Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

The Hunger Games: Catching Fire [4/5]

Η ολοκληρωμένη γνώμη μου για το «The Hunger Games: Φωτιά» συνοψίζεται στην έξης μία πρόταση: μια εξαιρετική ταινία σχεδόν υπό από όλες τις απόψεις. Επιτρέψτε μου, τώρα, να διευκρινίσω για ποιο λόγο το πιστεύω αυτό…

Δομικά, το «Φωτιά» δεν διαφέρει πολύ από το «Αγώνες Πείνας». Οι πρωταγωνιστές πάνε από την Περιοχή 12 στο Καπιτώλιο για την εκπαίδευση και, στη συνέχεια, στους Αγώνες. Το «been there, done that» vibe είναι αναπόφευκτο, η ταινία όμως βελτιώνεται αισθητά από άποψη ανάπτυξης χαρακτήρων, μετατρέποντας τη δομή της ήδη υπάρχουσας ιστορίας αγάπης, πίστης και δύναμης ενάντια στο σύστημα σε μια σφιχτοδεμένη και συναρπαστική αφήγηση. Παίρνοντας τον απαραίτητο χρόνο, το φιλμ οικοδομεί τον κόσμο του, έναν κόσμο σε διαρκή σύρραξη. Θίγοντας τη δυσκολία τού να είσαι ζωντανό σύμβολο, η Katniss βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της σύρραξης, αβέβαιη σχετικά με το τι ακριβώς να κάνει με αυτή την εξουσία που της έχει δοθεί. Και δεν είναι μονό εκείνη, όλοι, πρωταγωνιστικοί και μη, χαρακτήρες έχουν μεγαλύτερο βάθος. Και μπορεί η κατάληξη της ταινίας να λειτούργει μονό ως ισχυροποίηση των επόμενων ταινιών, δραματουργικά αυτό που παρακολουθείς τα 146 λεπτά της διάρκειας της, είναι περισσότερο από ικανοποιητικό.

Όσον αφορά την πολιτική πλευρά της, η ταινία, την αλήθεια, στερείται λεπτότητας. Στιγμές ανάδειξης της Katniss ως σύμβολο μιας επανάστασης, δημόσιες εκτελέσεις επαναστατών, ερωτήματα του τι διακυβεύεται αψηφώντας την κυβέρνηση, ελευθερίες που χαθήκαν και αλλά πολλά είναι συνεχώς παρόντα. Με αυτό τον τρόπο, αν και δεν σου επιβάλλει πότε εκατό τις εκατό κάποιο είδος μηνύματος, δεν επιτυγχάνει μια πλήρη κι ολοκληρωμένη εικόνα του πολιτικού συστήματος, αφού δεν ερευνάται πότε πραγματικά ο κόσμος, πέρα από το πώς επηρεάζει την Katniss. Μια χαμένη ευκαιρία, χωρίς αμφιβολία, αλλά τίποτα καταφανώς επιβλαβές για το φιλμ. Από την άλλη, το ειδύλλιο μεταξύ του Peeta και της Katniss, που εδώ δεν παραμένει υποανάπτυκτο, διαθέτει και μια υπονοουμένη πολιτική πινελιά. Ο έλεγχος προσωπικοτήτων με επιρροή κρύβει μια διπλή έννοια. Το ίδιο και οι αγαπητικοί της Katniss. Εμφανέστατες ή μη αλληγορίες δεν παύουν να υπάρχουν και να διαθέτουν σημασία και ουσία. Και όπως είχα πει και για το πρώτο μέρος, να μετατρέπουν το έργο σε «σκεπτόμενο μπλοκ-μπάστερ», ένα είδος που το έχουμε ανάγκη.

Και αφού αναφερθήκαμε στο ιδεολογικό και σημειολογικό κομμάτι της ταινίας, ας περάσουμε σε αυτά που κρίνονται πιο εύκολα. Για αρχή, η σκηνοθεσία του Francis Lawrence, αν και λειτούργει λίγο με τη σκέψη «αν δεν έχει χαλάσει, μην το φτιάχνεις», δεν παύει να είναι υψηλού επιπέδου. Αντί να αναδημιουργήσει τα πάντα, ο Lawrence επεκτείνει απλώς όλες τις ιδέες και τις καθιστά σαφέστερες και πιο περιεκτικές. Καταφέρνει να διατηρήσει μια συνέχεια στον τόνο και το ύφος που λειτούργει σωστά και δεν αποξενώνει το νούμερο δύο από το νούμερο ένα. Ερμηνευτικά, τώρα, τα πάντα βασίζονται στη βραβευμένη πλέον με Όσκαρ Jennifer Lawrence. Στα χεριά της, το πνεύμα της Katniss υπάρχει σε κάθε αναπνοή και σφυγμό της ταινίας. Αν δεν ήταν μια τόσο ικανή ηθοποιός όσο αυτή στο επίκεντρο, η ταινία δεν θα λειτούργησε καθόλου. Ο Josh Hutcherson, από την άλλη, εξισορροπεί την ευαισθησία της αγάπης με τη συναισθηματική σύγκρουση μιας ερημωμένης καρδιάς αβίαστα. Ο Woody Harrelson και η Elizabeth Banks παραμένουν διασκεδαστικοί στους ρόλους τους, ο Tucci κι ο Sutherland είναι πάντα καλοί, ενώ από τα νέα μέλη του καστ ξεχωρίζει η Jena Malone στον ρόλο της Johanna Mason.

Το «The Hunger Games: Φωτιά» είναι σίγουρα καλύτερο από τον προκάτοχο του, ακόμα κι αν παραμένει ίδιο στη δομή του. Υποστηριζόμενη από ένα ισχυρό σενάριο, μια γεμάτη αυτοπεποίθηση σκηνοθεσία και δυνατές ερμηνείες, συνοψίζεται ως μια τολμηρή, έξυπνη και διασκεδαστική ταινία.

Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2013

Thor: The Dark World [2.5/5]

Φτάσαμε στη χειμερινή σεζόν και όπως και η καλοκαιρινή είχε την Avenger ταινία της (Iron Man 3), έτσι κι από αυτήν δεν θα μπορούσε να λείπει ακόμα μια Disney/Marvel ταινία, προκειμένου η διάσημη εταιρία να βγάλει μερικά ακόμη εκατομμύρια.

Όσο κι αν πιστεύω λοιπόν ότι οι συγκεκριμένες ταινίες από ένα σημείο και μετά γυρίζονται στον αυτόματο πιλότο, κρίνοντας αντικειμενικά πρέπει να ομολογήσω ότι το «Thor 2: Σκοτεινός Κόσμος»» παραμένει αρκετά διασκεδαστικό καθ` όλη τη διάρκεια του. Πρέπει επίσης να παραδεχτώ ότι, από οπτική και τεχνολογική πλευρά, είναι σαφέστατα βελτιωμένο σε σχέση με το πρώτο. Η δράση είναι πολύ καλύτερη, είναι αισθητικά πιο ευχάριστο στο μάτι, διαθέτει ανώτερο CGI και μια Άσγκαρντ που μοιάζει σαν μια πραγματική διαστημική πόλη. Ωστόσο, αυτός ο Thor, από άποψη πλοκής, αιμορραγεί, όχι θανάσιμα, αλλά αιμορραγεί. Και τι εννοώ;

Ακολουθώντας πιστά την ίδια φόρμουλα αυτών των ταινιών, το σενάριο της ταινίας πότε τα καταφέρνει και πότε όχι. Από τη μια διαθέτει ένα πρώτο μισό μέρος οδυνηρά βαρετό, με τους χαρακτήρες να ενεργούν χωρίς κανένα κίνητρο, από την άλλη όμως καταφέρνει κι ανεβάζει παλμούς και στο δεύτερο μισό σου κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον. Επίσης, ενώ οι καλύτερες στιγμές της ταινίας είναι μακράν (και για ακόμη μια φορά) όταν ο Loki του Hiddleston εμφανίζεται στην οθόνη, είναι απορίας άξιο γιατί η ταινία αφιερώνει τόσο πολύ χρόνο στον χαρακτήρα της Jane Foster (Natalie Portman) χωρίς πότε να της δίνει ουσιαστική άξια. Ύστερα, γιατί ο κακός είναι τόσο εγκληματικά μη ανεπτυγμένος; Γιατί η ταινία δεν είναι τόσο έξυπνα γραμμένη όσο η τελική μισή ώρα που, εντελώς απροσδόκητα κι ευχάριστα, το φιλμ μεταμορφώνεται σε κάτι από γαλλική φάρσα; Και άλλα πολλά ερωτήματα που δεν θα βρουν πότε απάντηση, αφού οι δημιουργοί της ταινίας δεν έχουν τη διάθεση να ασχοληθούν περισσότερο.

Μην με παρεξηγείτε, όμως, όπως είπα και πρωτύτερα ότι η ταινία είναι διασκεδαστική και ιδανική για σινεμά, και αυτό είναι ως έναν βαθμό αυτό που μετράει, αφού όλα τα άλλα μόλις και μετά βίας φαίνεται να έχουν σημασία. Και στην τελική, το «Thor 2: Σκοτεινός Κόσμος» καταφέρνει να το παίξει εκ του ασφαλούς, επιτυγχάνοντας πλήρως αυτό που οι οπαδοί της Marvel αναμένουν. Για όλους τους άλλους, ναι μεν τους το συστήνω, απλά να ξέρετε ότι υπάρχει περίπου 60 με 80 τις εκατό πιθανότητα να έχετε ξαναδεί κάτι παρόμοιο.

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

The Wind Rises [2.5/5]

Η μυθιστορηματική βιογραφία του Jiro Horikoshi, ενός ανθρώπου παθιασμένου με τα αεροπλάνα που γίνεται μια σημαντική μορφή στην επιστήμη της αεροναυπηγικής χάρη στο σχεδιασμό τόσο του Mitsubishi A5M όσο και του διάσημου διάδοχου του, Mitsubishi A6M Zero, αποτελεί τον πυρήνα του κύκνειου άσματος του εξαιρετικού δημιουργού Hayao Miyazaki, πέντε χρόνια μετά την τελευταία σκηνοθετική του δουλειά («Ponyo»).

Πρώτα πρώτα, μια συμβουλή: μην πατέ να δείτε την ταινία περιμένοντας ένα ακόμα «Ταξίδι στη Χώρα των Θαυμάτων» ή «Το Κάστρο στον Ουρανό», γιατί δεν θα δείτε κάτι τέτοιο. Το νέο πόνημα του Miyazaki είναι, πρώτον, κάτι διαφορετικό που όμως την ιδία στιγμή καταφέρνει και διαθέτει την ιδία αισθητική των παλιότερων ταινιών και, δεύτερον, ένα χωρίς καμία αμφιβολία δυνατό φιλμ από έναν μάστερ του κινουμένου σχεδίου. Οι δυο αυτοί παράγοντες, όμως, πέρα από το θετικό τους στοιχείο, αποτελούν και το ίδιο το πρόβλημα της ταινίας. Οι φαν του Miyazaki (με εμένα να είμαι ένας από αυτούς) έχουν κάποιες προσδοκίες μεγαλείου στις δουλειές του και οτιδήποτε κατώτερο αυτών των προσδοκιών απογοητεύει.

Το «The Wind Rises» δεν είναι ακριβώς αυτή η ταινία, αλλά πλησιάζει επικίνδυνα στο να αντιμετωπιστεί ως μία ακόμα βιογραφία. Σίγουρα, εκτιμάς το όμορφο animation του και τα πολλά πανέμορφα αξιοθέατα, αλλά παράλληλα νιώθεις και μια δυσαρέσκεια με την απλή, γεμάτη με νοσταλγικό ρομαντισμό, παλιομοδίτικη ιστορία του. Για να μην παρεξηγηθώ, οι στιγμές μεγαλείου υπάρχουν και είναι εξαιρετικές, δυστυχώς όμως υπάρχει ένας αγώνας στην αφήγηση μεταξύ της κυριαρχίας των ρομαντικών και των επαγγελματικών στιγμών της ζωής του Jiro, ο οποίος μακροπρόθεσμα βλάπτει την ταινία. Ακόμα και το σκοτάδι του Β` Παγκοσμίου Πολέμου, το οποίο είναι αναπόφευκτα συνδεδεμένο με τη ζωή του ήρωα, μοιάζει σαν μια ασήμαντη υποσημείωση προσαρτημένη στην ιστορία.

Μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, θα βρει το κοινό στην έλλειψη μαγείας. Με τις παραδοσιακές προσδοκίες των ταινιών του στούντιο Ghibli να απουσιάζουν, το έργο μοιάζει βεβιασμένο στο να θυμίζει Miyazaki, αφού το σενάριο, χάρη στην προθυμότητα του να ακολουθήσει κατά γράμμα την αληθινή ιστορία του Jiro, αναγκάζεται να εμφυσήσει την ταινία με ασυνάρτητες φανταστικές σεκάνς που από ένα σημείο και μετά σε κάνουν να, αδιανόητο σε ταινία του Miyazaki, ελέγξεις το ρολόι σου στη μέση της προβολής. Τα ποσοστά της πλήξης ανεβαίνουν και οι χαρακτήρες του φιλμ είναι σαφέστατα λιγότερο ενδιαφέροντες σε σχέση με τους αξέχαστα πολύχρωμους ή πολύπλοκους χαρακτήρες που συναντάμε σε άλλα έργα του.

Σαν σύνολο, λοιπόν, το «The Wind Rises» δεν είναι μια κακή ταινία κινουμένων σχεδίων (και δεν θα μπορούσε άλλωστε να είναι). Η γεύση όμως που σου αφήνει, είναι αυτή ενός ανεπαίσθητου εντυπωσιασμού και πολύς απογοήτευσης, ειδικά αν είστε, σαν και εμένα, θαυμαστής των ταινιών κινουμένων σχεδίων του Miyazaki.

La Grande Bellezza [3/5]

Είμαι αρκετά διχασμένος όσον άφορα τη συγκεκριμένη ταινία. Από τη μία πλευρά, η πλοκή και οι χαρακτήρες του έργου είναι στοιχειά κάπως επιτηδευμένα (ακόμα και βαρετά σε ορισμένα σημεία), ενώ από την άλλη τα αιώνια θέματα με τα όποια καταπιάνεται και η αισθητική του καθιστούν την ταινία άξια παρακολούθησης. Ας τα πιάσουμε όμως τα πράγματα ένα-ένα, αρχίζοντας από τα θετικά.

Το «Η Τέλεια Ομορφιά» δεν είναι μια συμβατική ταινία με μια συγκεκριμένη αρχή, μέση και τέλος. Είναι περισσότερο σαν μια σειρά από εικαστικά και ποιητικά χρονογραφημένες εικόνες για την αγάπη, τη ζωή και τη λαχτάρα, μέσα από τα μάτια ενός κουρασμένου συγγραφέα, του Jep Gambardella, που πλησιάζει στο τέλος της ζωής του. Δοσμένα μέσα από το επιφανειακό μπλα-μπλα της καθημερινής φλυαρίας, τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται η ταινία είναι απλά: ζούμε, αγαπάμε, παύουμε να υπάρχουμε· θέλουμε, χρειαζόμαστε, σπάνια αποκτάμε. Το φόντο που συμβαίνουν όλα αυτά είναι η Ρώμη. Και η Ρώμη είναι η μεταφορά για τη ζωή. Και παρόλο που ικανοποιεί και διαποτίζει τις αισθήσεις των πρωταγωνιστών αρχιτεκτονικά, ιστορικά, πολιτιστικά, μαγειρικά, αισθητικά, σεξουαλικά, συχνά τους αφήνει με ένα αίσθημα κενού, έχοντας ανάγκη από κάτι άλλο, κάτι ουσιαστικό, κάτι περισσότερο. Και τι είναι αυτό το κάτι; Με μια λέξη: αγάπη. Με λίγα λόγια ακόμη: αίσθηση του ανήκειν.

Μέσα στην διάρκεια 142 λεπτών, τα μάτια μας καλούνται να απορροφήσουν κάποιες φαινομενικά αφηρημένες αλλά εντυπωσιακά όμορφες κινούμενες εικόνες. Ένα κλαμπ ανθρώπων που χορεύουν μέχρι το ξημέρωμα, μια καμηλοπάρδαλη να στέκεται ανάμεσα στους πετρώδεις τοίχους ενός κάστρου, ένα σμήνος από φλαμίνγκο που αναζητούν ανάπαυλα σε ένα έρημο μπαλκόνι πριν ξεκινήσουν το μεταναστευτικό τους ταξίδι και την πιο ισχυρή εικόνα από όλες: ενός τοίχου καλυμμένου από χιλιάδες φωτογραφίες που σκιαγραφούν τις αλλαγές στο πρόσωπο ενός καλλιτέχνη από μωρό σε παιδί κι από έφηβο σε άνδρα. Παρά την έλλειψη αφήγησης αυτό που σώζει αυτό το όλο εγχείρημα είναι τα περίπλοκα στρώματα οξύνοιας, βάθους και χιούμορ που υπάρχουν στην ταινία. Και χάρη σε όλα αυτά, το έργο του Sorrentino καταφέρνει να συλλάβει τη διαχρονική ομορφιά της αιώνιας πόλης, αλλά παράλληλα και την παρακμή, τη διαφθορά και τον ηδονισμό, αφήνοντας μας να αναρωτιόμαστε αν είναι ποτέ πραγματικά δυνατό να τα έχουμε όλα.

Όσες ωραίες εικόνες υπάρχουν στην ταινία, άλλες τόσες είναι και οι υπερβολές που διαθέτει. Ορισμένοι χαρακτήρισαν τον Sorrentino ως «τον νέο Fellini», αλλά το «ιταλός Luhrmann» νομίζω ότι του πάει περισσότερο, αφού κι αυτός, από ένα σημείο και μετά, δεν μπορεί να κάνει αλλιώς και παραγεμίζει την οθόνη με τεχνάσματα. Οι οπτικές μεταφορές που χρησιμοποιεί είναι σε σημεία τραγικές, η επιμονή του στις χαμηλές γωνίες και το ανόητο μοντάζ θυμίζει Michael Bay, ενώ τέλος, λαμβάνοντας υπόψη το θέμα της ταινίας, είναι ειρωνικό ότι το εντυπωσιακό έργο του κινηματογραφιστή του, Luca Bigazzi, κόβεται σε κάθε πλάνο χωρίς να μπορούμε να εκτιμήσουμε πλήρως τη δουλειά του.

Κάπου εδώ θα ήθελα κάνω μια έκκληση αναστολής δημιουργίας ταινιών των οποίων οι αφηγήσεις βασίζονται σε χαρακτήρες που ψάχνουν για κάτι που στην πραγματικότητα συμβαίνει μπροστά στα μάτια τους. Και τι εννοώ; Ανοίγοντας την ταινία με έναν ιάπωνα τουρίστα καθώς αυτός πέφτει νεκρός από μια μάλλον σοβαρή περίπτωση συνδρόμου Stendahl (μια ψυχοσωματική ασθένεια που προκαλεί γρήγορους χτύπους της καρδιάς, ίλιγγο, σύγχυση, ακόμη και παραισθήσεις, όταν εκτίθεται ένα άτομο στην τέχνη, συνήθως όταν η τέχνη είναι ιδιαίτερα όμορφη ή υπάρχει μεγάλος αριθμός έργων συγκεντρωμένα σε ένα χώρο) που προήλθε ατενίζοντας την ομορφιά του ρωμαϊκού τοπίου, είναι απορίας άξιο, σε ολόκληρη τη διάρκεια του έργου, γιατί ο πρωταγωνιστής δεν μπορεί να εκτιμήσει τα αισθητικά θαύματα της πόλης του και δεν κάνει κάτι άλλο με τα εκατομμύρια που έχει, παρά μονό ασχολείται με ατελείωτα πάρτι κι ανούσιο σεξ με όμορφες νεαρές γυναίκες. Που κι αυτό δύσκολη ζωή δεν το λες.

Χειρότερη, δε, είναι η γκρίνια των προνομιούχων ανθρώπων (συνήθως καλλιτεχνών) για τον φθόνο τους απέναντι στους «απλούς ανθρώπους». Και η ταινία του Sorrentino βρίθει από τέτοια συμπεριφορά με αποκορύφωμα τη σκηνή όπου ένα ζευγάρι λέει στον πρωταγωνιστή ότι τα σχέδιά τους για το βράδυ περιλαμβάνει έναν συνδυασμό σιδερώματος και παρακολούθησης τηλεόρασης. Ο πρωταγωνιστής απαντάει το βαρύγδουπο «Τι όμορφοι άνθρωποι που είστε» ενημερώνοντας τους παράλληλα για την πρόθεσή του να διασκεδάζει όλη τη νύχτα πηγαίνοντας για ύπνο την ώρα που εκείνοι θα σηκώνονται. Εκ μέρους των απλών ανθρώπων σε όλο τον κόσμο, καλώ των Sorrentino να ζήσει λίγο στον κόσμο μας για μερικές εβδομάδες, πριν αποφασίσει να μας ξαναπεί ποσό πολύ μας ζηλεύει.

Όπως λοιπόν είπα και στην αρχή αυτής της κριτικής, η συγκεκριμένη ταινία διχάζει. Πρόκειται για μια όμορφη και πολύτιμη ταινία με τέλειες λήψεις, ειρωνεία και την αίσθηση του ονείρου ή για μια ταινία της όποιας η ρηχότητα του σεναρίου της αντισταθμίζεται από τις υποδειγματικές εικόνες της αιώνιας ομορφιάς της Ρώμης. Τα συμπεράσματα δικά σας…

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

How I Live Now [2/5]

Βασισμένη στο ομώνυμο βραβευμένο μυθιστόρημα της Meg Rosoff, η ταινία μας παρουσιάζει έναν διάκοσμο που θα μπορούσε πολύ εύκολα να γίνει πραγματικότητα. Με φόντο το σκηνικό μιας συνεχούς επιδεινωμένης παγκόσμιας πολιτικής κατάστασης, η Daisy (Saoirse Ronan), μια νεαρή νεοϋορκέζα, επισκέπτεται τα ξαδέλφια της στη βρετανική ύπαιθρο, έναν κόσμο που απέχει πολύ από αυτό που έχει συνηθίσει. Έχοντας η ίδια δώσει υπόσχεση ότι θα ξεπεράσει τα όρια της, δεν γνωρίζει ότι το ταξίδι που την περιμένει απαιτεί πολλά περισσότερα από εκείνη.

Κλασσική ταινία ενηλικίωσης, λοιπόν, που όμως, παρά το είδος της, είναι πραγματικά εντυπωσιακά καλλιτεχνική. Όχι μόνο στην απεικόνιση της πανέμορφης εξοχής και την τραγική καταστροφή της χάρη στο ξέσπασμα μιας τεράστιας παγκόσμιας σύγκρουσης, αλλά και στην απεικόνιση της ιδίας της φύσης του πολέμου. Παρόλο όμως που η αγγλική ύπαιθρος προσφέρει το απαραίτητο οπτικό υπόβαθρο και δίνει τη δυνατότητα στην ταινία να καταφέρει με επιτυχία να περάσει τους παραλληλισμούς με το περιβάλλον, το έργο μοιάζει να μην πετυχαίνει πλήρως τον σκοπό του. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό εντοπίζεται κυρίως στο σενάριο. Ατεκμηρίωτο, αφήνοντας παρά πολλά ερωτήματα και παραλείποντας ή αγνοώντας πλήρως τα ηθικά ή δεοντολογικά διλήμματα που διαθέτει, το έργο φαίνεται να σπαταλάει τις δυνατότητες του για χάρη μιας πιο mainstream ιστορίας αγάπης χωρίς ουσία και χωρίς αληθοφάνεια. Λόγω του ότι είναι δύσκολο η ταινία να επενδύσει πάνω στην ιδία της την υπόθεση, βασίζεται εξολοκλήρου στη Saoirse Ronan, η οποία, με τη βοήθεια των υπολοίπων δευτεραγωνιστών, δίνει μια εξαιρετική ερμηνεία αποδίδοντας τέλεια την αλλαγή από ένα απόμακρο ψυχρό πρόσωπο σε κάποια που όταν φτάνει η κρίσιμη στιγμή γίνεται απίστευτα αποφασισμένη να αντεπεξέλθει στα πάντα.

Εν κατακλείδι, μια ταινία που επιζητά απελπισμένα τον οπτικό εντυπωσιασμό έναντι της ουσίας, δεν μου είναι εύκολο να τη συστήσω. Θα πω μόνο ότι αν το αρχικό υλικό σάς είναι οικείο, τότε μάλλον θα πάρετε πολλά περισσότερα από την προσαρμογή του MacDonald από ότι ο απλός θεατής.

Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

Battle of the Year [0/5]

Έχετε δει το «Step Up 3D»; To «StreetDance 3D»; Τα άλλα χίλια έργα με χορό που υπάρχουν εκεί έξω; Ε τότε, έχετε δει και το «Στη Μάχη του Χορού»…

Αφαιρώντας την παρουσία των δυο high-profile ονομάτων, του πρωταγωνιστή της τηλεοπτικής σειράς «Lost» Josh Holloway και του τραγουδιστή Chris Brown, η ταινία δεν διαθέτει τίποτα καινούργιο και καμία πρωτοτυπία. Ναι, τα χορευτικά είναι εντυπωσιακά. Αλλά αν θες να δεις χορό μπορείς άνετα να ανοίξεις το YouTube, παρά να σπαταλήσεις μία ώρα και σαράντα λεπτά από τη ζωή σου. Ακόμα χειρότερο είναι το γεγονός ότι σε αντίθεση με τις υπόλοιπες 3D χορευτικές ταινίες, στα μισά περίπου του έργου συνειδητοποιείς ότι προσπαθούν να έχουν πλοκή και χαρακτήρες. Μα αν είναι δυνατόν!

Με μια πλοκή που το μεγαλύτερο κομμάτι της αποτελείται από βαρύγδουπους ενθαρρυντικούς λογούς (τους σιχαίνομαι), τίποτα δεν είναι τυχαίο. Αν και δεν μου αρέσει να χρησιμοποιώ τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό, εδώ δεν θα μπορούσα να κάνω διαφορετικά αφού μιλάμε για αμερικανιά χειρίστου είδους. Οι ομάδες, ο τρόπος που χορεύουν, αυτά που λέγονται, αυτά που γίνονται είναι όλα μελετημένα και προσχεδιασμένα σε τέτοιο βαθμό και τόσο εμφανέστατα, που το όλο εγχείρημα καταντάει απίστευτα ενοχλητικό και κουραστικό για τον θεατή.

Με τρεις χαρακτηρισμούς, το «Στη Μάχη του Χορού» είναι προβλέψιμο, χαζό και βλαβερό για τα μάτια σας. Αποφύγετε το!

Free Birds [1/5]

Δεν γίνεται όλες οι ταινίες κινουμένων σχεδίων είναι τόσο καλές όσο της Disney και της Dreamworks. Υπάρχουν κι εκείνες που δεν πρόκειται να μείνουν «κλασσικές» στον χρόνο, που δεν θα παίζονται ξανά και ξανά τις γιορτές, που υπάρχουν μόνο και μόνο γιατί πρέπει να κυκλοφορήσουν από το στούντιο μια συγκεκριμένη περίοδο του έτους.

Το «Free Birds» είναι μια από αυτές τις ταινίες και παρόλο που είναι ευχάριστη και θα μπορέσετε άνετα να παρακολουθήσετε, με το που τελειώσει, αυτό ήταν. Η θύμηση της θα κρατήσει μέχρις ότου βγείτε από την αίθουσα. Και αυτό, από τη μια, είναι εντάξει, αφού με την λογική τού θα περάσει η ώρα μου, το έργο θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί αξιοπρεπέστατο, τόσο οπτικά όσο και κωμικά. Από την άλλη, όμως, είναι τόσο φανερά τα μειονεκτήματα που διαθέτει, που ακόμα και αν σου αρκούσε το απλά αξιοπρεπές του πράγματος, εδώ δεν θα σου ήταν αρκετό.

Με το πρώτο μισό της ταινίας να χαίρει σωστής αντιμετώπισης από τους δημιουργούς της, οι πρώτες εντυπώσεις που δημιουργείς είναι θετικότατες. Ενδιαφέρουσα πλοκή, δυνατοί χαρακτήρες, έξυπνο χιούμορ, οπτική αισθητική, όλα δίνουν το παρόν δημιουργώντας μια σωστή βάση που για ακόμα μια φορά στον βωμό της γρηγοράδας και της επιτυχίας μένει ανεκμετάλλευτη. Δυστυχώς, από ένα σημείο και μετά, τα στερεότυπα και τα κλισέ καταλαμβάνουν πρώτη θέση, η αίσθηση του γνώριμου εμφανίζεται, τα αστεία μοιάζουν κοπιαρισμένα από παλιότερες (και καλύτερες) ταινίες κινούμενων σχεδίων, οι ανατροπές είναι γελοίες και η ηθική που διαποτίζει το όλο εγχείρημα ταιριάζει σε παιδιά νηπιαγωγείου.

Είναι πραγματικά απορίας άξιο γιατί οι συντελεστές του έργου το τράβηξαν τόσο πολύ και οδήγησαν την ταινία σε έναν αχταρμά καταστάσεων που και κουράζει και δεν βγάζει και νόημα. Ίσως γιατί επιδίωκαν τη δημιουργία μιας αθώας ανοησίας. Αν ναι, τότε τα κατάφεραν, γιατί η ταινία είναι κυριολεκτικά αυτό, μια ανοησία για παιδιά μέχρι δέκα χρόνων. Όλοι οι άλλοι, με τηλεσκόπιο.