Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

Les Miserables [4.5/5]

Το μυθιστόρημα «Οι Άθλιοι» του Γάλλου συγγραφέα Βίκτορα Ουγκώ αποτελεί ένα από τα δημοφιλέστερα μυθιστορήματα του δεκάτου ενάτου αιώνα. Η σημαντικότητα του στην παγκόσμια λογοτεχνία είναι δεδομένη, ενώ χάρη στην οικουμενικότητα της ιστορίας το βιβλίο έχει γνωρίσει δεκάδες τηλεοπτικές, κινηματογραφικές και ραδιοφωνικές προσαρμόσεις. Είναι όμως η πρώτη (και δεν θα χρειαστεί δεύτερη κατ` εμέ) φορά που το μυθικό μιούζικαλ των Alain Boublil και Claude-Michel Schonberg του 1978 μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη. Φέρνοντας επανάσταση στο είδος του κινηματογραφικού μιούζικαλ, ο Tom Hooper μας παραδίδει μια πέρα για πέρα εξαιρετική ταινία. Επιτρέψτε μου, όμως, να εξηγήσω γιατί θεωρώ ότι το «Οι Άθλιοι» είναι μια τόσο σπουδαία ταινία…

Αρχής γενομένης, η σκηνοθεσία. Ως επί το πλείστον, η δυναμική ενός μιούζικαλ βρίσκεται και βρισκόταν πάντα στα τραγούδια κι όχι τόσο στην πλοκή. Και αυτό γιατί η μουσική έχει τη δύναμη να μας κάνει να αισθανθούμε συναισθήματα που προέρχονται από την ψυχή μας. Προκειμένου να αξιοποιήσει αυτή τη δύναμη στο μέγιστο, ο σκηνοθέτης Tom Hooper πήρε τη δημιουργική απόφαση να κινηματογραφήσει τους ηθοποιούς του καθώς παίζουν και τραγουδούν ζωντανά και όχι να ηχογραφήσει τις φωνές τους αργότερα στο στούντιο και να επικαλύψει τις σκηνές. Εκτός, λοιπόν, από μια-δυο μεγάλες σκηνές πλήθους, όλα τα υπόλοιπα γίνονται ζωντανά, σε στενά close-up και σε μία και μόνη λήψη. Ο σκοπός ήταν να αυξήσει την αποδοτικότητα της ερμηνείας των ηθοποιών και να μεταφέρει τα συναισθήματα πιο ειλικρινά, πιο δυναμικά, πιο αποτελεσματικά. Και πιστέψτε με, το πετυχαίνει στο εκατό τοις εκατό. Κάθε τραγούδι, κάθε μουσική, κάθε στίχος θα αυξήσει τα συναισθήματα σας σε ένα επίπεδο σχεδόν συντριπτικό. Διαθέτοντας τη σωστή κινηματογραφική ματιά, καταφέρνει να μας παραδώσει μια επικής κλίμακας ταινία κρατώντας ανέπαφη τόσο τη λογοτεχνική όσο και τη θεατρική ατμόσφαιρα της ιστορίας.

Όσο καλός κι αν είναι όμως ο Hooper στη σκηνοθεσία, αν δεν βρεις τους καταλλήλους να τραγουδήσουν κλασσικά κομμάτια όπως τα «I Dreamed a Dream», «On My Own» και «Empty Chairs at Empty Tables», τότε το παιχνίδι είναι χαμένο εξαρχής. Κάτι τέτοιο, ευτυχώς, δεν ισχύει στη συγκεκριμένη περίπτωση αφού όλο το καστ, από κομπάρσους μέχρι βασικούς, είναι ένας κι ένας. Πρώτη και καλύτερη η Anne Hathaway. Αυτό που καταφέρνει η Hathaway σε ολόκληρη την ερμηνεία της, αλλά κυρίως στο αριστουργηματικό και μεγάλης εμπνεύσεως σόλο της, είναι κάτι που σου κόβει την ανάσα. Κάθε της κίνηση, κάθε της νεύμα μετράει, γιατί μέσα από όλο της το σώμα καταφέρνει και σου περνά ολόκληρο τον πόνο και την ιστορία της Fantine. Πραγματικά, δεν υπάρχουν αρκετά κοσμητικά επίθετα για να περιγράψουν την ερμηνεία της. Αξίζει όλα τα βραβεία και παραπάνω. Μια ιδίου μεγέθους ερμηνεία μας δίνει κι ο Hugh Jackman. Σε έναν ρόλο ζωής, ο Jackman χρησιμοποιήσει τα πάντα στο οπλοστάσιό του (τη φωνή του, τη σωματική δύναμη και διάπλαση του και το ερμηνευτικό του ταλέντο) προκειμένου να ενσαρκώσει τον Jean Valjean. Κουβαλώντας ολόκληρη την ταινία στην πλάτη του, είναι συναρπαστικός, παρέχοντας μας πολλές από τις συναισθηματικές στιγμές ολόκληρου του έργου. Θα φτάσω να πω δε ότι αυτό που κάνει και εκείνος (όπως η Hathaway) στο πρώτο του σόλο (Valjean`s Soliloquy), δεν μπορεί να περιγραφτεί με λόγια. Η ταινία τού ανήκει ολοκληρωτικά και σε έναν δίκαιο κόσμο, το Όσκαρ θα ήταν δικό του. Η τρίτη μνημειώδεις ερμηνεία μάς έρχεται με τη μορφή του Eddie Redmayne. Πέρα από την εξαίσια φωνή του, το πιο σημαντικό που καταφέρνει είναι ότι παρέχει μια βαθιά συναισθηματική, αγορίστικη κι αθώα γοητεία στον ρόλο του Marius Pontmercy, που σου σπαράζει την καρδιά. Σπαρακτική ερμηνεία μας δίνει όμως και η Samantha Barks. Σαν Eponine, θα σας καταπλήξει τόσο με τη σωματική όσο και με τη φωνητική απόδοση της. Ως επιθεωρητής Javert, ο Russell Crowe (ο τελευταίος άνθρωπος που θα περίμενα να δω σε μιούζικαλ) εκπλήσσει διαθέτοντας μια σταθερή, ανέκφραστη φωνή, κατάλληλη για τον πειθαρχημένο χαρακτήρα του. Εξίσου καλοί και άξιοι είναι οι Amanda Seyfried, Aaron Tveit, Daniel Huttlestone στους ρόλους της Cosette, του Enjolras και του Gavroche. Και τέλος, καλοδεχούμενη κωμική ανακούφιση μας παρέχεται από τους Thenardier, παιγμένους στην εντέλεια από τους Sacha Baron Cohen και Helena Bonham Carter.

Τελευταίος παράγοντας, μετά τη σκηνοθεσία και τις ερμηνείες, που κάνει την ταινία να είναι τόσο καλή, είναι ότι μιλάμε για ένα υπερθέαμα. Μετρώντας ήδη τέσσερις τεχνικές (κοστούμια, καλλιτεχνική διεύθυνση, μακιγιάζ, ήχος) υποψηφιότητες στα Όσκαρ το επίπεδο της παραγωγής «βγάζει μάτι» με την τελειότητά του. Ανοίγοντας με μια οπτικά εκθαμβωτική πρώτη σεκάνς και κλείνοντας με μια ακόμα πιο απίστευτη από άποψη σκηνογραφίας σκηνή, το έργο παραμένει υποδειγματικά προσεγμένο σε ολόκληρη τη διάρκεια του, παρέχοντας στο κοινό μια αξέχαστη κινηματογραφική εμπειρία. Ειλικρινά, θα μπορούσα να γράψω ολόκληρο δοκίμιο τού γιατί αξίζει κανείς να δει τη συγκεκριμένη ταινία. Θα κλείσω όμως με το έξης: το «Οι Άθλιοι» είναι η επιτομή του μιούζικαλ, μιας και δεν περιλαμβάνει καθόλου διαλόγους. Μην το φοβηθείτε, όμως, μπείτε μέσα στην αίθουσα, χαλαρώστε και αφήστε την ταινία του βραβευμένου με Όσκαρ Tom Hooper, να σας μαγέψει, να σας ταξιδέψει και να σας αφυπνίσει. Η συγκεκριμένη ιστορία αντέχει στο χρόνο επειδή τα μηνύματα της τρέφουν τις βαθιά ανθρώπινες ανάγκες μας. Αυτή η ταινία θα αντέξει στον χρόνο, γιατί γαλουχεί τα μηνύματα αυτά. Μαζί με το Η Ζωή του Πι, ίσως οι καλύτερες ταινίες της χρονιάς.

1 σχόλιο:

  1. Θα συμφωνήσω μαζί σου. Πολύ ωραία ανάρτηση. Είναι μία εξαιρετική ταινία, με την Anne Hathaway να ξεχωρίζει ιδιαίτερα.:)

    ΑπάντησηΔιαγραφή