Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

#blogoscars: Καλύτερη Αντρική Ερμηνεία


1. Leonardo DiCaprio - The Wolf of Wall Street

2. Jared Leto - Dallas Buyers Club

3. Hugh Jackman - Prisoners

4. Matthew McConaughey - Dallas Buyers Club

5. Γιάννης Παπαδόπουλος - Το Αγόρι Τρώει το Φαγητό του Πουλιού

6. Joaquin Phoenix - Her

7. Robert Redford - All Is Lost

8. Jake Gyllenhaal - Prisoners

9. Tom Hanks - Captain Phillips
(spoiler clip)

10. Ethan Hawke - Before Midnight

11. Daniel Brühl - Rush

12. Chiwetel Ejiofor - 12 Years a Slave

13. Bruce Dern - Nebraska

14. Michael B. Jordan - Fruitvale Station

15. Barkhad Abdi - Captain Phillips

16. Michael Douglas - Behind the Candelabra

17. Matt Damon - Behind the Candelabra

18. Sam Rockwell - The Way Way Back

19. Michael Fassbender - 12 Years a Slave

20. Babak Hamidian - A Respectable Family (Yek Khanevadeh-e Mohtaram)

Locke [4.5/5]

Δεν μπορώ να πιστέψω ότι παρακολούθησα για 85 λεπτά έναν άνδρα να οδηγεί το αυτοκίνητο του το βράδυ και δεν βαρέθηκα. Δεν υπάρχει ουσιαστικά κανένας λόγος να αποκαλύψω περισσότερες λεπτομέρειες για την πλοκή του «Locke», αφού η μισή διασκέδαση της ταινίας είναι η ανακάλυψη του τι συμβαίνει στη ζωή του Ivan (ο κεντρικός χαρακτήρας), μέσω της αδιάκοπης ροής τηλεφωνικών κλήσεων που κάνει και δέχεται στον δρόμο, ενώ η άλλη μισή προέρχεται από την παρακολούθηση ενός ανθρώπου, απομονωμένου στον μικρό χώρο ενός αυτοκινήτου καθώς προσπαθεί να αντιμετωπίσει μυριάδες ζητήματα.

Έχοντας πάντα στο μυαλό του τον Tom Hardy για τον πρωταγωνιστικό ρόλο, το έργο είναι γραμμένο και σκηνοθετημένο από τον Steven Knight (υποψήφιος για Όσκαρ σεναρίου για το «Βρώμικα Όμορφα Πράγματα») και δεν είναι τίποτα περισσότερο ή λιγότερο από ενενήντα υπνωτικά λεπτά ενός ηθοποιού σε ένα αυτοκίνητο καθώς οδηγεί και μιλάει με διάφορους ανθρώπους. Χάρη στη μαεστρία τόσο του Hardy ερμηνευτικά όσο και του Knight σκηνοθετικά, η ταινία είναι ένα συγκλονιστικό δράμα με επίκεντρο έναν πολύπλοκο χαρακτήρα και μια αφήγηση που αποφεύγει κλισέ, διαθέτει χιούμορ και βρίθει ειλικρινής συγκίνησης.

Χωρίς να έχει ανάγκη τα φίδια και την άμμο του «Buried», τον ωκεανό του «Όλα Χάθηκαν» ή το ξέφρενο μοντάζ του Joel Schumacher στο «Τηλε...Φονικός Θάλαμος», η πιο απλή ιδέα γίνεται στα επιδέξια χέρια του Knight μια ποιητική κι έντονα συναρπαστική μελέτη ενός χαρακτήρα και μια σύγχρονη παραβολή της τιμής και των συνεπειών. Μεγάλο μερίδιο της επιτυχίας του έργου επιμερίζεται ο Tom Hardy, που χάρη στον νατουραλισμό του, οποιαδήποτε έκφραση ή κίνηση διαθέτει τεράστια σημασία στη σκιαγράφηση της προσωπικότητα του κεντρικού χαρακτήρα. Μια άψογη, οσκαρικών διαστάσεων ερμηνεία από όποια πλευρά κι αν το δεις. Πέρα από τον Hardy, υπάρχει μια πληθώρα θαυμάσιων άγγλων ηθοποιών, όπως οι Olivia Colman, Ben Daniels και Ruth Wilson, που κάνουν καταπληκτική δουλειά ως φωνές στην άλλη άκρη του τηλεφώνου, ενώ τέλος εύσημα πρέπει να δοθούν στον Χάρη Ζαμπαρλούκο (φωτογραφία) και τον Justine Wright (μοντάζ) που βοήθησαν ώστε μια ταινία γυρισμένη σε ένα αυτοκίνητο να είναι τόσο απολαυστική.

Εντέλει, το «Locke» είναι ένα συμπαγές επιβλητικό δράμα, γραμμένο, σκηνοθετημένο, παιγμένο κι επιμελημένο με φινέτσα. Κάθε πτυχή του μπορεί να υπερηφανεύεται για τη δημιουργία μιας μοναδικής και μαγευτικής ταινίας με ψυχή στα θεμέλια της.

Mr. Peabody & Sherman [4/5]

Εντελώς στερημένο από πρωτότυπες ιδέες, το Χόλιγουντ συνεχίζει να βασίζεται στο παρελθόν και να μεταφέρει στον κινηματογράφο αγαπημένες τηλεοπτικές εκπομπές των παιδικών μας χρόνων. Τις περισσότερες φορές, τα αποτελέσματα είναι απαίσια, αλλά μία στο τόσο γυρίζουν όχι απλά καλές, αλλά εξαίσιες ταινίες και ο «Κος Πίμποντι & ο Σέρμαν» ανήκει σε αυτές.

Απευθυνόμενο τόσο σε μικρούς όσο και σε μεγάλους, το έργο βασίζεται στα δημιουργημένα από τον Ted Key στα τέλη του 1950 και τις αρχές της δεκαετίας του 1960 μικρού μήκους επεισόδια «Peabody`s Improbable History» και διαθέτει έναν κάπως επεισοδιακό χαρακτήρα με δύο κεντρικές ιστορίες να δένουν ολόκληρη την πλοκή. Ο σκηνοθέτης Rob Minkoff εξασφαλίζει, από την πρώτη στιγμή, το ότι η ταινία κινείται σε έναν ζωντανό ρυθμό, ενώ η πνευματώδης γραφή είναι γεμάτη με οπτικά και λεκτικά αστεία καταφέρνοντας, στα 85 λεπτά διάρκειας της, να μην κουράζει ούτε στιγμή. Συν τοις άλλοις, κατορθώνει πανέξυπνα να είναι έντονα συναισθηματική, αλλά και, ως έναν βαθμό, εκπαιδευτική, κεντρίζοντας την περιέργεια των θεατών. Από τεχνικής πλευράς, η ταινία διαθέτει ένα πολύχρωμο κι εφευρετικό animation με ελκυστικά σχεδιασμένους χαρακτήρας και τοπία, των οποίων η θελκτικότητα αυξάνεται από τα καταπληκτικά 3D εφέ που όχι μόνο δίνουν βάθος στα γραφικά, αλλά και σε διασκεδάζουν με τα διάφορα μυτερά αντικείμενα που πετάγονται κάθε τόσο.

Κάνοντας μια σούμα όλων των παραπάνω, μπορούμε να πούμε ότι το «Ο Κος Πίμποντι & ο Σέρμαν» είναι μια εξαιρετικά καλαίσθητη, ευρηματική κι αστεία περιπέτεια που μικροί και μεγάλοι μπορούν να απολαύσουν.

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

#blogoscars 2014: Καλύτερη Σκηνοθεσία

1. Alfonso Cuarón ("Gravity")
2. Ron Howard (“Rush”)
3. Spike Jonze (“Her”)
4. Έκτορας Λυγίζος (“Το Αγόρι Τρώει το Φαγητό του Πουλιού”)
5. J.C. Chandor (“All Is Lost”)
6. Denis Villeneuve (“Prisoners”)
7. James Wan (“The Conjuring”)
8. Paul Greengrass (“Captain Phillips”)
9. Ben Stiller (The Secret Life of Walter Mitty)


10. Lars Von Trier (“Nymph()maniac”)

Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2014

Winter's Tale [1.5/5]

Στην πρώτη του σκηνοθετική προσπάθεια, ο, μάλλον άνισος, Goldsman (σεναριογράφος ταινιών όπως το Κώδικας Da Vinci, Ζωντανός Θρύλος και Ένας Υπέροχος Άνθρωπος) στραβοπατάει οικτρά και δημιουργεί μια ταινία που κάνει το Έρωτας από την Αρχή να μοιάζει με τον Νονό.

Διασκευάζοντας το 700ων σελίδων μυθιστόρημα μαγικού ρεαλισμού του Mark Helprin, σε μια μάλλον απεγνωσμένη προσπάθεια να βρει όλα τα ενδιαφέροντα στοιχειά του, το συνοψίζει σε μια σειρά ακατανόητων και σαχλών παραλογισμών που μπορούν να προκαλέσουν τη δυσαρέσκεια του κοινού. Διαθέτοντας μια ανεπανάληπτη αδυναμία συνοχής τόσο των χαρακτήρων όσο και της πλοκής, η ταινία δεν σου αφήνει πραγματικά κανένα περιθώριο να την πάρεις στα σοβαρά.

Χωρισμένο, θα μπορούσαμε να πούμε, σε δύο μέρη, το έργο αναλώνεται σε αστεία που δεν σου αφήνουν πάρα ένα μειδίαμα, δράματα χωρίς ουσιαστικό ενδιαφέρον και μια βαριεστημένη ερωτική πλοκή. Υπάρχουν φυσικά και οι απαραίτητες πνευματικές ασυναρτησίες για τα άστρα και το φως, που όχι μόνο δεν προσθέτουν τίποτα στο όλο εγχείρημα, αλλά το επιβαρύνουν. Βλέπετε, στην προσπάθεια του ο Goldman να τιμήσει αυτά τα στοιχεία με μια τρανταχτή κινηματογράφηση, ξεχνάει να δημιουργήσει χαρακτήρες και προσωπικότητες με τις οποίες μπορεί να ταυτιστεί το κοινό.

Ακόμα και έτσι, όμως, υπάρχουν ένα-δυο παράγοντες που λειτουργούν υπέρ του έργου. Πρώτον, ερμηνευτικά, η πείρα, το ταλέντο και η γοητεία των διάσημων πρωταγωνιστών σώζουν την ταινία από τον απολυτό εξευτελισμό. Δεύτερον, η ελκυστική εικόνα που σου παρέχει η φωτογραφία του Caleb Dechanel (Τα Πάθη του Χριστού), αλλά και ο εξαιρετικός σχεδιασμός παραγωγής της Naomi Shohan (Παραδεισένια Οστά) προσδίδουν πόντους στο οπτικό κομμάτι του φιλμ. Και τέλος, παρά το παντελώς άτσαλο σενάριο της, το τελικό μήνυμα που σου περνά είναι θετικό, άξιο συζήτησης και απόλυτα ταιριαστό με την ημέρα εξόδου της (14 Φεβρουαρίου). Είναι όμως αυτά αρκετά για να σώσουν ένα έργο που ιδρώνει κι αγκομαχά για να σου προκαλέσει το παραμικρό συναίσθημα; Την απάντηση θα τη δώσουν οι τολμηροί που θα επιλέξουν να το δουν…

Vampire Academy [0.5/5]

Δυστυχώς, οι οπαδοί της λογοτεχνικής σειράς των έξι βιβλίων Vampire Academy θα στεναχωρηθούν να μάθουν ότι η μεταφορά του πρώτου βιβλίου στη μεγάλη οθόνη δεν είναι τίποτε άλλο από μια ακραία ανόητη κακογυρισμένη και κακοπαιγμένη ταινία. Οι λόγοι που συντελούν για να βγει το συγκεκριμένο συμπέρασμα είναι πολλοί, και ευδιάκριτοι ακόμα κι από το τρέιλερ της ταινίας. Παρόλα αυτά, ας προσπαθήσω να εξηγήσω γιατί η ταινία όχι μόνο δεν είναι καλή, αλλά δεν βλέπεται.

Μην έχοντας διαβάσει ούτε ένα από τα έξι βιβλία της σειράς, πίστευα πραγματικά ότι ο σκηνοθέτης του Τα Κακά Κορίτσια, Mark Waters, θα αποτελούσε την ιδανική επιλογή που θα κατάφερνε να δώσει μια νέα πνοή σε αυτό το βαμπιρικό εφηβικό είδος ταινιών που εδώ και καιρό αποτελεί μόδα στο Χόλιγουντ. Δυστυχώς, όμως, η σκηνοθεσία του σε συνδυασμό με το αξιοθρήνητο σενάριο του αδελφού του, Daniel Waters, είναι μόνο δύο από τους τρανταχτούς λογούς που η ταινία καταρρέει πλήρως.

Πραγματικά, δεν ξέρω σε τι να πρωτοαναφερθώ. Στις πάμπολλες σκηνές νεανικού ειδυλλίου που ούτε ρεαλιστικές είναι, ούτε ελκυστικές; Στην πληθώρα γλυκανάλατων σκηνών αγάπης; Στην ύπαρξη γελοίου και καθόλου αστείου αμήχανου χιούμορ; Στην περιστασιακή δράση με άκρως βαρετές χορογραφημένες κι εκτελεσμένες σκηνές; Στο γεγονός ότι τονικά η ταινία είναι ένας αχταρμάς που σου δίνει την εντύπωση ότι δεν έχει καμία ιδέα για το τι θέλει να είναι;

Τo μόνο σίγουρο είναι ότι το Vampire Academy αποτυγχάνει σε όλα τα επίπεδα κυρίως χάρη στη λογική του fast-forward που το διακατέχει. Ακόμα και τώρα, δεν μου είναι σαφές γιατί υπήρχαν οι διενέξεις, γιατί ο κακός ήταν κακός, γιατί μας απασχολούσε το ένα, γιατί το άλλο, τίποτα μα τίποτα δεν αναλύεται πέρα από το «ψεκάστε σκουπίστε τελειώσατε» για να οδηγήσουν σε μια παντελώς ηλίθια μάχη που τελειώνει πριν καν αρχίσει.

Τελικό συμπέρασμα: Προσπεράστε την, αν εκτιμάτε τον χρόνο, τα χρήματα και τη νοημοσύνη σας.

Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2014

RoboCop [2/5]

Η νέα επανεκκίνηση του franchise υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Jose Padilha («Οι Επίλεκτοι») είναι ξεκάθαρο ότι στοχεύει στη σημερινή γένια. Ο «RoboCop» είναι βγαλμένος σαν από βιντεοπαιχνίδι τελευταίας τεχνολογίας, ο ρομποτικός τρόπος ομιλίας δεν υπάρχει πια, ενώ τέλος σαν χαρακτήρας διαθέτει συναισθήματα και ανθρωπιά. Ως μια ταινία του 2014, το CGI είναι λίγο-πολύ κορυφαίο, το φουτουριστικό κομμάτι του έργου απεικονίζεται επαρκώς, οι καλοσχεδιασμένες σκηνές δράσης δεν λείπουν και όλοι οι ηθοποιοί παραδίδουν σωστές ερμηνείες.

Όμως, η ιδέα της ύπαρξης ρομπότ που περιπολούν τις πόλεις ήταν μια φρέσκια ιδέα το 1987. Το 2014, και μετά από αμέτρητες ταινίες επιστημονικής φαντασίας, η ιδέα αυτή φαντάζει πολύ πιο πιθανή και πραγματοποιήσιμη. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της ταινίας. Όσο κι αν προσπαθεί, δεν γίνεται πότε κάτι το καινούργιο και καινοτόμο, αλλά παραμένει καθόλη τη διάρκεια της μια καλογυαλισμένη παλιά ιστορία. Υπάρχει το ίδιο χριστιανικό μοτίβο ενός ανθρώπου που σκοτώνεται, ανασταίνεται και σώζει την πόλη του από τα δεινά της. Το παρόν δίνει, υπερβολικά αποτυχημένα στη συγκεκριμένη περίπτωση, και το αγαπημένο πρότυπο οικογενειακής ζωής.

Ενώ σαν να μην έφταναν αυτά, οι συντελεστές του έργου καταφέρνουν να αφαιρέσουν το μεγαλύτερο μέρος της διασκέδασης που μια ταινία «RoboCop» απαιτεί, εις βάρος πρώτον ενός σεναρίου με βαρύ πολιτικό κι επιχειρηματικό τόνο, εμπλουτισμένο με όλα τα πιθανά ιδεολογικά κι αμερικανικά κλισέ, και δεύτερον μιας καθαρά PG-13 («κατάλληλο για ανηλίκους άνω των 13 χρόνων») αισθητικής. Εν ολίγοις, αυτός ο νέος και πιο γυαλιστερός «RoboCop» μπορεί να σου παρέχει δύο ώρες διασκέδασης, δεν γίνεται όμως πότε μια καλή ταινία παρά την πραγματική δυναμική της, τόσο δραματικά όσο και θεματικά.