Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

Transformers: Age of Extinction [0/5]

Γίνεται πραγματικά όλο και πιο δύσκολο να καταλάβεις ποια ταινία Transformers είναι η χειρότερη. Δεν είναι σίγουρα η πρώτη, αφού εκείνη ήταν απρόσμενα φοβερή και, το σπανιότερο από όλα, μια πραγματικά καλή ταινία του Michael Bay. Ο αγώνας λοιπόν ήταν μεταξύ του «Transformers: Η Εκδίκηση των Ηττημένων» και του «Transformers: Dark of the Moon». Μπορούμε όμως πλέον να πούμε ότι άξιος διεκδικητής του τίτλου είναι και το τέταρτο κεφάλαιο της σειράς, με τον ευφάνταστο τίτλο «Transformers 4: Εποχή Αφανισμού».

Σεναριακά, έχοντας ξεφορτωθεί τον Shia LaBeouf και την αντικαταστάτρια της αντικαταστάτριας της Megan Fox στο «Dark of the Moon», το τέταρτο μέρος του franchise απλά δεν βλέπεται. Από το εργαστήριο του Tony Stark μέχρι τον υγρό κακό του «Εξολοθρευτή 2: Μέρα Κρίσης» και από το στόρι του πρόσφατου «Προμηθέα» μέχρι το «Άλιεν» και το «Τζουράσικ Παρκ», ο Bay κατακλέβει τους πάντες και τα πάντα για να «δημιουργήσει» ένα γελοίο και χαζό έργο 165 λεπτών. Και μόνο το γεγονός ότι θα πρέπει να πιστέψουμε πως ο Mark Wahlberg είναι ένας σχεδόν άπορος εφευρέτης στο Τέξας, αποτελεί δείγμα της ηλιθιότητας που διέπει την ταινία και φέρνει στον νου την πυρηνική φυσικό Christmas Jones (Denise Richards) του «Ο Κόσμος Δεν Είναι Αρκετός».

Σαν να μην έφτανε αυτό, όμως, βλέποντας τη δύο ωρών και τριών τέταρτων διάρκεια του έργου, σκέφτεσαι «δεν μπορεί, θα έχουν βρει έναν τρόπο να πουν μια καλή ιστορία». Μάταια όμως! Η ταινία είναι τόσο μα τόσο αργή στην εξέλιξη και τον ρυθμό της, που αισθάνεσαι σαν κάποιος εσκεμμένα να την έβαλε στο slow-motion για να βασανίζει τους θεατές. Με διαλόγους που σε κάνουν να εύχεσαι ο Ehren Kruger να σταματήσει να γράφει σενάρια, το «Transformers 4: Εποχή Αφανισμού» είναι τόσο κακό που δεν περιγράφεται. Χωρίς να έχει ιδέα τι σημαίνει υπόθεση και συνοχή λοιπόν, όπως και κάθε άλλη ταινία Transformers, έτσι κι αυτή βασίζεται στις πολλές σκηνές δράσης. Εάν έχετε δει το νούμερο δύο και το τρία, δεν χρειάζεται να πω τίποτα άλλο παρά μόνο «μία από τα ίδια». Όσοι είναι τυχεροί και δεν τα έχουν δει, να περιμένουν πολλές εκρήξεις, δυνατούς θορύβους και χαοτικό μοντάζ σε ένα συνεχόμενο repeat που πονοκεφαλιάζει.

Η διάλυση εκατοντάδων αυτοκίνητων, το πέταγμα χιλιάδων βομβών και το ξεχείλωμα σκηνών δεν είναι σινεμά και δεν θα είναι ποτέ. Ας ελπίσουμε ότι η ταινία ούτε λεφτά θα βγάλει, το franchise δεν θα αποκτήσει πέμπτο μέρος και ο Bay θα πάψει να συνεχίσει να δηλώνει σκηνοθέτης. Γιατί νομίζω ότι το «Transformers 4: Εποχή Αφανισμού» είναι ο πάτος. Δεν αξίζει ούτε τον χρόνο σας και σίγουρα ούτε τα χρήματα σας.

Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

The Two Faces of January [1.5/5]

Βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα της Patricia Highsmith, αυτή η ηλιόλουστη προσαρμογή στον κινηματογράφο από τον συγγραφέα του «Drive», Hossein Amini, θέτει τον πήχη πολύ ψηλά για σκηνοθετικό ντεμπούτο. Παρακολουθώντας όμως το έργο, οδηγούμαστε σε ένα αναπόφευκτο συμπέρασμα (η ύπαρξη μιας καθαρά «hitchcockian» ξανθιάς στον πρωταγωνιστικό ρόλο σχεδόν μας προκαλεί να κάνουμε συγκρίσεις) πως αν ο Hitchcock γυρνούσε αυτήν την ταινία στις αρχές της δεκαετίας του 1960, κατά πάσα πιθανότητα θα μιλούσαμε για ένα εξαιρετικό ψυχολογικό θρίλερ. Δυστυχώς, όμως, ο Amini δεν είναι σε θέση να δημιουργήσει μεγάλη ένταση από τους ηθικά σε κίνδυνο πρωταγωνιστές τους και τις δολοφονικές περιπέτειες που τους συμβαίνουν, με αποτέλεσμα η ταινία του να διαθέτει μεν ένδοξο ελληνικό φως σε αφθονία, αλλά να είναι αναπάντεχα λειψή τόσο σε ψυχολογική πολυπλοκότητα, όσο και γνήσια συγκίνηση.

Η πρώτη μισή ώρα του έργου καταφέρνει και διατηρεί το ενδιαφέρον μας χάρη στις συνεχείς αποκαλύψεις από το παρελθόν των πρωταγωνιστών, αλλά και τα ασαφή κίνητρα με τα οποίο κινούνται. Προσθέτοντας στο παραπάνω μερικές ντεμοντέ κινηματογραφικές απολαύσεις, όπως παραδείγματος χάρη την απειλή με όπλο σε ένα φανταχτερό δωμάτιο ξενοδοχείου, αλλά και την κομψότητα και ρετρό αίσθηση που υπάρχει διάχυτη στο έργο, το «Δύο Πρόσωπα του Ιανουαρίου» έμοιαζε, τουλάχιστον για την πρώτη μισή ώρα, να πατά γερά στα πόδια του και έδειχνε σημάδια μιας πολλά υποσχόμενης ταινίας. Καθώς όμως οι στρώσεις από ίντριγκα σταδιακά αποκαλύπτονται, αυτό που απομένει αρχίζει να φαίνεται ολοένα και λιγότερο ελκυστικό. Η ακλόνητα ντεμοντέ προσέγγιση του Amini στην κατασκευή του σκηνοθετικού του ντεμπούτου αποδεικνύεται τελικώς επιζήμια και οδηγεί στη δημιουργία μιας ταινίας χωρίς τη λάμψη, αλλά και το απαραίτητο κύρος που τέτοιες ταινίες απαιτούν. Χρησιμοποιώντας σκηνοθετικά τρικ, αγωνίζεται να κοινωνήσει τα κίνητρα των χαρακτήρων του σε εμάς, και ως εκ τούτου αρχίζουμε να αποστασιοποιούμαστε περαιτέρω από την πλοκή όσο εκείνη προχωράει.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Amini κάνει το σοβαρό λάθος και επιτρέπει στους χαρακτήρες του να έχουν περισσότερες πληροφορίες από ό,τι επιτρέπει στο ακροατήριό του. Αυτό σημαίνει ότι εμείς σαν κοινό περνάμε την περισσότερη μας ώρα προσπαθώντας να καλύψουμε τη διαφορά μας με την πλοκή, αντί εκείνη να μας τραβάει με την εξέλιξη της. Παρά τα λάθη του Amini, όμως, η κεντρική πλοκή του έργου, ούτως ή άλλως, δεν διαθέτει κανένα ενδιαφέρον. Κάθε μεγάλη αποκάλυψη για κάτι στο παρελθόν παρουσιάζεται ως ένα πράγμα που ναι μεν ήταν γραφτό να μας εκπλήξει, αλλά φαινόταν σαν δεδομένο από την αρχή. Στο δε τέλος, το ερώτημα «αυτό ήταν;» στριφογυρίζει συνεχώς στο μυαλό σου μέχρι να συνειδητοποιήσεις ότι η ταινία που μόλις παρακολούθησες ήταν χωρίς ουσία.

Εν κατακλείδι, η καλή εμφάνιση μιας ταινίας (κοστούμια, σκηνικά, φωτογραφία) θα πρέπει να είναι ένα σύμπτωμα της επιτυχίας της και όχι το μόνο συστατικό της. Κάτι τέτοιο συμβαίνει εδώ! Αν σας αρκεί να δείτε ένα τρίο από όμορφα αστέρια όπως ο Isaac, η Dunst κι ο Mortensen να περιδιαβαίνουν στην όμορφη Αθήνα και την Κρήτη, δείτε την. Αν όχι, βγείτε και δώστε του να καταλάβει με ένα μπουκάλι ούζο. Πιο ωραία θα περάσετε!

Κυριακή, 15 Ιουνίου 2014

Oculus [3.5/5]

Το να μετατρέψεις ένα άψυχο αντικείμενο στο κύριο ανταγωνιστή της ιστορίας σου είναι ένα τεράστιο επίτευγμα, ειδικά όταν πρόκειται για ταινίες τρόμου. Το να πετύχεις τον σωστό τόνο δημιουργώντας την απαραίτητη ένταση που θα συνεπάρει το κοινό και θα το κάνει να νοιαστεί για μια κατά τα αλλά εξωφρενική ιδέα, είναι ζωτικής σημασίας στην επίτευξη της πραγμάτωσης του κόσμου της ταινίας. Στο «Ο Καθρέφτης της Κολάσεως», ο άψυχος κακοποιός είναι ένας αρχαίος καθρέφτης που μαστίζει τις οικογένειες με τις οποίες έρχεται σε επαφή.

Πατώντας πάνω στο tagline του έργου, «βλέπεις αυτό που δεν θέλεις να δεις», οι θεατές βλέπουν αυτό που ο σκηνοθέτης, συν-σεναριογράφος και μοντέρ Mike Flanagan θέλει να δουν μέσα από μια σειρά εξαιρετικά στυλιζαρισμένων σκηνών που συνδυάζουν δύο αφηγήσεις σε μία. Συνδέοντας την ιστορία των δύο αδελφών που εξιστορούν τα τραύματα της παιδικής τους ηλικίας σε σχέση με τον καθρέφτη, ενώ παράλληλα προσπαθούν να αποδείξουν την ύπαρξη παραφυσικής παρουσίας σ` αυτόν, οι γραμμές μεταξύ των αφηγήσεων είναι τόσο καλά εναρμονισμένες που δεν θα είστε ποτέ σίγουροι για το ποιο χρονικό διάστημα παρακολουθείτε.

Μέσα σε αυτή τη διαστρεβλωμένη πραγματικότητα του «Καθρέφτη της Κολάσεως», το τράβηγμα ενός χανζαπλάστ ή το μαχαίρωμα του κάκου δεν γνωρίζεις τι αποτελέσματα μπορεί να αποφέρει. Αυτή είναι μία μόνο από τις τακτικές που χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης προκειμένου να σοκάρει τον θεατή και, όπως και οι υπόλοιπες, λειτουργεί στην εντέλεια. Έχοντας τον απόλυτο έλεγχο της κάμερας και τοποθετώντας τη σε σημεία με μέγιστο αποτέλεσμα, ο Flanagan και ο διευθυντής φωτογραφίας του μοιάζει να ξέρουν από φρίκη και δημιουργούν μερικές αξέχαστες σκηνές τρόμου. Υπάρχει μια συνεχής ένταση στο έργο που το καθιστά εξαιρετικά έντονο και πετυχαίνει μια πιο εμπεριστατωμένη εμπειρία. Πραγματικά, πιστεύω ότι ζούμε σε μια περίοδο αναγέννησης των ταινιών τρόμου στο σινεμά (μετά δε και την επιτυχία ταινιών όπως το «Παγιδευμένη Ψυχή» και το «Κάλεσμα») που επιτρέπει σε σκηνοθέτες όπως ο James Wan να αναγνωριστούν και να λάμψουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα στην καριέρα τους.

Με το «Ο Καθρέφτης της Κολάσεως», στην παραπάνω λίστα έρχεται να προστεθεί σίγουρα και ο Mike Flanagan, αφού αντικαθιστώντας το αίμα με μια συνολική αίσθηση του φόβου, καταφέρνει και φτιάχνει ένα εξαιρετικό ψυχολογικό θρίλερ, υπεύθυνο για μερικές από τις πιο εντυπωσιακές οπτικά σκηνές των τελευταίων ετών. Αν και πολλοί θα αναφέρουν ότι η κατάληξη είναι στον αυτόματο πιλότο, η ταινία διαθέτει μια τόσο ισχυρή, ενδιαφέρουσα κι αξιέπαινη ιστορία που είναι πραγματικά δύσκολο να σε νοιάξει. Με χαμηλό προϋπολογισμό λοιπόν και ξέροντας τι είναι, ο «Καθρέφτης της Κολάσεως» κερδίζει με το να είναι η πιο πρωτότυπη ταινία τρόμου στην πρόσφατη μνήμη.

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

A Million Ways to Die in the West [2.5/5]

Βγαλμένη από το μυαλό του δημιουργού της κινηματογραφικής επιτυχίας «Ted», αλλά και της τηλεοπτικής σειράς «Family Guy», το «Χίλιοι Τρόποι να Πεθάνεις στην Άγρια Δύση» είναι μια μισό-παρωδία με όλες τις γνωστές παρεμβάσεις, αναφορές στην ποπ κουλτούρα και ακραίο χιούμορ που αποτελούν σήματα κατατεθέντα του σκηνοθέτη. Εάν δεν είστε ήδη φαν του στυλ της κωμωδίας του, θα δυσκολευτείτε να απολαύσετε τη συγκεκριμένη ταινία που είναι μεγάλη σε διάρκεια και εξωφρενικά R-rated. Επωμιζόμενος τον ρόλο του σκηνοθέτη, του σεναριογράφου, του παραγωγού και του πρωταγωνιστή, ο MacFarlane δημιουργεί μια ταινία με μεγαλύτερο θέλγητρο την ύπαρξη ενός μάτσου εκκεντρικών χαρακτήρων, των οποίων οι αλληλεπιδράσεις και οι περιπέτειες υφαίνουν μια ιστορία γεμάτη με παραλογισμούς κι αντιφάσεις.

Μέσα λοιπόν από τις καταστάσεις που δημιουργούνται, το άσεμνο και για κάποιους αηδιαστικό χιούμορ του MacFarlane καταλαμβάνει πρώτη θέση, με τα αστεία και τα χωρατά να διαδέχονται το ένα το άλλο σε τέτοιο βαθμό που, όπως και να το κάνεις, κάποιο -για χάρη της κωμωδίας, αν θέλετε- θα σου αρέσει. Αυτό δεν σημαίνει ότι μιλάμε για μια μεγάλη ταινία, σίγουρα όμως δεν μιλάμε και για μια κακή. Χάρη στην παρουσία του Liam Neeson και της Charlize Theron (μία από τις πιο όμορφες ηθοποιούς στον κόσμο), αλλά και σε ένα πλήθος ηθοποιών που γνωρίζουν πολύ καλά τι σημαίνει κωμωδία, το «Χίλιοι Τρόποι να Πεθάνεις στην Άγρια Δύση» διασώζεται πετυχαίνοντας την ίδια ισορροπία του χιούμορ και του συναισθήματος που είδαμε και στο «Ted». Το ειδύλλιο στο επίκεντρο της ταινίας είναι κάπως γλυκό, υπάρχει πραγματική χημεία μεταξύ του Seth και της Charlize και πέρα από τη «βρωμιά», οι χαρακτήρες είναι αξιαγάπητοι κι ελκυστικοί.

Ωστόσο, με διάρκεια περίπου δύο ώρες, το έργο κουράζει αφού κάποια στιγμή η στασιμότητα του, τόσο χιουμοριστικά όσο και σεναριακά, αρχίζει να διαφαίνεται. Από ένα σημείο και μετά, ο MacFarlane, προκείμενου να επιβεβαιωθεί η κωμική φήμη του, βασίζεται υπερβολικά πολύ στο χονδροειδές χιούμορ του και βάζει στο περιθώριο τα βασικά στοιχεία της αφήγησης, κάτι που στην ουσία δεν έχει καμία ανάγκη να κάνει, αφού έχει στα χέρια του χαρακτήρες που δεν είναι καρικατούρες. Για κάθε αστείο που πετυχαίνει τον στόχο του, υπάρχει άλλο ένα που δεν τα καταφέρνει, ενώ θα λέγαμε ότι κάποια φτάνουν σε βαθμό ασυγχώρητων λαθών. Ίσως μετά το «Χίλιοι Τρόποι να Πεθάνεις στην Άγρια Δύση» να ήρθε η ώρα, αφού έχει πιστοποιηθεί η μαεστρία του στην κωμωδία, ο MacFarlane να δοκιμαστεί και σε κάτι άλλο.

Όλα τα παραπάνω, λοιπόν, συνθέτουν ένα στο όριο απογοητευτικό προϊόν που, εφόσον πάτε έχοντας γνώση του τι θα δείτε, εξακολουθεί να είναι διασκεδαστικό. Μέχρι εκεί…

Σάββατο, 7 Ιουνίου 2014

Million Dollar Arm [2.5/5]

Αν δεν εμφανιζόταν στην αρχή το κλασσικό «βασισμένο σε αληθινή ιστορία» και να μου το έλεγαν, δεν θα πίστευα ότι το «Χέρι του Ενός Εκατομμυρίου» είναι εξιστόρηση πραγματικών γεγονότων. Η πλοκή θέλει τον πρωταγωνιστή J.B. Bernstein να βρίσκεται σε χαλεπούς καιρούς, με αποτέλεσμα σε μια τελευταία προσπάθεια να σώσει την καριέρα του, να αποφασίζει την οργάνωση ενός πανεθνικού διαγωνισμού (από εκεί και το όνομα της ταινίας) στην Ινδία, προκειμένου να βρει τους καλύτερους παίκτες του κρίκετ με την ελπίδα ότι θα τους μετατρέψει σε παίκτες Α` Εθνικής στο μπέιζμπολ. Όσο ενδιαφέρουσα κι εμψυχωτική είναι η υπόθεση της ταινίας, παρόλα αυτά, η έλλειψη αληθοφάνειας της μετασχηματίζεται σε ένα αρκετά συμβατικό κι επιπόλαιο έργο. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι και κακό.

Με τον Thomas McCarthy στο σενάριο και τον Craig Gillespie στη σκηνοθεσία, η ταινία, αν και διαθέτει πολλά στερεότυπα στην απεικόνιση της ινδικής κουλτούρας και ακολουθεί ένα πολύ παραδοσιακό μονοπάτι έχοντας πέσει θύμα του mainstream κινηματογράφου, εξακολουθεί και καταφέρνει να βρει την ψυχή της στη διαδρομή. Μπορεί η υπόθεση να μην εκπλήξει κανέναν, αλλά σε έναν μεγάλο βαθμό καταφέρνει να δώσει ανθρώπινη διάσταση στους χαρακτήρες της. Με τη βοήθεια της, κλασσικής μεν αλλά καλής δε, σκηνοθεσίας του Gillespie, οι χαρακτήρες καταφέρνουν και βγάζουν μια πολύ θελκτική γνήσια συγκίνηση.

Μεγάλο κομμάτι της δημιουργίας της οφείλεται στο καστ της. Ο Jon Hamm δεν παραδίδει οσκαρική ερμηνεία, αλλά τα καταφέρνει καλά ως ένας άνθρωπος που μαθαίνει τι πραγματικά έχει σημασία στη ζωή. Η Lake Bell είναι πολύ καλή προσφέροντας συγκινητικά λόγια ενθάρρυνσης για περισσότερες από μία φορές στην ταινία. Ο Aasif Mandvi προσφέρει άφθονη κωμική ανακούφιση, ενώ οι Bill Paxton και Alan Arkin είναι αχρησιμοποίητοι στους ρόλους τους. Μεταξύ όλων αυτών, όμως, τις καλύτερες ερμηνείες δίνουν οι Suraj Sharma, Madhur Mittal, και Pitobash ως Rinku, Dinesh, και Amit αντίστοιχα. Ο καθένας φέρνει μια πραγματική πολυπλοκότητα στον χαρακτήρα του και το κάνει εξαιρετικά καλά, με αποτέλεσμα να είναι οι πραγματικοί σταρ της ταινίας.

Συμπερασματικά, από τις μικρές λεπτομέρειες έως τις μεγάλες, όλοι βλέποντας την ταινία θα γνωρίζετε ακριβώς τι πρόκειται να συμβεί, αλλά ακόμα κι έτσι το «Χέρι του Ενός Εκατομμυρίου» είναι μια ταινία που σε κρατά εμπλεκόμενο και σε διασκεδάζει σε ολόκληρη τη διάρκεια της.

Πέμπτη, 5 Ιουνίου 2014

Edge of Tomorrow [4/5]

Το «Στα Όρια του Αύριο» είναι μια τρανή απόδειξη ότι τα καλοκαιρινά μπλοκ-μπάστερ εξακολουθούν να ζουν και να βασιλεύουν εν έτει 2014. Βασισμένη στο μυθιστόρημα του Hiroshi Sakurazaka και μεταφερμένη στη μεγάλη οθόνη από τον Doug Liman (σκηνοθέτη του «Χωρίς Ταυτότητα»), η ταινία αφήνει πίσω όλες τις μέχρι τώρα ανησυχίες που έχουμε όταν ακούμε για μεταφορά ιαπωνικού υλικού στον κινηματογράφο και γίνεται μια υπέροχη κινηματογραφική εμπειρία που αξίζει πολλαπλές θεάσεις, μόνο και μόνο για την καθαρή απόλαυση που σου παρέχει.

Ποια είναι η υπόθεση; Με άπλες και κινηματογραφικές αναφορές θα πω ότι το «Στα Όρια του Αύριο» είναι το αποτέλεσμα της ένωσης του «Τα Τελευταία 8 Λεπτά» με το «Η Μέρα της Μαρμότας», η έννοια δηλαδή της αναβίωσης της ίδια μέρας και η προσπάθεια κατανόησης από τον πρωταγωνιστή του λόγου για τον οποίο συμβαίνει αυτό, τοποθετημένη όμως σε ένα εξωγήινο περιβάλλον. Αυτή λοιπόν η (θα λέγαμε τολμηρή) ιδέα είναι εξαιρετικά εκτελεσμένη χάρη στο διαολεμένα έξυπνο σενάριο του βραβευμένου με Όσκαρ σεναριογράφου Christopher McQuarrie («Συνήθεις Υποπτοι») που με την συνεργασία των Jez και John-Henry Butterworth όχι μόνο παρακάμπτει τους πιθανούς κινδύνους που έχουν τέτοιου είδους πλοκές, αλλά τους μετατρέπει σε πλεονεκτήματα. Καταφέρνει και παίζει έξυπνα με τα κλισέ που ξέρει ότι είμαστε εξοικειωμένοι, ενώ υπάρχουν και στιγμές που δεν φοβάται να κοροϊδέψει ακόμα και την ίδια την αφήγηση. Όλα αυτά δημιουργούν μια αίσθηση που φαίνεται ότι το έργο κάπου θα στραβοπατήσει, κάνοντας κάτι λάθος, και όμως αυτό δεν συμβαίνει ποτέ και όλα λειτουργούν τέλεια.

Σε αντίθεση με τις ταινίες που βασίζονται σε video-game, το «Στα Όρια του Αύριο» ποτέ δεν μοιάζει σαν να βλέπουμε κάποιον να παίζει ένα παιχνίδι που δεν μπορούμε να συμμετέχουμε. Ακόμη και καθώς η ημέρα επαναλαμβάνεται επανειλημμένα, υπάρχει ακόμα η αίσθηση ότι τα πράγματα κινούνται προς τα εμπρός. Και αυτό οφείλεται στον σκηνοθέτη. Ο Doug Liman αξίζει πραγματικά διθυράμβους, αφού και διασφαλίζει τον καλό ρυθμό της ταινίας και κάνει μια λαμπρή δουλειά, κρατώντας το σενάριο φρέσκο και ενδιαφέρον σε ολόκληρη τη διάρκειά του και φτιάχνει μια ταινία με πλάνα δράσης αρκετά για να κάνουν τον Michael Bay να πρασινίσει από φθόνο. Οι λήψεις και τα πλάνα είναι πρωτοφανή, συλλαμβάνοντας κάθε γωνία του χάους που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια σου. Η κάμερα κινείται κοφτά και ο Liman καθορίζει τη δράση με στυλ, δημιουργώντας ένα όμορφο χάος από εκρήξεις, πυροβολισμούς και τέρατα, μέσα στο οποίο δεν υπάρχει ούτε μία βαρετή στιγμή. Η φωτογραφία του Dion Beebe είναι εξαιρετική, ενώ ειδική μνεία πρέπει να δοθεί και στο εξαίσιο μοντάζ του James Herbert που επιτρέπει στην ταινία να πηδάει μπρος και πίσω στον χρόνο απρόσκοπτα, χωρίς ποτέ να χάνει τον ρυθμό της. Τέλος, η 3D εμπειρία, αν και δεν προσθέτει πολλά, σίγουρα δεν μειώνει το αποτέλεσμα.

Μιλάμε λοιπόν για μια σωστή υπερπαραγωγή, γεμάτη υπέρτατα ειδικά εφέ, θαυμάσια πλοκή και ένα υπέρλαμπρο καστ που δίνει τον καλύτερο του εαυτό. Ο Tom Cruise αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι είναι ένα χαρισματικός σταρ της έβδομης τέχνης, ενώ η Emily Blunt συνεχίζει να εκπλήσσει πιστοποιώντας ότι μπορεί να παίξει τα πάντα. Αυτοί οι δύο, μαζί με το υπόλοιπο καστ, δημιουργούν μια ομάδα όνειρο που ο σκηνοθέτης Doug Liman χρησιμοποιεί και δημιουργεί μια ταινία κοντά στην τελειότητα.

Το «Στα Όρια του Αύριο», λοιπόν, είναι μια ταινία που αξίζει να παρακολουθήσετε ξανά και ξανά και ξανά... Ω, τι ειρωνεία!

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

Maleficent [2.5/5]

Οριακά προσβλητική για τους οπαδούς της «Ωραίας Κοιμωμένης», αλλά και μια εντελώς νέα εκδοχή ενός γνώριμου υλικού, που σε κάνει να νιώθεις ωραία διαθέτοντας πλούσια μηνύματα, το «Maleficent» σού αφήνει ανάμεικτα συναισθήματα και είναι πραγματικά μια από τις πιο δύσκολες ταινίες που έχω κριτικάρει εδώ και πολύ καιρό.

Θέλοντας να πει μια καινούργια και σύγχρονη εκδοχή της ταινίας του 1959, το σκηνοθετικό ντεμπούτο του σχεδιαστή παραγωγής Robert Stromberg ενσωματώνει όλους τους ακρογωνιαίους λίθους του μύθου: η πριγκίπισσα Aurora γεννιέται, η Maleficent την καταριέται, η Aurora εξακολουθεί να πέφτει σε μια φαινομενικά αιώνια ανάπαυση αφού τρυπήσει το δάχτυλο της στην άτρακτο μιας ανέμης και τέλος το μόνο πράγμα που μπορεί να την ξυπνήσει είναι ένα φιλί αληθινής αγάπης. Στη συνέχεια, χτίζει γύρω από αυτούς μια ιστορία απώλειας, προδοσίας και λύτρωσης, ρίχνοντας νέο φως στη Maleficent, μετατρέποντας παράλληλα το παραμύθι σε μια θαυμάσια, έξυπνη κι εξαιρετικά ικανοποιητική φεμινιστική ιστορία. Οι σεναριογράφοι της ταινίας επαναπροσδιορίζουν πλήρως τον χαρακτήρα της Maleficent, μετατρέποντάς τον σε ηρωίδα και παράλληλα εμπλουτίζουν την ιστορία της με κρυφά νοήματα απώλειας, ενδυνάμωσης, εξασθένησης, εμπειρίας κι αθωότητας.

Αυτή η νέα προσέγγιση του χαρακτήρα λειτουργεί κυρίως χάρη στην Angelina Jolie. Οφείλω να ομολογήσω ότι όταν κυκλοφόρησαν οι πρώτες εικόνες και είδα τα στιγμιότυπα της Angelina Jolie με τα εικονικά κέρατα και τα ρούχα της Maleficent, ήμουν εξαρχής αναποφάσιστος για την ταινία. Τι καινούργιο θα μπορούσε η Jolie να φέρει σε έναν ρόλο που τελειοποίησε η Eleanor Audley; Μόνο με τη χρήση της φωνής της και τα υπέροχα σχέδια του Marc Davis, η Maleficent έγινε η πιο δημοφιλής κακιά όχι μόνο της Disney, αλλά κι ολόκληρου του κινηματογραφικού κόσμου. Και όμως, η Jolie Είναι μια πειστική κακιά, μια πειστική μητέρα, μια πειστική πενθούσα, δίνοντας απροσδόκητο βάθος και πολυπλοκότητα στον χαρακτήρα ακόμα και όταν το σενάριο δεν τη βοηθά.

Η νέα Maleficent, λοιπόν, είναι άκρως ενδιαφέρουσα. Το περίεργο όμως εδώ είναι ότι αποτελεί ταυτόχρονα και το μεγαλύτερο μειονέκτημα της ταινίας. Και αυτό γιατί η σκέψη πίσω από τη νέα ιστορία είναι λάθος. Όλοι γνωρίζουμε ότι οι κακοί σε ιστορίες όπως αυτή είναι εγγενώς πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες από τους ήρωες. Το μεγαλύτερο όμως ενδιαφέρον προέρχεται από το γεγονός ότι υπάρχει ένα μυστήριο για την προέλευση και τα κίνητρα των κακοποιών. Αφαιρέστε αυτό το μυστήριο και υπάρχει ο κίνδυνος εξάλειψης της γοητείας και της έλξης που σου προκαλεί ο χαρακτήρας. Κάτι τέτοιο συμβαίνει εδώ. Καλά τα μηνύματα, καλές οι προθέσεις, αλλά η Maleficent είναι κακιά. Και μόνο η θέασή της, με την υπεροψία των υψηλών ζυγωματικών της, ήταν ο απόλυτος φόβος. Καταράστηκε ένα μωρό επειδή νόμιζε ότι δεν είχε προσκληθεί σε ένα πάρτι. Καταράστηκε ένα μωρό! Όταν κατά τη διάρκεια της μάχης μεταξύ της ίδιας και του πρίγκιπα Φίλιπ κάλεσε τις δυνάμεις της κόλασης για να μετατραπεί σε δράκο, αισθανόσουν πραγματικό κίνδυνο. Ήσουν στην άκρη του καθίσματός σου. Ένας τέτοιος κλασσικός κινηματογραφικός κακός όχι μόνο δεν αγγίζεται, αλλά ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ να είναι ο καλός ήρωας μιας ταινίας, ανεξάρτητα από το μήνυμα που θέλεις να περάσεις.

Γιατί αν αγγιχτεί, όπως συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, η νέα ταινία, όσο καλή κι αν είναι εικαστικά, σκηνοθετικά και ερμηνευτικά όχι μόνο απαντά σε ερωτήσεις που πιθανώς κανείς δεν είχε, αλλά δημιουργεί αστεία νέα ερωτήματα που δεν σχετίζονται με την αρχική ιστορία. Παραδείγματος χάρη, νομίζω ότι ένας πολύ περιορισμένος αριθμός ανθρώπων θα είχε αναρωτηθεί γιατί η κερασφόρος κακιά δεν είχε προσκληθεί στην γιορτή της πριγκίπισσας κατά την έναρξη της ντισνεϊκής ταινίας. Οι περισσότεροι από εμάς γνωρίζουμε ότι δεν κλήθηκε γιατί είναι Η ΚΑΚΙΑ. Αυτά είναι τα παραμύθια. Υπάρχει ο καλός και ο κακός. Τέλος!

Συμπερασματικά και κλείνοντας, θα πρέπει να συγχαρώ το δημιουργικό team που είχε τα κότσια να αλλάξει την ιστορία τόσο πολύ και να το κάνει τόσο καλά. Το «Maleficent» είναι πραγματικά μια καλή ταινία αν τη δεις από μόνη της. Δυστυχώς, όμως, η ύπαρξη της «Ωραίας Κοιμωμένης» ως αναφορά όχι μόνο δεν τη βοηθάει, αλλά τη μετατρέπει σε μια μετριότητα.