση, είναι καλά αποτυπωμένη σε αυτό το διασκεδαστικό δράμα, προσφέροντας μια σε βάθος ματιά στην δημιουργία του, αναμφισβήτητα καλύτερου έργου του, Ψυχώ. Με βάση το βιβλίο του Stephen Rebello προσαρμοσμένο από τον σεναριογράφο του Μαύρου Κύκνου, John J. McLaughlin, η ταινία έχει μια δελεαστική ηδονοβλεπτική αίσθηση, καθώς μας προσκαλεί να εισέλθουμε τόσο στον επαγγελματικό όσο και στον ιδιωτικό κόσμο του master της αγωνίας και για όποιον έχει το παραμικρό ενδιαφέρον για τον κινηματογράφο, κάτι τέτοιο είναι τουλάχιστον ακαταμάχητο.

Το έργο αποτελείται από δύο παράλληλες ιστορίες: η μια είναι η γενεσιουργία του Ψυχώ και η δεύτερη ο γεμάτος ένταση γάμος του Χίτσκοκ με τη γυναίκα του, Alma. Προς έκπληξη μου, έπιασα τον εαυτό μου να ενδιαφέρεται περισσότερο για την προσωπική πλευρά της ζωής του εξαιρετικού σκηνοθέτη, παρά για την επαγγελματική. Αυτό συμβαίνει, γιατί, πέρα από τις τονικές ασυνέπειες στην ταινία, τυπικό χαρακτηριστικό ενός ντεμπούτου, που κάνουν τις «πίσω από την κάμερα» σκηνές πότε να λειτουργούν και πότε όχι, το μεγαλύτερο πρόβλημά τους είναι η έλλειψη απεικόνισης των μεθόδων εργασίας του Χίτσκοκ. Δεν μας δείχνει σχεδόν τίποτα σχετικά με τα τους κανόνες επαγγελματικής συμπεριφοράς. Το μόνο που κάνει είναι να πάρει όλες τις δημοφιλείς ιδέες του πώς ήταν ως άτομο ο Χίτσκοκ, από την εμμονή του με ξανθιές στην υπερκατανάλωση φαγητού αλλά και στα θέματα ελέγχου του, και να τις τοποθετήσει στα γυρίσματα του Ψυχώ. Αντ`αυτού, ο Gervasi επιλέγει να δώσει έμφαση στις παραισθησιογόνες συνομιλίες του Χίτσκοκ με τον Ed Gein, σκηνές που τελικά αποδεικνύονται οι πιο προβληματικές της ταινίας. Χρησιμοποιώντας τες προκειμένου να μας βάλει μέσα στο κεφάλι του Χίτσκοκ και να υλοποιήσει τις αμφιβολίες του σχετικά με τον χαρακτήρα που μελετάει, οι συγκεκριμένες σκηνές αντί να βοηθούν το μόνο που καταφέρνουν είναι να περικόπτουν την αφήγηση.

Η ταινία είναι στα καλύτερά της όταν ο Gervasi αφήνει την κάμερά του να συλλάβει στιγμές γνήσιας χημείας μεταξύ της Mirren και του Hopkins. Αν και συνοριακά πιο στρωτό και πολύ πιο ενδιαφέρον το προσωπικό κομμάτι της ζωής του Χίτσκοκ, και πάλι δεν τους δίνει αρκετό χώρο και χρόνο για να λάμψουν. Και οι δύο ηθοποιοί βέβαια είναι άψογοι στους ρόλους τους, αν και κανείς δεν περίμενε πως δεν θα ήταν. Μακριά από τις καλύτερες ερμηνείες τους είναι σαφές ότι το διασκεδάζουν παίζοντας τους συγκεκριμένους χαρακτήρες, καταφέρνοντας πάντα να αποδώσουν εξαιρετικά τις πιο συναισθηματικές στιγμές της ιστορίας. Οι Anthony Perkins (James D`Arcy), Vera Miles (Jessica Biel) και Janet Leigh (Scarlett Johansson) είναι εντελώς ανεκμετάλλευτοι, με τους ηθοποιούς που υποδύονται τους ρόλους απλά να στέκονται άπραγοι λέγοντας μια-δυο ατάκες πού και πού.

Κάπου εδώ θα πρέπει βέβαια να πω ότι είναι δύσκολο να κανείς μια βιογραφία που θα αποδίδει σωστά ένα χαρακτήρα όπως του Άλφρεντ Χίτσκοκ, πόσο μάλλον τη σχέση του με τη σύζυγό του. Το πρόβλημα εδώ, όμως, είναι ότι ο σεναριογράφος δεν αφιερώνει την ταινία σε καμιά από τις δύο ιστορίες που θέλει να διηγηθεί, με αποτέλεσμα το έργο να είναι ανεστίαστο. Υπάρχει επιτυχημένο χιούμορ, καλές ερμηνείες και μερικές ωραίες σκηνές, αλλά μέχρι εκεί. Ίσως ήρθε η ώρα να παραδεχτούμε ότι, όπως πάντα, ο Χίτσκοκ εξακολουθεί να είναι ένα βήμα μπροστά από εμάς…

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2013

Argo [4.5/5]

Ο Ben Affleck συνεχίζει την αξιοσημείωτη καλλιτεχνική άνοδο του ως ένας από τους καλύτερους νέους σκηνοθέτες της Αμερικής. Το «Επιχείρηση: Argo» είναι ένα υποδειγματικό παράδειγμα του τύπου των συναρπαστικών θρίλερ που μόνο το Χόλιγουντ ξέρει και πρέπει συχνότερα να φτιάχνει. Βασισμένο στην αληθινή ιστορία της τολμηρής απόδρασης έξι μελών του προσωπικού της πρεσβείας των ΗΠΑ από την Τεχεράνη, αυτό το καλά κρυμμένο κρατικό μυστικό είναι από μόνο του μια καθηλωτική ιστορία.

Αυτή η συναρπαστική αληθινή υπόθεση, λοιπόν, σε συνδυασμό με υπέροχα κοστούμια και εξαιρετικά σκηνικά, δεν επρόκειτο ποτέ να είναι τίποτα λιγότερο από μια αξιοσημείωτη ταινία. Ο τρόπος, όμως, με τον όποιο ο Affleck σκηνοθετεί το έργο βοηθά στο να μετατρέψει το φιλμ σε μια από εκείνες τις σπάνιες περιστάσεις ενός πανέξυπνου αλλά και διασκεδαστικού μπλοκ-μπάστερ. Ο χαρακτηρισμός μπλοκ-μπάστερ, φυσικά, δεν του στερεί καθόλου τις ιδιότητες ενός πολιτικού θρίλερ. Ισορροπώντας πάνω σε μια πολύ λεπτή γραμμή όταν πρόκειται για την πολιτική ορθότητα, το «Επιχείρηση: Argo» με επιτυχία καταφέρνει να αποφύγει την αντιπαράθεση και να μην χαρακτηριστεί φιλοαμερικανικό όπως συνήθως γίνεται και με άλλες τέτοιες απεικονίσεις στη μεγάλη οθόνη παρόμοιων καταστάσεων. Η ταινία έχει καρδιά κι εγκέφαλο, καθώς και κότσια. Το σενάριο παρέχει μια σαφή και ισχυρή ιστορία χωρίς να θυσιάζει ούτε το πολιτικό ούτε το προσωπικό πλαίσιο. Για την ακρίβεια, ο Affleck καλύπτει όλα τα δύσκολα σημεία νωρίς-νωρίς με μια σύντομη αλλά κατατοπιστική, κινούμενων σχεδίων, παρουσίαση που επιτρέπει στο κοινό μια εύκολα προσβάσιμη δίοδο στα ιστορικά γεγονότα. Ενώ πέρα από αυτό, η ταινία καταφέρνει να ενσωματώσει άψογα αρχειακό υλικό, προσθέτοντας υφή κι αμεσότητα μέσα στη δραματουργία του.

Οι αρχικές σκηνές της επανάστασης και η κατάληψη της αμερικανικής πρεσβείας είναι κινηματογραφημένες στην εντέλεια. Οι σκηνές αργότερα στην ταινία που περιλαμβάνουν τη δραπέτευση των έξι είναι πέρα για πέρα έντονες κι αγωνιώδεις. Ενώ φυσικά δεν λείπει και το χιούμορ, το όποιο παρέχεται άφθονο στον θεατή κυρίως μέσα από το δευτερεύον καστ που περιλαμβάνει ηθοποιούς όπως John Goodman, Alan Arkin και Bryan Cranston. Για άλλη μια φορά, όμως, πρέπει να πούμε ότι το πραγματικό αστέρι εδώ, τόσο εμπρός όσο και πίσω από την κάμερα, είναι ο Affleck. Με το όνομα του να είναι ανέκδοτο στο Χόλιγουντ (για λόγους που μου διαφεύγουν ακόμα) εδώ και πολύ καιρό, ο Affleck είχε μια σημαντική μεταστροφή στην καριέρα του ως σκηνοθέτης. Πρώτα ήρθε το Χωρίς Ίχνη και στη συνέχεια το The Town. Με το «Επιχείρηση: Argo» παγιώνει τη θέση του ως ένας από τους καλύτερους σκηνοθέτες που εργάζονται σήμερα.

Κωμωδία, θρίλερ, περιπέτεια το «Επιχείρηση: Argo» τα συνδυάζει όλα. Τέλεια σκηνοθετημένο κι επιμελημένο, κάθε μικρή λεπτομέρεια ενώνεται για να σχηματίσει μια πολυεπίπεδη συναισθηματική εμπειρία. Ως ένα πραγματικό ανθρώπινο δράμα, είναι εξαιρετικό. Ως κινηματογραφική εμπειρία, είναι άχαστη.

Django Unchained [4.5/5]

Κανείς δεν γυρίζει ταινίες όπως ο Tarantino. Με μια κάπως υπερβολική, σκοτεινά κωμική βία, ευφυείς διαλόγους κι αγάπη για το ρετρό στυλ, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα παραπάνω αποτελούν ενδείξεις ότι αυτό που παρακολουθούμε είναι δημιούργημα του πολυβραβευμένου, αμφιλεγόμενου κι αθυρόστομου σκηνοθέτη. Τώρα, κάτι λιγότερο από τρία χρόνια από την τελευταία και πιο επιτυχημένη ταινία του, Άδωξοι Μπάσταρδη, έρχεται το πολυαναμενόμενο «Django, ο Τιμωρός» για το οποίο οι οπαδοί του Tarantino θα ενθουσιαστούν όταν μάθουν ότι ξεπερνά τις προσδοκίες.

Είμαι βέβαιος, διαβάζοντας την υπόθεση και μόνο, ότι οι περισσότεροι (συμπεριλαμβανομένου κι έμενα) πιστέψαμε ότι η ταινία πρόκειται να είναι μια ταινία εκδίκησης ενός σκλάβου με τον τρόπο που οι Άδωξοι Μπάσταρδη ήταν μια εβραϊκή ταινία εκδίκησης. Αυτό ισχύει αλλά όχι καθόλη τη διάρκεια του έργου. Και αυτό γιατί το έργο διαθέτει μια σταθερή τονική αλλαγή σε ολόκληρα τα 165 λεπτά του, με αποτέλεσμα η παρακολούθηση του να είναι μια πραγματική απόλαυση. Σε τέτοιο βαθμό που αναρωτιέσαι: γιατί δεν γίνεται όλες οι ταινίες που διαρκούν σχεδόν τρεις ώρες να είναι τόσο διασκεδαστικές; Από την αρχή μέχρι το τέλος, το «Django» δεν σε απογοητεύει σχεδόν ποτέ. Εάν δεν είναι αστείο θα είναι αγωνιώδες, αν δεν είναι αγωνιώδες θα είναι δραματικό και αν δεν είναι δραματικό θα είναι γεμάτο δράση και αίμα. Ο Tarantino με αριστοτεχνική γραφή αρπάζει το κοινό, το τραβάει στον κόσμο του και δεν το αφήνει μέχρι και η τελευταία λέξη του διαλόγου να ειπωθεί.

Τα πράγματα, όμως, δεν είναι όπως φαίνονται και η ταινία του Tarantino είναι κάτι περισσότερο από καθαρή κι απλή ψυχαγωγία. Μακριά από μια στιλπνή ανακεφαλαίωση των λεγόμενων «σπαγγέτι γουέστερν», το «Django, ο Τιμωρός» είναι σίγουρα μια άκρως διασκεδαστική, πλούσια κινηματογραφική απόλαυση, η οποία όμως καταφέρνει, μέσα στο ξέφρενο πιστολίδι και το αίμα, να έχει μερικές επιτυχημένες ανατροπές, εξαιρετική απόδοση χαρακτήρων και ουσία. Μέσα από ένα καταπληκτικό σενάριο, η ταινία μιλάει για τη φρίκη της δουλείας που επικρατούσε στον Αμερικανικό Νότο, καταγράφοντας τις συνθήκες εκείνης της εποχής. Με μια ζωντανή (και αρκετά τρομακτική) γραφική απεικόνιση της δουλείας, που για να είμαι ειλικρινής μερικές φορές είναι πολύ δύσκολο να παρακολουθήσεις, ο σεναριογράφος πετυχαίνει να καταγράψει τις αντιφάσεις των κοινωνικών και οικονομικών δομών και καταφέρνει να διηγηθεί ιστορικά γεγονότα με άκρως ξεκαρδιστικό κι αδιάντροπο τρόπο.

Εύσημα πρέπει να δοθούν, μιας και αποτελούν ένα μεγάλο κομμάτι της επιτυχίας του έργου, στους ηθοποιούς. Ο Tarantino δεν αποτυγχάνει ποτέ στο να διαθέτει ένα λαμπρό καστ και το «Django, ο Τιμωρός» δεν αποτελεί εξαίρεση. Με μπροστάρη τον Jamie Foxx στον ρόλο του Django να δίνει μια ήσυχη και μετρημένη ερμηνεία, η ταινία ανήκει ολοκληρωτικά στους Christoph Waltz και Leonardo DiCaprio. Ο πρώτος κλέβει την παράσταση από το πρώτο κιόλας λεπτό κι επισκιάζει τους πάντες με την ανεπανάληπτη ερμηνεία του, μέχρι τη στιγμή της εμφάνισης του δεύτερου. Παίζοντας τον Calvin Candie, ο όποιος στην αρχή είναι όλο φιοριτούρα και γοητεία μέχρι τη στιγμή που θα ξεσπάσει, ο DiCaprio είναι απειλητικά καλός στον ρόλο του κάνοντας σε να τον απεχθάνεσαι. Πραγματική αποκάλυψη. Εξίσου μισητός είναι κι ο Samuel L. Jackson, ο οποίος δίνει την καλύτερη ερμηνεία του εδώ και χρόνια.

Πολλοί σκηνοθέτες μπορούν να εκτιμήσουν τη μυθική δύναμη του κινηματογράφου, αλλά λίγοι μπορούν, αβίαστα, να δημιουργούν τη δική τους άμεση μυθολογία όπως ο Tarantino. Λατρεύω ότι μια ταινία σαν αυτή μπορεί να υπάρχει και να είναι τόσο καλή και έξυπνη και τολμηρή και τόσο «kick-ass». Ο χαρακτηρισμός «αξίζει να το δεις» είναι λίγος…

Flight [3/5]

Το «Η Πτήση» είναι μια ταινία για δύο συντριβές. Η πρώτη είναι γρήγορη, εξωτερική και κυριολεκτική, η δεύτερη είναι παρατεταμένη, εσωτερική και μεταφορική, αλλά και οι δύο είναι εξίσου οδυνηρές. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα η ταινία να μοιάζει να χωρίζεται σε δύο μέρη. Για την πρώτη μισή ώρα και κάτι, μας κρατά απορροφημένους με συναρπαστική δράση κι ένα ανησυχητικό ηθικό δίλημμα. Στη συνεχεία και καθώς η υπόθεση κατεβαίνει από τα «ψηλά» και γίνεται πιο γήινη, μετασχηματίζεται σε μια αρκετά στάνταρντ ιστορία για έναν αλκοολικό και τη δυσκολία του να παραμείνει νηφάλιος.

Διαθέτοντας σίγουρα τη δύναμη να κρατήσει την προσοχή σας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι σαν σύνολο η «Πτήση» είναι ένα άνισο δράμα και όπως όλα τα άνισα πράγματα διαθέτει θετικά κι αρνητικά. Το σημαντικότερο μείον είναι ότι η απότομη αλλαγή τόνου λειτουργεί μειονεκτικά για την ταινία, μιας και σχεδόν ποτέ το άκρως δραματικό κομμάτι του έργου δεν ισούται με τον ενθουσιασμό της δράσης στην αρχή. Πρόκειται για μια ταινία που δεν φοβάται να πάρει την ώρα της προκειμένου να πει αυτό που θέλει, αφήνοντας σκηνές να αναπτυχθούν και να εξελιχθούν με έναν εξαιρετικά οργανικό τρόπο. Μερικές φορές αυτό είναι προς όφελος της ταινίας και μερικές φορές εις βάρος της. Όπως και να έχει, μετά από ένα σημείο κουράζει. Ακόμα ένα λάθος είναι ότι το φιλμ, γραμμένο από τον ηθοποιό και σεναριογράφο John Gatins, κάνει κατάχρηση του μηνύματος της. Σίγουρα δε βοηθά το γεγονός ότι το μήνυμα της ταινίας δεν είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό ή ενδιαφέρον, ούτε πρωτότυπο, όμως προσθέτοντας περιττά στοιχεία και χαρακτήρες πιέζει την τύχη του μέσω συμπτώσεων προκειμένου να προσθέσει ένα ακόμη εμπόδιο στον δρόμο του πρωταγωνιστή. Ενώ η ισορροπημένη καρμικά κατάληξη του δεν είναι του γούστου μου.

Παρά τα μειονεκτήματα στο σενάριο της ταινίας, το σίγουρο χέρι του βετεράνου Robert Zemeckis μοιάζει σωτήριο σε πολλές στιγμές. Δουλεύοντας σε live-action για πρώτη φορά από τον Ναυαγό του 2000, είναι φανερό ότι ο Zemeckis έχει ακόμα μια ζωντανή οπτική ευαισθησία και ξέρει να γυρίζει ταινίες. Ενώ το σημαντικότερο ατού της «Πτήσης» είναι οι ηθοποιοί της και κυρίως ο πρωταγωνιστής. Η ερμηνεία του Denzel Washington είναι η καρδιά της ταινίας και μια από τις καλύτερες της καριέρας του. Αυτό που μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση είναι το πόσο εύκολα μπορούσε να μεταμορφωθεί από αλαζονικός και περήφανος για το κατόρθωμα του τύπος, σε έναν άνθρωπο γεμάτο θλίψη, στου όποιου τα μάτια μπορούσες ανά πάσα στιγμή να δεις τον φόβο, τον φόβο της αλήθειας. Εξαιρετικός για μια ακόμη φόρα μετά το Επιχείρηση: Argo ήταν και ο John Goodman σε έναν μικρό αλλά ουσιαστικό ρόλο.

Ελαττωματικό μελόδραμα θα μπορούσε, λοιπόν, να χαρακτηρίσει κανείς με μια λέξη το «Η Πτήση». Κραυγαλέα αδυναμία το σενάριο της που την αποτρέπει από το να πετάξει σε υψηλότερα υψόμετρα, αλλά στηριζόμενος σε μια δυνατή ερμηνεία από τον Denzel Washington και μια ψύχραιμη κατεύθυνση από τον Robert Zemeckis, υπάρχουν αρκετά καλά πράγματα εδώ που με κάνουν να σας προτείνω να τη δείτε.

Kon-Tiki [3/5]

Η νορβηγική πρόταση για το Όσκαρ Ξενόγλωσσης ταινίας στα 85α βραβεία είναι ένα ιστορικό δραματικό έργο που εξιστορεί την ιστορία της αποστολής Κον-Τίκι του 1947. Δεν θα μπω σε πολλές λεπτομέρειες για την υπόθεση, θα πω όμως ότι αρκεί να τη δεις απλά και μόνο για το θέμα με το οποίο ασχολείται, αφού είναι μια από εκείνες τις περιπτώσεις όπου αν δεν έβλεπες το έργο, ίσως να μην μάθαινες ποτέ για το συγκεκριμένο γεγονός.

Σε μια οπτικά στυλιζαρισμένη δραματοποίηση αληθινών γεγονότων, βλέποντας τη συγκεκριμένη ταινία ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια τεχνικά επιτυχημένη παράγωγη (δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά, ούτως η άλλως, αφού είναι η πιο ακριβή νορβηγική ταινία που έγινε ποτέ) με απίστευτα όμορφη φωτογραφία. Οι καλύτερες στιγμές του «Kon-Tiki» είναι σαφέστατα εκείνες που είναι γεμάτες με ένταση. Καρχαρίες, απειλητικές καταιγίδες και ύφαλοι δίνουν το παρόν ανεβάζοντας την αδρεναλίνη στα ύψη. Οι σκηνοθέτες Joachim Ronning και Espen Sandberg κινηματογραφούν την ταινία με αρκετή αυτοπεποίθηση, καταφέρνοντας να υπερκαλύψουν το γεγονός των δύο περίπου ωρών διάρκειας και να κρατήσουν έναν σωστό ρυθμό σε ολόκληρα τα 118 λεπτά της. Και όχι μόνο αυτό, άλλα είναι κάτι περισσότερο από ικανοί στο να αποσπάσουν την προσοχή σου από τα όποια ελαττώματα και να σε βάζουν στο κλίμα αυτού του συναρπαστικού ταξιδιού. Ακόμα και έτσι, όμως, ελαττώματα υπάρχουν. Κινηματογραφικά τίποτα δεν είναι ουσιαστικά αξιόλογο ή κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί. Μεγάλο λάθος βρήκα δε και στο γεγονός ότι τα συναισθήματα λείπουν από την ταινία σχεδόν εξολοκλήρου και εμφανίζονται μόνο στο τέλος με τη μορφή ενός γράμματος. Ενώ, τέλος, το soundtrack μοιάζει να υπερπροσπαθεί να ενισχύσει το αίσθημα του ηρωισμού.

Σαν τελική ετυμηγορία θα έλεγα ότι είναι ένα καλοφτιαγμένο, πανέμορφο οπτικά φιλμ. Δεν αγγίζει τα όρια του κλασσικού είναι όμως μια μεγάλη ιστορία του ανθρωπινού θριάμβου, με μια σαγηνευτική αληθινή ιστορία στο επίκεντρο της που αξίζει να δείτε.

Pitch Perfect [2.5/5]

Ξεκάθαρα εμπνευσμένο από την επιτυχία της τηλεοπτικής εκπομπής «Glee» και ελευθέρα βασιζόμενο από το βιβλίο με το ίδιο όνομα του Mickey Rapkin, το «Pitch Perfect» προς έκπληξη μου είναι μια έξυπνη, πιασιάρικη και με καλή αίσθηση του χιούμορ ταινία.

Το μεγαλύτερο προτέρημα και ο λόγος που πρέπει να επαινεθεί το έργο είναι ότι πάρα την προβλέψιμη φύση του είναι, ανεξάρτητος φύλου, άκρως διασκεδαστικό στην παρακολούθηση του. Φορτωμένο με μερικές λαμπρές μουσικές παραστάσεις, συμπεριλαμβανομένης μιας «riff-off» που αξίζει επευφημίες, το «Pitch Perfect», γραμμένο από την Kay Cannon, διαθέτει άφθονο χιούμορ και καλά συνειδητοποιημένες ατάκες και καταστάσεις. Υπάρχει μικρή ανάπτυξη χαρακτήρων αλλά αυτό δεν ενοχλεί, αφού η ύπαρξη καρικατουρίστικων προσωπικοτήτων εξυπηρετούν τον σκοπό τους καλά. Επιπλέον, οι αντιπαλότητες μεταξύ ομάδων είναι η βάση παραγωγής μερικών ξεκαρδιστικών στιγμών.

Τον πήχη, όσον αφορά την ποιότητα της ταινίας, τον ανεβάζει πολύ το καστ. Η υποψήφια για Όσκαρ Kendrick είναι εξαιρετική επεκτείνοντας το ερμηνευτικό ρεπερτόριο της για μια ακόμη φορά. Οι John Michael Higgins και Elizabeth Banks το καταδιασκεδάζουν και είναι υπεύθυνοι για μερικές από τις καλύτερες ατάκες του έργου. Οι ηθοποιοί των, αντρικών και γυναικείων, χορωδιών δίνουν τον καλύτερο τους εαυτό. Όπως ήταν αναμενόμενο, όμως, είναι η Rebel Wilson που κλέβει εξολοκλήρου την παράσταση και ως Fat Amy πετυχαίνει τα μεγαλύτερα γέλια. Άπλα απολαυστική.

Σε γενικές γραμμές, είναι ωραίο να παρακολουθείς κωμωδίες που το χιούμορ τους οφείλεται σε ένα καλό σενάριο κι εξαιρετικές ερμηνείες. Και το «Pitch Perfect» είναι ακριβώς αυτό. Μια μελωδική απόλαυση την όποια θα ευχαριστηθείτε.

Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2013

Καλή χρονιά...


Καλή χρόνια σε όλους και ευτυχισμένο το νέος έτος. Να είμαστε καλά και να περνάμε ακόμα καλύτερα εύχομαι. Μακάρι ο καθένας να βρει αυτό που ψάχνει και θέλει περισσότερο στη ζωή του. 

Όσον αφορά το «It’s A Movie Movie Movie World», μετά την παύση λόγω γιορτών θα επανέλθω (σύντομα) δριμύτερος με κριτικές για τα:

Argo
Pitch Perfect
Kon-Tiki
Flight
Django Unchained
Lincoln