Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Into the Woods [2/5]

Η μεταφορά του κλασικού μιούζικαλ του Stephen Sondheim στη μεγάλη οθόνη από τον σκηνοθέτη Rob Marshall, είναι η εισαγωγή μου σε αυτό το υλικό. Δεν έχω καμία σχέση με την παράσταση, δεν την έχω δει και μέχρι φέτος δεν τη γνώριζα κιόλας. Υποψιάζομαι ότι όποιος έχει μια, έστω μικρή, επίγνωση του θεατρικού κι έχει δει αυτή την ταινία, είτε θα τη λατρέψει επειδή αναγνωρίζει τα τραγούδια ή δεν θα του πολυαρέσει γιατί η εκδοχή του Marshall αδυνατεί να συλλάβει την ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου μιούζικαλ. Οι Stephen Sondheim και James Lapine δημιούργησαν ένα φιλόδοξο έργο που συνδυάζει τουλάχιστον μισή ντουζίνα διάσημα παραμύθια και εξερευνά τι συμβαίνει μετά το «και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα». Ο Τζακ (από τον παραμύθι με τη φασολιά), η Ραπουνζέλ και η Κοκκινοσκουφίτσα είναι μόνο μερικοί από τους ήρωες που θα συναντηθούν και θα συναναστραφούν μεταξύ τους... πού αλλού; Στο δάσος. Η διαφορά είναι ότι σε αυτό τον κόσμο των μαγικών φασολιών και γυαλιστερών γοβακίων, οι πρίγκιπες δεν είναι πάντα γοητευτικοί, οι ευχές μερικές φορές φέρνουν προβλήματα και το ευτυχές τέλος είναι, στην καλύτερη περίπτωση, μια άπιαστη ιδέα.

Με τη σύνοψη του έργου να προμηνύει κάτι το φανταστικό, το «Τα Μυστικά του Δάσους» δυστυχώς κάπου χωλαίνει. Παραδείγματος χάριν, εάν θα πίνατε ένα σφηνάκι από οποιοδήποτε ποτό κάθε φορά που ένας χαρακτήρας λέει ή τραγουδά «into the woods», θα ήσασταν νεκροί μέσα στα πρώτα λεπτά από δηλητηρίαση από αλκοόλ. Αναγνωρίζω ότι η συγκεκριμένη κριτική είναι πιο δίκαια απευθυνόμενη στο ίδιο καθεαυτό το κείμενο του μιούζικαλ, ωστόσο αναφέρεται σε ένα από τα σημαντικότερα θέματα της ταινία: είναι ατελείωτα επαναλαμβανόμενη. Τα σκηνικά, αν κι εντυπωσιακά, φαίνονται ακριβώς τα ίδια. Οι χαρακτήρες φορούν την ίδια έκφραση σε ολόκληρη την ταινία χωρίς πραγματικά να αλλάζουν ακόμα κι όταν αποκτήσουν αυτό που θέλουν. Στο θέατρο, ίσως από το διάλειμμα να καταλαβαίναμε ότι ο χρόνος έχει περάσει και οι χαρακτήρες μπορούν να επιστρέψουν για τη δεύτερη πράξη αλλαγμένοι. Στην ταινία όμως αυτό δεν συμβαίνει και έχουμε μια αίσθηση της απόλυτης ομοιότητας που διαπερνά κάθε σκηνή. Λες και το «Τα Μυστικά του Δάσους» είναι μία νότα που παίζεται ξανά και ξανά και ξανά.

Το μεγαλύτερο φταίξιμο που το έργο δεν λειτουργεί το έχει σαφέστατα ο σκηνοθέτης του. Ίσως πλέον μπορούμε οριστικά να πούμε ότι ο Rob Marshall είναι ένας μέτριος σκηνοθέτης, σωστά; Με το πεντάστερα βαθμολογημένο «Σικάγο» να φαντάζει ως η καλύτερη στιγμή του, όλα όσα έχει κάνει μετά («Οι Πειρατές της Καραϊβικής: Σε Άγνωστα Νερά», «Εννέα», «Αναμνήσεις μιας Γκέισας») ήταν μέτρια στην καλύτερη περίπτωση. Εδώ, με τρομερή ασυνέπεια, προσπαθεί μάταια να υφάνει μεταξύ τους τα παραμύθια προκειμένου να τα παρακολουθήσει το κοινό. Θέλει να παρέχει στα «Μυστικά του Δάσους» μια πλούσια κι επικίνδυνη ματιά, αλλά ο υπεύθυνος για το μοντάζ Wyatt Smith μάλλον κοιμόταν. Πάρα πολλοί χαρακτήρες ξεθωριάζουν, πάρα πολλές σκηνές δεν πήζουν η μία με την άλλη και τα τραγούδια έχουν όλα τον ίδιο ήχο. Δεν υπάρχει τίποτα που να προσπαθεί να λειτουργήσει ως αυτοδύναμη ταινία, πέρα από την πρόσληψη πολλών αστέρων του κινηματογράφου. 

Με τους Emily Blunt και James Corden να είναι οι καλύτεροι κουβαλώντας την ταινία και αποπνέοντας σου κάποια αίσθηση ενδιαφέροντος, όλοι οι υπόλοιποι είναι καλοί αλλά, μη-εξυπηρετούμενοι από τη δραματικά αδρανή απόδοση του υλικού από τον Marshall, αμετάβλητοι στις αποδόσεις τους. Η Meryl Streep δεν μπορεί να δώσει ποτέ άσχημη ερμηνεία. Ως κακιά μάγισσα κλέβει τις σκηνές στις οποίες εμφανίζεται, αλλά μέχρι εκεί. Τίποτα δεν δικαιολογεί τα βραβεία για τα οποία είναι υποψήφια. Η Anna Kendrick είναι καλή, o Chris Pine είναι μια μικρή αποκάλυψη και τα παιδιά (Lilla Crawford και Daniel Huttlestone) είναι αξιοπρεπέστατα. Το μόνο ερμηνευτικά μελανό σημείο σε όλη την ταινία είναι ο Johnny Depp. Ευτυχώς, ο χρόνος του είναι σύντομος και εύκολα παραβλέπεται.

Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι θα υπάρξει ένα ακροατήριο που θα τη λατρέψει. Για να είμαι ειλικρινής, έπιασα τον εαυτό μου καθώς την έβλεπα να αναρωτιέμαι αν η ταινία δεν είναι καλή για εμένα επειδή δεν μου άρεσε το υλικό ή γιατί η προσαρμογή του στον κινηματογράφο δεν λειτουργεί. Μπορεί να είναι και τα δύο, αλλά έχω την τάση να πιστεύω ότι είναι περισσότερο το δεύτερο. Και αυτό γιατί ένα μιούζικαλ το οποίο ασχολείται με συναισθήματα τόσο μεγάλα που μπορούν μόνο να τραγουδιστούν, θα πρέπει να είναι κάτι πολύ περισσότερο από «εντάξει βλεπόταν». Θα πρέπει η χαρά και η μελαγχολία των πρωταγωνιστών να αντηχούν σε κορυφές και κοιλάδες. Η εκδοχή του Marshall ακούγεται στιγμιαία μέσα σε ένα δάσος.

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

Seventh Son [0.5/5]

Βασισμένο στο πρώτο βιβλίο της σειράς «Τα Χρονικά του Ευλογημένου Λιθαριού» του Joseph Delaney με τίτλο «Ο Μαθητευόμενος του Σπουκ», το «Έβδομος Γιος» δεν ξεφεύγει από τα δεδομένα της νέας κινηματογραφικής γενιάς που διψά για ιστορίες με δράκουλες, υπερήρωες και ούτω καθεξής. Αν και δεν έχω διαβάσει το βιβλίο, διαβάζοντας στη σύνοψη της ταινίας τις φράσεις «πόλεμος μεταξύ του υπερφυσικού και των ανθρώπων» και «ο έβδομος γιος ενός έβδομου γιου στέλνεται για να μαθητεύσει πλάι στον Σπουκ (!!) της περιοχής», καταλαβαίνεις αμέσως τι πρόκειται να δεις.

Ακόμη και η εντυπωσιακή συγγραφική ομάδα (Matt Greenberg, Charles Leavitt, Steven Knight) δεν καταφέρνει να ξεφύγει από κανένα κλισέ του είδους δημιουργώντας μια παραφουσκωμένη με εφέ περιπέτεια φαντασίας. όπου πολλά γίνονται, αλλά χωρίς καμία ουσία. Γεμάτη κλισέ, μάχες και σκηνές χωρίς νόημα, το έργο του Sergey Bodrov δεν καταφέρνει να είναι τίποτα άλλο από ένα ακόμα «ήλθον, τσέπωσον και απήλθον» κατασκεύασμα της Universal που μάλλον μας περνάει για χαζούς. Δεν εξηγείται διαφορετικά! Μιλάμε για μια ταινία οπού ο πρωταγωνιστής έχει παράξενα οράματα πραγμάτων που θα γίνουν στο μέλλον, δοσμένα μέσα από θολά μοντάζ, τα οποία εισάγονται αμήχανα στην ταινία απλά για να ξεχαστούν ολωσδιόλου στο τέλος. Για ένα έργο που ο κόσμος καταστρέφεται, αλλά οι δυο νεαροί πρωταγωνιστές, με άτσαλα εμβόλιμες σκηνές, αγωνίζονται να δημιουργηθεί το απαραίτητο συναίσθημα που θα μας κάνει να ενδιαφερθούμε για αυτούς. Κι αυτά είναι το ελάχιστο σε σχέση με την υπόλοιπη προχειροδουλειά που αντικρίζεις παρακολουθώντας το.

Για να μπορέσουμε να αντέξουμε το άθλιο του γραψίματος, οι παραγωγοί του έργου είχαν τη φαεινή ιδέα να τοποθετήσουν εξαιρετικούς και διάσημους ηθοποιούς στους δύο αντίζηλους ρόλους ως μέγα θέλγητρο. Έλα, όμως, που και αυτό τους βγήκε σε κακό! Από την μία, αν και υπερβολικά υπερβολική στον ρόλο της κακιάς μάγισσας, η ερμηνεία της Moore διαθέτει το απαραίτητο fun στοιχείο που τη σώζει κάπως. Ευτυχώς, πάντα, για εκείνη, το έργο βγαίνει στην Αμερική λίγο πριν κλείσουν οι κάλπες για τα Όσκαρ οπότε και δεν θα επηρεάσει πολύ την πιθανή φετινή βράβευση της. Από την άλλη, δυστυχώς για τον Bridges, η παντελώς αφόρητη και κακιά ερμηνεία του θα παραμείνει για πάντα στη μνήμη μας. Με μια αίσθηση χιούμορ σαν να λέει χιλιοειπωμένα ανέκδοτα με τον Τοτό, με θεατρικό στόμφο και μια προφορά που θα έκανε ακόμα και τον πιο ανίδεο ηθοποιό να δακρύσει από τα γέλια, ο βραβευμένος με Όσκαρ ηθοποιός είναι ένας μεγάλος παράγοντας που το «Έβδομος Γιος» αγγίζει πάτο. Νομίζω σιγά-σιγά θα πρέπει να κάνει χώρο στο σκρίνιο για το βατόμουρο. Πέρα από αυτούς τους δύο, όλοι οι υπόλοιποι τα κουτσοκαταφέρνουν στους μονοδιάστατους ρόλους τους.

Για να κλείσω, μια κι αυτή η ταινία δεν αξίζει μια κριτική 424 λέξεων, το «Έβδομος Γιος» δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια μεγαλειώδη αποτυχία.

Grace of Monaco [1/5]

«Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα». Κλασσική ατάκα την οποία έχουμε δει πάμπολλες φορές στην αρχή πολλών ταινιών. Το να εξιστορείς κάτι που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα δεν είναι κάτι το εύκολο. Πόσα βασίζεις στην πραγματικότητα; Πόσο πολύ αποκλίνεις από τα πραγματικά γεγονότα; Ποια περιστατικά είναι αρκετά σημαντικά για να συμπεριληφθούν; Με αυτά στο μυαλό, πάντα, προσπαθώ να επικροτώ την προσπάθεια των σεναριογράφων αλλά και των σκηνοθετών αυτών των ταινιών. Αλλά όταν μια ταινία είναι κακή… είναι κακή είτε βασίζεται σε αληθινά γεγονότα, είτε όχι. Και το «Γκρέις του Μονακό» είναι μια κακή ταινία.

Εκ πρώτης όψεως υπάρχουν πολλά, πιθανώς άγνωστα, πράγματα που θα μπορούσαν να διερευνηθούν σε μια βιογραφία της Grace Kelly. Ο γάμος της με τον πρίγκιπα Rainier του Μονακό, η οικογενειακή της ιστορία και ο δρόμος της μέχρι τον λαμπερό κόσμο του Χόλιγουντ, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το Μονακό από τη Γαλλία και άλλα τόσα. Δοσμένα όλα με κάποια καλλιτεχνική ελευθερία, αλλά διατηρώντας επί το πλείστων τον στόχο μιας βιογραφίας, που κατά τη γνώμη μου είναι η αλήθεια. Η ταινία του Olivier Dahan όμως δεν λέει ούτε αλήθειες, ούτε ψέματα, ούτε καν μια απλή ιστορία με συνοχή, παρουσιάζει απλά ένα best-of από στιγμές της ζωής της Grace Kelly.

Με μια πλοκή που μπορεί να περιγραφτεί μόνο ως κενή και άψυχη, το «Γκρέις του Μονακό» είναι από αυτές τις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει τίποτα που να πάλλεται και όλα γίνονται κάτω από το πρίσμα του βαρετού. Αυτό που παρακολουθείς είναι ένα άτσαλο μοντάζ σκηνών που έχουν τοποθετηθεί η μία μετά την άλλη χωρίς πολλή σκέψη και με καμία αίσθηση ρυθμού. Άλλοτε αστείο και κιτς και άλλοτε μυστηρίου, το φιλμ δεν γνωρίζει ποτέ τι θέλει να είναι και τι θέλει να πει, καταλήγοντας να περνάει κινηματογραφικές ημέρες/μήνες πανικοβλημένο για να φτάσει σε κάτι πιο ζουμερό που ποτέ δεν έρχεται.

Προς τιμήν της, η Kidman, κινηματογραφημένη με το μαλακότερο της εστίασης και το ηλιόλουστο του φωτισμού, παίζει την Grace όσο κούφια και όσο κραυγαλέα απαιτεί το υλικό. Έχει ως στόχο να διοχετεύσει ηρεμία εν μέσω πόνου, αλλά τα κλισέ λόγια και όλα όσα αναφέραμε τη μετατρέπουν σε ένα διάτρητο αρχέτυπο. Χωρίς καμία ουσία πίσω από τις ενέργειες ή συναίσθημα πίσω από τα μάτια. Κρίμα, γιατί είτε ως βιογραφική ταινία, είτε ως ένα καλλιτεχνικό δράμα, το «Γκρέις του Μονακό» χάνει την ευκαιρία να αποτίνει φόρο τιμής σε έναν θρύλο και καταλήγει μια ταινία πλούσια σε εμφάνιση, αλλά άδεια σε περιεχόμενο.

Asterix: Le Domaine des Dieux [3/5]

Μετά από τέσσερις live-action ταινίες και αρκετές άλλες κινουμένων σχεδίων, το πιο αγαπημένο κόμικς των Γάλλων -και όχι μόνο- επανέρχεται στον κινηματογράφο ανανεωμένο και στο κλίμα της εποχής.

Βασισμένο στον κλασσικό πλέον 17ο τόμο της σειράς των Goscinny και Uderzo, το «Asterix: Η Κατοικία των Θεών» προκειμένου να αποτελέσει θέλγητρο για τους θεατές όλου του κόσμου έπρεπε να αντιμετωπίσει τον νεωτερισμό. Και ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να το επιτύχεις αυτό; Μα φυσικά το να προσαρμόσεις το κινούμενο σχέδιο στη σύγχρονη τεχνική του 3D. Προσλαμβάνοντας τον Louis Clichy (animator του Ψηλά στον Ουρανό και του Γουόλ-Υ) και τοποθετώντας τον στη μία από τις σκηνοθετικές καρέκλες, το οπτικό αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερο. Η εικόνα είναι πολύχρωμη και φωτεινή, οι αλλαγές μεταξύ ήρεμων και πολύ ρυθμικών σκηνών γίνονται χωρίς να κουράζουν το μάτι, και το καλύτερο η τελειότητα του σκίτσου, η ομοιότητα με τους χαρακτήρες στο χαρτί είναι μοναδική και γενικώς η καρτουνίστικη αισθητική αυτού του Αστερίξ είναι κάτι το εξαιρετικό.

Πέρα από την εντέλεια των τεχνικών πτυχών, το άλλο μισό του σκηνοθετικού διδύμου τα καταφέρνει εξίσου καλά. Υπεύθυνος του σεναρίου και των διαλόγων, ο Alexandre Astier καταφέρνει να παραμείνει πιστός στην ατμόσφαιρα, αλλά και στην ιστορία του κόμικ. Παρόλο που το άλμπουμ κυκλοφόρησε το 1971, ο Astier εκμεταλλεύεται τα ακόμα επίκαιρα ζητήματά του διατηρώντας την κοινωνική σάτιρα και υπογραμμίζοντας την εξάρτηση των λαών από την οικονομία και τη γη, αλλά και τις συνέπειες της νεωτερικότητας για το περιβάλλον. Δεν ξεχνάει πότε όμως ότι αυτό που βλέπουμε είναι Αστερίξ. Και η μαγεία του Αστερίξ είναι οι ξεκαρδιστικές συναντήσεις με τους Ρωμαίους, ο Ιντεφίξ, οι καυγάδες του χωριού και πολλά άλλα τα οποία δίνουν εδώ το παρόν και αποτελούν πηγή άφθονου γέλιου.

Συνοψίζοντας, αυτός ο Αστερίξ με μια πληθώρα κινηματογραφικών αναφορών, έναν γρήγορο ρυθμό που δεν κουράζει τον θεατή και μια εξαιρετικής ποιότητας εικόνα είναι μια αστεία και ουσιαστική ταινία, την οποία θα απολαύσουν παιδιά κι ενήλικες.

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

The Hobbit: The Battle of the Five Armies [3/5]

Έξι ταινίες και δυο δεκαετίες μετά (μαζί με τα γυρίσματα) ένα είναι το συμπέρασμα: κανένας σκηνοθέτης δεν έχει περάσει τόσο πολύ χρόνο σε ένα κουαρτέτο βιβλίων των οποίων οι επιπτώσεις της μεταφοράς τους στο σινεμά, καλές ή κακές, είναι αναμφισβήτητες και δεν μπορούν να υποτιμηθούν. Το τέλος αυτής της τεράστιας προσπάθειας του Peter Jackson έφτασε, φέρνοντας τον σκηνοθέτη αντιμέτωπο με τον κόσμο της Mordor ακόμα μια φορά. Αν και δεν επρόκειτο ποτέ να πάρει τα εύσημα του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών», το «Χόμπιτ: Η Μάχη των Πέντε Στρατών» κλείνει αξιοπρεπέστατα, όχι όμως θεαματικά. Το πρόβλημα είναι ότι όλα όσα βλέπουμε τα έχουμε ξαναδεί πολύ καλύτερα και πολύ πιο ουσιαστικά τρεις φορές πριν (και, σε ένα μικρότερο βαθμό, δύο ακόμα φορές στις άλλες ταινίες Hobbit) με σκηνές δράσης που πραγματικά μας συνεπήραν, με χαρακτήρες για τους οποίους νοιαζόμασταν, με μια ιστορία που διέθετε συνοχή και ήταν συναρπαστική.

Το βασικό κομμάτι της πλοκής του Hobbit ήταν το πώς οι νάνοι θα επιστρέψουν στο σπίτι τους και αν θα καταφέρουν να νικήσουν τον δράκο. Άπαξ και έγιναν αυτά δεν υπάρχει τίποτα που να που οδηγεί το φιλμ προς τα εμπρός. Συνεχίζοντας ακριβώς από εκεί που η «Η Ερημιά του Νοσφιστή» έληξε, η μεγαλύτερη αδυναμία της ταινίας είναι ότι, μετά τις πρώτες σκηνές, δεν υπάρχει πλέον άλλη ιστορία που να δικαιολογεί 144 λεπτά διάρκειας. Aν παρακολουθούσαμε την τριλογία back to back, πιθανόν το κόψιμο στα 3 μέρη να λειτουργούσε πολύ καλύτερα, αλλά μετά από ένα διάλειμμα ενός έτους οι αδυναμίες των σεναριογράφων και η έλλειψη ουσίας είναι τραγικά εμφανείς. Το «Χόμπιτ: Η Μάχη των Πέντε Στρατών» σπαταλάει πολύ χρόνο και κάνει μικρά βήματα προς τη μεγάλη αναμέτρηση, παραδίδοντας στο τέλος την απαραίτητη δράση σε ωραίες τοποθεσίες, αλλά όλη η σύγκρουση μοιάζει βεβιασμένη και το διακύβευμα δεν φαντάζει τόσο σημαντικό όπως όταν ο βασιλιάς επέστρεψε. Και παρόλο που αναγνωρίζω την ικανότητα του Jackson να διηγηθεί μια επική ιστορία, αναρωτιέμαι αν είναι άραγε τυχαίο το γεγονός ότι το δεύτερο μέρος, το οποίο προήλθε κυρίως από τη φαντασία του Tolkien, ήταν το καλύτερο; Μάλλον όχι.

Η γραφή, θα μου πείτε, δεν ήταν ποτέ το φόρτε της συγκεκριμένης τριλογίας, αλλά ποτέ το σενάριο ενός «Άρχοντα» δεν ήταν τόσο άτσαλο, βαρετό, γεμάτο κλισέ, αφόρητα βαριεστημένους πρωταγωνιστές και λανθασμένες σκηνοθετικές επιλογές. Από την μια, αν αναλύσουμε την σχέση των χαρακτήρων με την ιστορία, περίπου το μισό καστ δεν έχει κανένα λόγο ύπαρξης. Η υπερβολική έμφαση στην άσκοπη κωμική ανακούφιση και η παντελώς ξεκάρφωτη ρομαντική δευτερεύουσα πλοκή δεν οδηγούν πουθενά. Είναι ολοφάνερες επιπόλαιες προσπάθειες του Jackson να καλύψει χρόνο. Από την άλλη, οι φαινομενικά ηλίθιες σκηνές όπως του Legolas (Orlando Bloom) να τρέχει αλά Matrix πάνω στις πέτρες που πέφτουν από την κατάρρευση μιας γέφυρας σε σούπερ slow motion απλά δεν είναι Hobbit. Δεν είναι η ταινία που εγώ και τόσοι άλλοι αγαπούν, αλλά μια ακόμα περιπέτεια γυρισμένη στον αυτόματο πιλότο μπροστά σε γιγαντιαίες πράσινες οθόνες. Ο συνδυασμός των δυο (της απρόσωπης γραφής των χαρακτήρων και της αλά Michael Bay στιγμές σκηνοθεσίας) συνθέτουν ένα σύνολο αρκετά απογοητευτικό.

Προς τι η υψηλή βαθμολογία θα μου πείτε. Επειδή είναι η Μέση Γη. Τα τελευταία λεπτά είναι πολύ καλά εκτελεσμένα και κάθε νήμα της σύνδεσης με τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών», ακόμα κι αν είναι απλώς υπαινιγμοί στο σκορ του Shore, θα σας κάνει να ανατριχιάζετε. Είναι ένα γλυκόπικρο τέλος για τον μυστηριώδη και ονειρικό κόσμο της Μέσης Γης και το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι: Thanks Peter Jackson, it was one hell of an adventure!!

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

Exodus: Gods and Kings [2/5]

Οι βιβλικές ιστορίες ήταν ένα βασικό κινηματογραφικό είδος για το Χόλιγουντ τη δεκαετία του 1950 και του 1960. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων πενήντα ετών, με την κινηματογραφική αγορά ολοένα και πιο λαϊκή, η βιβλική ταινία έχει, σε μεγάλο βαθμό, εξαφανιστεί από το mainstream. Είναι, επομένως, ιδιαίτερου ενδιαφέροντος ότι το 2014 έχει δει όχι μία αλλά δύο σημαντικές ταινίες που βασίζονται σε αφηγήσεις της Παλαιάς Διαθήκης, τον «Νώε» του Darren Aronofsky και τώρα το «Η Έξοδος: Θεοί και Βασιλιάδες» του Ridley Scott.

Και μπορεί η χρονική στιγμή να υπαγορεύει ότι θα υπάρξουν συγκρίσεις μεταξύ αυτών των δύο, είναι όμως πολύ διαφορετικές. Το φιλμ του Aronofsky θέλει να είναι περισσότερο ένα έργο σκέψης, ενώ το «Η Έξοδος: Θεοί και Βασιλιάδες» είναι μια επική ταινία, σκηνοθετημένη από έναν σημαντικής κινηματογραφικής σημασίας τύπο, με πρωταγωνιστές μεγάλα ονόματα και με βάση μία από τις πιο μνημειώδης ιστορίες: το ταξίδι του Μωυσή και του λαού του από την Αίγυπτο στην ιερή γη. Με τον DeMille να έχει γυρίσει την, κατά πολλούς, καλύτερη κινηματογραφική μεταφορά της Αγία Γραφής με τις «Δέκα Εντολές», και με τον Scott να έχει σε μεγάλο βαθμό τελειοποιήσει στον 21ο αιώνα το είδος των επικών ταινιών με τον «Μονομάχο», τι καινοτομία μπορούν οι «Θεοί και Βασιλιάδες» πραγματικά να φέρουν στο τραπέζι; Η απάντηση είναι συνήθως η ίδια: όλο και περισσότερο θέαμα με όλο και λιγότερο όραμα.

Φυσικά, είτε πρόκειται για το πρίκουελ του «Alien», είτε για την ιστορία του «Robin Hood», κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την ικανότητα του Scott να σκηνοθετεί όμορφο σινεμά. Και το ίδιο ισχύει και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Έχουμε να κάνουμε με μια ταινία που διεγείρει συνεχώς σε οπτικό επίπεδο, με εντυπωσιακά αξιοθέατα πυκνοκατοικημένων πολιτισμών, καταιγίδες θανάτου και εξαιρετική απεικόνιση των πληγών της Αιγύπτου. Είναι κρίμα, όμως, γιατί όλη αυτή η ομορφιά χαραμίζεται αφού τελικά το βασικό τεστ στο οποίο η «Έξοδος» αποτυγχάνει είναι το «γιατί;». Αν πρόκειται να ξανακάνεις μια ταινία ή να επανεξετάσεις μια ιστορία που έχει ειπωθεί και ξαναειπωθεί πάμπολλες φορές, όπως αυτή του Μωυσή, θα πρέπει να υπάρχει ένας λόγος. Θα πρέπει να υπάρχει κάτι νέο που θέλεις να πεις, μια νέα ιδέα, μια νέα ερμηνεία, ένα νέο σημείο έμφασης.

Παρόλο που υπάρχουν πολλοί τρόποι εξιστόρησης της ιστορίας του Μωυσή, το έργο του Scott δεν μοιάζει να συμβιβάζεται με μια συγκεκριμένη προσέγγιση. Και αυτή η αφήγηση της αβεβαιότητας μπορεί εύκολα να εξηγηθεί αν αναλογιστεί κανείς ότι όχι ένας, ούτε δύο, αλλά τέσσερις σεναριογράφοι -Adam Cooper, Bill Collage, Jeffrey Caine και Steve Zaillian- είναι υπεύθυνοι για αυτό που βλέπεις. Δεν είναι μια ιστορία πίστης, ούτε μια ιστορία ενός λαού. Δεν είναι καν η ιστορία μετατροπής του Μωυσή σε ηγέτη. Μοιάζει να εστιάζει στο να είναι μια ιστορία δύο αδελφών, αλλά ακόμα και τότε δεν επενδύει εντελώς σε αυτήν. Μην ξέροντας λοιπόν τι ιστορία θέλει να πει και αποκλίνοντας από τον στόχο της συνεχώς, χωρίς έμμετρο λόγο ή αιτία, το φιλμ ποτέ δεν συνδέεται πνευματικά ή συναισθηματικά με το κοινό, αφήνοντάς μας παγερά αδιάφορους με αυτό που βλέπουμε.

Όλα τα παραπάνω βέβαια έχουν αντίκτυπο και στους ηθοποιούς, αφού καλούνται να ερμηνεύσουν ρόλους είτε μονοδιάστατους είτε καρτουνίστικους. Οι γυναικείες παρουσίες εξαιρούνται της κριτικής, αφού έχουν ξεκάθαρα υποστηρικτικούς ρόλους (ακόμα και η Sigourney Weaver που ζήτημα είναι να λέει δυο ατάκες) και είναι παντελώς αδιάφορες. Οι άντρες, τώρα, με σαφέστατα πιο μεγάλους ρόλους, δεν τα βγάζουν πέρα καθόλου καλά. Ο John Turturro χάνεται μέσα στα κοστούμια της ταινίας και το έντονο μακιγιάζ. Ο Ben Mendelsohn είναι το βατόμουρο χειρότερου ηθοποιού της χρονιάς σε έναν αμφιβόλου αισθητικής ρόλο που είναι τόσο κακογραμμένος που απορείς. Ο Aaron Paul δεν αναγνωρίζεται, όχι γιατί παίζει τόσο κακά, απλά έχει τόσο ανούσιο ρόλο που τον καταλαβαίνεις στο τέλος όταν επιτέλους μιλάει. Ο Bale όχι μόνο φαίνεται ότι αισθάνεται άβολα στον ρόλο του Μωυσή, είναι επίσης κι απίστευτα βαρετός. Ειλικρινά, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορώ να επισημάνω στην απόδοσή του το οποίο να βρήκα ακόμη και εξ` αποστάσεως ωραίο. Και τέλος, ο Ραμσής του Edgerton φτάνει τελικώς σε μια μανιακή συναισθηματική κορυφή, αλλά για το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας είναι κολλημένος στον ήπιο θυμό.

Εντέλει, μη πρόθυμη να αγγίξει την τρέλα του «Νώε» αλλά και ούτε τόσο θαρραλέα ώστε να παρουσιάσει απλά την κλασική ιστορία του Μωυσή, το «Η Έξοδος: Θεοί και Βασιλιάδες» μοιάζει να προσπαθεί να ευχαριστήσει τους πιστούς και τους μη πιστούς ταυτόχρονα, καταλήγοντας στο τέλος να μην ικανοποιεί κανέναν.

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2014

Dumb and Dumber To [1/5]

Μετά το άκρως απογοητευτικό «Χαμός στη Ζούγκλα» ο Jim Carrey ορκίστηκε ποτέ να μην πρωταγωνιστεί σε σίκουελ ταινίας του, εκτός και αν σεναριακά το πίστευε πολύ. Μετά από αρκετή πίεση από τους σεβαστούς στο κινηματογραφικά δρώμενα (και γιατί όχι θρύλους) Αδερφούς Farrelly, ο Carrey υπέκυψε και υπόγραψε να επαναλάβει το ρόλο του Lloyd Christmas στο «Ηλίθιος και ο Πανηλίθιος Δίο» Διαθέτει όμως αυτή η συνέχεια ένα σενάριο που άξιζε να πιστέψεις σε αυτό; Και το πιο σημαντικό, μπορεί η συγκεκριμένη ιστορία να παράγει κάτι έστω και ελάχιστα ξεκαρδιστικό σε σχέση με την πρώτη ταινία, την οποία πολλοί θεωρούν συμπεριλαμβανομένου και εμένα – ως μια από τις πιο αστείες ταινίες των τελευταίων 20 ετών; Η απάντηση είναι, δυστυχώς, όχι.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της ταινίας είναι το κουραστικό και μονότονο σενάριο της, το οποίο πιστώνεται όχι σε έναν αλλά σε έξι (!!) σεναριογράφους. Χάνοντας παντελώς την ευκαιρία να μας παρουσιάσουν κάτι πραγματικά φρέσκο που θα έκανε την μακρά αναμονή των είκοσι χρόνων πραγματικά να αξίζει, η πλοκή αναλώνεται σε μια υπέρ το δέον ποσότητα χοντροκομμένου χιούμορ. Με τον Jim Carrey και τον Jeff Daniels να προσπαθούν πραγματικά να σώσουν τα άσωστα, η ταινία είναι ένα καταιγισμός από επαναλαμβανόμενα αστεία που αγωνίζονται για να βγάλουν γέλιο. Και το χειρότερο, προσπαθούν τόσο σκληρά να αναπαράγουν το «Ηλίθιος και ο Πανηλίθιος» που αναλώνονται και σε ένα αδέξιο αναμάσημα στιγμών όπως πχ οι σκηνές των ονείρων. Στο πρώτο, οι στιγμές αυτές που αφορούσαν την ονειροπόληση του Lloyd για την Mary Swanson (Lauren Holly) ήταν κωμικά ευφυέστατες. Εδώ οι δυο ονειρικές σκηνές είναι συγκλονιστικά κακές.

Όλα τα παραπάνω οφείλονται στο γεγονός ότι οι συντελεστές του «Ηλίθιος και ο Πανηλίθιος Δίο» δεν είχαν στο μυαλό τους αυτό που έκανε το αρχικό φιλμ τόσο καλό: τους χαρακτήρες. Ο Lloyd και ο Harry μπορεί να ήταν ηλίθιοι και αφελείς, αλλά τουλάχιστον έμοιαζαν σαν πραγματικοί άνθρωποι. Ήταν αστείοι γιατί δεν γνώριζαν το πόσο ασύνδετοι ήταν με την πραγματικότητα. Το χιούμορ προερχόταν από την προσπάθειά τους να κάνουν ό, τι νόμιζαν ότι είναι φυσιολογικό. Αυτή η ταινία το κατέστρεψε αυτό. Εδώ, από τη στιγμή που τους βλέπεις, είναι σαφές ότι δεν είναι πλέον άνθρωποι (να μην παρεξηγηθώ δεν θεωρώ ότι το πρωτότυπο ήταν κάποια μελέτη χαρακτήρων), αλλά στην πραγματικότητα μονοδιάστατες δημιουργίες ενός ανθρώπου. Λίγο-πολύ ενεργούν σαν τρελοί και κάνουν ό, τι οι συγγραφείς θεωρούν ότι θα προκαλέσει γέλιο. Υπάρχουν φυσικά κάποιες αναλαμπές αλλά είναι μόνο αναλαμπές. Σημάδια που σε κάνουν να νοσταλγείς τα 90s.

Όπως είπε κάποτε ο Kirk Lazurus στην «Τροπική Καταιγίδα»: "never go full retard". Δυστυχώς το «Ηλίθιος και ο Πανηλίθιος Δίο» πήγε και το αποτέλεσμα είναι μια ανέμπνευστη και απλά μη-αστεία ταινία. Για να σας δώσω μια ιδέα του πόσο πολύ εξαρτάται από τον προκάτοχό της, οι τίτλοι τέλους αντιπαραθέτουν σκηνές από τις δύο ταινίες. Αυτό που καταφέρνουν όμως είναι να μας κάνουμε να είμαστε πραγματικά ευγνώμονες για το πρωτότυπο και να αντιλαμβανόμαστε το πόσο κακό είναι αυτό που είδαμε.

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2014

Jimmy's Hall [3/5]

Ως μια σοσιαλιστική παραβολή τοποθετημένη τη δεκαετία του 1930 στην αγροτική Ιρλανδία, το «Jimmy`s Hall» δραματοποιεί την ιστορία του πολιτικού ακτιβιστή Jimmy Gralton (Barry Ward), ο οποίος μετά από μία δεκαετία στη Νέα Υόρκη, επιστρέφει στην πατρίδα του. Εκεί αναδομεί την αίθουσα χορού που ο ίδιος είχε δημιουργήσει το 1921 για τους νέους ανθρώπους, ως ένα μέρος μάθησης, συζητήσεων, ανάπτυξης ιδεών καθώς και χορού και διασκέδασης. Όμως, οι ιδέες ελεύθερης σκέψης και τα ιδανικά του Jimmy δεν θα ενστερνιστούν από όλους. Με το ειρηνικό ιρλανδικό περιβάλλον να αποτελεί μια έντονη αντίθεση στα φλογερά πάθη για τις ατομικές ελευθερίες και την ελευθερία του λόγου, η νέα ταινία του Ken Loach μας μεταφέρει στον κόσμο και τη νοοτροπία των κατοίκων της επαρχίας Λίτριμ, όπου η εκκλησία ηγείται ενός ψυχολογικού πολέμου κατά οποιουδήποτε δεν συμμορφώνεται.

Το σενάριο του Paul Laverty παντρεύει ιδανικά τα ιστορικά στοιχεία της ζωής του κομμουνιστή ηγέτη, τα οποία χέρι-χέρι με τη μυθοπλασία και κάποιες από τις προσωπικές απογοητεύσεις και εμπειρίες του Loach ως πολιτικού καλλιτέχνη, συνθέτουν μια άκρως δυνατή κινηματογραφική εμπειρία. Αν και στο παρελθόν ο πεπειραμένος σκηνοθέτης έχει επικριθεί για διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων με σκοπό την προώθηση της δικής του πολιτικής, στην συγκεκριμένη περίπτωση τα επιχειρήματα της ταινίας είναι απολύτως σωστά. Με τους ήρωες να αυτοπροσδιορίζονται ως κομμουνιστές, το «Jimmy`s Hall» διαθέτει μια καθολικά σοσιαλιστική οπτική, παρά μια απευθείας ενασχόληση με τις διάφορες πτυχές και μικρολεπτομέρειες της ιστορίας της αριστεράς. Ασχολείται με ένα αυστηρά εστιασμένο επιχείρημα για συναινετική, κοινόχρηστη διακυβέρνηση που προκύπτει από τους ανθρώπους, σε αντίθεση με το αυταρχικό δόγμα που επιβάλλεται εκ των άνω. Αν υπάρχει έστω και μία σπίθα στην καρδιά σου, τότε δεν θα μπορείς να ξεφύγεις από την αίσθηση της υπερηφάνειας και της ευτυχίας βλέποντας αυτούς τους εργάτες (έστω και προσωρινά) να αποφεύγουν το αυταρχικό κλομπ.

Τοποθετώντας έναν χαρακτήρα με εσωτερικό πλούτο, και όχι έναν δισδιάστατο ακτιβιστή στον κεντρικό ρόλο, ο Loach καταφέρνει όλα τα παραπάνω. Ο Jimmy είναι ένας άνθρωπός που έχει ηττηθεί, έχει ταπεινωθεί και τελικά εξοριστεί από τη χώρα του. Διαθέτει, όμως, παρασέρνοντας κι εμάς, μια πεισματάρικη επιμονή πως ό,τι και να γίνει πρέπει να αγωνιστεί. Ακόμη κι ενάντια σε τιτάνιες στρατιωτικές, πνευματικές και πολιτικές δυνάμεις, θα πρέπει να κάνει ό,τι του λέει η καρδία του. Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει την προσωπική καταστροφή, τον τραυματισμό και την ντροπή. Με αυτό τον τρόπο, οι απογοητεύσεις και η απελπισία που ο χαρακτήρας βιώνει, μέσα από τις μικροσκοπικές στιγμές του θριάμβου, γίνονται πολύ πιο αισθητές στο κοινό, λειτουργώντας υπέροχα και ως μια πολιτική αντιπαράθεση και ως απλή διασκέδαση. Ύστερα από ένα αργό ξεκίνημα, μας κάνει γρήγορα να επενδύσουμε και να ενδιαφερθούμε για αυτούς τους καλογραμμένους χαρακτήρες, οι οποίοι επωφελούνται από τις νατουραλιστικές κι εξαίσιες ερμηνείες του καστ και τη σίγουρη σκηνοθετική μάτια που πάντα βρίσκει την κινηματογραφική ομορφιά.

Λαμβάνοντας αυτά υπόψη, το «Jimmy`s Hall» μπορεί να μην έχει τη συναρπαστική ένταση του «Ο Άνεμος Χορεύει το Κριθάρι», και τα λόγια του ίσως να μην είναι τόσο καυτά που να αγγίζουν τις ψυχές μας, μας εφοδιάζει όμως με ουσιαστικές ερωτήσεις για τους σύνθετους κόσμους της θρησκείας και της πολιτικής. Και αυτό από μόνο του μετατρέπει το νέο πόνημα του Loach σε μια παθιασμένη και κοινωνική συνειδητοποιημένη ταινία που καλό θα ήταν να δείτε.

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

Horrible Bosses 2 [2.5/5]

Θα πω προκαταβολικά ότι ο «Αφεντικά για Σκότωμα 2» είναι ανάμεσα στους ισχυρούς διεκδικητές του τίτλου της καλύτερης καθαρόαιμης κωμωδίας του 2014, για τον απλό λόγο ότι καταφέρνει κάτι που συνήθως τα σίκουελ δεν επιτυγχάνουν: δημιουργεί κάτι φρέσκο χωρίς ποτέ να ξεχνάει τα στοιχεία που το μετέτρεψαν την πρώτη φορά σε επιτυχία. Έχοντας ως γνώμονα αυτό, το φιλμ αποφασίζει να ταρακουνήσει τα πράγματα τοποθετώντας τους τρεις ήρωες του στην αρχή της προσπάθειας ανάπτυξης δικής τους επιχείρησης, ώστε να είναι αφεντικά του εαυτού τους. Χωρίς να αποτελεί έκπληξη, δεν τα καταφέρνουν πολύ καλά, αλλά δεν είναι και τόσο κακοί όσο αυτοί που προσπάθησαν να δολοφονήσουν στην αρχική ταινία. Είναι απλά ανίκανοι ηλίθιοι.

Και μπορεί η παραπάνω μίνι περίληψη να καλύπτει την έκταση του καινούργιου που το «Αφεντικά για Σκότωμα 2» φέρνει στο τραπέζι, ευτυχώς γι` αυτό όμως ο σκηνοθέτης Sean Anders καθιστά το εγχείρημα αρκετό και πλήρως δικαιολογημένο. Μαζί με τον σεναριογράφο του είναι σε θέση να καταλάβουν τι περιμένουν και θέλουν οι θεατές να δουν και πώς αυτό μπορεί, τουλάχιστον, να ταιριάζει με το πρωτότυπο όσον αφορά την ποιότητα. Κάτι που ας πούμε το πολύ πιο επικερδές franchise του «The Hangover» απέτυχε να κάνει επαναλαμβάνοντας τα ίδια και τα ίδια. Αυτό που έκανε την πρώτη ταινία επιτυχία, τόσο κριτικά όσο κι εμπορικά, είναι ο απόλυτος παραλογισμός των over-the-top χαρακτήρων του. Εδώ η χαοτική συναδελφικότητα μεταξύ των τριών πρωταγωνιστών επιστρέφει κι εξακολουθεί να είναι εξωφρενικά διασκεδαστική. Επιπλέον, η ταινία καταφέρνει και ενσωματώνει ξεκαρδιστικά όλους τους δευτεραγωνιστές χωρίς να μοιάζουν παράταιροι, αλλά έχοντας μια σαφή κατεύθυνση και ρόλο μέχρι και το τέλος της.

Με τη δράση πιο συγκεντρωμένη και την έμφαση να δίνεται στο τρίο των ηρώων, οι ηθοποιοί Jason Bateman, Jason Sudelkis και Charlie Day παραδίδουν για ακόμα μία φορά χαρωπά διασκεδαστικές ερμηνείες. Ο Kevin Spacey καταφέρνει να δώσει τον καλύτερο του εαυτό κωμικά, κλέβοντας την παράσταση. Η Jennifer Aniston χτυπά το τζακ ποτ πάλι με την αθυρόστομη ερμηνεία της ως νυμφομανής οδοντίατρος. Ο Jamie Fox ΕΙΝΑΙ ο «Μotherfuckah» Jones. Φυσικά, ο νέος στο καστ Christopher Waltz αν και σε μικρό ρόλο είναι απολαυστικός και ο Chris Pine αποδεικνύει ότι οι κωμικοί ρόλοι τού ταιριάζουν γάντι.

Φυσικά, αν κάτσεις να το πολυσκεφτείς, σαφέστατα το «Αφεντικά για Σκότωμα 2» είναι μια προβληματική ταινία. Πρώτα-πρώτα είναι προβλέψιμη. Όχι τόσο από άποψη αστείων, αλλά από μεριάς κινήτρων. Αν έχεις παρακολουθήσει έστω και μία ταινία εκδίκησης, κατά πάσα πιθανότητα θα πιάσεις από την αρχή πώς θα εξελιχθεί η πλοκή. Ένα άλλο που μπορείς να πεις είναι ότι πετώντας από πάνω της οτιδήποτε σοβαροφανές και κρατώντας και υπερτονίζοντας στοιχεία όπως το vulgar χιούμορ και την ηλιθιότητα των πρωταγωνιστών, η ταινία καταντά (αν και μικρή σε διάρκεια) κάπως κουραστική και επαναλαμβανόμενη. Για να μην μακρηγορώ, όμως, όσοι δεν έμειναν ευχαριστημένοι από το πρώτο μέρος, θα βρουν τη συνέχεια εξίσου μη ελκυστική. Όλοι οι υπόλοιποι θα βρείτε ότι το «Αφεντικά για Σκότωμα 2» δεν είναι ένα ακόμα αχρείαστο σίκουελ όπως θα περιμένατε, αλλά αντ` αυτού μια πολύ πιο χυδαία και πολύ πιο αστεία ταινία. Θα πρέπει να γυριστεί «Αφεντικά για Σκότωμα 3»; Όχι, μάλλον όχι! Αλλά count me in for this one!!!

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Από Έρωτα [0.5/5]

Συμπαθητική περσόνα ο ηθοποιός Θοδωρής Αθερίδης δεν λέω, αλλά ως σκηνοθέτης είναι άλλο ζήτημα. Μπορεί το μια «Μέλισσα τον Αύγουστο» να του βγήκε, αλλά εδώ τα πράγματα δεν λειτουργούν διόλου. Σαφέστατα ξεφεύγει από το new-wave στυλάκι που έχουμε μπαφιάσει να βλέπουμε τελευταία στη χώρα μας, και αυτό είναι μια παρηγοριά, αλλά συνολικά δεν του βγαίνει με τίποτα. Με ένα σενάριο που δεν βγάζει νόημα και μια κινηματογραφική δομή του εναλλάξ στον χρόνο, το «Από Έρωτα» καταντάει ένα κουραστικό, από τα πρώτα κιόλας λεπτά, αισθηματικό δράμα που δεν προσφέρει τίποτα παρά μόνο τη δυνατότητα στον Αθερίδη και την παρέα του να πει ότι γύρισε ακόμα μία ταινία…

Ειλικρινά από όπου και το πιάσεις το έργο, δεν σώνεται με τίποτα. Ερμηνευτικά, το τρίο των πρωταγωνιστών τα πάει πολύ άσχημα. Ερχόμαστε αντιμέτωποι με τη χειρότερη ερμηνεία που έχουμε δει από τη Σμαράγδα Καρύδη! Ο όρος «υπέρ-παίζει» τής πάει γάντι. Γελάει, φωνάζει, κλαίει εκεί που πρέπει, αλλά όχι όσο πρέπει. Από την άλλη, η Παναγιώτα Βλαντή, στον άκρως κακογραμμένο ρόλο της, δεν βλέπεται κάνοντας μια αλλοδαπή που αλλιώς μιλάει στην αρχή, αλλιώς στη μέση κι αλλιώς στο τέλος. Ενώ ο Αθερίδης δεν καταφέρνει ούτε στο ελάχιστο να κάνει τον θεατή να ενδιαφερθεί γι` αυτόν, παραδίδοντας μια ερμηνεία άκρως άνευρη κι οριακά αστεία.

Σεναριακά το πρόβλημα φαίνεται σκηνή-σκηνή! Υπάρχουν σκηνές όπου οι πρωταγωνιστές μάς κοιτάνε και ξεστομίζουν αμίμητες ατάκες τύπου: «άντρες, τρελοί που είστε» και άλλα τέτοια. Σε μια ερωτική, ακούγονται αρλούμπες που περνιούνται για σοβαρές συζητήσεις και βαρύγδουπες δηλώσεις. Αλλού δίνεται ιατρικό φακελάκι για το σημαντικό του πράγματος, ένα κοινωνικό κλισέ που καταλήγει ως μια δραματική ενίσχυση τού τίποτα. Και το απόγειο: το απόφθεγμα της ταινίας είναι ότι όταν χωρίσουν δυο, κάπου γίνεται μια καταστροφή και απελευθερώνεται πολύ ενέργεια. Ένα συμπέρασμα που πέρα από το ότι δεν στέκει, μας το δίνουν οι δυο πρωταγωνιστές κλείνοντας μας κυριολεκτικά το μάτι καθώς πέφτουν οι τίτλοι. Μόνο σε ελληνική ταινία!

Δεν νιώθω ευχάριστα να χαρακτηρίζω μια ταινία με τόσο χαμηλό βαθμό, αλλά όταν ακούς ατάκες όπως το «Μπαμπά αγάπησε εσένα, όταν ο μπαμπάς αγαπάει δαγκώνει», αυτό που βλέπεις δεν έχει συνοχή και προσπαθεί να βγάλει απ` τη μύγα ξίγκι, λυπάμαι αλλά αλλιώς δεν γίνεται…

Ouija [0.5/5]

Παίζοντας με τις σκοτεινές δυνάμεις με τέτοιον στερεότυπο τρόπο ώστε να γίνουν λίγο πολύ σκοτεινές φάρσες, η φρικτή ταινία τρόμου «Ouija: Πίνακας Πνευμάτων» ακολουθεί το «Battleship: Ναυμαχία» στην άβυσσο των φτωχών προσαρμογών επιτραπέζιων παιχνιδιών στη μεγάλη οθόνη. Εκμεταλλευόμενο τον δρόμο που άνοιξαν κάποιες αξιοπρεπείς ταινίες τρόμου των τελευταίων ετών, όπως το «Παγιδευμένη Ψυχή», το «Κάλεσμα» και το «Ο Καθρέφτης της Κολάσεως», το δυσοίωνα ονομαζόμενο «Ouija: Πίνακας Πνευμάτων» θα μπορούσε να είναι μια διασκεδαστική ταινία. Δεν είναι όμως ούτε αυτό!

Κάθε κλισέ του είδους δίνει το παρών, δεν υπάρχει ενέργεια, δεν υπάρχει ατμόσφαιρα, δεν υπάρχει τίποτα. Από τις λίγες ταινίες που μπορείτε άνετα να αντιληφθείτε την προσπάθεια της για χτίσιμο έντασης, αλλά ο ρυθμός είναι τόσο απωθητικός και άθλιος που η όποια πλοκή θρυμματίζεται και σου προκαλεί γέλιο. Ο κεντρικός χαρακτήρας παίρνει τις πιο ηλίθιες αποφάσεις που θα δεις σε ταινία και οι φίλοι της, ακόμα πιο χαζοί, την ακολουθούν στα τυφλά. Δεν υπάρχουν πουθενά γονείς (είναι λες και φύτρωσαν τα παιδιά), αστυνομία, γείτονες, τα κλασσικά. Πραγματικά όμως είναι όλα τόσο κούφια εδώ που θα πιάσεις τον εαυτό σου να χαχανίζει σε ολόκληρη τη διάρκεια και να ανασαίνει με ανακούφιση βλέποντας τους ήρωες να πεθαίνουν, ξέροντας ότι έρχονται ολοένα και πιο κοντά οι τίτλοι τέλους. Το πιο λυπηρό είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος του καστ πραγματικά προσπαθεί να είναι της προκοπής, παρά τους κακογραμμένους ρόλους τους, αλλά τι να το κάνεις.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα από όλα όμως είναι ότι μιλάμε για ένα μη-τρομακτικό έργο. Δεν είναι, έστω, περιστασιακά εντυπωσιακό. Οι περισσότεροι από τους φόβους προέρχονται από δυνατούς ήχους, οπτικά τρικ και φθηνούς εντυπωσιασμούς που αν δεν τους είχαμε δει τόσες πολλές φορές στο παρελθόν (σε πολύ καλύτερα θρίλερ), μπορεί να μας προκαλούσαν κάποιες νέες συγκινήσεις. Για να φανταστείτε, παρά τις υπερφυσικές δυνάμεις των φαντασμάτων και των δαιμόνων που είχαν στη διάθεση τους, οι συντελεστές δεν κατάφεραν ούτε να καταλήξουν σε δημιουργικούς τρόπους θανάτων. Κάθε ένας έχει το ίδιο ραμμένο στόμα, λευκά μάτια και πουφ πεθαίνει. Από ένα σημείο και μετά, θα εύχεσαι να μπορούσες να έχεις και εσύ τα μάτια σου ραμμένα κλειστά…

Ειλικρινά δυσκολεύομαι να γράψω μια πρόταση που δεν θα περιέχει τη λέξη «σκουπίδι» για να περιγράψω αυτό που θα παρακολουθήσετε. Μιλάμε για μια αξιολύπητη δικαιολογία υπό τη μορφή ταινίας. Καλύτερα να πάτε να παίξετε με έναν πραγματικό πίνακα Ouija, παρά να παρακολουθήσετε αυτό το χάλι.

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Fury [3.5/5]

Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος David Ayer, υπεύθυνος για την «Περιπολία» του 2012, επιστρέφει στα κινηματογραφικά δρώμενα με μια ισχυρή και υπαρξιακή πολεμική ταινία τοποθετημένη κατά τη διάρκεια του Β` Παγκοσμίου Πολέμου. Πρωταγωνιστής ο Brad Pitt ως ο αμερικανός επιλοχίας Don `Wardaddy` Collier που, στη δύση του πολέμου, οδηγεί το πλήρωμα του τανκ του, τον αφοσιωμένο Boyd (Shia LaBeouf), τον Trini (Michael Pena), τον Grady (Jon Bernthal) και τον πρωτάρη Norman (Logan Lerman), σε μια ολοένα και πιο επικίνδυνη αποστολή.

Με την πλοκή να ακούγεται συνηθισμένη, αυτό που κάνει το «Fury» να ξεχωρίζει από το μεγαλύτερο μέρος των σύγχρονων ταινιών πολέμου, είναι η αφοσίωση του στον γκροτέσκο απόηχο των εχθροπραξιών. Το κορυφαία φροντισμένο πολεμικό δράμα του Ayer, ειδικά στο πρώτο μισό, μας αποκαλύπτει με ποικίλους τρόπους την αποτρόπαια εκκαθάριση του πεδίου της μάχης. Πτώματα και διαμελισμένα μέλη θάβονται και καίγονται, τα σωθικά ενός στρατιώτη καθαρίζονται από το τανκ και σε μια τρομακτική, αξέχαστη σκηνή, ένας ισοπεδωμένος άνθρωπος κείτεται σε έναν λασπωμένο δρόμο. Αυτές οι σοκαριστικές λεπτομέρειες, που σπανίως τις βλέπουμε σε σοβαρές χολιγουντιανές ταινίες, καθιερώνουν το «Fury» ως ένα γενναίο κι έντονα γειωμένο έργο και προσωποποιούν το ίδιο του το θέμα: αυτό δεν είναι πόλεμος, είναι οργανωμένη δολοφονία.

Αυτή, όμως, είναι η μία πλευρά του έργου. Αν και η σύνθεση του είναι μεγάλης κλίμακας, ο Ayer, σαν να γυρίζει θρίλερ, κρατά τα πράγματα κλειστοφοβικά αναγκάζοντας μας να αντιλαμβανόμαστε το τι γίνεται σαν να ήμασταν κυριολεκτικά μέσα στο τανκ. Γνωρίζουμε μόνο όσα γνωρίζουν οι πρωταγωνιστές και η επίδραση αυτού είναι τρομακτική και ισχυρή. Το «Fury» είναι, αναμενόμενα, και μια συναρπαστική ταινία δράσης με φοβερές σκηνές πολέμου, εκρήξεις και πυροβολισμούς, που στον πυρήνα του κρύβει ένα μη συναισθηματικό και μη πατριωτικό (είναι σχεδόν άνευ ιδεολογίας, εκτός από το ότι οι πρωταγωνιστές μας είναι Αμερικανοί που θέλουν να σκοτώσουν τους ναζί ή να σκοτωθούν) πορτρέτο του ανδρικού δεσίματος κάτω από τις πιο ακραίες συνθήκες. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, υπάρχει και μια περίεργη σκηνή στην οποία η δράση σταματά και αυτό που παρακολουθούμε μετατρέπεται σε δράμα, υπογραμμίζοντας τη φευγαλέα φύση των σχέσεων στις τραγικές συνθήκες του πολέμου.

Η ταινία, φυσικά, δεν είναι χωρίς τις ατέλειες της. Η μεγαλύτερη κριτική που μπορείς να της κάνεις επικεντρώνεται αναμφισβήτητα στο αφηγηματικό κομμάτι. Σαφέστατα και δεν υπάρχει συνοχή στην εξέλιξη της, υπάρχουν αδιαμφισβήτητα κάποια κλισέ στη διάρκεια της, ενώ το τέλος της, εγκαταλείποντας την έννοια του ρεαλισμού και αναλωμένο σε υπερβολικούς ηρωισμούς, φαντάζει περιττό. Ωστόσο, ο αντίκτυπος της συναισθηματικά είναι τεράστιος. Ο Ayer δεν θέλει να προσφέρει εύκολες απαντήσεις ή μια βολική ιστορία. Θέλει απλά να βιώσουμε τις θυσίες που κάνουν τα γενναία παλικάρια του και να κατανοήσουμε το σωματικό και ψυχικό τίμημα που τους προκάλεσε ο πόλεμος. Αυτή η αναζωογονητικά μοναδική και χωρίς συμβιβασμούς οπτική, σε συνδυασμό με το άψογο καστ και την παθιασμένη σκηνοθεσία, μετατρέπει το «Fury» σε μια από τις πιο δυνατές ταινίες της χρονιάς.

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

Belle [3/5]

Αντίθετα με τη σωματική κακοποίηση που απεικονίζεται στο «12 Χρόνια Σκλάβος», αυτή η 18ου αιώνα ιστορία αντιμετωπίζει τα θέματα των φυλετικών διακρίσεων, της δουλείας και της κοινωνικής τάξης μέσα από το πρίσμα των νόμων, της ηθικής και των αποδεκτά κοινωνικών πρακτικών, σε μια εποχή που οι γυναίκες θεωρούνταν τα υπάρχοντα των ανδρών.

Βοηθούμενο από το ξεχωριστής ομορφιάς σκορ της Rachel Portman, το έργο της Amma Asante είναι μια απολαυστική ταινία εποχής εμπλουτισμένη με στοιχεία ρομαντικά, ενηλικίωσης και προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, το σενάριο της Misan Sagay υφαίνει μια πλούσια και σύνθετη αφήγηση που διερευνά τα δεινά μιας παράνομης νεαρής έγχρωμης γυναίκας, της οποίας ολόκληρη η ύπαρξη είναι μια αντίφαση.

Με την πραγματική βάση της ιστορίας να εξελίσσει ομαλά την πολυπλοκότητα του θέματος, η Asante ελέγχει την ένταση σε όλη την ταινία, προσθέτει έρωτες, ίντριγκες, κληρονομιές και σχόλια που κινούν το ενδιαφέρον του θεατή, χωρίς ποτέ όμως να ξεχνά το πολιτικά και ιστορικά σημαντικό σκηνικό της. Διατηρεί την εστίαση στην πρωταγωνίστρια χωρίς ποτέ να τη διαχωρίζει από την ευρύτερη εικόνα της κοινωνικο-πολιτικής ζωής γύρω της. Και είναι χάρη στη σταθερή σκηνοθεσία της που όλα τα διαφορετικά σκέλη ενώνονται σε μια απόλυτη ομοιομορφία, οδηγώντας το φιλμ σε μια συγκινητική κι άκρως δυνατή κατάληξη.

Τα όποια κενά της πλοκής (σαφέστατα υπάρχουν) καλύπτουν οι υπέροχες ερμηνείες. Με επικεφαλής την πολλά υποσχόμενη νεαρή ηθοποιό Gugu Mbatha-Raw, η οποία χωρίς αμφιβολία είναι η καρδιά και η ψυχή της «Belle», όλοι οι υπόλοιποι ηθοποιοί συνθέτουν ένα ταλαντούχο καστ, το οποίο είτε μιλάμε για νέα ταλέντα είτε για στιβαρά ερμηνευτικά ονόματα, όλοι τους διαπρέπουν.

Συνδυάζοντας την ατμόσφαιρα της εποχής, που προσφέρει ο εξαιρετικός σχεδιασμός παραγωγής, και την ανάδειξη της σκληρότητας των δομών του 18ου αιώνα σε θέματα ρατσισμού και σεξισμού, το «Belle» είναι μια αναμφισβήτητα σημαντική ταινία που προτείνεται ανεπιφύλακτα.

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Kill the Messenger [3/5]

Ο «Αγγελιοφόρος Πρέπει να Πεθάνει» είναι μια έντονη ταινία που εξιστορεί ένα ζωτικής σημασίας τμήμα της Ιστορίας. Βασισμένο στη ζωή του δημοσιογράφου Gary Webb, το έργο αφηγείται την ολοκληρωτική αλλαγή που του συνέβη όταν δημοσίευσε ένα άκρως αμφιλεγόμενο άρθρο. Με ισχυρές ερμηνείες από το καστ και μια σαφή εστίαση από τον σκηνοθέτη, αυτός ο «αγγελιοφόρος», αν κι επισφαλής σε μερικά σημεία, προσφέρει συνολικά μια άκρως ενδιαφέρουσα κι ελκυστική για τον θεατή ματιά στη ζωή αυτού του ανθρώπου.

Ο σκηνοθέτης Michael Cuesta, υπεύθυνος για τη σκηνοθεσία πολλών επεισοδίων αναγνωρισμένων σειρών («Six Feet Under», «Dexter», «Homeland»), και ο σεναριογράφος Peter Landesman κάνουν εξαιρετική δουλειά «φουλάροντας» με ίντριγκα και σασπένς τον αγώνα του Webb να ανακαλύψει αδυσώπητα την αλήθεια και δημιουργούν ένα καθηλωτικό πρώτο μέρος. Όσο συναρπαστικό όμως κι αν είναι το πρώτο μισό, από ένα σημείο και μετά η ταινία μοιάζει να χάνει σταδιακά τον ρυθμό της. Διαθέτοντας μια άσκοπα ασταθή αφήγηση, ο Cuesta κι ο Landesman σηκώνουν τα χέρια τους από το τιμόνι και το αφήνουν στον αυτόματο πιλότο, κάνοντας μας να μη μιλάμε ποτέ για κάτι πρωτότυπο ή κινηματογραφικά μοντέρνο. Παρόλα αυτά, ακόμα και στο ισχνό αυτό δεύτερο μέρος, οι δυο τους καταφέρνουν και διατηρούν καθ` όλη τη διάρκεια έναν σαφή στόχο για το τι θέλουν το φιλμ τους να είναι, με αποτέλεσμα η πλειοψηφία του έργου να μοιάζει αρκετά συνεκτική αφήνοντας το κοινό να κατανοήσει τους χαρακτήρες χωρίς να χάνει την ένταση και τη δράση αυτού που ουσιαστικά διαπραγματεύεται το φιλμ: το λαθρεμπόριο κοκαΐνης.

Σε αυτό φυσικά βοηθάει και το επίπεδο των ερμηνειών με μπροστάρη τον Jeremy Renner. Το πορτρέτο του Gary Webb είναι μια επίμονη και ζωντανή μελέτη του ιδεαλισμού στον αγώνα για την αποκάλυψη της διαφθοράς. Διατηρώντας αποτελεσματικά τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο να είναι δίκαιος και ενάρετος, η ερμηνεία του Renner αποτελεί το μεγάλο ατού ολόκληρου του φιλμ. Όλο το υπόλοιπο διάσημο υποστηρικτικό καστ (Mary Elizabeth Winstead, Oliver Platt, Barry Pepper, Michael Sheen) είναι εξίσου υπέροχο. Λίγο περισσότερο ξεχωρίζουν η Rosemarie DeWitt ως σύζυγος του Webb, ο Andy Garcia ως ο Norwin Meneses και ο Lucas Hedges ως ο γιος του Webb.

Συμπερασματικά, ο «Αγγελιοφόρος Πρέπει να Πεθάνει» είναι ένα σταθερά διασκεδαστικό και περιστασιακά συναρπαστικό έργο. Αφήνοντας όμως όλα τα παραπάνω στην άκρη, ένας πρέπει να επιλέξει να το δει για δύο λόγους. Πρώτον γιατί ρίχνει πολυπόθητο φως σε ένα σκοτεινό κεφάλαιο της πρόσφατης αμερικανικής ιστορίας και δεύτερον γιατί δικαιώνει τη δουλειά και τη ζωή του Gary Webb ως δημοσιογράφου. Κι αυτοί είναι δύο πολύ άξιοι λόγοι. 

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

Interstellar [3.5/5]


Συγκλονιστικό, επικό, ευφυές, λαμπρό, όμορφο, θαυμαστό, φανταστικό, επιτηδευμένο, μακρύ και παράλογο. Αυτές είναι μόνο λίγες από τις λέξεις που θα γραφτούν σε κριτικές για το πρώτο -μετά τον «Σκοτεινό Ιππότη»- έργο του Christopher Nolan. Μια ταινία που θα διαιρέσει το κοινό και τους κριτικούς και θα αποτελέσει πόλο έλξης τόσο για επαίνους, όσο και για αποδοκιμασίες. Κάτι απόλυτα φυσικό αφού ερχόμαστε αντιμέτωποι με έναν Nolan στα καλύτερά του, αλλά και στα εξοργιστικά χειρότερά του.

Η ιστορία της ταινίας είναι η εξής: στο εγγύς μέλλον, η ανθρωπότητα πνέει τα λοίσθια. Συγκλονισμένοι και όχι καλά προετοιμασμένοι για μια τέτοια καταστροφή, οι άνθρωποι προσπαθούν, κυρίως ως αγρότες, να επιβιώσουν σε έναν κόσμο βυθισμένο στη σκόνη. Ο Cooper (Matthew McConaughey) είναι ένας πρώην πιλότος της NASA, του οποίου η ευκαιρία για διαστημικά ταξίδια εξαφανίστηκε μαζί με την ελπίδα για το μέλλον της Γης. Μια τυχαία ανακάλυψη μιας ομάδας εξερευνητών, όμως, τον πείθει να πάρει την απόφαση και να ξεκινήσει, χάρη σε μία μυστήρια «σκουληκότρυπα», ένα διαγαλαξιακό ταξίδι προκειμένου να ανακαλύψει έναν κατοικήσιμο πλανήτη. Έχοντας επίγνωση των διακυβευμάτων της αποστολής, αφήνει πίσω την κόρη του, Murphy (Mackenzie Foy), και τον γιο του, Tom (Thimothee Chalamet).

Αυτή η επική πλοκή επιστημονικής φαντασίας είναι κοινή στη λογοτεχνία, αλλά λίγοι κινηματογραφιστές έχουν την αυτοπεποίθηση να γυρίσουν μια κινηματογραφική εκδοχή, ειδικά όταν το μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης βασίζεται, σε έναν μεγάλο βαθμό, σε επιστημονικές έρευνες στον τομέα της κβαντικής μηχανικής. Ωστόσο, ο Christopher Nolan αρπάζει το υλικό από τον λαιμό και αρνείται σταθερά να το αφήσει, υποθέτοντας (πολύ σωστά) ότι το κοινό του θέλει να μάθει περισσότερα για την επιστήμη πίσω από την ταινία και πιστεύοντας (πάλι πολύ σωστά) ότι εκθέτοντάς τους σε αυτήν, θα καταφέρει να τους δώσει εξηγήσεις και πληροφορίες μεταδίδοντας τους παράλληλα το όραμα του.

Τοποθετώντας επιδέξια την πρώτη πράξη στη Γη, ο Nolan διευκρινίζει τι διακυβεύεται για τους χαρακτήρες και παράλληλα σχολιάζει τη μέχρι τώρα πορεία του ανθρώπινου γένους πάνω σε αυτό τον πλανήτη. Με σαφέστατη τη θέλησή του για εξερεύνηση και μάθηση, προκαλεί τον θεατή να σκεφτεί ότι αν περάσει λίγο περισσότερο χρόνο κοιτάζοντας τα αστέρια και λίγο λιγότερο χρόνο επικεντρωμένος στον εαυτό του ή σε κάποια διασημότητα, θα μπορούσε να επιτύχει πολλά. Με αυτό τον τρόπο, από το πρώτο κιόλας λεπτό, το «Interstellar» τολμά να σταθεί πάνω από όλες τις άλλες υπερπαραγωγές και να διακηρύξει ότι υπάρχουν περισσότερα στη ζωή απ` όσα το μέσο μπλοκ-μπάστερ παρέχει.

Μόλις οι ήρωες αναχωρήσουν, μεταφερόμαστε συγκλονιστικά στο διάστημα. Με την αξία της οικογένειας να έχει τον πρώτο λόγο, ο Nolan μάς ταξιδεύει σε διαφορετικούς πλανήτες και εμείς μαζί του βλέπουμε πώς η επιστήμη και η φυσική επηρεάζουν τα πάντα. Κάπου ανάμεσα στα παγωμένα σύννεφα και τα τεράστια κύματα, αντιλαμβανόμαστε ότι αυτό που παρακολουθούμε είναι το απόλυτο μεγαλείο. Είναι το αποτέλεσμα της αμετρίαστης δημιουργικότητας ενός ανθρώπου συνδυαστικά με τις γνώσεις ενός άλλου. Το γεγονός ότι ο Nolan έφερε για βοήθεια τον θεωρητικό φυσικό Kip Thorne λέει πολλά για τη δέσμευσή του να παρουσιάσει μια σωστή, από όλες τις πλευρές, ιστορία επιστημονικής φαντασίας. Εμβαθύνοντας περισσότερο στην πλοκή (το σενάριο είναι γραμμένο από τον Nolan και τον συχνό συνεργάτη του και αδελφό του, Jonathan), θα απαιτούσε την αποκάλυψη πολλών spoiler που δεν είμαι διατεθειμένος να κάνω. Ας πούμε όμως ότι όλα όσα συμβαίνουν στην υπόλοιπη ταινία, είναι μια πράξη εξισορρόπησης ανάμεσα στην προσωπική, συναισθηματική και οικεία ιστορία του Cooper με την οικογένεια του, σε συνδυασμό με την πιο πολύπλοκη sci-fi ταινία που θα δείτε ποτέ.

Δυστυχώς, όμως, και καθώς πλησιάζουμε στο τέλος του έργου, η ταινία αρχίζει (αναπόφευκτα;) να υστερεί δεδομένης της θεματολογία της. Με τον Nolan να είναι, κατά πάσα πιθανότητα, ανάμεσα σε μια χούφτα σκηνοθετών που έχουν το ελεύθερο να κάνουν ό,τι θέλουν με την ελάχιστη παρέμβαση των στούντιο, η επίλυση του «Interstellar» μοιάζει εντελώς «εκτός». Δεδομένου ότι όλα όσα έχουν προηγηθεί σου κόβουν κυριολεκτικά την ανάσα, ένα τέτοιο τέλος είναι κάπως παράξενο. Βασιζόμενο σε πολλές σεναριακές ευκολίες, η αφήγηση ζητά από τον θεατή να κάνει τα «στραβά μάτια» σε πάρα πολλά πράγματα και να δεχτεί όλα όσα συμβαίνουν χωρίς πολλές ερωτήσεις. Κάτι που φυσικά έρχεται σε σύγκρουση με τις επιστημονικά θεμελιωμένες προηγούμενες ώρες της ταινίας. Ακόμα όμως κι αν δεχτούμε όλες αυτές τις «βολικές» στιγμές της πλοκής, τίποτα δεν συγχωρεί το απίστευτα γλυκανάλατο, αλλά κι άτολμο «the end».

Τεχνικά, το φιλμ διαπρέπει εκατό τοις εκατό. Ο εικονολήπτης Hotye van Hoytema («Δικός της») και ο σχεδιαστής παραγωγής Nathan Crowley («Ο Σκοτεινός Ιππότης: Η Επιστροφή») κάνουν κάτι παραπάνω από εξαιρετική δουλειά στη δημιουργία και την κινηματογράφηση της κατεστραμμένης στο μέλλον Γης, του σύμπαντος αλλά και όλων των πλανητών που οι πρωταγωνιστές μας επισκέπτονται. Παρέχοντας ένα στοιχείο αυθεντικότητας σε κάθε εξωτικό και μη περιβάλλον, το αποτέλεσμα είναι τόσο καθηλωτικό που θα νιώσετε ότι περνάτε όντως μέσα από «σκουληκότρυπα» ή βυθίζεστε σε μια μαύρη τρύπα. Φυσικά, ο Nolan, όντας σκηνοθέτης που θέλει να κάνει ό,τι πιο φιλόδοξο μπορεί σε οποιοδήποτε είδος ταινίας, εδώ είναι στα καλύτερα του.

Σε επίπεδο ερμηνειών, ο McConaughey, συνεχίζοντας το σερί της ανανεωμένης καριέρας του, είναι για ακόμη μία φορά εξαιρετικός. Συνδυάζοντας μοναδικά τη θλίψη, την αποφασιστικότητα και την έμφυτη αξιοπρέπεια του χαρακτήρα του, ο ηθοποιός είναι η ουσία και ο πυρήνας του «Interstellar». Δίπλα του η Anne Hathaway. Νομίζοντας αρχικά ότι είναι το θύμα ενός κακογραμμένου ρόλου, καθώς η αφήγηση εξελίσσεται και ο χαρακτήρας της έρχεται αντιμέτωπος με τις αποκαλύψεις που τον αφορούν, η ηθοποιός ξεδιπλώνεται δραματικά με τέτοιο τρόπο που -σχεδόν- κλέβει την παράσταση από τους συμπρωταγωνιστές της. Καθόλου μικρό κατόρθωμα. Τέλος, η Chastain, υπερβαίνοντας τους περιορισμούς του ρόλου της, μοιάζει φαινομενικά ανίκανη για κακή ερμηνεία.

Όλα τα παραπάνω, βεβαίως, αρνητικά και θετικά, φαίνονται ασήμαντα για μια παραγωγή αυτού του βεληνεκούς. Το «Interstellar» είναι μια ταινία που θέλει να σε κάνει να σκεφτείς, να κατανοήσεις τον κόσμο γύρω σου και να σου δώσει να καταλάβεις ότι πρέπει να τολμάς να ονειρεύεσαι. Μερικές φορές, αυτό είναι το μόνο που μια ταινία πρέπει να κάνει.

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2014

The Drop [2.5/5]

Η «Συγκάλυψη» είναι μια ταινία που όλα τα θετικά επίθετα που τη χαρακτηρίζουν συνοδεύονται και από το επίρρημα «σχεδόν». Είναι ένα σχεδόν συναρπαστικό γκανγκστερικό θρίλερ. Είναι μια σχεδόν όμορφη ιστορία αγάπης. Και το σημαντικότερο, είναι μια σχεδόν καλή ταινία.

Γραμμένη από τον Dennis Lehane και σκηνοθετημένη από τον βέλγο Michael R. Roskam, του οποίου το σκηνοθετικό ντεμπούτο («Το Αγρίμι») ήταν υποψήφιο για Όσκαρ, η ταινία, ίσως λόγω του ότι είναι βασισμένη σε μια μικρή ιστορία του ίδιου του Lehane («Animal Rescue»), είναι κατά κάποιον τρόπο τόσο καλή όσο και κακή. Από τη μία έχουμε να κάνουμε με ένα σκηνοθετικά σφιχτοδεμένο και συμπαγές φιλμ μέσα στο οποίο ο Tom Hardy αποδεικνύει πόσο καλός ηθοποιός είναι, από την άλλη όμως τα κίνητρα των χαρακτήρων και οι καταστάσεις που διαδραματίζονται μοιάζουν γνώριμα. Με την υπόθεση από μόνη της να είναι μια σύνθετη ιστορία για απλούς ανθρώπους, το έργο μοιάζει να καταπιάνεται με πολλά περισσότερα απ` όσα μπορεί να διαχειριστεί. Τα πρώτα λεπτά του βομβαρδίζονται και κινούνται από τη μία δευτερεύουσα πλοκή στην άλλη, συμπεριλαμβανόμενου κι ενός παλιού από δεκαετίας μυστηρίου, με αποτέλεσμα η ουσιαστική πλοκή να απαιτεί άπειρο χρόνο μέχρι να πάρει μπρος.

Ο Roskam, χωρίς να έχει πολλές εμπειρίες, δεν είναι αυτός που πρέπει να κατηγορηθεί πλήρως. Σκηνοθετικά υπογράφει ένα ατμοσφαιρικό έργο, γεμάτο με κακοποιούς οι οποίοι δεσπόζουν στην οθόνη και αντι-ήρωες που μας κάνουν να αναρωτιόμαστε γιατί τους αγαπάμε. Κινηματογραφεί την ταινία χρησιμοποιώντας απαλούς τόνους και φωτισμό, καταφέρνοντας να δημιουργήσει μια τεταμένη ατμόσφαιρα. Το μεγαλύτερο επίτευγμα του όμως είναι ότι, παρά το ήρεμο της ιστορίας, από ένα σημείο και μετά καταφέρνει να διατηρήσει προσηλωμένο τον θεατή κάνοντάς τον να μην είναι πολύ σίγουρος αν κάτι φρικτό καραδοκεί. Το μεγαλύτερο σοκ και ίσως απογοήτευση είναι το σενάριο της ταινίας. Ο άνθρωπος που αποτέλεσε την αρχική πηγή ταινιών όπως το «Χωρίς Ίχνη», «Το Νησί των Καταραμένων» και «Σκοτεινό Ποτάμι», καθισμένος ο ίδιος στο τιμόνι του σεναριογράφου, παραδίδει κάτι απόλυτα τετριμμένο. Σαφέστατα και υπάρχουν μερικές ανατροπές στην πορεία του έργου, αλλά τίποτα που να μην έχουμε ξαναδεί ή να μην περιμένουμε. Το υποκρυπτόμενο θέμα της ταινίας ότι τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται, η ιδέα περί μοναχικότητας, ακόμα και η ιστορία αγάπης μοιάζουν λίγο πολύ προαποφασισμένα και προβλέψιμα.

Είναι λοιπόν το σενάριο που κάνει το φιλμ να κινείται αργά και με προσπάθεια, όταν θα έπρεπε να πάλλεται με μεταδοτική ενέργεια δεδομένων της σίγουρης σκηνοθεσίας και του καστ που διαθέτει. Σε επίπεδο ερμηνειών, τα λόγια για τον Tom Hardy είναι περιττά. Αποδεικνύει για ακόμη μία φορά πόσο ηθοποιάρα είναι. Ο Gandolfini, αν και καλός, παίζει έναν ρόλο που θα μπορούσε να ερμηνεύσει με κλειστά μάτια. Η Rapace δεν έχει πολλά να κάνει, ο Schoenaerts, ο οποίος πρωταγωνιστούσε και στο «Αγρίμι» του Roskam, διαθέτει και παρέχει το απαραίτητο επίπεδο απειλής στην ταινία και είναι εξαιρετικός στον ρόλο του ανισόρροπου Eric. Όλοι οι υπόλοιποι δεν είναι άξιοι αναφοράς, μια και οι χαρακτήρες τους δεν αναπτύσσονται σχεδόν καθόλου.

Εντέλει, η «Συγκάλυψη», αν κι ανεπαρκής, δεν μπορεί να πει κανείς πως είναι κακή. Είναι μια ενδιαφέρουσα ταινία με ένα δυναμικό καστ, αξιέπαινη σκηνοθεσία κι ένα μάλλον απογοητευτικό σενάριο. Σίγουρα αξίζει να τη δει κανείς, αλλά είναι μια ταινία από εκείνες τις οποίες θα ξεχάσετε μέχρις ότου τη βρείτε σε έκπτωση σε κάποιο πολυκατάστημα.

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

St. Vincent [2/5]

Με μια καριέρα της οποίας η αναγέννηση βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη τα τελευταία χρόνια, ο Bill Murray απολαμβάνει στις μέρες μας τέτοιου είδους αποδοχή από το κοινό και τέτοια επιτυχία που κάποιοι δεν την εισπράττουν σε ολόκληρη την καριέρα τους. Σημαντικό παράγοντα σε αυτήν την αναζωογόνηση -πέρα από το ότι είναι πάρα πολύ cool τύπος- έπαιξε φυσικά το γεγονός ότι ο ίδιος ως ηθοποιός ξέρει να διαλέγει τα σωστά, υψηλού επιπέδου, ανεξάρτητα σενάρια («Χαμένοι στη Μετάφραση», «Τσακισμένα Λουλούδια»), έχει από κοντά τον Wes Anderson και φυσικά δεν φοβάται να παίξει και σε μια-δυο καλτ κωμωδίες («Zombieland»).

Η παρουσία του στον πρωταγωνιστικό ρόλο του «St. Vincent: Ο Αγαπημένος μου Άγιος» είναι ταυτόχρονα το προσόν της ταινίας, αλλά και το μεγαλύτερο μειονέκτημά της. Είναι σαφέστατα τεκμηριωμένη η απόλαυση του να βλέπεις τον Bill Murray να παίζει τον «κόπανο». Δυστυχώς, όμως, ο ρόλος του οξύθυμου γείτονα της διπλανής πόρτας που υποδύεται εδώ μοιάζει κλισέ προκατασκευασμένος. Πατώντας υπερβολικά πολύ στην περσόνα που ο ίδιος ο Murray έχει πλάσει έξω από το κινηματογραφικό πανί, ο χαρακτήρας του στην ταινία είναι έτσι γραμμένος λες και το έργο θέλει απεγνωσμένα να μας διαβεβαιώσει ότι όλα όσα λέγονται για αυτόν και τη συμπεριφορά του είναι αλήθεια.

Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τη μετρίαση, από ένα σημείο και μετά, του ενδιαφέροντος του κοινού για τον πρωταγωνιστή, αλλά και τη λανθασμένη, από μεριάς σεναρίου, δημιουργία καταστάσεων και στιγμών που δυσχεραίνουν την ήδη ισχνή πλοκή του έργου και δεν της επιτρέπουν να πάρει ρίσκα. Μια ταινία λοιπόν που φαίνεται να έχει δημιουργηθεί αποκλειστικά με σκοπό να αφήσει τον κ. Murray «να κάνει τα δικά του», δεν μπορεί να μην πνίγεται στην αναποφασιστικότητα και τους συναισθηματισμούς. Ακόμα και έτσι, όμως, το ουσιαστικό σκηνοθετικό ντεμπούτο του Theodore Melfi είναι αστείο, συγκινητικό και ποτέ δεν σε προσβάλει.

Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

Dracula Untold [1.5/5]

Το 1897, δημοσιεύτηκε το μυθιστόρημα του Bram Stoker, «Δράκουλας». Το 1922, κυκλοφόρησε η πρώτη ταινία που παρουσίαζε τον διάσημο βρικόλακα με τον τίτλο «Νοσφεράτου, μια Συμφωνία Τρόμου». Από τότε ο ήρωας δεν έχει πεθάνει: σίκουελ, ριμέικ, επανεκδόσεις, έχουν μετατρέψει τον κόμη σε βασικό προϊόν της χολιγουντιανής και μη παραγωγής. Φέτος, έρχεται να προστεθεί στη μακρά λίστα των ταινιών ένα πρίκουελ, ισχυριζόμενο ότι το σενάριο, γραμμένο από τους Matt Sazama και Burk Sharpless, είναι η «ανείπωτη» ιστορία του μύθου.

Όπως το «Maleficent», πριν από αυτό, η ταινία του Gary Shore παίρνει έναν εγγενώς κακό ήρωα και προσπαθεί να τον εξανθρωπίσει μέσω μιας ιστορίας προέλευσής του. Εδώ ο άρχοντας του σκότους παρουσιάζεται ως ο πρίγκιπας της Βλαχίας, Βλαντ Γ` Τσέπες (ή αλλιώς Βλαντ ο Ανασκολοπιστής), του οποίου το όνειρο να κυβερνήσει ένα ειρηνικό βασίλειο απειλείται από την εισβολή των Τούρκων με επικεφαλής τον σουλτάνο Μεχμέντ (Dominic Cooper). Η προσπάθεια όμως αναδημιουργίας του κινηματογραφικού αυτού «τέρατος» και η μετατροπή του σε έναν ήρωα δράσης, όσο θεμιτή κι αν είναι, δεν εκτελείται σωστά και το «Dracula Untold» καταλήγει να είναι μια αναίμακτη, χωρίς ουσιαστική προσωπικότητα ταινία.

Ενώ η «bigger is better» προσέγγιση από τον σκηνοθέτη Gary Shore, συνδυαζόμενη με τα εντυπωσιακά τοπία και την πλούσια φωτογραφία του John Schwartzman, προσφέρει υλικό για το μάτι, συνολικά το έργο προσπαθεί να ισορροπήσει πάνω στη λεπτή γραμμή μεταξύ της συνηθισμένης -πλέον- κινηματογραφικής δράσης και του γοτθικού στοιχείου, αλλά δεν καταφέρνει να είναι πλήρως αποτελεσματικό σε κανένα από τα δύο. Ως ταινία τρόμου, με εξαίρεση μία καλογραμμένη σκηνή μέσα σε μια σπηλιά, όλο το υπόλοιπο έργο είναι μονότονα ασφαλές, με φευγαλέες στιγμές εφιαλτικών σκηνών, που όμως κι αυτές είναι περιορισμένες από τη γυάλινη οροφή του PG-13. Ως περιπέτεια, το ανιαρό συναίσθημα συνεχίζεται, αφού από τη μια οι σκηνές δράσης πάνε χαμένες, γιατί αποτελούνται από ένα συνονθύλευμα χαοτικών πλάνων και ήχους κραυγών, ενώ από την άλλη έχει πέσει λίγη σκέψη σε αυτές, μια και μοιάζουν να είναι βγαλμένες από δεκάδες άλλες -καλύτερες- ταινίες.

Αυτό που κάνει το έργο πραγματικά να βλέπεται είναι ο ηθοποιός Luke Evans. Αν και δεν πλησιάζει ούτε στο ελάχιστο τους θρύλους που στο παρελθόν υποδύθηκαν τον εμβληματικό σκοτεινό πρίγκιπα (Bela Lugosi, Christopher Lee, Gary Oldman), παραδίδει μια έντονη ερμηνεία που σε κρατάει και σε κάνει να θες να δεις την ταινία μέχρι το τέλος. Αν όμως θέλει να γίνει αστέρι μεγάλου μεγέθους, χρειάζεται μια πολύ καλύτερη ταινία από το «Dracula Untold».

Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2014

The Expendables 3 [1/5]

Όταν το 2010 κυκλοφόρησε στους κινηματογράφους το «Οι Αναλώσιμοι», ο περισσότερος κόσμος το θεώρησε ως μια ωραία ιδέα και με αρωγό τη νοσταλγία μας για τέτοιου είδους ταινίες πήγαμε να το δούμε. Το 2012, τώρα, όταν βγήκε στο σινεμά το πρώτο σίκουελ, βλέποντάς το αντιληφθήκαμε -και περισσότερο ξαφνιαστήκαμε- ότι είναι, πέρα από διασκεδαστική, ωραία και ενδιαφέρουσα περιπέτεια. Φέτος, έχοντας στο μυαλό ότι ο Sylvester Stallone έχει μια μακρά παράδοση στο να παίρνει ωραίες ιδέες και να τις ξεζουμίζει με το ένα σίκουελ πίσω από το άλλο (βλέπε «Ρόκυ, τα Χρυσά Γάντια» & «Ράμπο, το Πρώτο Αίμα»), φτάσαμε αισίως στο τρίτο μέρος των «Expendables». Το συναίσθημα που σου προκαλεί η παρακολούθηση του τρίτου μέρος από το συγκεκριμένο franchise, μόνο με την παροιμία «τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μoυ!» μπορεί να περιγραφεί.

Μετά από τρεις ταινίες, το μόνο πράγμα που είναι σαφές είναι ότι οι διάφοροι σεναριογράφοι πίσω από αυτές τις ταινίες δεν ξέρουν πρώτον τι σημαίνει «αναλώσιμοι» και δεύτερον δεν έχουν καμία ιδέα για το τι θέλουν να κάνουν με αυτή τη σειρά. Με την τεστοστερόνη να αγγίζει επίπεδα που ξεπερνούν το επιτρεπτό και με τους πρωταγωνιστές να μουρμουράνε (δόξα τω Θεώ για τους υπότιτλους!) λέξεις, το «Οι Αναλώσιμοι 3» μοιάζει να κάνει μότο του την έκφραση «the bigger the better» χωρίς να νοιάζεται για τίποτε άλλο. Βασιζόμενο κατά 99 τις εκατό σε ευφάνταστες, μεγάλης κλίμακας καταστροφικές σκηνές, ξεχνάει ότι για να μπορείς να χαρακτηριστείς ταινία χρειάζεται να έχεις μία έστω υποτυπώδη πλοκή.

Η ιστορία, την οποία ο Stallone πιστώνεται, είναι ένα τέτοιο χάος που πραγματικά δεν υπάρχει κανένα νόημα στο να αναφέρουμε έστω την περίληψή της. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι το σενάριο είχε πάνω από είκοσι σελίδες πραγματικού διαλόγου. Ακόμα όμως και αυτές οι είκοσι χάνονται, χάρη στην ανεπάρκεια του σκηνοθέτη του «Red Hill», Patrick Hughes, να διαχειριστεί το υλικό. Εμφανέστατα έξω από τα νερά του, οι υστερικοί σκηνοθετικοί του ρυθμοί καταπίνουν κάθε ίχνος συνεκτικής ιστορίας, ενώ βάζοντας μπροστά όπλα, εκρήξεις, τρένα, πλοία, ελικόπτερα κι αυτοκίνητα σε έναν non-stop χείμαρρο πομπώδους και βαρετής δράσης, δημιουργεί ένα ανοικονόμητο κι ασυμμάζευτο θέαμα που κουράζει.

Η υποτιθέμενη υπόθεση, όμως, καταφέρνει και χρησιμεύει ακόμα μία φορά ως πρόσχημα για να μαζευτεί ένα τεράστιο καστ, γεμάτο αναγνωρίσιμα πρόσωπα (το franchise μοιάζει αποφασισμένο να προσλάβει κάθε πρώην action-star ή αουτσάιντερ του Χόλιγουντ) που σχεδόν κανένας τους δεν είναι γνωστός ως ιδιαίτερα μεγάλος ηθοποιός, με αποτέλεσμα να μην περιμένεις εξαρχής και πολλά από το ερμηνευτικό κομμάτι του έργου. Ούτως η άλλως, θα πείτε, σε τέτοιου είδους ταινίες κανέναν δεν τον νοιάζει αυτό. Θα μπορούσα να διαμαρτυρηθώ για το πώς όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι πραγματικά στριμωγμένοι στην ταινία, με τέτοιο τρόπο που ουσιαστικά κανένας από αυτούς δεν έχει τίποτα να κάνει και πολλοί από αυτούς παίζουν σε μια-δυο σκηνές το πολύ. Δεν θα το κάνω, όμως, γιατί γνωρίζω ότι ο λόγος που οι συγκεκριμένοι «μάτσο» ήρωες συμμετέχουν εδώ είναι ξεκάθαρα τα λεφτά (ο Harrison Ford τσέπωσε 3.000.000 δολάρια για τέσσερις ημέρες γυρισμάτων). Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μπω στον κόπο να ασχοληθώ και να αναφέρω ποιος είναι καλός και ποιος όχι, ή ποιος ξεχωρίζει και ποιος είναι ελεεινά χάλια.

Με βάση όλα τα παραπάνω, το «Οι Αναλώσιμοι 3» πιθανόν να εκτιμηθεί περισσότερο από τους ορκισμένους φαν του είδους. Για όλους τους υπόλοιπους είναι μια πέρα για πέρα απογοητευτική, προβλέψιμη και άμυαλη περιπέτεια, χωρίς κανένα βάθος και νόημα, που δεν λειτουργεί ούτε καν ως φόρος τιμής στις ταινίες δράσης του παρελθόντος. Ας ελπίσουμε ότι το franchise τελειώνει εδώ, μια και δεν θα αντέξω στη σκέψη ότι αυτοί οι, κάποτε ηρωικοί, χαρακτήρες θα επανέλθουν.

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Sex Tape [2/5]

Αν κρίνουμε από τις αμέτρητες διαφημίσεις και περιλήψεις της, το «Sex Tape: Μια Τρελή Βραδιά» -με πρωταγωνιστές τους Cameron Diaz και Jason Segel ως ένα καταπονημένο παντρεμένο ζευγάρι- υπόσχεται μια αστείρευτη ποσότητα άσεμνου γυμνού και σεξουαλικών αστείων. Η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από το γεγονός ότι το ζευγάρι των πρωταγωνιστών, παντρεμένοι χρόνια και ειλικρινά πάρα πολύ κουρασμένοι από τις καθημερινές οικογενειακές ευθύνες τους για να επιστρέψουν στην πρώην ενεργή σεξουαλική ζωή τους, αποφασίζει να γυρίσει μια ταινία σεξ, στην οποία θα παρουσιάζει όλες τις διάφορες στάσεις που μπορεί ενδεχομένως να σκεφτεί η φαντασία του καθενός. Ξαφνικά, το επόμενο πρωί, ανακαλύπτουν ότι η μικρή ταινία σεξ τους έχει εμφανιστεί σε κάθε iPad που ο Segel έχει δωρίσει σε φίλους και συνεργάτες, οδηγώντας τους σε μια ξέφρενη κούρσα για να εξασφαλίσουν ότι κανείς από αυτούς δεν θα τη δει.

Και μπορεί η παραπάνω περίληψη να μοιάζει ότι αποτελεί τη βάση για μια αρκετά συναρπαστική και διασκεδαστική κωμωδία, ωστόσο με το που η ταινία εστιάζει πέρα από τη δημιουργία του ερωτικού βίντεο (μια περιοχή με μεγάλες δυνατότητες για αστεία), όλη η ελπίδα χάνεται και οι όποιες γαργαλιστικές προϋποθέσεις σας κέντραραν το ενδιαφέρον να τη δείτε εξατμίζονται αφού εξελίσσεται σαν μια PG-13 παραδοσιακή κωμωδία, που στερείται κάθε ίχνος καυστικότητας. Σαφέστατα και έχει τις στιγμές της, δεν είναι όμως ούτε τόσο τολμηρή όσο νομίζει ότι είναι, ούτε τόσο αστεία όσο θέλει να είναι. Με σκηνές που πηγάζουν, κλασσικά, από εσκεμμένα αδέξιες κι εξωπραγματικές σκηνές, είναι να απορείς γιατί οι συντελεστές της δεν άδραξαν την ευκαιρία για τη δημιουργία ενός εύστροφου και πρωτότυπου φιλμ. Αποδεικνύοντας πόσο λίγη σκέψη έπεσε από τους αριστούχους στην κωμωδία συντελεστές του έργου, η ύπαρξη του Rob Lowe, ο οποίος ανήθικα παρήγαγε μια ταινία σεξ στα νεότερα χρόνια της καριέρας του, πέρασε ανεκμετάλλευτη.

Από εκεί και πέρα, ο σκηνοθέτης Jake Kasdan, ο οποίος συνεργάστηκε με τους Diaz και Segel στο «Άτακτη Καθηγήτρια» του 2011, ναι μεν καταφέρνει και διατηρεί τα επίπεδα ενέργειας υψηλά, αλλά πιθανότατα αυτό οφείλεται στο πρωταγωνιστικό δίδυμο που διαθέτει και όχι τόσο στις δεξιότητες του. Σαν μια κόλλα που κρατά όλη την ταινία ενωμένη, οι δυο τους αποτελούν το καλύτερο κομμάτι του έργου χάρη στη χημεία, αλλά και το άψογο κωμικό timing τους. Από εκεί και πέρα, σαν σύνολο το «Sex Tape: Μια Τρελή Βραδιά» διαθέτει μια ανεκμετάλλευτη κεντρική ιδέα με την οποία πολλά ζευγάρια, ομολογουμένως ή όχι, μπορούν να ταυτιστούν. Η διεκπεραίωσή της είναι στην καλύτερη περίπτωση διασκεδαστική, ενώ στη χειρότερη μετριότατη. Σίγουρα αποτελεί μια καλή δικαιολογία για να βγείτε ένα ραντεβού, αλλά ειλικρινά, απλά περιμένετε να τη νοικιάσετε.

Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

22 Jump Street [3/5]

Εάν ξετρελαθήκατε, ή ακόμα κι αν απλώς σας άρεσε το «21 Jump Street», τότε δεν θέλει και πολύ μυαλό ότι θα εκτιμήσετε και τούτη εδώ τη συνέχεια. Η έκπληξη όμως είναι ότι ακόμα και άτομα που το πρώτο μέρος δεν ήταν πολύ του γούστου τους (συμπεριλαμβανομένου κι εμένα), αυτό το σίκουελ πραγματικά θα το απολαύσουν.

Δεν μιλάμε φυσικά για κινηματογράφο σε όλο του το μεγαλείο, αλλά όπως και να το κάνουμε η ταινία είναι άκρως ψυχαγωγική. Συνδυάζοντας την καταπληκτική χημεία μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών και με οδηγό έναν συνδυασμό γνήσιου κωμικού πνεύματος και κατάφωρα χαζής διασκέδασης, το «22 Jump Street» πετυχαίνει τον στόχο του, κάτι που το καθιστά ένα ένοχα απολαυστικό χάος. Σεναριακά η πλοκή είναι λίγο πολύ μια επανάληψη της πρώτης ταινίας, κάτι αναμενόμενο όταν μιλάμε για σίκουελ πετυχημένου franchise. Ωστόσο, πολύ έξυπνα, το φιλμ διαπρέπει ακριβώς γιατί έχει επίγνωση ότι είναι συνέχεια και το διακωμωδεί, μένει σταθερό στη φόρμουλα, ενώ παράλληλα την κοροϊδεύει. Πάρτι αδελφοτήτων, ποδόσφαιρο κολλεγίων, slam ποίηση, άλλα και το spring-break ανακατεύονται ευφυέστατα, παιχνιδιάρικα κι αυτό-αναφορικά και μαζί με έναν πάκο από ξεκαρδιστικές ατάκες και χονδροειδή αστεία δημιουργούν μια λεκτικά, αλλά κι οπτικά ευχάριστη κωμωδία.

Φυσικά, όσα καλά κι αν είναι τα αστεία, δεν σε πάνε μακριά αν δεν υπάρχουν οι κατάλληλοι συντελεστές να τα διεκπεραιώσουν σωστά. Από τη μια πλευρά, έχουμε το σκηνοθετικό δίδυμο Phil Lord και Christopher Miller, οι οποίοι, από το μετεωρολογικής κλίσης ορεκτικό τους («Βρέχει Κεφτέδες») μέχρι το καθολικά λατρεμένο «The Lego Movie», έχουν αποδείξει ότι μπορούν να διαχειριστούν άψογα τα χαρακτηριστικά και τις συμβάσεις της κωμωδίας και να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τα κλισέ. Με το «22 Jump Street» εδραιώνουν τη θέση τους ως δύο από τους πιο ταλαντούχους σκηνοθέτες κωμωδίας και μας κάνουν να αναμένουμε με αγωνία το επόμενο κινηματογραφικό τόλμημα τους. Στην αντίπερα όχθη, όσο καλογραμμένα κι αν είναι τα αστεία σε μια ταινία, ο κίνδυνος να μη λειτουργούν είναι μεγάλος αν δεν υπάρχουν οι κατάλληλοι ηθοποιοί για να τα ερμηνεύσουν. Στα πρόσωπα του Hill και του Tatum οι σκηνοθέτες βρήκαν σίγουρα το τέλειο όχημα για την τρέλα που θέλουν να περάσουν. Αυτή τη φορά είναι και οι δύο φανερά πιο άνετοι στους ρόλους τους, το κωμικό timing τους είναι πιο εκλεπτυσμένο, ενώ τέλος χάρη στο «bromance», που καταλαμβάνει ακόμα μεγαλύτερο μέρος του σεναρίου, οι δυο τους βγάζουν αβίαστα γέλιο.

Το αν ή όχι μια δεύτερη συνέχεια θα βγει στο μέλλον στο σινεμά δεν έχει σημασία, γιατί το «22 Jump Street» κατάφερε, με τεράστια επιτυχία, να διατηρήσει και σε πολλές περιπτώσεις να βελτιώσει τα προτερήματα του προκατόχου του και να γίνει μία από εκείνες τις σπάνιες ταινίες του είδους που είναι πολύ αστείες για αυτό που είναι και που συνιστάται να δείτε!

Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2014

Parker [1.5/5]

Δεν είμαι απόλυτα σίγουρος γιατί ο Taylor Hackford ένιωσε την ανάγκη να ασχοληθεί ξανά με τον συγκεκριμένο χαρακτήρα. Βασισμένο στο 19ο μυθιστόρημα του Donald E. Westlake με την ονομασία «Flashfire», ο χαρακτήρας εδώ δεν θυμίζει τίποτα από τον ήρωα του βιβλίου αλλά, κάθε άλλο, μοιάζει σαν έναν ακόμα ίδιο χαρακτήρα από αυτούς που υποδύεται ο Jason Statham. Αν δεν έχετε γνώση των μυθιστορημάτων, ίσως να είστε εξοικειωμένοι με την ταινία του 1999 «Ανοιχτοί Λογαριασμοί» με πρωταγωνιστή τον Mel Gibson. Παρόλο που δεν αποκαλείται Parker σε εκείνη την ταινία, o χαρακτήρας του Mel υποτίθεται ότι είναι ίδιος με αυτόν του Statham. Αν έχετε δει και τις δύο ταινίες, θα ανακαλύψετε ότι είναι εντελώς διαφορετικές, με το «Parker» να απογοητεύει γιατί είναι ένα αναμασημένο πράγμα.

Δεν έχω κάποιο πρόβλημα με τον Statham, ίσα-ίσα νομίζω ότι έχει αρκετό χάρισμα στην οθόνη και έχει κάνει κάποιες καλές ταινίες, αλλά πιστεύω ότι το στυλ του έχει αρχίζει να κουράζει. Εδώ παίζει σε μια ταινία που θα μπορούσε να τη γυρίσει με κλειστά μάτια, αφού δεν απαιτεί από αυτόν τίποτα που δεν έχει ξανακάνει. Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί και για τον σκηνοθέτη, Taylor Hackford, ο οποίος έχει κάνει κάποιες πολύ ωραίες ταινίες στο παρελθόν, όπως το «Ray» ή τον «Δικηγόρο του Διαβόλου», αλλά εδώ φτιάχνει μια κοινή και προβλέψιμη ταινία, γυρισμένη στον αυτόματο πιλότο. Και αν οι δυο τους δεν αναλαμβάνουν την πλήρη ευθύνη για την ταινία, τότε ο σεναριογράφος John L. McLaughlin είναι αυτός που πάει για βατόμουρο. Ο υπεύθυνος για το σενάριο του «Μαύρου Κύκνου» (!) προσαρμόζει ένα μυθιστόρημα και όχι μόνο δεν προσδίδει τίποτα νέο σε ένα είδος ταινιών που ούτως ή άλλως έχουμε δει ένα εκατομμύριο φορές, αλλά καταφέρνει να το κάνει χειρότερο. Με χαρακτήρες που μοιάζουν άσχετοι στην όλη υπόθεση (βλέπε Jennifer Lopez στον κακογραμμένο ρόλο του wannabe-love-interest), με ρόλους που δεν προκαλούν ούτε την υποτιθέμενη αγωνία που θα έπρεπε (βλέπε τον αστυφύλακα του Bobby Cannavale, που απλά εμφανίζεται και εξαφανίζεται από το πουθενά) και με κακούς που αναλώνονται στη μία ατάκα και την υποτιθέμενη σκληράδα χωρίς ούτε ένα ίχνος ενδιαφέροντος (κρίμα για το πολύ ενδιαφέρον δευτερεύον καστ που περιλαμβάνει ονόματα όπως ο Michael Chiklis, ο Clifton Collins, Jr. και ο Wendell Pierce), καταφέρνει να έχει μια πλοκή τόσο βαρετή που απορείς. Προσθέστε εδώ και τις φρικιαστικές αλλά αχρείαστες εκρήξεις βίας που σου αποσπούν την προσοχή με λάθος τρόπο και αυτό που έχετε είναι ένα ανούσιο έργο της σειράς.

Συμπερασματικά, το «Parker» θα μπορούσε να είναι ένα κάπως ευχάριστο φιλμ για ένα χαλαρό κυριακάτικο απόγευμα που δεν πολυκοιτάς και την τηλεόραση, στη μεγάλη οθόνη όμως κι έχοντας πληρώσει για να το δεις, μοιάζει ως άλλη μία χαμένη ευκαιρία για να περάσεις καλά.

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

Dawn of the Planet of the Apes [4.5/5]

Αντίθετα με τις περισσότερες ταινίες του καλοκαιριού, το «Ο Πλανήτης των Πιθήκων: Η Αυγή» στηρίζεται σε ιδέες και θέματα. Χάρη στην πλοκή, τα ηθικά διλήμματα και τη σωστή επέκταση των βασικών θεμάτων του προκατόχου του, κάθε καρέ της «Αυγής» είναι λεπτομερές και κινηματογραφικά γνήσιο αποδεικνύοντας ότι το Χόλιγουντ έχει ακόμα ψυχή. Απελευθερωμένο από το μοτίβο των κυκλικών σκηνών δράσης που χαρακτηρίζουν άλλες τέτοιες ταινίες, το έργο ξοδεύει τον χρόνο, το ταλέντο και τα χρήματα του σε πιο σημαντικές πτυχές και γι` αυτό ξεχωρίζει. Διαθέτοντας πλήρως υλοποιημένους χαρακτήρες, προθέσεις και φιλοδοξίες, ο Matt Reeves μάς δίνει μια ταινία την οποία παρακολουθούμε με δέος και στα 130 λεπτά διάρκειας της.

Περίπου δέκα χρόνια μετά την προηγούμενη ταινία, η ιστορία περιστρέφεται πάλι γύρω από τον Caesar. Έχοντας γίνει ο ηγέτης μιας κοινωνίας ασυνήθιστα ευφυών πιθήκων που ζουν βόρεια του Σαν Φρανσίσκο, δεν έχει δει κανέναν άνθρωπο εδώ και χρόνια λόγω μιας παγκόσμιας επιδημίας ονόματι «γρίπη των πιθήκων», η οποία αφάνισε τον περισσότερο ανθρώπινο πληθυσμό στον κόσμο. Η ύπαρξη μιας ομάδας από επιζώντες ανθρώπους υπό την ηγεσία του Malcolm (Jason Clarke) και του Dreyfus (Gary Oldman), όμως, και η προσπάθειά τους για αποκατάσταση της ισχύς της πόλης τους, τους φέρνει σε επαφή με τον Caesar και τους πίθηκους του και είναι αυτή η σύγκρουση των πολιτισμών και των ειδών που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της ιστορίας.

Η συγκεκριμένη σειρά ταινιών (η οποία χρονολογείται από το 1968 με το κλασικό πρωτότυπο έργο με πρωταγωνιστή τον Charlton Heston) αποτελεί μια ιδιάζουσα περίπτωση λόγω των απίστευτα τολμηρών αφηγηματικών επιλογών της, διαλέγοντας να ασχοληθεί με εξελιγμένα, εγκεφαλικά, ακόμα και σκοτεινά θέματα. Φυλετικό μίσος, ταξική καταπίεση και ο φόβος του πυρηνικού αφανισμού αποτελούν βασικά στοιχεία των αρχικών ταινιών. Ακόμα και κάτω από το μακιγιάζ και τα ταξίδια στον χρόνο, οι εν λόγω προηγούμενες ταινίες είχαν μεγάλα πράγματα στο μυαλό τους. Έτσι ακριβώς, λοιπόν, πέρα από τα τεχνολογικά επιτεύγματα, το «Ο Πλανήτης των Πιθήκων: Η Αυγή» είναι ένας στοχαστικός διαλογισμός πάνω στην εξαχρείωση και τις δηλητηριώδεις επιδράσεις της βίας και της εκδίκησης, μια ιδέα που υπογραμμίζει κάθε σημείο-κλειδί της ιστορίας.

Η ύπαρξη όμως απλά μιας συναρπαστικής ιδέας δεν είναι αυτό που καθορίζει την αξία μιας ταινίας, είναι ο τρόπος με τον οποίο την αντιμετωπίζει. Στον πυρήνα, θα μπορούσε κανείς να πει ότι η βασική αρχή της ταινίας είναι «πίθηκοι ενάντια των ανδρών», αυτού τους είδους όμως η απλοϊκή προσέγγιση δεν είναι αυτό που θέλει ο σεναριογράφος κι ο σκηνοθέτης. Χωρίς κανένα από τα δύο στρατόπεδα να παρουσιάζεται εντελώς καλό ή κακό, και με την κάθε ομάδα να έχει λογικές προθέσεις, να διαθέτει ευγενείς κι ενάρετους χαρακτήρες, αλλά και εκείνους που φοβούνται και είναι προκατειλημμένοι, οι παρεξηγήσεις και τα υψηλά συναισθήματα θολώνουν τις αποφάσεις, τόσο των πιθήκων όσο και των ανθρώπων, και τους βυθίζουν τελικά σε συγκρούσεις που οδηγούν στον θάνατο, τη βία και τη δυσπιστία. Τα αποτελέσματα είναι αναπόφευκτα, αλλά είναι εκπληκτικά μοναδικό και συγκλονιστικό το πώς φτάνουμε σε αυτά.

Όλα σε αυτή την ταινία λαμβάνονται σοβαρά υπόψη. Είναι ένα τέλειο μείγμα τραγωδίας, ποίησης, πραγματικότητας και ιδανικών. Βασιζόμενη σε μεγάλο βαθμό στη μετάδοση των σωστών συναισθημάτων τη σωστή στιγμή και χωρίς τίποτα να αισθάνεται εξαναγκαστικό, υπάρχει ένας αέρας αναπόφευκτης τραγωδίας σε όλο αυτό, που σου προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα και για τις δύο πλευρές. Είναι τόσο σπάνιο για μια υπερπαραγωγή ακόμη και να επιχειρήσει να απεικονίσει αυτό το είδος της γκρίζας ζώνης, αλλά αυτή η ταινία δεν προσπαθεί απλώς, αγκαλιάζει το γκρι και το αποτέλεσμα είναι μια ιστορία που είναι τόσο διανοητικά ικανοποιητική, όσο είναι και συναισθηματικά.

Σε ερμηνευτικό επίπεδο, τώρα, η ταινία διαπρέπει. Πολλά έχουν ειπωθεί για τον Andy Serkis και την ερμηνεία του ως Caesar, και ομολογουμένως όλοι οι έπαινοι είναι δικαιολογημένοι. Κάθε έκφραση του προσώπου, κάθε κίνηση του χεριού και κάθε δάκρυ είναι όλα δικά του και κάποια στιγμή θα πρέπει να βραβευθεί απλά και μόνο γιατί βοήθησε στη δημιουργία ενός τέτοιου θαυμάσιου και συνειδητοποιημένου ήρωα. Στην αντίπερα όχθη, ο Jason Clarke εξίσου καλός, ενώ το υπόλοιπο καστ (ανθρώπων και πιθήκων) καταφέρνει και δίνει πνοή σε όλα όσα διαδραματίζονται.

Σκηνοθετικά δεν υπάρχει σπατάλη καρέ σε αυτή την ταινία. Η αφήγηση στις καλύτερες στιγμές της, με τον σκηνοθέτη Matt Reeves να δείχνει σημάδια κινηματογραφικό auteur χάρη στην τοποθέτηση κάμερας, τον σχεδιασμό παραγωγής και τη συνολική προσέγγιση του. Στενάχωρη, ευφυής, έντονη και μόλις αρχίσει η μάχη συναρπαστική, ο «Πλανήτης των Πιθήκων: Η Αυγή» είναι μια αληθινά επική ταινία που μεταμφιέζεται ως ένα blockbuster του καλοκαιριού. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστεύουμε ότι αυτή η ταινία δεν θα πρέπει να είναι στο επίκεντρο όταν φτάσουμε στη σεζόν των βραβείων. Η «Εξέγερση» έστρωσε τέλεια το έδαφος, η «Αυγή» ανατίναξε εντελώς το μυαλό μας.

Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2014

The Young and Prodigious T.S. Spivet [3/5]

Αν αναλογιστεί κανείς τις προηγούμενες ταινίες του γάλλου σκηνοθέτη Jean-Pierre Jeunet («Ντελικατέσεν», «Η Πόλη των Χαμένων Παιδιών», «Αμελί»), θα αντιληφθεί μια χαρακτηριστική κι αισθητικά ευχάριστη ιδιοτυπία και μια επιδέξια ικανότητα στη δημιουργία φανταστικών κόσμων. Το νέο του έργο, το δεύτερο αμερικανικό μετά το «Άλιεν: Η Αναγέννηση», δεν αποτελεί εξαίρεση. Βασισμένο σε ένα όμορφα εικονογραφημένο μυθιστόρημα του Reif Larsen για ένα αγόρι-ιδιοφυΐα, το «Ο Απρόβλεπτος Κος Σπίβετ» αποτελεί ένα γλυκό, αν και άνισο, σύγχρονο παραμύθι.

Τα πρώτα 50 λεπτά της ταινίας είναι πραγματικά θαυμάσια καλλιτεχνικώς, αλλά και σεναριακά. Ερχόμαστε αντιμέτωποι με έναν κόσμο γεμάτο κορεσμένα χρώματα και ένα παστέλ εμποτισμένο ειδυλλιακό μέρος στο κέντρο της γραφικής αμερικανικής φύσης. Μέσω ενός μείγματος voice-over αφήγησης και κινούμενων σχεδίων, εικόνων, διαγραμμάτων και χαρτών, εμείς ως θεατές βυθιζόμαστε πλήρως στον κόσμο του Κου Σπίβετ. Επιβεβαιώνοντας δε ότι αν χρησιμοποιηθεί σωστά είναι ένα ακόμη εργαλείο στο οπλοστάσιο του σκηνοθέτη για να πει μια ιστορία, η χρήση του 3D είναι ίσως η καλύτερη που έχουμε δει από το «Η Ζωή του Πι» του Ang Lee, συμπληρώνοντας ιδανικά τον φανταχτερό χρωματισμό και τη σχολαστικά ιδιόμορφη σκηνογραφία.

Αν και διαθέτει ως πρωταγωνιστή ένα παιδί, το έργο είναι πολύ πιο έντονο κι έξυπνο απ` όσο φαίνεται. Έχοντας στο επίκεντρο μια οικογένεια, της οποίας τα μέλη (ένας απόμακρος πατέρας, μια ιδιότροπη μητέρα, δυο νεαρά αγόρια και μια έφηβη αδελφή που μισεί τη ζωή της στη μέση του πουθενά) αποτελούν τον δημιουργικό αγωγό μέσω του οποίου θα πει την ιστορία του, ο Jeunet σκιαγραφεί τους χαρακτήρες του εξαιρετικά καλά και διηγείται μια ιστορία απώλειας, θλίψης κι ενοχής, όπου ο κόσμος μεταξύ της παιδικής ηλικίας και της ενηλικίωσης, της πραγματικότητας και της φαντασίας, είναι ξεκάθαρος φέρνοντας στο μυαλό την εξαιρετικά υποτιμημένη ταινία του Tim Burton «Big Fish». Ισορροπώντας, τώρα, αποτελεσματικά μεταξύ κωμωδίας και δράματος, διατηρεί την αίσθηση της ειλικρίνειας, κάνοντας το έργο πιο ανθρώπινο και ως εκ τούτου πιο εμπλεκόμενο.

Δυστυχώς όμως, από ένα σημείο και μετά το φιλμ επιβραδύνεται. Ο Jeunet, αλλάζοντας τόνο συνεχώς, μοιάζει να έχει μπερδευτεί σχετικά με το αν θέλει αυτό που γυρίζει να είναι μια σοβαρή ποιητική Οδύσσεια στα εκκεντρικά βάθη του μεγάλου αμερικανικού κενού, ή μια ανάλαφρη οικογενειακή ταινία. Τα 105 λεπτά λοιπόν της διάρκειάς της, κινηματογραφικά μοιάζουν πολλά, αφού υπάρχουν σκηνές που κυμαίνονται από ξεχειλωμένες, μέχρι χωρίς νόημα (ειδικά οι τελευταίες στιγμές στη συνέντευξη είναι θλιβερές). Ακόμα και έτσι, όμως, παρόλο που το εξαιρετικό και το πληκτικό συνυπάρχουν μαζί σαν πουρές σε ένα τελικό προϊόν, το μόνο σίγουρο είναι ότι είτε το βρείτε σοβαρό, είτε παιχνιδιάρικο, γεμάτο νόημα ή χωρίς νόημα, θα το απολαύσετε.

Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2014

Third Person [1/5]

Νομίζοντας ότι θα μπορέσει να επαναλάβει την επιτυχία του «Crash», ταινίας που το 2004 τον έχρισε βασιλιά των Όσκαρ, ο Paul Haggis επανέρχεται στο ίδιο μοτίβο και φτιάχνει ένα δράμα με πολλαπλές ιστορίες σε εξέλιξη, που καταλήγουν να έχουν σχέση μεταξύ τους. Δομημένο κατά κάποιο τρόπο ως παζλ που εναλλάσσεται μυστηριωδώς μεταξύ των χαρακτήρων και των πόλεων, το «Τρίτο Πρόσωπο», αν κι ασχολείται με κάτι πιο ελαφρύ από το ρατσισμό όπως οι σχέσεις και τα ζητήματα εμπιστοσύνης, δυστυχώς δεν είναι καλό.

Με τον ισχυρισμό του Paul Haggis ότι είχε γράψει πάνω από πενήντα προσχέδια μέχρι να καταλήξει στον τελικό, το μόνο σίγουρο είναι ότι κάτι τέτοιο δεν γίνεται κατανοητό βλέποντας την ταινία. Προσπαθώντας να προσελκύσει ένα συγκεκριμένο κοινό, αποτυγχάνει να κερδίσει τους θεατές που μπορούν να δουν πίσω από τα στιλιστικά σκηνοθετικά τρικ και να διακρίνουν την αδύναμη πλοκή του έργου. Με το σενάριο να ελίσσεται και να περιπλανιέται πάσχοντας από έναν ασυνήθιστα αργό ρυθμό που θα μπορούσε να έχει διορθωθεί έστω στο μοντάζ, το πρόβλημα με τις ιστορίες που συνδέονται με περισσότερους από έναν τρόπους σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές και χρόνο είναι ότι η αφήγηση μοιάζει βεβιασμένη. Και αυτό σίγουρα ισχύει εδώ. Το χειρότερο όμως όλων είναι ότι μοιάζει ημιτελές, σαν κάπου να υπάρχει μια συγκλονιστική ιστορία, αλλά είναι παγιδευμένη μέσα στην πρησμένη και υπερβολική ευαρέσκεια του Haggis. Έχουμε να κάνουμε, λοιπόν, με ένα επιφανειακό ρομαντικό θρίλερ που έχει μεταμφιεστεί σε μια καλλιτεχνική ταινία υψηλής αισθητικής.

Οι ερμηνείες της ταινίας, επίσης, δεν είναι κάτι άξιο αναφοράς παρά το ισχυρό καστ που περιλαμβάνει ονόματα όπως Liam Neeson, Adrien Brody, Olivia Wilde και James Franco. Επιτρέποντας στους χαρακτήρες τους να ενεργούν χωρίς λογική, οι ηθοποιοί προσπαθούν να λάμψουν στην οθόνη αντί να συμβάλουν ουσιαστικά στο έργο και στην εξέλιξή του, με αποτέλεσμα οι αποδόσεις τους να είναι μαλθακές και με έλλειψη συνεκτικότητας. Μόνο οι Mila Kunis και Olivia Wilde θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές σε αυτό που κάνουν. Όπως και να `χει, αυτό που σου μένει από το «Τρίτο Πρόσωπο» δεν είναι ούτε η ιστορία που αφηγείται, ούτε οι ερμηνείες, αλλά η (αυτοβιογραφική;) πορεία ενός καλλιτέχνη που παλεύει με τις πιέσεις και τις προσδοκίες μιας βραβευμένης επιτυχίας του και η προσπάθεια του να ανακτήσει τη μαγεία που του έφερε αυτή την επιτυχία. Για τον Haggis ως σκηνοθέτη, ίσως αργήσει ακόμη λίγο.

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

Transformers: Age of Extinction [0/5]

Γίνεται πραγματικά όλο και πιο δύσκολο να καταλάβεις ποια ταινία Transformers είναι η χειρότερη. Δεν είναι σίγουρα η πρώτη, αφού εκείνη ήταν απρόσμενα φοβερή και, το σπανιότερο από όλα, μια πραγματικά καλή ταινία του Michael Bay. Ο αγώνας λοιπόν ήταν μεταξύ του «Transformers: Η Εκδίκηση των Ηττημένων» και του «Transformers: Dark of the Moon». Μπορούμε όμως πλέον να πούμε ότι άξιος διεκδικητής του τίτλου είναι και το τέταρτο κεφάλαιο της σειράς, με τον ευφάνταστο τίτλο «Transformers 4: Εποχή Αφανισμού».

Σεναριακά, έχοντας ξεφορτωθεί τον Shia LaBeouf και την αντικαταστάτρια της αντικαταστάτριας της Megan Fox στο «Dark of the Moon», το τέταρτο μέρος του franchise απλά δεν βλέπεται. Από το εργαστήριο του Tony Stark μέχρι τον υγρό κακό του «Εξολοθρευτή 2: Μέρα Κρίσης» και από το στόρι του πρόσφατου «Προμηθέα» μέχρι το «Άλιεν» και το «Τζουράσικ Παρκ», ο Bay κατακλέβει τους πάντες και τα πάντα για να «δημιουργήσει» ένα γελοίο και χαζό έργο 165 λεπτών. Και μόνο το γεγονός ότι θα πρέπει να πιστέψουμε πως ο Mark Wahlberg είναι ένας σχεδόν άπορος εφευρέτης στο Τέξας, αποτελεί δείγμα της ηλιθιότητας που διέπει την ταινία και φέρνει στον νου την πυρηνική φυσικό Christmas Jones (Denise Richards) του «Ο Κόσμος Δεν Είναι Αρκετός».

Σαν να μην έφτανε αυτό, όμως, βλέποντας τη δύο ωρών και τριών τέταρτων διάρκεια του έργου, σκέφτεσαι «δεν μπορεί, θα έχουν βρει έναν τρόπο να πουν μια καλή ιστορία». Μάταια όμως! Η ταινία είναι τόσο μα τόσο αργή στην εξέλιξη και τον ρυθμό της, που αισθάνεσαι σαν κάποιος εσκεμμένα να την έβαλε στο slow-motion για να βασανίζει τους θεατές. Με διαλόγους που σε κάνουν να εύχεσαι ο Ehren Kruger να σταματήσει να γράφει σενάρια, το «Transformers 4: Εποχή Αφανισμού» είναι τόσο κακό που δεν περιγράφεται. Χωρίς να έχει ιδέα τι σημαίνει υπόθεση και συνοχή λοιπόν, όπως και κάθε άλλη ταινία Transformers, έτσι κι αυτή βασίζεται στις πολλές σκηνές δράσης. Εάν έχετε δει το νούμερο δύο και το τρία, δεν χρειάζεται να πω τίποτα άλλο παρά μόνο «μία από τα ίδια». Όσοι είναι τυχεροί και δεν τα έχουν δει, να περιμένουν πολλές εκρήξεις, δυνατούς θορύβους και χαοτικό μοντάζ σε ένα συνεχόμενο repeat που πονοκεφαλιάζει.

Η διάλυση εκατοντάδων αυτοκίνητων, το πέταγμα χιλιάδων βομβών και το ξεχείλωμα σκηνών δεν είναι σινεμά και δεν θα είναι ποτέ. Ας ελπίσουμε ότι η ταινία ούτε λεφτά θα βγάλει, το franchise δεν θα αποκτήσει πέμπτο μέρος και ο Bay θα πάψει να συνεχίσει να δηλώνει σκηνοθέτης. Γιατί νομίζω ότι το «Transformers 4: Εποχή Αφανισμού» είναι ο πάτος. Δεν αξίζει ούτε τον χρόνο σας και σίγουρα ούτε τα χρήματα σας.

Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

The Two Faces of January [1.5/5]

Βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα της Patricia Highsmith, αυτή η ηλιόλουστη προσαρμογή στον κινηματογράφο από τον συγγραφέα του «Drive», Hossein Amini, θέτει τον πήχη πολύ ψηλά για σκηνοθετικό ντεμπούτο. Παρακολουθώντας όμως το έργο, οδηγούμαστε σε ένα αναπόφευκτο συμπέρασμα (η ύπαρξη μιας καθαρά «hitchcockian» ξανθιάς στον πρωταγωνιστικό ρόλο σχεδόν μας προκαλεί να κάνουμε συγκρίσεις) πως αν ο Hitchcock γυρνούσε αυτήν την ταινία στις αρχές της δεκαετίας του 1960, κατά πάσα πιθανότητα θα μιλούσαμε για ένα εξαιρετικό ψυχολογικό θρίλερ. Δυστυχώς, όμως, ο Amini δεν είναι σε θέση να δημιουργήσει μεγάλη ένταση από τους ηθικά σε κίνδυνο πρωταγωνιστές τους και τις δολοφονικές περιπέτειες που τους συμβαίνουν, με αποτέλεσμα η ταινία του να διαθέτει μεν ένδοξο ελληνικό φως σε αφθονία, αλλά να είναι αναπάντεχα λειψή τόσο σε ψυχολογική πολυπλοκότητα, όσο και γνήσια συγκίνηση.

Η πρώτη μισή ώρα του έργου καταφέρνει και διατηρεί το ενδιαφέρον μας χάρη στις συνεχείς αποκαλύψεις από το παρελθόν των πρωταγωνιστών, αλλά και τα ασαφή κίνητρα με τα οποίο κινούνται. Προσθέτοντας στο παραπάνω μερικές ντεμοντέ κινηματογραφικές απολαύσεις, όπως παραδείγματος χάρη την απειλή με όπλο σε ένα φανταχτερό δωμάτιο ξενοδοχείου, αλλά και την κομψότητα και ρετρό αίσθηση που υπάρχει διάχυτη στο έργο, το «Δύο Πρόσωπα του Ιανουαρίου» έμοιαζε, τουλάχιστον για την πρώτη μισή ώρα, να πατά γερά στα πόδια του και έδειχνε σημάδια μιας πολλά υποσχόμενης ταινίας. Καθώς όμως οι στρώσεις από ίντριγκα σταδιακά αποκαλύπτονται, αυτό που απομένει αρχίζει να φαίνεται ολοένα και λιγότερο ελκυστικό. Η ακλόνητα ντεμοντέ προσέγγιση του Amini στην κατασκευή του σκηνοθετικού του ντεμπούτου αποδεικνύεται τελικώς επιζήμια και οδηγεί στη δημιουργία μιας ταινίας χωρίς τη λάμψη, αλλά και το απαραίτητο κύρος που τέτοιες ταινίες απαιτούν. Χρησιμοποιώντας σκηνοθετικά τρικ, αγωνίζεται να κοινωνήσει τα κίνητρα των χαρακτήρων του σε εμάς, και ως εκ τούτου αρχίζουμε να αποστασιοποιούμαστε περαιτέρω από την πλοκή όσο εκείνη προχωράει.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Amini κάνει το σοβαρό λάθος και επιτρέπει στους χαρακτήρες του να έχουν περισσότερες πληροφορίες από ό,τι επιτρέπει στο ακροατήριό του. Αυτό σημαίνει ότι εμείς σαν κοινό περνάμε την περισσότερη μας ώρα προσπαθώντας να καλύψουμε τη διαφορά μας με την πλοκή, αντί εκείνη να μας τραβάει με την εξέλιξη της. Παρά τα λάθη του Amini, όμως, η κεντρική πλοκή του έργου, ούτως ή άλλως, δεν διαθέτει κανένα ενδιαφέρον. Κάθε μεγάλη αποκάλυψη για κάτι στο παρελθόν παρουσιάζεται ως ένα πράγμα που ναι μεν ήταν γραφτό να μας εκπλήξει, αλλά φαινόταν σαν δεδομένο από την αρχή. Στο δε τέλος, το ερώτημα «αυτό ήταν;» στριφογυρίζει συνεχώς στο μυαλό σου μέχρι να συνειδητοποιήσεις ότι η ταινία που μόλις παρακολούθησες ήταν χωρίς ουσία.

Εν κατακλείδι, η καλή εμφάνιση μιας ταινίας (κοστούμια, σκηνικά, φωτογραφία) θα πρέπει να είναι ένα σύμπτωμα της επιτυχίας της και όχι το μόνο συστατικό της. Κάτι τέτοιο συμβαίνει εδώ! Αν σας αρκεί να δείτε ένα τρίο από όμορφα αστέρια όπως ο Isaac, η Dunst κι ο Mortensen να περιδιαβαίνουν στην όμορφη Αθήνα και την Κρήτη, δείτε την. Αν όχι, βγείτε και δώστε του να καταλάβει με ένα μπουκάλι ούζο. Πιο ωραία θα περάσετε!

Κυριακή, 15 Ιουνίου 2014

Oculus [3.5/5]

Το να μετατρέψεις ένα άψυχο αντικείμενο στο κύριο ανταγωνιστή της ιστορίας σου είναι ένα τεράστιο επίτευγμα, ειδικά όταν πρόκειται για ταινίες τρόμου. Το να πετύχεις τον σωστό τόνο δημιουργώντας την απαραίτητη ένταση που θα συνεπάρει το κοινό και θα το κάνει να νοιαστεί για μια κατά τα αλλά εξωφρενική ιδέα, είναι ζωτικής σημασίας στην επίτευξη της πραγμάτωσης του κόσμου της ταινίας. Στο «Ο Καθρέφτης της Κολάσεως», ο άψυχος κακοποιός είναι ένας αρχαίος καθρέφτης που μαστίζει τις οικογένειες με τις οποίες έρχεται σε επαφή.

Πατώντας πάνω στο tagline του έργου, «βλέπεις αυτό που δεν θέλεις να δεις», οι θεατές βλέπουν αυτό που ο σκηνοθέτης, συν-σεναριογράφος και μοντέρ Mike Flanagan θέλει να δουν μέσα από μια σειρά εξαιρετικά στυλιζαρισμένων σκηνών που συνδυάζουν δύο αφηγήσεις σε μία. Συνδέοντας την ιστορία των δύο αδελφών που εξιστορούν τα τραύματα της παιδικής τους ηλικίας σε σχέση με τον καθρέφτη, ενώ παράλληλα προσπαθούν να αποδείξουν την ύπαρξη παραφυσικής παρουσίας σ` αυτόν, οι γραμμές μεταξύ των αφηγήσεων είναι τόσο καλά εναρμονισμένες που δεν θα είστε ποτέ σίγουροι για το ποιο χρονικό διάστημα παρακολουθείτε.

Μέσα σε αυτή τη διαστρεβλωμένη πραγματικότητα του «Καθρέφτη της Κολάσεως», το τράβηγμα ενός χανζαπλάστ ή το μαχαίρωμα του κάκου δεν γνωρίζεις τι αποτελέσματα μπορεί να αποφέρει. Αυτή είναι μία μόνο από τις τακτικές που χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης προκειμένου να σοκάρει τον θεατή και, όπως και οι υπόλοιπες, λειτουργεί στην εντέλεια. Έχοντας τον απόλυτο έλεγχο της κάμερας και τοποθετώντας τη σε σημεία με μέγιστο αποτέλεσμα, ο Flanagan και ο διευθυντής φωτογραφίας του μοιάζει να ξέρουν από φρίκη και δημιουργούν μερικές αξέχαστες σκηνές τρόμου. Υπάρχει μια συνεχής ένταση στο έργο που το καθιστά εξαιρετικά έντονο και πετυχαίνει μια πιο εμπεριστατωμένη εμπειρία. Πραγματικά, πιστεύω ότι ζούμε σε μια περίοδο αναγέννησης των ταινιών τρόμου στο σινεμά (μετά δε και την επιτυχία ταινιών όπως το «Παγιδευμένη Ψυχή» και το «Κάλεσμα») που επιτρέπει σε σκηνοθέτες όπως ο James Wan να αναγνωριστούν και να λάμψουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα στην καριέρα τους.

Με το «Ο Καθρέφτης της Κολάσεως», στην παραπάνω λίστα έρχεται να προστεθεί σίγουρα και ο Mike Flanagan, αφού αντικαθιστώντας το αίμα με μια συνολική αίσθηση του φόβου, καταφέρνει και φτιάχνει ένα εξαιρετικό ψυχολογικό θρίλερ, υπεύθυνο για μερικές από τις πιο εντυπωσιακές οπτικά σκηνές των τελευταίων ετών. Αν και πολλοί θα αναφέρουν ότι η κατάληξη είναι στον αυτόματο πιλότο, η ταινία διαθέτει μια τόσο ισχυρή, ενδιαφέρουσα κι αξιέπαινη ιστορία που είναι πραγματικά δύσκολο να σε νοιάξει. Με χαμηλό προϋπολογισμό λοιπόν και ξέροντας τι είναι, ο «Καθρέφτης της Κολάσεως» κερδίζει με το να είναι η πιο πρωτότυπη ταινία τρόμου στην πρόσφατη μνήμη.