Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014

Captain America: The Winter Soldier [3.5/5]

Από το 2008, όταν ο «Iron Man» ξεκίνησε το θαυμαστό κινηματογραφικό σύμπαν της Marvel, η φράση «αυτή είναι η καλύτερη ταινία της Marvel» ανακύπτει ξανά και ξανά κάθε φορά που βγαίνει μια νέα ταινία. Αρκετά κλισέ, λοιπόν, αλλά το «Captain America 2: Ο Στρατιώτης του Χειμώνα» διεκδικεί επάξια τον τίτλο της καλύτερης σόλο «μαρβελικής» ταινίας.

Εκείνο που ξεχωρίζει αμέσως στη δεύτερη περιπέτεια του Captain America, είναι η 180 μοίρες μετατόπιση στον τόνο της σε σχέση με την πρώτη. Η παλιομοδίτικη ιστορία προέλευσης του Johnson έχει αντικατασταθεί με μια επιδέξια, πνευματώδη κι εξαιρετικά περιπετειώδη συνέχεια. Αυτό όμως που πραγματικά ξεχωρίζει το σίκουελ αυτό από το υπόλοιπο, τέτοιου είδους, κινηματογραφικό σύμπαν, είναι ότι δεν παίζει μόνο με τις παραδόσεις των ταινιών κόμικ και τη γνωστή σε όλους φόρμουλα τέτοιων ταινιών (μια δόση κωμωδίας, πολλή δράση και μια ιδέα πλοκής). Αντ` αυτού, χρησιμοποιεί την εν λόγω φόρμουλα ως μέτρο, προσφέροντάς μας ένα καλογραμμένο κατασκοπικό θρίλερ με έξυπνες ανατροπές, πολλές ίντριγκες και μπόλικη σημασία, κάτι που αυτομάτως κάνει το όλο εγχείρημα όχι μόνο να μοιάζει φρέσκο, αλλά να οδηγεί σε ένα διαφορετικό είδος διασκέδασης.

Και ενώ το έργο είναι καθαρά οδηγούμενο από το σενάριο και ενδιαφέρεται ως επί το πλείστον για το κατασκοπικό κομμάτι της ιστορίας του, είναι στις σκηνές δράσης όπου η ταινία πιάνει πραγματικά φωτιά. Με κάμερες και γωνίες λήψης που αιχμαλωτίζουν κάθε χτύπημα και κάθε κίνηση στην καρδιά της μάχης, η σκηνοθεσία των Anthony και Joe Russo είναι τόσο χαρισματική που μετατρέπει την ταινία σε εμπειρία και παραδίδει στο κοινό ένα χορταστικό οπτικοακουστικό υπερθέαμα, το οποίο σίγουρα θα ικανοποιήσει και τους πιο απαιτητικούς θεατές.

Μετά λοιπόν από την άνευ σημασίας ταινία του Joe Johnson, «Ο Πρώτος Εκδικητής: Captain America», καθώς και τη μερική επισκίαση του χαρακτήρα στο «Οι Εκδικητές», μόνο ένας αληθινά πιστός θα είχε πολλές ελπίδες από τις νέες περιπέτειες του υπερήρωα Captain America. Κι όμως, προς έκπληξη όλων, συνδυάζοντας την απαραίτητη δράση με σαφή ανάπτυξη χαρακτήρων, σωστό ρυθμό και μια πλοκή που δεν έχει γραφτεί στον αυτόματο πιλότο, το «Captain America 2: Ο Στρατιώτης του Χειμώνα» δίνει ζωή και κινηματογραφική αξία στον -ίσως πιο βαρετό χαρακτήρα σε ολόκληρη τη Marvel- Πρώτο Εκδικητή.

Noah [2.5/5]

Ας αρχίσουμε από την πρώτη παραδοχή: το να διαμαρτυρόμαστε ότι η ταινία του Darren Aronofsky, «Νώε», παρεκκλίνει από την ιστορία της Βίβλου, είναι σαν να διαμαρτυρόμαστε γιατί το «Jurassic Park» είναι μη ρεαλιστικό. Ο Aronofsky και ο συν-σεναριογράφος του, Ari Handel, διάλεξαν να μην πουν την κλασσική ιστορία του Νώε, αλλά μια ΑΛΛΗ ιστορία για τον Νώε. Δεδομένου ότι η ιστορία της Βίβλου είναι μια παραβολή, εδώ η ίδια παραβολή έχει εμπλουτιστεί με όπλα, εκρηκτικά και ούτω καθεξής.

Αφήνοντας στο πίσω μέρος του μυαλού μας το παραπάνω, ας συνεχίσουμε με τη δεύτερη παραδοχή: το να κινηματογραφήσεις την ιστορία του Νώε ως ένα βιβλικό έπος για το κοινό του 21ου αιώνα, είναι πραγματικά κάτι το φιλόδοξο. Το να βάζεις στο σκηνοθετικό τιμόνι τον έντονα ανεξάρτητα σκεπτόμενο σκηνοθέτη Darren Aronofsky, είναι κάτι το ακόμα πιο μεγαλεπήβολο και η Paramount Pictures θα έπρεπε σίγουρα να γνωρίζει τι κάνει όταν αποφάσισε να προχωρήσει σε μια μεγάλη προϋπολογισμού αφήγηση του βιβλικού Νώε και της κιβωτού του. Έχει, όμως, αυτός ο ιντριγκαδόρικος συνδυασμός μπλοκμπάστερ και Aronofsky τα αναμενόμενα αποτελέσματα; Εδώ είναι που τα πράγματα μπερδεύουν…

Η ταινία σε αφήνει με ανάμεικτα συναισθήματα. Γνωρίζω ότι αυτό έχει ειπωθεί για πάρα πολλές ταινίες, αλλά εδώ είναι απόλυτα ταιριαστό. Και ο λόγος που σε αφήνει με ανάμεικτα συναισθήματα είναι γιατί, από καθαρά κινηματογραφική ματιά, ο Aronofsky μοιάζει να μην ξέρει τι ταινία θέλει να γυρίσει και τι είδους ιστορία θέλει να πει. Προσπαθεί να είναι μια ταινία πολυεπίπεδη, όπως και οι προηγούμενες δουλειές του, πατώντας πάνω σε μια ιστορία πολύ απλή, με αποτέλεσμα στο σύνολο να αποτυγχάνει αφήνοντας το κοινό μόνο με μερικές στιγμές κινηματογραφικού μεγαλείου.

Η ιστορία ξεκινά με τον γνωστό, στους περισσότερους, πρόλογο. Και από την πρώτη κιόλας στιγμή, το έργο ασχολείται με πολλά περισσότερα απ` όσα μπορεί και πρέπει. Εν μέρει, μιλάει για την καταστροφή της φύσης από τον άνθρωπο. Ένα μεγάλο κομμάτι της ιστορίας περιστρέφεται γύρω από το θέμα της δυνατότητας του ανθρώπου για ελεύθερη βούληση. Έχουμε το χριστιανικό κομμάτι και την επικοινωνία με τον Πλάστη (περιέργως, η λέξη Θεός δεν ακούγεται ποτέ στην ταινία). Έχουμε τις αναφορές στην επιστημονική εξέλιξη και την θεωρία του Δαρβίνου. Και όλα αυτά για να φτάσουμε στο τρίτο μέρος της ταινίας, όπου οι αλά Aronofsky επιρροές στο σενάριο αρχίζουν να φαίνονται και να έχουμε έναν Νώε οδηγούμενο στο άκρα, ένα θέμα διάχυτο σχεδόν σε όλες τις ταινίες του («Μαύρος Κύκνος», «Ο Παλαιστής», «Ρέκβιεμ για ένα Όνειρο», «π»). Ακόμα, όμως, και αυτό το άκρως ενδιαφέρον κομμάτι μοιάζει να μην έχει κανένα συναισθηματικό βάρος, παρά μόνο αυτό που του δίνουν οι ηθοποιοί (συνήθως η Connelly και η Watson) υπερβαίνοντας τα όρια των ρόλων τους.

Όμορφη και βάναυση, μεγαλοπρεπής και θλιβερή, πολύπλοκη και υπερβολικά απλοϊκή, σημαντική αλλά και μηδαμινής αξίας, η ταινία του Aronofsky τρέχει πάνω σε ένα ευρύ φάσμα κινηματογραφικών κλισέ, αλλά και κάποιων πρωτοποριών, οδηγώντας σε ένα περίεργο ποτ-πουρί sci-fi και βιβλικών στοιχείων, αμήχανα ανακατεμένο. Όπως και να `χει, όμως, δείτε το προκείμενου να βγάλετε τα δικά σας συμπεράσματα.

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Muppets Most Wanted [3/5]

Τρία χρόνια περίπου μετά την εξαιρετικά επιτυχημένη επανεκκίνηση τους, τα Muppets επιστρέφουν στη μεγάλη οθόνη με το «Τα Μάππετς Καταζητούνται», μια ταινία που, παρόλο που είναι φτιαγμένη από την ίδια δημιουργική ομάδα που εργάστηκε στο «The Muppets», δεν καταφέρνει να φτάσει το πρώτο.

Ως έναν βαθμό, θεωρώ πως δεν είναι δίκαιο να συγκρίνουμε την ταινία του 2011 με αυτή. Η πρώτη ταινία γυρίστηκε για να τιμήσει την κληρονομιά τους, έπαιζε με τον νοσταλγικό συναισθηματισμό των οπαδών τους που περίμεναν μεγάλο χρονικό διάστημα να δουν τους αγαπημένους τους χαρακτήρες στο προσκήνιο για άλλη μία φορά και παράλληλα είχαν σχεδιαστεί για να δείξουν στο νεανικό κοινό τι έχανε μέχρι τώρα. Αφού επανατοποθετήθηκαν στην ποπ κουλτούρα, το μόνο που τους μένει να κάνουν είναι να πάνε σε μια τρελή και διασκεδαστική περιπέτεια και αυτό ακριβώς κάνουν, παραδίδοντάς μας μια χορταστική μουσικοχορευτική κωμωδία γεμάτη λογοπαίγνια, ποπ αναφορές, σάτιρα, χονδροειδές χιούμορ και πολλή τρέλα.

Αν το «The Muppets» πριν από λίγα χρόνια φτιάχτηκε για να δείξει την καρδιά των χαρακτήρων, αυτό φέρνει πίσω τους παλαβιάρικους χαρακτήρες που ο καθένας ξέρει και αγαπά. Χωρίς ανθρώπινους βοηθούς και μια ιστορία που υπάρχει κυρίως για να παρέχει τη δυνατότητα στα Muppets να κάνουν αυτό που θέλουν, αυτή η γεμάτη δεύτερη δόση από τους αγαπημένους μας ήρωες μάς υπενθυμίζει ότι τίποτα δεν έχει πραγματικά σημασία, γιατί όταν πρόκειται για τα Muppets, ακόμα κι ένα κάπως απογοητευτικό έργο είναι άκρως διασκεδαστικό. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος για τον οποίο οι ιθύνοντες του σίκουελ δεν αποτυγχάνουν αυτή τη φορά, γιατί τα πάντα εδώ λειτουργούν σύμφωνα με ό,τι θέλουμε από μια ταινία Muppets να είναι.

Κάπως έτσι, λοιπόν, μπορεί το γεμάτο με ζωντάνια κι ευφάνταστο χιούμορ «Τα Μάππετς Καταζητούνται» να παρέχει άφθονο γέλιο και να είναι ένα σίκουελ που αξίζει να παρακολουθήσετε, αν θέλουν όμως οι υπεύθυνοι να παραμείνουν τα Muppets στην επικαιρότητα για πολύ καιρό ακόμα, θα πρέπει πριν βάλουν το μακιγιάζ τους, να ανάψουν τα φώτα και μας καλέσουν να τραγουδήσουμε, να σκεφτούν λίγο περισσότερο την επόμενη μεγάλη εμφάνιση τους.

Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

Need for Speed [1/5]

Ζηλεύοντας ξεκάθαρα την επιτυχία της Universal και των 6 (!) ταινιών Fast and the Furious, η Walt Disney, μάλλον έξυπνα, σκέφτηκε να πάρει το έτοιμο franchise των ηλεκτρονικών παιχνιδιών της Electronic Arts, Need for Speed, προκειμένου να μπει κι αυτή στον χορό των εκατομμυρίων. Δυστυχώς για εμάς, όμως, το στούντιο με το διάσημο ποντίκι, πέρα από αυτή την πρώτη καθαρά επιχειρηματική σκέψη, μάλλον ξέχασε να ασχοληθεί με όλο το υπόλοιπο φιλμ…

Χάρη στο επαγγελματικό υπόβαθρο του σκηνοθέτη Scott Waugh ως κασκαντέρ, η ταινία κάνει κάποια πράγματα καλά. Οι ακροβασίες είναι κατάλληλα εντυπωσιακές, υπάρχουν οι απαραίτητες εκρήξεις καθώς και το είδος της επικίνδυνης οδήγησης στην πόλη που μόνο στα αγωνιστικά παιχνίδια βλέπεις. Οι δυνατότητες δεν σταματούν εδώ, αφού, επιφανειακά τουλάχιστον, χάρη σε ένα καστ που περιλαμβάνει ονόματα όπως Aaron Paul, Michael Keaton, Dominic Cooper και Imogen Poots φαίνεται να υπήρχαν πολλά περισσότερα για να προσβλέπουμε. Για κακή του τύχη, όμως, το Need for Speed καταλαμβάνει τον πάτο σε ένα ήδη αρκετά χαμηλού επιπέδου είδους ταινιών.

Αυτό που κάνει την ταινία μια τέτοια απογοήτευση, είναι ότι παρόλο που είχε τη δυνατότητα να πετύχει κάτι καλό ή τουλάχιστον αξιοπρεπές, πέφτει κατ` ευθείαν στα κλισέ. Οι διάλογοι είναι αυτοί που θα περιμένατε από μια ταινία για αυτοκίνητα, οι χαρακτήρες είναι ανεκδιήγητοι κι εξίσου αυτοί που θα περιμένατε από μια ταινία για αυτοκίνητα, η πλοκή είναι εξωφρενική σε βαθμό που δεν γίνεται να δόθηκε το ok για να γυριστεί, αλλά και πάλι είναι ακριβώς αυτό που θα περιμένατε από μια ταινία για αυτοκίνητα και τέλος οι ηθοποιοί, ελεώ κειμένου, είναι απλά όμορφοι και διακοσμητικοί, κάτι που πάλι είναι αναμενόμενο από μια ταινία για αυτοκίνητα! Και το κερασάκι στην τούρτα είναι ότι το έργο διαρκεί 130 ολόκληρα λεπτά, κάτι που μόνο ταινίες τύπου Πολύ Σκληρός για να Πεθάνει έχουν δικαίωμα να κάνουν.

Μόνο αν αγαπάτε άνευ όρων τις ταινίες με αυτοκίνητα ή τη σειρά video-game, τότε βιαστείτε να πάτε να το δείτε. Οι υπόλοιποι περιμένετε, κάποια στιγμή θα το δούμε στην τηλεόραση.

Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

Το 1ο Φεστιβάλ Τρόμου της Αθήνας είναι γεγονός!

Μια πολύ ενδιαφέρουσα νέα κινηματογραφική πρόταση ξεκινάει από αύριο στο κέντρο της Αθήνας. Η εταιρείας διανομής FilmBoy Pictures αφουγκραζόμενη τον όλο και διαρκώς αυξανόμενο ενθουσιασμό του ελληνικού κοινού για ταινίες θρίλερ παρουσιάζει από την Πέμπτη 13 Μαρτίου μέχρι την Τετάρτη 19 Μαρτίου στην μεγάλη αίθουσα του κινηματογράφου ODEON ΟΠΕΡΑ (Ακαδημίας 57, Αθήνα) το 1ο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ ταινιών τρόμου, Horrorant Film Festival ‘FRIGHT NIGHTS’.

Η πρεμιέρα του Φεστιβάλ θα γίνει με το εναρκτήριο φιλμ του φεστιβάλ του Toronto «All Cheerleaders Die» των Lucky McKee και Chris Sivertson, και από εκεί και μετά με τρεις προβολές καθημερινά και μειωμένα εισιτήρια (απλό 6 ευρώ, ημερήσιο 10 ευρώ) το φιλοθεάμον κοινό θα έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει ταινίες όπως το «Σχίσμα (Fractured aka Schism)» του Adam Gierasch, το «Κορίτσια στον …Πάγο (Pinup Dolls on Ice)» των Geoff Klein & Melissa Mira, το «Seed 2: The New Breed» του Marcel Walz, το «The Battery» του Jeremy Gardner και το «Αγάπη μου …Έγινα Λίγο Ζόμπι (A Little Bit Zombie)» του Casey Walker.

Αποτελούμενο εξ ολοκλήρου από καινούργιες παραγωγές και με στόχο να καθιερωθεί ως ένα από τα καλύτερα και “τρομακτικότερα” festival στην Ευρώπη το Horrorant Film Festival ‘FRIGHT NIGHTS’ δίνει την δυνατότητα στο κοινό να παρακολουθήσει σε πρώτη ελληνική προβολή 19 μεγάλου και 19 μικρού μήκους ταινίες από Αμερική, Ευρώπη, Ασία και Αυστραλία. Φυσικά από το πρόγραμμα του Φεστιβάλ δεν θα μπορούσε να λείπει η εγχώρια παραγωγή που, σε πείσμα όλων που θεωρούν ότι βρίσκεται σε νηπιακό επίπεδο, δίνει δυναμικό παρόν με 9 ελληνικές ταινίες (7 μικρού μήκους και 2 μεγάλου), στις οποίες θα παραβρεθούν οι συντελεστές για να τις παρουσιάσουν.

Για μία περίπου εβδομάδα λοιπόν, όσοι θέλουν να μην κοιμούνται τα βράδια αλλά και όσοι “διψάνε” για αίμα ας δώσουν ραντεβού στο ODEON ΟΠΕΡΑ. Και επειδή ο τρόμος έχει φίλους σε ολόκληρη τη χώρα, το πρόγραμμα του Horrorant Film Festival ‘FRIGHT NIGHTS’ θα μεταφερθεί αυτούσιο στη Θεσσαλονίκη στις 20-26 Μαρτίου στον κινηματογράφο ΦΑΡΓΚΑΝΗ (Αγ. Παντελεήμονος 10, Θεσσαλονίκη).

Καλή cineθέαση!

Πέμπτη, 6 Μαρτίου 2014

300: Rise of an Empire [3.5/5]

Βασισμένο στο τελευταίο graphic novel του Frank Miller με τίτλο «Ξέρξης» και εμπνευσμένο από την παγκόσμια επιτυχία «300», το «300: Η Άνοδος της Αυτοκρατορίας» αναφέρεται σε ένα άλλο κεφάλαιο των Περσικών Πολέμων και πιο συγκεκριμένα στη ναυμαχία στο Αρτεμίσιο και τη ναυμαχίας της Σαλαμίνας. Φυσικά, όσο κι αν υπάρχει ιστορικό πλαίσιο, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πρώτον ότι βλέπουμε τη μεταφορά ενός κόμικ στο σινεμά και δεύτερον ότι οι κινηματογραφικοί κανόνες, ως γνωστόν, επιτρέπουν την παραβίαση αυτού του πλαισίου χάρη της κινηματογραφικής ροής. Επομένως, όσοι αποζητούν μια ιστορικός πιστή μεταφορά των γεγονότων, σίγουρα θα απογοητευθούν και καλύτερα να μην πάνε να δουν την ταινία.

Έχοντας λοιπόν ξεκάθαρο στο μυαλό μας το τι πάμε να δούμε, είμαι στην ευχάριστη θέση να σας ενημερώσω ότι μπορεί το «300: Η Άνοδος της Αυτοκρατορίας» να μη διαθέτει τη μοναδικότητα του προκατόχου του, καταλήγει όμως να είναι μια εξίσου συναρπαστική περιπέτεια. Με τα σκηνοθετικά καθήκοντα να βρίσκονται πλέον στα χέρια του Noam Murro, η ταινία είναι ό,τι ακριβώς περιμένεις, ένα στιλιστικά πιστό στην πρώτη ταινία έργο με πολύ περισσότερη δράση. Εδώ, η κλίμακα κάθε μάχης είναι μεγαλύτερη, η βία είναι ακόμα πιο γραφική, ο χαρακτήρας του Θεμιστοκλή είναι εξίσου δυναμικός όσο ο Λεωνίδας (ο ίδιος και οι πολεμιστές του δεν είναι τόσο εικονικοί, όπως ο Λεωνίδας και οι Σπαρτιάτες του, αλλά ποιος περίμενε κάτι τέτοιο;), ενώ τέλος οι ναυτικές συμπλοκές κόβουν, πραγματικά, την ανάσα. Όπως και να `χει, με δράση ακόμη πιο αιματοβαμμένη απ` ότι πριν και με την τεχνική κι οπτική αρτιότητα να παραμένει εντελώς άθικτη, το τελικό αποτέλεσμα θα ικανοποιήσει απόλυτα το κοινό.

Στο ερμηνευτικό κομμάτι, αν και δεν περιμένεις και πολλά από τέτοιου είδους ταινίες, ο Sullivan Stapleton ως Θεμιστοκλής κάνει καλή δουλειά ως ήρωας της ταινίας, μη επιχειρώντας μια χλωμή απομίμηση του ρόλου του Gerald Butler. Παίζει τον χαρακτήρα του «όπως πρέπει», γεμάτο συναίσθημα και τον απαραίτητο ηρωισμό. Στον ρόλο της Αρτεμισίας η Eva Green, για πολλοστή φορά κλέβει την παράσταση και τις εντυπώσεις. Σκληρή, δυναμική, σέξι, η Green διαθέτει όλο το πακέτο παραδίδοντας μια εξαιρετική ερμηνεία. Ενώ, τέλος, η Lena Headey επιστρέφει σαν βασίλισσα Γοργώ και είναι και πάλι, σε έναν μικρό ρόλο, πολύ καλή.

Εντέλει, το «300: Η Άνοδος της Αυτοκρατορίας» διαθέτει επική δράση, εξίσου επικό σεξ και ένδοξη βία, έναν λαμπρό κακό και μια υγιή δόση μυθοπλασίας. Προβάλλει επίσης και τα ιδανικά των αρχαίων Ελλήνων, περί φιλίας, αφοσίωσης, γενναιότητας και υπεράσπισης της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Ο συνδυασμός αυτών των δύο πιθανότατα θα μετατρέψει σε αντικείμενο λατρείας την ταινία εδώ στην Ελλάδα. Και όχι άδικα γιατί… αξίζει!

The Grand Budapest Hotel [2/5]

Βλέποντας το «Ξενοδοχείο Grand Budapest», συνειδητοποιείς ότι το νέο πόνημα του σκηνοθέτη είναι η πιο Wes Anderson ταινία που έγινε ποτέ. Δυστυχώς, όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι αυτόματα κι απολαυστική. Υπάρχουν σίγουρα αστείες στιγμές και υπάρχουν κι όμορφες στιγμές, όμως αυτό το ξενοδοχείο δεν είναι τίποτε άλλο από μια οπτικά τέλεια ταινία, η οποία στερείται σεναρίου και κατ` επέκταση ενδιαφέροντος.

Με επίκεντρο έναν εκκεντρικό ιδιοκτήτη ξενοδοχείου, ένα lobby-boy, έναν αμύθητης αξίας πίνακα και τη διαμάχη για μια οικογενειακή περιουσία, η ταινία του Anderson είναι από εκείνες που ενώ πολλά πράγματα συμβαίνουν, δεν γίνεται τίποτα ουσιαστικό. Αντ` αυτού, προκειμένου να προκαλέσει το ενδιαφέρον του φιλοθεάμονος κοινού και παράλληλα να καλύψει το μεγάλο σεναριακό κενό που διαθέτει, το σενάριο των Anderson και Guinness αναλώνεται σε πανέμορφα κινηματογραφημένα, αλλά άσκοπα κυνηγητά, επιδέξιες αποδράσεις και αλλά, πολλών ειδών, τερτίπια.

Για άλλη μια φορά το πρόβλημα επικεντρώνεται στον, καθαρά εικαστικό, σκηνοθέτη Wes Anderson. Όσο ανεβαίνει ο προϋπολογισμός, οι ταινίες του τείνουν, πολύ επιτυχημένα, να μην έχουν μόνο χρώματα και ήχους, αλλά σχεδόν ψηλαφητές υφές, γεύσεις και μυρωδιές. Κάτι που ναι μεν τις κάνει πολύ θελκτικές, αλλά παράλληλα σε βάζει να αναρωτηθείς αν οι ίδιες οι ταινίες του Anderson δεν είναι τίποτε άλλο από ιδιότροπα προϊόντα πολυτελείας. Αυτό το συμπέρασμα είναι πιο εμφανές από πότε στο «Ξενοδοχείο Grand Budapest», μια ταινία σχεδιασμένη στη λεπτομέρεια, χωρίς όμως κανένα πραγματικό ανθρώπινο συναίσθημα.

Ακόμα ένας παράγοντας που μετατρέπει το «Ξενοδοχείο Grand Budapest» σε μια μικρής αξίας ταινία είναι το πολυπληθές all-star cast. Είτε σε μικρούς, είτε σε μεγάλους ρόλους, ο πραγματικά αξιομνημόνευτος θίασος από ηθοποιούς δίνει μεν τον καλύτερο του εαυτό και προσδίδει πόντους στην όποια απόλαυση της ταινίας, αλλά ακόμα και ηθοποιοί βεληνεκούς Harvey Keitel, Edward Norton και Tilda Swinton δεν καταφέρνουν ούτε στιγμή να σε πείσουν ότι η ύπαρξη τους δεν είναι τίποτε άλλο από διακοσμητική και ένα καθαρό μπόνους για το μάρκετινγκ της ταινίας.

Λυπάμαι λοιπόν που θα απογοητεύσω τους φαν του σκηνοθέτη, αλλά αυτό το σχολαστικά εξοπλισμένο κουκλόσπιτο, όσο τέλεια ερμηνευμένο κι αν είναι, δεν καταφέρνει τίποτε άλλο από το να σου πιστοποιήσει ότι ο Anderson μπορεί να είναι ένας μεγάλος σκηνοθέτης, δεν έχει κάνει όμως -σχεδόν- πότε μια πραγματικά μεγάλη ταινία.

Σάββατο, 1 Μαρτίου 2014

#blogoscars: Καλύτερη Γυναικεία Ερμηνεία

1. Cate Blanchett - Blue Jasmine

2. Emma Thompson - Saving Mr. Banks

3. Julie Delpy - Before Midnight

4. Sandra Bullock - Gravity

5. Julia Roberts - August: Osage County

6. Adèle Exarchopoulos - La Vie d'Adèle

7. Meryl Streep - August: Osage County

8. Judi Dench - Philomena

9. Andrea Riseborough - Oblivion

10. Emma Thompson - Beautiful Creatures