Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Broken City [2/5]

Το «Broken City» ανήκει σε ένα είδος ταινιών το οποίο κατά το παρελθόν μπορεί να περηφανευτεί ότι έχει απασχολήσει μεγάλους σκηνοθέτες κι έχει παράγει μερικές πραγματικά καλές και κλασσικές ταινίες. Και παρόλο που το συγκεκριμένο έργο δεν μπορεί να συγκριθεί με αυτές και ακόμα κι αν δεν διαπρέπει 100%, πρέπει να παραδεχτώ ότι έχει δημιουργηθεί με αρκετή φροντίδα προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα πάντα θα είναι συναρμολογημένα με αρκετή προσοχή και οποιαδήποτε ένσταση κι αν έχεις για το αποτέλεσμα, αυτή να είναι μηδαμινή.

Χρειάζεται πραγματικά μεγάλη προσπάθεια για να κατασκευάσει κανείς μια ταινία που απλά λειτουργεί τόσο αποτελεσματικά όσο το «Broken City». Πρόκειται για ένα έργο που ξέρει περί τίνος πρόκειται, ξέρει πώς να πει αυτό που θέλει να πει και δεν τα θαλασσώνει στη διαδρομή. Ακόμη και η πλοκή του είναι κατασκευασμένη με έναν άκρως λειτουργικό τρόπο. Δεν υπάρχουν εκκρεμότητες, δεν υπάρχουν αφηγηματικά αδιέξοδα και δεν προσπαθεί ποτέ να παραπλανήσει το κοινό. Το ένα πράγμα οδηγεί στο άλλο, που οδηγεί σε ένα άλλο και ούτω καθεξής. Κάπου εδώ δικαιολογημένα θα σκεφτείτε ότι η ύπαρξη μιας ανατροπής είναι η ομορφιά ενός θρίλερ συνωμοσίας. Και πολύ σωστά. Ίσως, όμως, το «Broken City» να ήθελε να αποφύγει τις παγίδες μιας δύσκολης αποκάλυψης ή μιας αποτυχημένης εξέλιξης και γι’ αυτό τον λόγο να μη ρισκάρει. Και αυτό δεν είναι κακό. Με αυτό τον τρόπο, το «Broken City» καταλήγει να είναι ένα απολύτως παρακολουθήσιμο πολιτικό θρίλερ συνωμοσίας.

Αυτή η προσέγγιση, φυσικά, οδηγεί την ταινία σε ένα προβλέψιμο και, από ένα σημείο και μετά, λίγο μονότονο μονοπάτι. Χωρίς να αποκλίνει ούτε στο ελάχιστο από τους κανόνες αυτού του είδους των ταινιών, χάνει ένα μεγάλο μέρος της ελκυστικότητάς της. Έτσι, το προτέρημα της γίνεται ταυτόχρονα και το μεγαλύτερο μειονέκτημα της. Προσωπικά, τώρα, είχα ένα θέμα και με τον τρόπο που το φιλμ στηρίζεται λίγο-πολύ σε μεγάλο βαθμό στα στερεότυπα και τα κλισέ για να διηγηθεί την ιστορία του. Έχουμε τον μάτσο πρωταγωνιστή, τον συντηρητικό και σαφώς ομοφοβικό δήμαρχο, τον φιλελεύθερο αντίπαλο του που θέλει να τον νικήσει σωστά και τίμια κ.τ.λ. Κατανοώ γιατί ο σεναριογράφος καταφεύγει στη χρήση τους, θεωρώ όμως ότι περισσότερο κακό κάνουν στην ταινία παρά καλό.

Συνυπολογίζοντας όλα τα παραπάνω, το τελικό συμπέρασμα που βγάζω είναι το έξης: σκηνοθετημένο αποτελεσματικά από τον Allen Hughes και με ένα εν γνώσει του παλιομοδίτικο και κλισεδιάρικο σενάριο από τον πρωτοεμφανιζόμενο Brian Tucker, το «Broken City» είναι μια αξιοπρεπέστατη περιπέτεια με την όποια θα περάσετε ένα ευχάριστο δίωρο στο σινεμά. Απλά, μην περιμένετε και το Σέρπικο...

A Respectable Family [3.5/5]

Συνεχίζοντας την ανοδική πορεία του ιρανικού σινεμά, το οποίο τα τελευταία χρόνια μας δίνει μικρά αριστουργήματα (δείτε το βραβευμένο με Όσκαρ Ένας Χωρισμός και θα καταλάβετε τι εννοώ), ο Massoud Bakhshi μας παρουσιάζει τη νέα του ταινία «Μια Αξιοπρεπής Οικογένεια». Ένα τεταμένο, αγχωτικό και πολιτικά αιχμηρό φιλμ, το οποίο συνδυάζει επιδέξια την αγωνία, μέσα από στοιχεία θρίλερ, και τον κοινωνικό σχολιασμό, παραδίδοντας μας ένα οξύ σχόλιο στην Τεχεράνη του σήμερα, αλλά κι ένα σύνθετο δραματικοποιημένο κατηγορητήριο για τη μετα-επαναστατική περίοδο στο Ιράν.

Παρουσιάζοντας την ιστορία του σαν ένα αφηγηματικό κρυφτό, ο Bakhshi αναγκάζει τον θεατή να μπει στο παιχνίδι του από το πρώτο κιόλας πλάνο. Αναμιγνύοντας πολεμικές σκηνές μαζί με πλάνα της σύγχρονης Τεχεράνης, διαπρέπει στη δημιουργία μιας συνεχόμενης υποβόσκουσας απειλής. Έχοντας λοιπόν επιτύχει τη δημιουργία της απαραίτητης ατμόσφαιρας, ο Bakhshi αρχίζει να εξιστορεί τις αλληλένδετες ιστορίες στο περίπλοκα δημιουργημένο σενάριο του. Μέσα από ισχυρές οπτικές μεταφορές, θίγοντας θέματα όπως η διαφθορά, η κερδοσκοπία, αλλά και η θρησκεία η οποία είναι πανταχού παρούσα σαν μια σύγχρονη μάστιγα του Ιράν, δημιουργεί ένα συναρπαστικό σύνολο που κρατάει, σχεδόν συνεχώς, σε εγρήγορση τον θεατή. Και λέω σχεδόν γιατί οι οικογενειακές σχέσεις, ζωτικής σημασίας για την πλοκή, ήταν αρκετά συγκεχυμένες, με αποτέλεσμα κάπου στο μέσο της ταινίας να χάνεις λίγο τη συγκέντρωση σου προσπαθώντας να καταλάβεις τι γίνεται. Όλα αυτά, βέβαια, μέχρι το τέλος του έργου όπου όλα ενώνονται σε ένα δραματικό χτύπημα νοκ-άουτ.

Βασικά, το «Μια Αξιοπρεπής Οικογένεια» είναι αναμφίβολα μια σημαντική ταινία όπου μέσα από το ανάγλυφο κοινωνικό-πολίτικο της φόντο, την εξαιρετική της ατμόσφαιρα και τις άξιες λόγου ερμηνείες του πρωταγωνιστικού διδύμου Babak Hamidian και Mehrdad Sedighian, μας παρουσιάζει τη ζοφερή κατάσταση μιας χώρας. Μιας κατάστασης που δυστυχώς δεν φαντάζει καθόλου ξένη σε εμάς και επομένως μας αφορά όλους.

Κυριακή, 17 Μαρτίου 2013

Los Amantes Pasajeros [1/5]

Ό,τι του φανεί του Λωλοστεφανή! Φράση που άνετα θα μπορούσε να χαρακτηρίσει τη νέα ταινία του Pedro Almodovar, «Δεν Κρατιέμαι». Ειλικρινά, δεν μπορώ να καταλάβω πώς το μυαλό που μας χάρισε το 2011 το αριστουργηματικό Το Δέρμα που Κατοικώ είναι υπεύθυνο και για τη συγκεκριμένη ταινία. Μετά από σκέψη, λοιπόν, έφτασα να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν: είτε ο σκηνοθέτης τα έχει εντελώς χαμένα, είτε (και το πιο πιθανό) του έχει δοθεί πολύ στουντιακή ελευθερία, πόσο μάλλον όταν αυτό το στούντιο τού ανήκει. Δεν εξηγείται διαφορετικά.

Αντιλαμβάνομαι ότι στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε, με την οικονομική κρίση, μέσα σε έναν κόσμο που δυσκολεύει όλο και περισσότερο την καθημερινότητα μας, η συγκεκριμένη ταινία θα αποτελέσει ένα διάλειμμα. Θα σας κάνει να χασκογελάσετε και γενικώς να ξεχαστείτε. Όπως, επίσης, δίνω τα εύσημα από μεριάς μου στον σκηνοθέτη γιατί κατανοώ ότι θα ήταν πολύ εύκολο γι `αυτόν να κάνει μια πιο συμβατική ταινία, κάτι που θα ικανοποιούσε το μεγαλύτερο μέρος του κοινού με μια απλή ιστορία, συνηθισμένους χαρακτήρες και ούτω καθεξής. Πέρα όμως από αυτά τα δυο σημεία, το τελευταίο πόνημα του Almodovar δεν μπορεί να περηφανευτεί για τίποτα περισσότερο και στο σύνολο του αποτυγχάνει παταγωδώς.

Με χαρακτήρες που περιλαμβάνουν μια παρθένα μάντισσα, μια διάσημη σαδομαζοχίστρια, ένα διεφθαρμένο τραπεζίτη και πολλούς άλλους, και μέσα από μια γκάμα σκηνών όπως μια μουσική παράσταση, ένα όργιο, μερικά περίεργα τηλεφωνήματα και την επίσκεψη σε ένα διαμέρισμα: όλα τα παραπάνω είναι απόλυτα αναγνωρίσιμες καταστάσεις και χαρακτήρες του σύμπαντος του Almodovar. Η δυσκολία της διατήρησης ενός καλού ρυθμού στον περιορισμένο χώρο του αεροπλάνου και τα συνεχή σκαμπανεβάσματα στην αποτελεσματικότητα των αστείων τους, κάνουν όμως αυτό το ταξίδι να μην πηγαίνει πουθενά και το σημαντικότερο πρόβλημα του να εντοπίζεται στην παντελή έλλειψη σεναρίου. Μέσα σε ένα συνονθύλευμα θεμάτων όπως η ομοφυλοφιλία, η κρίση, οι σχέσεις, το σεξ και η πολιτική, το συγκεκριμένο έργο απλά δεν βγάζει νόημα. Μα κανένα, όμως.

Το αφηγηματικό κομμάτι του έργου είναι τόσο εξωπραγματικό που όσο ανεκτικός κι αν είσαι, κάποια στιγμή θα απηυδήσεις από τη μηδαμινή συνεκτικότητα που διέπει το όλο εγχείρημα. Ανά πάσα στιγμή, η ταινία περιφέρεται άσκοπα, χωρίς ελάχιστη εσωτερική δομή, κάνοντας τα 90 λεπτά που διαρκεί να φαίνονται αιώνας. Από εκεί κι έπειτα, όλα τα υπόλοιπα στοιχειά της ταινίας δεν μπορούν να σώσουν την κατάσταση. Οι ηθοποιοί κάνουν ότι καλύτερο μπορούν στους μονοδιάστατους ρόλους τους, η μουσική επένδυση της ταινίας είναι πολύ καλή, ενώ τα σκηνικά και τα κοστούμια είναι άριστης ποιότητας. Δεν είναι, όμως, αρκετό.

Χωρίς σοβαρές κινηματογραφικές αρετές και διαθέτοντας ως επί το πλείστον χοντροκομμένα, οπτικά ή λεκτικά γκανγκ που θέλοντας και μη θα βγάλουν γέλιο, το νέο φιλμ του Almodovar είναι μια περιορισμένης πλοκής και νοημοσύνης κωμωδία.

Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

Oz the Great and Powerful [3.5/5]

Το «Οζ: Μέγας και Παντοδύναμος» είναι ένα πρίκουελ της ταινίας Ο Μάγος του Οζ και όχι ένα ριμέικ. Είναι η ιστορία της απαρχής του μάγου και της κακιάς μάγισσας που ήταν υπεύθυνη για όλα τα δεινά που πέρασε η Dorothy της Judy Garland. Βέβαια, το από που προήλθαν οι χαρακτήρες της βραβευμένης με 2 Όσκαρ ταινίας του 1939, ίσως να μην το αναρωτηθήκατε ποτέ, το Χόλιγουντ όμως βάλθηκε να σας δώσει την απάντηση και καλό θα ήταν να δώσετε στην απάντηση μια ευκαιρία γιατί το «Οζ: Μέγας και Παντοδύναμος» είναι μια πολύ γλυκιά κι ευχάριστη ταινία που αξίζει να δείτε στο σινεμά.

Διαθέτοντας το κατάλληλο μείγμα οικογενειακής διασκέδασης και σκοτεινής περιπέτειας φαντασίας και σκηνοθετημένο με πολύ ενεργεία από τον Sam Raimi, το έργο, ευτυχώς, δεν είναι ένας ακόμα θλιβερός κλώνος των ταινιών του Tim Burton. Υπάρχουν βέβαια φορές κατά τη διάρκεια του που μας έρχονται στο μυαλό εικόνες από το CGI έκτρωμα του Burton, Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων. Ακόμα και έτσι, όμως, κι ενώ οι οπτικές ενδείξεις είναι παρόμοιες, ο Raimi καταφέρνει να ξεπεράσει την «Άλικη» του Burton κατά πολύ. Και αυτό γιατί καταφέρνει και υφαίνει τα στοιχεία του πραγματικού και του φανταστικού κόσμου με αφοπλιστική ταχυδακτυλουργία. Εδώ τα οπτικά εφέ φτιάχνουν ένα αληθινό, πραγματικό περιβάλλον και δημιουργούν μια οπτική πανδαισία γεμάτη χρώμα, χιούμορ και ζωντάνια μέσα στην όποια ο Raimi αφήνει την ιστορία του να εξελιχτεί δίνοντας μας μια περιπέτεια φαντασίας που είναι κομψή, ενεργητική, συγκινητική και μερικές φορές απειλητικά τρομακτική.

Όσο πειστικός κι αν είναι αυτός ο κόσμος, βέβαια, θα βρεθούν πολλοί που θα πουν ότι η πλοκή της ταινίας είναι τόσο απογοητευτική και προβλέψιμη. Και ως ένα βαθμό, μπορώ να το καταλάβω. Δε μπορώ όμως επουδενί να δεχτώ ότι αποτελεί μεγάλο μειονέκτημα για την ταινία. Από τη μια το έργο ξεχειλίζει με δεξιοτεχνία και αφοσίωση, οι εκπλήξεις είναι άφθονες και ο ρυθμός της, παρόλο που η ταινία είναι μεγάλη σε διάρκεια, είναι αξιοπρεπέστατος διαθέτοντας μια πολύ σταθερή αίσθηση της κίνησης και το κυριότερο δεν σε κουράζει ούτε στιγμή. Και από την άλλη, οι ηθοποιοί που πρωταγωνιστούν είναι τόσο καλοί που καταφέρνουν να κρύψουν τις οποίες αδυναμίες διαθέτει το έργο σεναριακά.

Για να μην μακρηγορώ, θα κλείσω λέγοντας ότι ο Raimi κατάφερε, δημιουργώντας ένα πολύχρωμο ταξίδι γεμάτο δέος και κέφι, να κάνει την επιστροφή στον κόσμο του Oz να αξίζει να φορέσετε τα 3D γυαλιά σας και να την επισκεφτείτε.

Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Black Box [2.5/5]

Το δελτίο τύπου της συγκεκριμένης ταινίας λέει το έξης: «Το Black Box είναι η πειραματική σκηνή της Κρατικής Σχολής Χορού. Στη σκηνή αυτή, οι χορευτές εκτός από το να χορεύουν, μιλάνε, τραγουδούν, γνωρίζουν τον έρωτα και την απογοήτευση. Κινηματογραφημένη με αμεσότητα, η ταινία αποφεύγει την αφήγηση και αφήνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο σώμα και το χορό».

Παραθέτω το συγκεκριμένο απόσπασμα για δύο λόγους. Πρώτον για να πάρει μια ιδέα το κοινό περί τίνος πρόκειται και δεύτερον γιατί, μην έχοντας καμιά απολύτως σχέση με τον χορό, θεωρώ ότι είμαι παντελώς αναρμόδιος να κρίνω την ταινία αντικειμενικά. Οπότε, θα πω το έξης: για τους λάτρεις του χορού και όσους θέλουν να πάρουν μια ιδέα τού τι κάνουν οι χορευτές, το συγκεκριμένο φιλμ θα τους αρέσει πολύ. Για τους υπόλοιπους, μπορεί και να βαρεθούν λίγο.

Apres Mai [1.5/5]

Η νέα ταινία του Olivier Assayas ασχολείται με την ιστορία ενηλικίωσης ενός νεαρού Γάλλου σπουδαστή με το όνομα Gilles (Clement Metayer), ο οποίος στον απόηχο της πολιτικής αναταραχής του 1968 βρίσκεται διχασμένος μεταξύ των πολιτικών του πεποιθήσεων και των προσωπικών φιλοδοξιών του. Το «Μετά το Μάη» είναι στον πυρήνα του μια ταινία για την αφύπνιση της συνείδησης, στην όποια ο Assayas έχει το θάρρος να μας θυμίσει την ανάγκη να ευθυγραμμιστούν οι δράσεις μας στη ζωή με τις πεποιθήσεις μας.

Νοηματικά, λοιπόν, όλα καλά. Βγαίνει όμως αυτό στον θεατή βλέποντας την ταινία; Δυστυχώς, ούτε στο ελάχιστο. Το κύριο ζήτημα της ταινίας είναι ότι ποτέ δεν ασχολούμαστε ουσιαστικά με τους χαρακτήρες. Και όχι μονό στον πολιτικό τους λόγο, όπου κι εκεί ο Assayas αγωνίζεται να κάνει μερικά από τα τετριμμένα λόγια των πρωταγωνιστών του να ηχούν πειστικά, αλλά στο σύνολο τους αφού η μεγάλη επιπολαιότητα της απεικόνισης των εφήβων του έργου, καθώς τρέχουν γύρω-γύρω ζωγραφίζοντας ο ένας τον άλλον γυμνό και καπνίζοντας τα πάντα, κάνει τον θεατή να μην εμπλακεί ούτε στιγμή μαζί τους, αφήνοντας τον αποστασιοποιημένο από το μήνυμα κι ως εκ τούτου αποκλεισμένο από την ταινία. Σίγουρα η αίσθηση του χρόνου είναι πιστά δημιουργημένη κι έχει δοθεί η συνηθισμένη προσοχή του σκηνοθέτη σε λεπτομέρειες όπως τα ρούχα, η μουσική και η σωστή απεικόνιση του τόπου, αλλά τελικά μένει κανείς με την εντύπωση ότι βλέπει μια καρτ-ποστάλ ενός νεανικού ριζοσπαστισμού, παρά μια σωστή απεικόνιση του. Ακόμα και έτσι, όμως, το φιλμ θα μπορούσε κάλλιστα να σου μεταδώσει κάποια πράγματα. Και λέω θα μπορούσε, γιατί ο Assayas καταφέρνει να κάνει μια τόσο κινηματογραφικά πληκτική ταινία που οτιδήποτε κι αν προσπαθεί να σου περάσει εξανεμίζεται καθώς το έργο σέρνεται επί ένα δίωρο.

Το «Μετά το Μάη» είναι συνεπώς μια υποτονική εικόνα του νεανικού ιδεαλισμού, γυρισμένη σαν να υπάρχει ένα ανυπέρβλητο τείχος ανάμεσα στο κοινό και την οθόνη. Και όπως και να’ χει, μια ταινία το να σου δείχνει απλά ότι κάποια πράγματα συνέβησαν ή υπήρχαν ή θα μπορούσαν να γίνουν, δεν σου λέει και πολλά.