Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Ain't Them Bodies Saints [2/5]

Το «Μείνε Δίπλα μου» είναι η ιστορία ενός ερωτικού τρίγωνου στο Τέξας, κινηματογραφημένη με ποιητικό τρόπο έτσι ώστε να τονίζονται περισσότερο τα συναισθήματα παρά η δράση.

Σαφέστατα επηρεασμένο από τον κόσμο του Terrence Malick, δυστυχώς το έργο δεν λέει πολλά. Αποτυγχάνοντας να μας παρέχει το απαραίτητο υπόβαθρο προκειμένου να ενδιαφερθούμε πλήρως για το τι βλέπουμε, το «Μείνε Δίπλα μου» είναι μια νωχελική ταινία που χρησιμοποιεί σκοτεινό φωτισμό και διάσπαρτο διάλογο προκειμένου να συλλάβει ένα συναίσθημα διαπεραστικού πόθου.

Υπό την καθοδήγηση του κινηματογραφιστή Bradford Young και την υποστήριξη του μελαγχολικού σκορ του Daniel Hart, είναι μια ταινία που, ως έναν βαθμό, δεσμεύει τις αισθήσεις και μας ελκύει με στιγμές συγκινητικής ομορφιάς. Τελικά, όμως, η προχειρότητα του όλου εγχειρήματος επικρατεί, κάνοντας μας να πούμε ότι η ταινία είναι μια από εκείνες τις περιπτώσεις που κάποιοι θα θαυμάσουν, κανένας όμως δεν θα αγαπήσει.

Cloudy with a Chance of Meatballs 2 [0.5/5]

Με την πρόβλεψη ότι στο μέλλον θα αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τι συμβαίνει στις ταινίες όταν το Χόλιγουντ θέλει να βγάλει λεφτά, το «Βρέχει Κεφτέδες 2» απλά δεν βλέπεται. Είναι απορίας άξιο το πώς το στούντιο παραγωγής διάβασε, έγκρινε, είδε και κυκλοφόρησε αυτή την ταινία.

Η ταινία του 2009 μπορεί να μην αποτελεί και κάποιο φωτεινό παράδειγμα στον θαυμαστό κόσμο των κινούμενων σχεδίων, ήταν, αν μη τι άλλο, δημιουργική κι αξιοπρεπέστατη. Εδώ, όμως, τα πράγματα γράφουν μια εντελώς διαφορετική ιστορία. Η ιστορία του σίκουελ ξεκινά ακριβώς εκεί που τέλειωσε το πρώτο. Η μηχανή που παράγει φαγητό με κάποιον τρόπο συγχωνεύτηκε με το περιβάλλον και τα ζώα και τώρα πια παράγει «foodimals». Ναι, σωστά διαβάσατε, παράγει «foodimals» υπό τη μορφή καρπουζοελέφαντων, αραχνομπέργκερ και ούτω καθεξής. Όπως αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, τέτοια παιδαριώδη λογοπαίγνια θέτουν τον τόνο για ηθελημένες νεανικές γελοιότητες σε αυτό το απωθητικό δεύτερο μέρος.

Μπορεί το νέο σκηνοθετικό δίδυμο, Cody Cameron και Kris Pearn, να καταβάλει μέγιστη προσπάθεια προκειμένου να κρατήσει το πολύχρωμο, καρτουνίστικο ύφος που έκανε την πρώτη ταινία τόσο δημοφιλή, δυστυχώς όμως το «Βρέχει Κεφτέδες 2» δεν σώζεται με τίποτα. Το έξυπνο κωμικό στοιχείο παύει να υπάρχει, οι χαρακτήρες καταντούν εξαιρετικά ενοχλητικοί, το ελληνικό voice-over είναι για κλάματα, η ποιότητα του κινούμενου σχεδίου δεν αγγίζει τα σημερινά δεδομένα και το κυριότερο, η ταινία είναι εξαντλητικά βαρετή. Υπάρχουν βαθιά χωμένα μηνύματα για τους κινδύνους των γενετικά τροποποιημένων τροφίμων και για το να είμαστε πιστοί στους φίλους μας, ο αντίκτυπος τους όμως είναι μηδαμινός.

Για να μην μακρηγορώ, το κοινό που εκτίμησε τη πρώτη ταινία ίσως την απολαύσει, όλοι οι υπόλοιποι πιθανότατα να αντιληφτούν ότι η δεύτερη μερίδα από Κεφτέδες δεν καταπίνεται με τίποτα.

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Captain Phillips [3/5]

Με βάση την πρώτη πειρατεία που έγινε σε φορτηγό πλοίο των ΗΠΑ εδώ και διακόσια χρόνια, το «Captain Phillips» είναι μια τεταμένη κινηματογραφική εμπειρία. Ο Paul Greengrass, καθόλου ξένος στη δημιουργία ταινιών με πολύ σασπένς («Πτήση 93», η τριλογία «Bourne»), σκηνοθετεί αυτή την αληθινή ιστορία με το χαρακτηριστικό ντοκιμαντερίστικο στυλ του, παρέχοντας μας ένα τεχνικά άρτιο αλλά άνισα δομημένο έργο.

Ο Tom Hanks πρωταγωνιστεί ως καπετάν Phillips, ένας αυστηρός τύπος που ξεκίνα από το Ομάν για να παραδώσει τα τρόφιμα και τις προμήθειες του στη Μομπάσα. Ωστόσο, σομαλοί πειρατές καταλαμβάνουν στα μέσα της διαδρομής το πλοίο ζητώντας λεφτά. Με τους πολιτισμούς των ΗΠΑ και της Σομαλίας να παρουσιάζονται από μια χούφτα σύντομων σκηνών αναμεμιγμένων μεταξύ τους, ένας αρκετά έξυπνος τρόπος επίδειξης των έντονων αντιθέσεων στις πολιτιστικές συμπεριφορές κι ανάγκες επιβίωσης, αυτή η πρώτη πράξη, η οποία καταλαμβάνει περίπου το ήμισυ της συνολικής διάρκειας της ταινίας, είναι αρκετά συγκλονιστική και σε έχει κυριολεκτικά στην τσίτα. Η δομή της θυμίζει μια ταινία δράσης χωρίς όμως τους στερεότυπους καλούς και κακούς. Ρίχνοντας φως και στις δύο πλευρές της σύγκρουσης, χωρίς ποτέ να διαλέγει πλευρά, η ταινία του Greengrass συλλαμβάνει άψογα την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης δράσης κάτω από ακραίες συνθήκες και επιλέγει να δημιουργήσει μια ιστορία όπου οι άνθρωποι δρουν σαν πραγματικοί άνθρωποι. Κάθε εξέλιξη γίνεται όλο και πιο ανησυχητική, ανεβάζοντας την ένταση κατακόρυφα, κρατώντας την προσοχή σου μέχρι το τέλος.

Δυστυχώς όμως το φιλμ χάνει, εν μέρει, τη δυναμική του στο δεύτερο μισό. Η μεγαλύτερη παγίδα στην όποια πέφτει είναι το γεγονός ότι όσο ο Greengrass προσπαθεί, και σαφέστατα πετυχαίνει, να κρατήσει την αδρεναλίνη σε ψηλά επίπεδα, τόσο χάνει από την ιστορία του, αποδεικνύοντας ότι η απόφαση του να κινηματογραφήσει εξ ολοκλήρου την ιστορία ως ένα θρίλερ δράσης κι όχι ως ένα δράμα ήταν λανθασμένη. Με τον φόβο να μην κάνω spoiler σε αυτούς που δεν ξέρουν την πραγματική ιστορία και το πώς εξελίχτηκαν τα πράγματα, το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι η ταινία από ένα σημείο και μετά μοιάζει να επαναλαμβάνεται και στις δύο περίπου ώρες που διαρκεί σε κάνει να αναρωτιέσαι γιατί δεν κόπηκαν κάποια σημεία στο μοντάζ. Αυτό συμβαίνει γιατί παρά την εξαιρετική ατμόσφαιρα της, ορισμένες σκηνές και σεναριακές ευκολίες αφαιρούν την ανησυχία που διαθέτουμε ως κοινό, ενώ δεν βοηθάει και το γεγονός ότι ορισμένες εξελίξεις πραγματοποιούνται ακριβώς όπως τις περιμένουμε χωρίς κάποιο «τουίστ».

Είναι βέβαια σχεδόν αυτονόητο να πούμε ότι πέρα από το ελαττωματικό σενάριο του, το φιλμ αριστεύει τεχνικά κι ερμηνευτικά. Από τη μια έχουμε τον Greengrass που ενώ στα προηγούμενα έργα του είχε την τάση να βασίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην «κάμερα χεριού» και άλλα, για λογούς εντυπωσιασμού, κόλπα, εδώ φαίνεται να ωριμάζει. Η ταινία μεταφέρει τη δράση και την ένταση με έναν οργανικό τρόπο επιτυγχάνοντας έναν έντονο ρεαλισμό, όπου αυτά που διακυβεύονται δεν είναι ποτέ υπό αμφισβήτηση και η ιστορία δεν χάνεται. Και από την άλλη έχουμε τον Tom Hanks, ο οποίος δίνει μια από τις πιο καλύτερες ερμηνείες του εδώ και χρόνια. Χρησιμοποιώντας πλήρως τα ερμηνευτικά του ταλέντα, σκάβει βαθιά σε έναν χαρακτήρα ωμό και συναισθηματικά πολύπλοκο και αριστεύει αποτελώντας εύκολα την καρδιά της ταινίας.

Δίνοντας μια νέα προοπτική στο τι είναι πολύτιμο και τι όχι, το «Captain Phillips» είναι, πέρα από τα ελαττώματα της, μια καθηλωτική βιογραφία που θα σας κρατήσει σε εγρήγορση όπως οφείλει να κάνει κάθε μεγάλη ιστορία.

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Philomena [4.5/5]

Με βάση μια αξιοσημείωτη αληθινή ιστορία και σκηνοθετημένη με ένα περίεργο μείγμα κινηματογραφικών ειδών που συνήθως δεν βλέπουμε να συνυπάρχουν στην ίδια ταινία, η νέα ταινία του Stephen Frears είναι ένα συγκινητικό, γλυκόπικρο φιλμ για τα μυστικά, καθώς και μια εξερεύνηση της θνησιμότητας και της λύτρωσης.

Το πρωτεύον στοιχείο που κάνει την ταινία τόσο επιτυχημένη είναι το σενάριο της. Με επιτακτική την ανάγκη να δείτε την ταινία μην έχοντας καμία γνώση για αυτήν, τα μόνα που μπορώ να αναφέρω είναι ότι η ταινία βασίζεται στο βιβλίο «The Lost Child of Philomena Lee» του Martin Sixsmith και πως αξίζει όλα τα βραβεία που θα πάρει. Οι Steve Coogan και Jeff Pope έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν μια ιστορία γεμάτη από ολοκληρωμένους χαρακτήρες, διάλογους ρεαλιστικούς και μερικές φόρες τολμηρούς και αρκετές δόσεις χιούμορ και γοητείας χωρίς ποτέ να ξεχνούν την πραγματική σημασία της υπόθεσης.

Από εκεί και πέρα, οι υπόλοιποι παράγοντες που συμβάλουν στην επιτυχία της ταινία είναι πολλοί. Πρωτίστως, το όνομα Stephen Frears. Μετά την άκρως επιτυχημένη «Βασίλισσα» του, ο σκηνοθέτης φάνηκε να παλεύει για μερικά χρόνια («Κόρωνα Γράμματα», «Η Επεισοδιακή Επιστροφή της Ταμάρα Ντρου», «Cheri») να βρει τη φόρμα του. Με το «Philomena» επανέρχεται δυναμικά σκηνοθετώντας ένα δράμα που είναι συναρπαστικό, ξεκαρδιστικό και ψυχαγωγικό: όλα την ίδια στιγμή. Ξετυλίγοντας την ιστορία του με ομαλό κι ομοιόμορφο τρόπο, ο Frears ξέρει ακριβώς πότε να είναι σοβαρός, πότε να ελαφρύνει την ιστορία και πάνω από όλα να την κρατά πάντα ενδιαφέρουσα.

Αλλά ακόμα περισσότερο από όλα τα πλεονεκτήματα που αναφέραμε, υπάρχουν οι Judi Dench και Steve Coogan σε δύο από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας τους. Δίνοντας μια στωική και γενναία ερμηνεία μιας γυναίκας που έζησε μια ζωή γεμάτη τύψεις και μυστικά, η Dench φέρνει μια αίσθηση αισιοδοξίας και πραγματικής λαχτάρας στον ρόλο, δημιουργώντας έναν χαρακτήρα πάντα πιστευτό χωρίς πότε να γίνεται καρικατούρα. Απέναντι της ο Steve Coogan, αφήνοντας πίσω του τη συνήθως κωμική περσόνα του, δίνει ίσως την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του ως Martin Sixsmith. Αστείος, επίμονος, προστατευτικός και κυνικός, ο Coogan πρέπει να είχε ένα πραγματικό πάθος για αυτό το έργο και αυτό φαίνεται.

Δεν υπάρχουν πολλές ταινίες που έχουν τη δυνατότητα να σου προκαλέσουν γέλιο και κλάμα ταυτόχρονα. Το «Philomena», νικητής του βραβείου καλύτερου σεναρίου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας, επιτυγχάνει αυτό τον άθλο αριστοτεχνικά. Ήπια αστεία και ταυτόχρονα καταστροφικά τραγική, είναι μια θαυμάσια ταινία που καταφέρνει να βγάλει πραγματικά συναισθήματα από το κοινό της. Ένα πραγματικά εξαιρετικό φιλμ που σας συστήνω ανεπιφύλακτα να δείτε.

Miss Violence [3.5/5]

Υπάρχουν ταινίες που αποφασίζουν να πάρουν την ευθύνη και να ασχοληθούν με δύσκολα θέματα. Όσο δύσκολο κι αν είναι να τις παρακολουθήσεις, αποτελούν έναν αποτελεσματικό τρόπο για να «ριχτεί φως» και σε τούτη την πλευρά της ζωής.

Έχοντας στον πυρήνα του ένα τέτοιο δύσκολο θέμα, το «Miss Violence» ανοίγει εντυπωσιακά. Ένα μινιμαλιστικό διαμέρισμα διακοσμημένο με παστέλ κι απαλά χρώματα αποτελεί τον τόπο διεξαγωγής του πάρτι γενεθλίων ενός κοριτσιού. Λίγο μετά το κόψιμο της τούρτας και καθώς η μουσική παίζει για τη μικρή εορτάζουσα, η εντεκάχρονη Αγγελική πηδάει απροσδόκητα από το μπαλκόνι του διαμερίσματος. Με ένα πέπλο μυστήριου να καλύπτει τους λογούς αυτή της η πράξης, το υπόλοιπο της ταινίας ακολουθεί την οικογένεια καθώς προσπαθεί να κρύψει τα, άξια θανάτου, μυστικά που κρύβει.

Θυμίζοντας την αισθητική του «Κυνόδοντα», η ταινία του Αλέξανδρου Αβρανά αφήνει την ιστορία της να εξελιχτεί σίγα-σίγα, αναπτύσσοντας και παρουσιάζοντας τις σχέσεις των χαρακτήρων μεταξύ τους, αλλά και με βάση τους κανόνες του κόσμου που ζούμε. Χάρη στην επιδέξια σκηνοθεσία του Αβρανά (ο οποίος έχει και χρέη συν-σεναριογράφου), καθώς οι ανομολόγητες πράξεις της οικογενείας αποκαλύπτονται, τόσο αυξάνεται και η ένταση. Κι όσο αυτά ξεσκεπάζονται, τόσο πιο πολύ έρχεται στο φως η τρομακτική πραγματικότητα. Σχεδόν κάθε σκηνή αποκαλύπτει κάποιο παράξενο νέο κομμάτι του παζλ και μέχρι να φτάσεις στον λόγο που έκανε την Αγγελική να αυτοκτονήσει, είσαι εξολοκλήρου απορροφημένος από την αφήγηση.

Αν και το κοινό θα μπει στον πειρασμό να τοποθετήσει την ιστορία στο πλαίσιο της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι το «Miss Violence» είναι μια ταινία για την εξουσία, την ενδοοικογενειακή βία, τη σάπια και διεφθαρμένη καρδιά της οικογενειακής μονάδας, καθώς και τον τρόπο που η κοινωνία και τα άτομα παραμένουν αδιάφοροι σε ό,τι γίνεται γύρω τους.

Σκληρό και σοκαριστικό, διαθέτοντας ρυθμό και υποκριτική δύναμη από όλο το καστ, το «Miss Violence» είναι μια ακόμα (μετά το φετινό «Το Αγόρι Τρώει το Φαγητό του Πουλιού») εξαιρετική προσθήκη σε αυτό που αποκαλούμε νέο ελληνικό σινεμά.

Fruitvale Station [4/5]

Το «Μια Στάση Πριν το Τέλος», η πρώτη μεγάλου μήκους του σεναριογράφου και σκηνοθέτη Ryan Coogler, κέρδισε το βραβείο κοινού και της Κριτικής Επιτροπής στο φεστιβάλ Sundance του τρέχοντος έτους, καθώς κι ένα βραβείο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Κανών, και δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς το γιατί. Αυτό το συναισθηματικά έξυπνο δράμα κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό, καθώς μπροστά σου ξεδιπλώνεται η ζωή του Oscar Grant (Michael B. Jordan). Αν δεν γνωρίζετε πράγματα για την ταινία, θα ήθελα να σας προτείνω να πατέ να τη δείτε διαβάζοντας όσο το δυνατόν λιγότερα. Παρά το γεγονός ότι βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία, η ταινία είναι κάτι πολύ παραπάνω απ’ ότι οι άξιες λόγου λεπτομέρειές του.

Διαθέτοντας μια πολύ ξεκάθαρη ιστορία, είναι πραγματικά εκπληκτικό το πόσα καταφέρνει και επιτυγχάνει σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα ο πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης Ryan Coogler. Σε μόλις 85 λεπτά, σκηνοθετεί ένα έργο γεμάτο αυτοπεποίθηση, ένταση και ρυθμό συλλαμβάνοντας τα γεγονότα, αλλά και την ουσία του ιδίου του ανθρώπου του οποίου την ιστορία διηγείται, αφήνοντας απ’ έξω οποιοδήποτε ίχνος συναισθηματισμού και κενών πολιτικών τοποθετήσεων. Είναι σπάνιο να βλέπεις ότι μια ταινία σαν αυτή μπορεί, ακόμα και σήμερα, να λάβει μια τέτοια προσέγγιση, να κρατηθεί και απλώς να πει την ιστορία όσο πιο λιτά μπορεί χωρίς προσηλυτισμό, αφήνοντας μας να γνωρίσουμε τους κατοίκους του κόσμου της, χωρίς ποτέ να μα τους προσφέρει ως μάρτυρες. Ο Coogler δείχνει να ξέρει πώς να χειριστεί μια σκηνή και να την κάνει αυθεντική. Οι στιγμές ελαφρότητας, όπως η αντίστροφη μέτρηση για τη νέα χρονιά, έρχονται σε αντίστιξη με τεταμένες αντιπαραθέσεις του παρελθόντος. Ενώ ο διάλογος είναι τόσο ρεαλιστικός, που αισθάνεσαι ότι παρακολουθείς ένα κομμάτι της πραγματικής ζωής.

Ακόμα πιο εντυπωσιακό στοιχείο σε αυτήν την ταινία, πέρα από το σενάριο και τη σκηνοθεσία, είναι οι ερμηνείες. Αρχικώς, αν δεν έχετε ακούσει το όνομα Michael B. Jordan, είμαι βέβαιος ότι θα το ακούσετε στο μέλλον. Η ερμηνεία του ως Oscar Grant σε αυτή την ταινία είναι εξαιρετική. Ούτε μία φορά δεν πίστεψα ότι έβλεπα έναν ηθοποιό να προσπαθεί να δώσει τον καλύτερο εαυτό του προκειμένου να απεικονίσει ένα πραγματικό πρόσωπο. Πίστευα ότι ήταν αυτός ο τύπος και ότι έβλεπα τη ζωή του. Πραγματικά, μια λαμπρή ερμηνεία. Διπλά του, δίνοντας εξίσου σημαντικές ερμηνείες, ξεχωρίζουν δύο γυναίκες. Η βραβευμένη με Όσκαρ Octavia Spencer και η άγνωστη (για μένα) Melonie Diaz. Η πρώτη κάνει οδυνηρά αισθητή την παρουσία της και μένει χαραγμένη στη μνήμη μας ακόμα και μετά τους τίτλους τέλους, ενώ η δεύτερη δίνοντας μια πολυεπίπεδη ερμηνεία είναι πραγματικά μια αποκάλυψη. Από εκεί και πέρα, όλοι οι υπόλοιποι δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους έτσι ώστε, με σεβασμό στους πραγματικούς ανθρώπους που υποδύονται, κάθε στιγμή αυτής της ταινίας να μοιάζει ρεαλιστική.

Με γνώμονα ένα κλιπ από το YouTube, η ταινία αποκαλύπτει τον άνθρωπο που συλλαμβάνεται από την κάμερα ενός iPhone και γίνεται ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πώς να μεταφέρεις ένα πραγματικό γεγονός στο κινηματογράφο με τον σωστό τρόπο, αλλά κι ένα εκπληκτικό σχόλιο πάνω στη φυλετική αντίληψη. Ποτέ υπερβολικά συναισθηματικό, σε σενάριο και σκηνοθεσία από έναν άνθρωπο που μοιάζει να έχει ένα φυσικό χάρισμα για τον κινηματογράφο, και περιλαμβάνοντας μερικές από τις καλύτερες ερμηνείες του 2013, το «Μια Στάση Πριν το Τέλος» είναι ένα καθηλωτικό, συναρπαστικό κι εκπληκτικό πορτρέτο μιας πρόσφατης τραγωδίας.

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

Prisoners [3.5/5]

Αν και με την πρώτη εντύπωση το Prisoners μοιάζει σαν μια στοιχειώδης ταινία γύρω από την απαγωγή, κάθε άλλο παρά τέτοια είναι. Χάρη στον αντισυμβατικό τρόπο αφήγησης, το περίπλοκο σενάριο και το γεγονός ότι προκαλεί συνεχώς την ηθική του θεατή, το Prisoners καταφέρνει και ξεχωρίσει υπενθυμίζοντας μας ότι οποιοδήποτε είδος πλοκής μπορεί να εξελιχτεί σε μια πολύ καλή ταινία, ανεξάρτητα από το πόσες φορές έχει ειπωθεί.

Αν και κατά κύριο λόγο ένα θρίλερ αγωνίας, το είδος εκείνο στο οποίο καλούμαστε να «λύσουμε» την υπόθεση, το Prisoners διαφέρει γιατί μας προκαλεί συνεχώς σε μια επανεξέταση της ένοχης. Χωρίς να χάνει χρόνο και θέλοντας να βάλει το κοινό στο «παιχνίδι», το σενάριο του Aaron Guzikowski, από τα πρώτα κιόλας λεπτά, καταφέρνει να σκιαγραφήσει ρεαλιστικές προσωπικότητες με κίνητρα, ηθικές και αρχές, αφήνοντας όμως έξυπνα τον θεατή να αντιληφθεί τους χαρακτήρες όπως εκείνος θέλει και να πάρει το μέρος οποιουδήποτε επιθυμεί. Κάνοντας μας μάρτυρες των συγκλονιστικών πράξεων που διαπράττονται επί της οθόνης, μας αναγκάζει συνεχώς να εξετάσουμε αυτούς τους ελαττωματικούς χαρακτήρες από διαφορετικές οπτικές γωνίες, ενώ εισάγοντας ευφυέστατες ενδείξεις καθόλη τη διάρκεια της ταινίας, αποπροσανατολίζοντας την αντίληψη των πραγμάτων, καταφέρνει να κρατήσει ακόμα πιο αμείωτο το ενδιαφέρον μας.

Για έναν μη-αμερικανό σκηνοθέτη, η οπτική του Villeneuve για την αγροτική Αμερική είναι αρίστη κι οξυδερκής. Συλλαμβάνοντας πολύ όμορφα την τραυματισμένη ψυχοσύνθεση των ανθρώπων που ζουν εκεί και σε συνεργασία με την απίστευτη φωτογραφία του Deakins, ο Villeneuve μετατρέπει το Prisoners σε μια ταινία όπου κάθε πλάνο και κάθε λέξη γίνεται σημαντική, ακόμη κι αν η ίδια η ταινία είναι 15 με 20 λεπτά μεγαλύτερη απ’ ό,τι πρέπει. Μια ταινία που δεν φοβάται να εμβαθύνει στο σκοτάδι με το οποίο ασχολείται και σε αντίθεση με το τυπικό πρότυπο απαγωγή-εκδίκηση, δεν αναλώνεται σε ανόητες κι εύκολες απαντήσεις.

Μεγάλο ποσοστό στην επιτυχία της διεκδικούν οι ερμηνείες όλου του καστ. Στον πιο δυνατό ρόλο της ταινίας, ο Jackman καταπλήσσει ως πατέρας, του οποίου η απόγνωση γίνεται το καύσιμο που απαιτείται για την όλο και πιο αμείλικτη συμπεριφορά του. Εξίσου εξαιρετικός, αν και πολύ πιο πειθαρχημένος και λιγότερο επιδεικτικός, κι ο Jake Gyllenhaal στον ρόλο του ντετέκτιβ που προσπαθεί να λύσει την υπόθεση. Τέλος, οι Bello, Howard, και Davis είναι πειστικοί στους μικρούς αλλά ουσιώδης ρόλους τους.

Όλα τα παραπάνω συνθέτουν ένα βαθιά ανησυχητικό και λεπτό παιχνίδι ηθικής και μετατρέπουν το Prisoners σε ένα πρώτης τάξεως θρίλερ μυστήριου και μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς.

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

All Is Lost [4/5]

Ο αμερικανός σκηνοθέτης J.C. Chandor εμφανίστηκε πρώτη φορά στα κινηματογραφικά δρώμενα με την υποψηφία για Όσκαρ ταινία του, «Ο Δρόμος του Χρήματος», η οποία, με τη χρήση διαλογών κι ομιλιών προσπάθησε να παρουσιάσει και να μας εξηγήσει την οικονομική κρίση σαν να ήμασταν «ένα μικρό παιδί». Η νέα του ταινία «Όλα Χάθηκαν» δεν έχει σχεδόν καθόλου ομιλία. Υπάρχει ένας σύντομος μονόλογος (που χρησιμεύει ως πρόλογος) και κάνα δύο φωνές, αλλά μέχρι εκεί.

Η υπόθεση θέλει τον Robert Redford να παίζει έναν ανώνυμο και μοναχικό ιστιοπλόο που ξυπνά ένα πρωί για να βρει το σκάφος του να έχει πέσει πάνω σε ένα κοντέινερ, με αποτέλεσμα να υπάρχει διαρροή νερού στην καμπίνα του. Διαθέτοντας μια εξαιρετική προσοχή στη λεπτομέρεια, η ταινία επικεντρώνεται στην προσπάθεια επιβίωσης του πρωταγωνιστή, καθώς ήρεμα αλλά με προσοχή κάνει τα σωστά πράγματα, ξεπερνώντας μια σειρά από καταστροφικά και δραματικά γεγονότα, προκειμένου να βεβαιωθεί ότι δεν θα πεθαίνει στη μέση του ωκεανού. Κι εδώ κρύβεται η δύναμη της. Στο εντελώς μη δραματοποιημένο τρόπο με τον οποίο ο χαρακτήρας τα βγάζει πέρα με κάθε πρόβλημα. Δεν υπάρχουν δάκρυα ή κατηγόριες, δεν υπάρχουν εκλύσεις στον Θεό ή στροφή προς την προσευχή. Δεν κολλάει στην κατάσταση του, αλλά προσπαθεί να βγει από αυτήν. Μπορεί να μην είναι γρήγορος, αλλά η ηλικία του είναι ένα πλεονέκτημα. Είναι ένας άνθρωπος από μια γενιά που ξέρει πώς να κάνει πράγματα και ο Redford το αποδίδει αυτό υπέροχα.

Και μπορεί η πρώτη εντύπωση να είναι πως μιλάμε για μια απλή ιστορία ενός άνδρα που χάνεται στην θάλασσα, όμως το «Όλα Χάθηκαν» είναι πολλά παραπάνω. Φέρνοντας στο μυαλό το μυθιστόρημα «Ο Γέρος και η Θάλασσα» του Έρνεστ Χέμινγουεϊ όσον αφορά την απεικόνιση του ανθρώπου ενάντια στα στοιχειά της φύσης, το φιλμ του Chandor είναι ένα πρωτότυπο και συγκλονιστικό πορτρέτο ενός ανθρώπου που μάχεται για τη ζωή του. Οι μεταφορές και οι οπτικές λεπτομέρειες που βρίσκονται κρυμμένες μέσα στην απλοϊκότητα του θέματος, είναι σε τέτοιο βάθος που είναι πραγματικά εντυπωσιακό και καθηλωτικό όταν κάτσεις να το σκεφτείς. Η ρεαλιστικότητα, τώρα, με την οποία είναι όλα αποτυπωμένα, μετατρέπει το έργο σε μια συναρπαστική και γεμάτη σασπένς περιπέτεια.

Ως ο μοναχικός χαρακτήρας, ο Robert Redford παραδίδει μια αξιοθαύμαστη ερμηνεία. Χωρίς άλλους ανθρώπους γύρω του, δεν αρθρώνει λέξη, ενώ για χάρη της πίστης του Chandor στους θεατές και την ικανότητα τους να καταλάβουν από μόνοι τους τα πράγματα, δεν υπάρχει ούτε καν αφήγηση του ήρωα για να εξηγήσει τι σκέφτεται κι αισθάνεται. Αντ’ αυτού, είναι το πρόσωπό του και οι ενέργειές του που αντικαθιστούν την ομιλία. Εκεί που ένας άλλος ηθοποιός θα έμπαινε στον πειρασμό να υπερβάλλει, ο Redford διατηρεί μια απίστευτη στωικότητα, γεγονός που καθιστά τις στιγμές που ξεσπάει ακόμα πιο ισχυρές. Όμως, πέρα από αυτή τη στωικότητα, μπορούμε πάντα να δούμε ότι το μυαλό του λειτουργεί, ότι έχει ένα σχέδιο. Είναι μια αριστοτεχνική απόδοση από έναν θρύλο του Χόλιγουντ, που θα τον οδηγήσει σίγουρα σε βραβεύσεις.

Συνοψίζοντας, το «Όλα Χάθηκαν» είναι ένα εξωφρενικά εντυπωσιακό επίτευγμα του Chandor. Μια εκπληκτικά ώριμη και βαθιά ιστορία για τη δύναμη της φύσης, τις δυσκολίες της ζωής, αλλά και τη δύναμη της θέλησης που έχουμε όλοι μέσα μας προκειμένου να αντιμετωπίσουμε αυτή τη δύναμη και τις δυσκολίες και να επιβιώσουμε.

Despicable Me 2 [3.5/5]

Όπως στα περισσότερα σίκουελ διάσημων κι επιτυχημένων ταινιών, έτσι και στο «Εγώ, ο Απαισιότατος 2» το στοιχειό της πρωτοτυπίας αλλά και της έκπληξης έχει ελαττωθεί κατά πολύ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, αυτό δεν πειράζει καθόλου αφού οι σεναριογράφοι Cinco Paul και Ken Daurio καταφέρνουν και κρατούν όλα τα θετικά της πρώτης, πατούν πάνω σε αυτά και διατηρούν σε έναν μεγάλο βαθμό τη μαγεία του πρώτου επεισοδίου.

Ενώ η αρχική ταινία του 2010 μετέτρεπε έξυπνα τον κακό του πρωταγωνιστή Gru σε έναν ήρωα, αυτό το ακαταμάχητο σίκουελ καταφέρνει κι αξιοποιεί πλήρως τη νέα ιδιότητά του. Αν κι ένας σωφρονισμένος πρώην σούπερ-κακοποιός και νυν υπεύθυνος οικογενειάρχης, η πλοκή του έργου θέλει τον Gru να προσλαμβάνεται για να βοηθήσει την Anti-Villain League, προκειμένου να σώσει τον κόσμο από την εμφάνιση ενός νέου κακού. Χρησιμοποιώντας πλήρως τις δυνατότητες αυτής της ολοκαίνουργιας βάσης, η ταινία χτίζει έναν γνώριμο αλλά και νέο κόσμο.

Σε αυτό το νέο σύμπαν, η χαριτωμενιά των τριών κορών του Gru παίζει μεγαλύτερο ρόλο, ειδικά της μικρής Agnes, η οποία είναι απολύτως αξιαγάπητη. Ο Gru είναι πιο χαλαρός, αλλά και πιο αδέξιος. Η προσθήκη της πράκτορας-βοηθού Wilde (ερμηνευμένη φωνητικά στην εντέλεια από την Kristen Wiig) αποτελεί μια έξυπνη προσθήκη και το τέλειο, γυναικείο, αντίβαρο στον Gru. Ενώ, για ακόμα μια φορά, η μεγαλύτερη δύναμη του έργου, τα Μίνιον, διαθέτοντας περισσότερο χρόνο τα δίνουν όλα.

Συνυπολογίζοντας τώρα ότι χάρη στη σκηνοθεσία των Pierre Coffin και Chris Renaud, η ταινία δεν χάνει ούτε στιγμή τον ξέφρενο ρυθμό της, το «Εγώ, ο Απαισιότατος 2» παρόλο που δεν φτάνει τον προκάτοχό του, εξακολουθεί να είναι ένα ευφυέστατο μείγμα ιδεών και δράσης εμπλουτισμένο με χρώμα και μπόλικο χιούμορ, που αξίζει τη βόλτα μέχρι την πλησιέστερη κινηματογραφική αίθουσα.

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

Closed Circuit [1.5/5]

Δεν μπορώ να πω, το «Επικίνδυνο Κύκλωμα» είναι ένα διασκεδαστικό θρίλερ συνωμοσίας για την επικρατούσα αγγλοαμερικανική κατάσταση στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, που δεν πασχίζει να είναι κάτι παραπάνω από αυτό που είναι, και στα 95 λεπτά της διάρκειας του, αν μη τι άλλο, δεν κουράζει. Το κακό όμως είναι έχουμε δει τόσες πολλές τέτοιους είδους ταινίες, που είναι πραγματικά δύσκολο να εκπλαγείς ή να ενθουσιαστείς ξανά. Ακόμα κι αν η ταινία διαθέτει ένα «μίνι-τουίστ», αυτό δεν σημαίνει ότι το κοινό θα ενδιαφερθεί για ένα, κατά τα αλλά, τετριμμένο έργο.

Αναμφίβολα, βάση για κάτι καλό υπάρχει. Ο σεναριογράφος Steven Knight θέτει μια ενδιαφέρουσα ερώτηση: πώς μπορεί κάποιος να προβεί σε δίκαιη δίκη σε περιπτώσεις όπου οι απαιτήσεις της δικαιοσύνης και της ασφάλειας της χώρας φαίνεται να αντιτίθενται μεταξύ τους τόσο άμεσα; Η κατάσταση αυτή προσφέρει ένα σαφέστατο πρόβλημα και ενδεχομένως θα αποτελούσε έναν πρωτότυπο τρόπο δόμησης του σεναρίου. Αντ’ αυτού, όμως, τα πράγματα παίρνουν τη συμβατική οδό αρκετά γρήγορα.

Τίποτα από την ιστορία του Knight δεν είναι πρωτότυπο ή ασυνήθιστο. Μας βάζει σε έναν κόσμο που όλοι γνωρίζουμε πολύ καλά και στη συνέχεια αφήνει τις εμφανής γνώσεις του για το βρετανικό νομικό σύστημα να πάρουν τον έλεγχο. Οι κακοί είναι ολοφάνεροι, κάποιες αποκαλύψεις είναι προβλέψιμα βαρετές, οι κλασικές λήψεις από κάμερες κλειστού κυκλώματος καθιστούν σαφές ότι οι πρωταγωνιστές παρακολουθούνται, η τρίτη πράξη καταλήγει σε άσκοπες σκηνές κυνηγητού και δράσης και φυσικά υπάρχει το πανάσχετο κι εντελώς διακοσμητικό ρομαντικό κομμάτι της υπόθεσης. Όλα τα παραπάνω κάνουν το έργο να πάσχει από μια σοβαρή περίπτωση κινηματογραφικού déjà vu.

Αν είστε φανατικός οπαδός του είδους, υποθέτω ότι θα πάρετε κάποια ευχαρίστηση βλέποντας μία από τα ίδια. Για εκείνους που τους αρέσει μια ταινία που προσπαθεί να ταρακουνήσει λίγο το καλούπι δημιουργώντας κάτι αξιομνημόνευτο, προτείνω να ψάξετε να δείτε κάτι άλλο.

Metallica: Through the Never [2/5]

Ως ταινία-συναυλία, το «Through the Never» είναι κάτι το σύνηθες που όμως, αντικειμενικά, θα σε απορροφήσει χάρη στη δύναμη της μουσικής. Εδώ, όμως, δεν μιλάμε για μια αυστηρά ταινία-συναυλίας. Η προσθήκη μιας εκπληκτικά κακοσχεδιασμένης, φανταστικής δευτερεύουσας πλοκής, που θέλει έναν βοηθό (ερμηνευμένο από τον Dane DeHaan) να ψάχνει μια μυστηριώδη τσάντα, ωθεί την ταινία του Antal στη σφαίρα της ανοησίας.

Είναι σαφές ότι η πρόθεση αυτής της ιστορίας, πέρα από το να μετατρέψει τη συναυλία σε κάτι περισσότερο από μια απλή κινηματογραφική αναπαραγωγή ενός live-event, είναι να δώσει νέα οπτική αναπαράσταση και δυναμισμό στα εξαιρετικά γνωστά τραγούδια. Αντ’ αυτού, καταλήγει να είναι περισσότερο μια απογοητευτική απόσπαση της προσοχής σου από μια συναυλία που λειτουργεί αρκετά καλά από μόνη της.

Δεδομένου όμως ότι είναι ως επί το πλείστον μια ταινία-συναυλία, είναι δύσκολο να δώσει κάποιος στο «Through the Never» μια σωστή αξιολόγηση. Ας το θέσω έτσι: αν είστε φαν των Metallica, να τρέξτε από τώρα στην ούρα για εισιτήριο. Αν δεν είστε οπαδός των Metallica, καλό θα ήταν να προτιμήσετε να δείτε κάτι άλλο. Αν τέλος είστε ένας από τους λίγους που αναζητούν κάτι περισσότερο από τέτοιου είδους ταινίες, το «Through the Never» θα σας αφήσει ανικανοποίητους.

Le Passe [3/5]

Εντυπωσιακά παρόμοιο στον τόνο με το «Ένας Χωρισμός», η νέα ταινία του Asghar Farhadi ασχολείται, κυρίως, με ένα τρίο χαρακτήρων γεμάτων προσωπικά προβλήματα, που συνδέονται με απρόβλεπτους τρόπους.

Εξελισσόμενο σαν μια σαπουνόπερα, όσον αφορά τις λεπτομέρειες των σχέσεων και τα προσωπικά διλήμματα του κάθε χαρακτήρα, το νέο κινηματογραφικό πόνημα του Farhadi, μπαίνοντας σε σύγκριση με το αριστουργηματικό «Ένας Χωρισμός», με την πρώτη εντύπωση μοιάζει ανεπαρκές. Το μεγαλύτερο πρόβλημα του είναι ότι στην προσπάθεια εξέτασης, όσο πληρέστερα γίνεται, του κεντρικού θέματος, ο σκηνοθέτης κάνει χρήση περισσότερων ηρώων και καταστάσεων από ότι πρέπει ή μπορεί να κουμαντάρει. Είναι τόσες οι ανατροπές και οι προσωπικότητες, που η ταινία μοιάζει να χάνει την εστίαση της όλο και περισσότερο καθώς εξελίσσεται, εκπέμποντας παράλληλα μια εμφανή αίσθηση νοικοκυροσύνης των καταστάσεων εις βάρος του ρεαλισμού.

Ακόμα και έτσι, όμως, το όλο εγχείρημα σώζεται από τη λεπτών αποχρώσεων σκηνοθεσία του Farhadi, που ανυψώνει το αποτέλεσμα σε μια αποτελεσματική εξέταση του πώς το παρελθόν μπορεί, μερικές φορές, να υπαγορεύσει τη ζωή των μελλοντικών εαυτών μας. Ενώ, για ακόμη μια φορά, αξίζει της προσοχής σας κυρίως χάρη στη λαμπρότητα με την οποία ο σκηνοθέτης απεικονίζει τα κίνητρα των διαφόρων χαρακτήρων, δείχνοντας όλες τις πλευρές, καθιστώντας έτσι το ανθρώπινο δράμα του πολύ πιο συναρπαστικό και σπαρακτικό και την ταινία άκρως ενδιαφέρουσα πέρα από τις τεχνικές ατέλειες της.