Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

The Call [2/5]

Το «The Call» είναι, ως επί το πλείστον, ένα συναρπαστικό και σφιχτοδεμένο σεναριακά θρίλερ, «ευλογημένο» με δυο αξιοπρεπέστατες ερμηνείες, τόσο από τη Halle Berry όσο και από την Abigail Breslin (υποψήφια για Όσκαρ για το «Little Miss Sunshine»).

Πέρα από αυτό, σε μια ταινία όπως το «The Call» δεν μπορείς να σχολιάσεις και πολλά πράγματα. Με μια βασική πλοκή που φέρνει στο μυαλό το «Τελευταία Κλήση» του 2004, με πρωταγωνιστές την Kim Basinger και τον Chris Evans, αλλά και δεκάδες άλλες ταινίες, μόνο προς όφελος μπορεί να θεωρήσει κανείς το γεγονός ότι καταφέρνει συνεχώς να σε κρατάει σε εγρήγορση. Διαθέτοντας γρήγορο μοντάζ, σωστές δόσεις αγωνίας, μια αίσθηση κλειστοφοβίας κι ευρηματικές αναποδιές στην εξέλιξη της ιστορίας, το έργο καταφέρνει να πετύχει πλήρως τον σκοπό του, που δεν είναι άλλος από το να σε διασκεδάσει.

Έτσι και αλλιώς, η ταινία ανήκει σε εκείνο το είδος ταινιών στο οποίο θέλουμε να φτάσουμε στην ουσία αφήνοντας απ’ έξω οποιοδήποτε δευτερεύουσα πλοκή. Ε, αυτό ακριβώς κάνει κι ο Brad Anderson από την αρχή. Σε γραπώνει από τα πρώτα κιόλας λεπτά, βάζοντάς σε αμέσως στο νόημα και δεν σε αφήνει στιγμή. Από εκεί και μετά, είναι πολύ εύκολο για κάποιον να αγνοήσει την αφέλεια και ανά στιγμές αληθοφάνεια του όλου εγχειρήματος και να αφεθεί σε αυτό που πραγματικά είναι η ταινία. Ένα άκρως ψυχαγωγικό κι αγωνιώδες θρίλερ.

Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

The Guilt Trip [2.5/5]

Έχοντας πρωταγωνιστήσει, τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, σε μερικές κλασσικές ταινίες του είδους («Ένα Αστείο Κορίτσι», «Μια Τρελή, Τρελή Καταδίωξη», «Η Τροτέζα και ο Πρωτάρης» κ.ο.κ), είναι σαφές ότι η Barbra Streisand ξέρει από κωμωδία. Έχοντας αυτό στο μυαλό, το «The Guilt Trip» φαντάζει αυτομάτως ως ένα, πέρα από το αν είναι καλή σαν ταινία ή όχι, κινηματογραφικά σημαντικό γεγονός για δύο λόγους. Πρώτον γιατί αποτελεί ουσιαστικά τον πρώτο πρωταγωνιστικό της ρόλο εδώ και 16 χρόνια (ο τελευταίος ήταν το 1997 με το «Ο Καθρέφτης Έχει Δύο Πρόσωπα»), αλλά και γιατί είναι η ουσιαστική επιστροφή της, αν εξαιρέσουμε το μικρό πέρασμα από τις ταινίες «Πεθερικά της Συμφοράς» και «Γονείς της Συμφοράς», σε ένα είδος ταινιών που ξέρει καλά.

Έχοντας λοιπόν διευκρινίσει γιατί το «The Guilt Trip» αποτελεί από μόνο του ορόσημο στα κινηματογραφικά δρώμενα, ας ασχοληθούμε λίγο και με την ουσιαστική του άξια. Καταρχάς, το γεγονός ότι τα ονόματα, τόσο της Barbra Streisand όσο κι αυτό του Seth Rogen, φιγουράρουν και σε εκείνα του παραγώγου, μας υποδεικνύει ότι και οι δυο ήταν απόλυτα δοσμένοι στο πρότζεκτ. Και αυτό φαίνεται από πολλές απόψεις. Αρχής γενομένης, στις ερμηνείες τους που αποτελούν και το πρώτο κομμάτι στο οποίο αξίζει να σταθούμε. Ως Joyce, η Streisand είναι κατάλληλα ενοχλητική και πιεστική μέσα στην αγάπη και την τρυφερότητα που δείχνει στον γιο της. Και ως Andy, ο Rogen είναι έξοχος ως ο ελαφρός σπασίκλας γιος της που στα 38 του δεν έχει ουσιαστικά πραγματική ζωή. Η χημεία τους είναι εξαιρετική, το κωμικό timing τους ακριβές και οι δραματικές στιγμές τους γεμάτες συναίσθημα.

Πέρα από τις ερμηνείες, που αποτελούν κατά βάση το πιο δυνατό χαρτί της ταινίας, η υπόλοιπη ταινία, αν και όχι πρωτότυπη, είναι εξίσου καλή. Διαθέτει ένα ζωηρό και συχνά διασκεδαστικό σενάριο και ρυθμό που δεν σε κουράζει αλλά και σε ψυχαγωγεί. Σημαντικό, δε, είναι και το γεγονός ότι η ιστορία δεν στηρίζεται πάρα πολύ στην ιδία της βάση. Αυτό που στα χέρια κάποιου άλλου θα μπορούσε να γίνει μια σατιρική κωμωδία μεταξύ μιας αυταρχικής μητέρας κι ενός ευνουχισμένου γιου, ο Dan Fogelman και η Anne Fletcher κάτι τέτοιο το αποτρέπουν και καταφέρνουν να φτιάξουν μια πολύ γλυκιά και, εξαιρώντας μια-δυο αδιαμφισβήτητα «χαζές» σκηνές, ως έναν βαθμό ώριμη ταινία που διερευνά τη σχέση μεταξύ μητέρας και γιου.

Για να μην μακρηγορώ, δεν είναι μια ταινία που πρέπει να σπεύσετε να δείτε. Διαθέτοντας δυο πολύ καλούς πρωταγωνιστές, μια ωραία ιστορία κι ένα πραγματικά συγκινητικό φινάλε, είναι μια ταινία που σας προτρέπω να δείτε.

Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Το Αγόρι Τρώει το Φαγητό του Πουλιού [4/5]

Το εντυπωσιακό ντεμπούτο του Έλληνα δημιουργού αποτελεί μια τολμηρή προσπάθεια διατύπωσης της ιστορίας ενός ανθρώπου που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τον κόσμο όπως είναι, και παράλληλα ένα βαρύ αλληγορικό δράμα που αναδεικνύει τον προβληματισμό σχετικά με το πώς η οικονομική κρίση και τα μέτρα λιτότητας επηρέασαν την Ελλάδα. Μακριά από τον ευρέως διαδεδομένο και συνηθισμένο πλέον τρόπο σκηνοθεσίας, αλλά κι ερμηνείας του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου, η ταινία είναι πλήρως αρμονισμένη με τις σκληρές πραγματικότητες που αντιμετωπίζουν οι Έλληνες σήμερα.

Προκαλώντας το ενδιαφέρον σου από το πρώτο κιόλας λεπτό και κρατώντας σε προσκολλημένο στην οθόνη καθόλη τη διάρκεια της, η ταινία του Έκτορα Λυγίζου σε καθηλώνει καθιστώντας σου σαφές ότι αυτό που θα δεις σε αφορά. Σκηνοθετημένη με έναν λιτό αλλά ουσιαστικό τρόπο, σου παρουσιάζει χωρίς καλλωπισμούς και φλυαρίες μια άκρως γλαφυρή και προκλητική εξερεύνηση του αδιέξοδου μιας νέας γενιάς, της γενιάς της κρίσης.

Εφοδιασμένος με μια βαθιά φιλοσοφία, ο σκηνοθέτης-σεναριογράφος Έκτορας Λυγίζος εδώ ενισχύει την ιδέα ότι οι απλές εικόνες μπορούν να μεταφέρουν πολύπλοκες πληροφορίες. Με ελάχιστους διαλόγους και κρατώντας την κάμερα κάτι εκατοστά μακριά από τον πρωταγωνιστή, αρνούμενος να αποτραβήξει τον φακό ακόμα και στις πιο απελπισμένες στιγμές του ήρωα του, καταφέρνει να σου δημιουργήσει μια δυσάρεστη αίσθηση κλειστοφοβίας ενώ παράλληλα σε τροφοδοτεί με αλληγορίες και νοήματα για τη γενικότερη κρίση άρχων κι αξιών που βιώνει ο τόπος μας.

Με αρωγό του τη σπαρακτική και γεμάτη ένταση ερμηνεία του Γιάννη Παπαδόπουλου, συνθέτει, ουσιαστικά, έναν οπτικοακουστικό σχολιασμό για μια χώρα η οποία δεν είναι σε θέση να συντηρήσει ακόμη και τις βασικότερες ανάγκες των πολιτών της. Και μπορεί το κομμάτι για την πείνα (ο τίτλος του έργου είναι κυριολεκτικός) να είναι ξεκάθαρο στον θεατή, είναι όμως τα υπόλοιπα εσωτερικά μηνύματα για τα οποία θέλει να μιλήσει η ταινία που αξίζει να ανακαλύψετε βλέποντας την. Και σας παρακαλώ, δείτε την!