Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2014

The Expendables 3 [1/5]

Όταν το 2010 κυκλοφόρησε στους κινηματογράφους το «Οι Αναλώσιμοι», ο περισσότερος κόσμος το θεώρησε ως μια ωραία ιδέα και με αρωγό τη νοσταλγία μας για τέτοιου είδους ταινίες πήγαμε να το δούμε. Το 2012, τώρα, όταν βγήκε στο σινεμά το πρώτο σίκουελ, βλέποντάς το αντιληφθήκαμε -και περισσότερο ξαφνιαστήκαμε- ότι είναι, πέρα από διασκεδαστική, ωραία και ενδιαφέρουσα περιπέτεια. Φέτος, έχοντας στο μυαλό ότι ο Sylvester Stallone έχει μια μακρά παράδοση στο να παίρνει ωραίες ιδέες και να τις ξεζουμίζει με το ένα σίκουελ πίσω από το άλλο (βλέπε «Ρόκυ, τα Χρυσά Γάντια» & «Ράμπο, το Πρώτο Αίμα»), φτάσαμε αισίως στο τρίτο μέρος των «Expendables». Το συναίσθημα που σου προκαλεί η παρακολούθηση του τρίτου μέρος από το συγκεκριμένο franchise, μόνο με την παροιμία «τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μoυ!» μπορεί να περιγραφεί.

Μετά από τρεις ταινίες, το μόνο πράγμα που είναι σαφές είναι ότι οι διάφοροι σεναριογράφοι πίσω από αυτές τις ταινίες δεν ξέρουν πρώτον τι σημαίνει «αναλώσιμοι» και δεύτερον δεν έχουν καμία ιδέα για το τι θέλουν να κάνουν με αυτή τη σειρά. Με την τεστοστερόνη να αγγίζει επίπεδα που ξεπερνούν το επιτρεπτό και με τους πρωταγωνιστές να μουρμουράνε (δόξα τω Θεώ για τους υπότιτλους!) λέξεις, το «Οι Αναλώσιμοι 3» μοιάζει να κάνει μότο του την έκφραση «the bigger the better» χωρίς να νοιάζεται για τίποτε άλλο. Βασιζόμενο κατά 99 τις εκατό σε ευφάνταστες, μεγάλης κλίμακας καταστροφικές σκηνές, ξεχνάει ότι για να μπορείς να χαρακτηριστείς ταινία χρειάζεται να έχεις μία έστω υποτυπώδη πλοκή.

Η ιστορία, την οποία ο Stallone πιστώνεται, είναι ένα τέτοιο χάος που πραγματικά δεν υπάρχει κανένα νόημα στο να αναφέρουμε έστω την περίληψή της. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι το σενάριο είχε πάνω από είκοσι σελίδες πραγματικού διαλόγου. Ακόμα όμως και αυτές οι είκοσι χάνονται, χάρη στην ανεπάρκεια του σκηνοθέτη του «Red Hill», Patrick Hughes, να διαχειριστεί το υλικό. Εμφανέστατα έξω από τα νερά του, οι υστερικοί σκηνοθετικοί του ρυθμοί καταπίνουν κάθε ίχνος συνεκτικής ιστορίας, ενώ βάζοντας μπροστά όπλα, εκρήξεις, τρένα, πλοία, ελικόπτερα κι αυτοκίνητα σε έναν non-stop χείμαρρο πομπώδους και βαρετής δράσης, δημιουργεί ένα ανοικονόμητο κι ασυμμάζευτο θέαμα που κουράζει.

Η υποτιθέμενη υπόθεση, όμως, καταφέρνει και χρησιμεύει ακόμα μία φορά ως πρόσχημα για να μαζευτεί ένα τεράστιο καστ, γεμάτο αναγνωρίσιμα πρόσωπα (το franchise μοιάζει αποφασισμένο να προσλάβει κάθε πρώην action-star ή αουτσάιντερ του Χόλιγουντ) που σχεδόν κανένας τους δεν είναι γνωστός ως ιδιαίτερα μεγάλος ηθοποιός, με αποτέλεσμα να μην περιμένεις εξαρχής και πολλά από το ερμηνευτικό κομμάτι του έργου. Ούτως η άλλως, θα πείτε, σε τέτοιου είδους ταινίες κανέναν δεν τον νοιάζει αυτό. Θα μπορούσα να διαμαρτυρηθώ για το πώς όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι πραγματικά στριμωγμένοι στην ταινία, με τέτοιο τρόπο που ουσιαστικά κανένας από αυτούς δεν έχει τίποτα να κάνει και πολλοί από αυτούς παίζουν σε μια-δυο σκηνές το πολύ. Δεν θα το κάνω, όμως, γιατί γνωρίζω ότι ο λόγος που οι συγκεκριμένοι «μάτσο» ήρωες συμμετέχουν εδώ είναι ξεκάθαρα τα λεφτά (ο Harrison Ford τσέπωσε 3.000.000 δολάρια για τέσσερις ημέρες γυρισμάτων). Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μπω στον κόπο να ασχοληθώ και να αναφέρω ποιος είναι καλός και ποιος όχι, ή ποιος ξεχωρίζει και ποιος είναι ελεεινά χάλια.

Με βάση όλα τα παραπάνω, το «Οι Αναλώσιμοι 3» πιθανόν να εκτιμηθεί περισσότερο από τους ορκισμένους φαν του είδους. Για όλους τους υπόλοιπους είναι μια πέρα για πέρα απογοητευτική, προβλέψιμη και άμυαλη περιπέτεια, χωρίς κανένα βάθος και νόημα, που δεν λειτουργεί ούτε καν ως φόρος τιμής στις ταινίες δράσης του παρελθόντος. Ας ελπίσουμε ότι το franchise τελειώνει εδώ, μια και δεν θα αντέξω στη σκέψη ότι αυτοί οι, κάποτε ηρωικοί, χαρακτήρες θα επανέλθουν.

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Sex Tape [2/5]

Αν κρίνουμε από τις αμέτρητες διαφημίσεις και περιλήψεις της, το «Sex Tape: Μια Τρελή Βραδιά» -με πρωταγωνιστές τους Cameron Diaz και Jason Segel ως ένα καταπονημένο παντρεμένο ζευγάρι- υπόσχεται μια αστείρευτη ποσότητα άσεμνου γυμνού και σεξουαλικών αστείων. Η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από το γεγονός ότι το ζευγάρι των πρωταγωνιστών, παντρεμένοι χρόνια και ειλικρινά πάρα πολύ κουρασμένοι από τις καθημερινές οικογενειακές ευθύνες τους για να επιστρέψουν στην πρώην ενεργή σεξουαλική ζωή τους, αποφασίζει να γυρίσει μια ταινία σεξ, στην οποία θα παρουσιάζει όλες τις διάφορες στάσεις που μπορεί ενδεχομένως να σκεφτεί η φαντασία του καθενός. Ξαφνικά, το επόμενο πρωί, ανακαλύπτουν ότι η μικρή ταινία σεξ τους έχει εμφανιστεί σε κάθε iPad που ο Segel έχει δωρίσει σε φίλους και συνεργάτες, οδηγώντας τους σε μια ξέφρενη κούρσα για να εξασφαλίσουν ότι κανείς από αυτούς δεν θα τη δει.

Και μπορεί η παραπάνω περίληψη να μοιάζει ότι αποτελεί τη βάση για μια αρκετά συναρπαστική και διασκεδαστική κωμωδία, ωστόσο με το που η ταινία εστιάζει πέρα από τη δημιουργία του ερωτικού βίντεο (μια περιοχή με μεγάλες δυνατότητες για αστεία), όλη η ελπίδα χάνεται και οι όποιες γαργαλιστικές προϋποθέσεις σας κέντραραν το ενδιαφέρον να τη δείτε εξατμίζονται αφού εξελίσσεται σαν μια PG-13 παραδοσιακή κωμωδία, που στερείται κάθε ίχνος καυστικότητας. Σαφέστατα και έχει τις στιγμές της, δεν είναι όμως ούτε τόσο τολμηρή όσο νομίζει ότι είναι, ούτε τόσο αστεία όσο θέλει να είναι. Με σκηνές που πηγάζουν, κλασσικά, από εσκεμμένα αδέξιες κι εξωπραγματικές σκηνές, είναι να απορείς γιατί οι συντελεστές της δεν άδραξαν την ευκαιρία για τη δημιουργία ενός εύστροφου και πρωτότυπου φιλμ. Αποδεικνύοντας πόσο λίγη σκέψη έπεσε από τους αριστούχους στην κωμωδία συντελεστές του έργου, η ύπαρξη του Rob Lowe, ο οποίος ανήθικα παρήγαγε μια ταινία σεξ στα νεότερα χρόνια της καριέρας του, πέρασε ανεκμετάλλευτη.

Από εκεί και πέρα, ο σκηνοθέτης Jake Kasdan, ο οποίος συνεργάστηκε με τους Diaz και Segel στο «Άτακτη Καθηγήτρια» του 2011, ναι μεν καταφέρνει και διατηρεί τα επίπεδα ενέργειας υψηλά, αλλά πιθανότατα αυτό οφείλεται στο πρωταγωνιστικό δίδυμο που διαθέτει και όχι τόσο στις δεξιότητες του. Σαν μια κόλλα που κρατά όλη την ταινία ενωμένη, οι δυο τους αποτελούν το καλύτερο κομμάτι του έργου χάρη στη χημεία, αλλά και το άψογο κωμικό timing τους. Από εκεί και πέρα, σαν σύνολο το «Sex Tape: Μια Τρελή Βραδιά» διαθέτει μια ανεκμετάλλευτη κεντρική ιδέα με την οποία πολλά ζευγάρια, ομολογουμένως ή όχι, μπορούν να ταυτιστούν. Η διεκπεραίωσή της είναι στην καλύτερη περίπτωση διασκεδαστική, ενώ στη χειρότερη μετριότατη. Σίγουρα αποτελεί μια καλή δικαιολογία για να βγείτε ένα ραντεβού, αλλά ειλικρινά, απλά περιμένετε να τη νοικιάσετε.

Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

22 Jump Street [3/5]

Εάν ξετρελαθήκατε, ή ακόμα κι αν απλώς σας άρεσε το «21 Jump Street», τότε δεν θέλει και πολύ μυαλό ότι θα εκτιμήσετε και τούτη εδώ τη συνέχεια. Η έκπληξη όμως είναι ότι ακόμα και άτομα που το πρώτο μέρος δεν ήταν πολύ του γούστου τους (συμπεριλαμβανομένου κι εμένα), αυτό το σίκουελ πραγματικά θα το απολαύσουν.

Δεν μιλάμε φυσικά για κινηματογράφο σε όλο του το μεγαλείο, αλλά όπως και να το κάνουμε η ταινία είναι άκρως ψυχαγωγική. Συνδυάζοντας την καταπληκτική χημεία μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών και με οδηγό έναν συνδυασμό γνήσιου κωμικού πνεύματος και κατάφωρα χαζής διασκέδασης, το «22 Jump Street» πετυχαίνει τον στόχο του, κάτι που το καθιστά ένα ένοχα απολαυστικό χάος. Σεναριακά η πλοκή είναι λίγο πολύ μια επανάληψη της πρώτης ταινίας, κάτι αναμενόμενο όταν μιλάμε για σίκουελ πετυχημένου franchise. Ωστόσο, πολύ έξυπνα, το φιλμ διαπρέπει ακριβώς γιατί έχει επίγνωση ότι είναι συνέχεια και το διακωμωδεί, μένει σταθερό στη φόρμουλα, ενώ παράλληλα την κοροϊδεύει. Πάρτι αδελφοτήτων, ποδόσφαιρο κολλεγίων, slam ποίηση, άλλα και το spring-break ανακατεύονται ευφυέστατα, παιχνιδιάρικα κι αυτό-αναφορικά και μαζί με έναν πάκο από ξεκαρδιστικές ατάκες και χονδροειδή αστεία δημιουργούν μια λεκτικά, αλλά κι οπτικά ευχάριστη κωμωδία.

Φυσικά, όσα καλά κι αν είναι τα αστεία, δεν σε πάνε μακριά αν δεν υπάρχουν οι κατάλληλοι συντελεστές να τα διεκπεραιώσουν σωστά. Από τη μια πλευρά, έχουμε το σκηνοθετικό δίδυμο Phil Lord και Christopher Miller, οι οποίοι, από το μετεωρολογικής κλίσης ορεκτικό τους («Βρέχει Κεφτέδες») μέχρι το καθολικά λατρεμένο «The Lego Movie», έχουν αποδείξει ότι μπορούν να διαχειριστούν άψογα τα χαρακτηριστικά και τις συμβάσεις της κωμωδίας και να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τα κλισέ. Με το «22 Jump Street» εδραιώνουν τη θέση τους ως δύο από τους πιο ταλαντούχους σκηνοθέτες κωμωδίας και μας κάνουν να αναμένουμε με αγωνία το επόμενο κινηματογραφικό τόλμημα τους. Στην αντίπερα όχθη, όσο καλογραμμένα κι αν είναι τα αστεία σε μια ταινία, ο κίνδυνος να μη λειτουργούν είναι μεγάλος αν δεν υπάρχουν οι κατάλληλοι ηθοποιοί για να τα ερμηνεύσουν. Στα πρόσωπα του Hill και του Tatum οι σκηνοθέτες βρήκαν σίγουρα το τέλειο όχημα για την τρέλα που θέλουν να περάσουν. Αυτή τη φορά είναι και οι δύο φανερά πιο άνετοι στους ρόλους τους, το κωμικό timing τους είναι πιο εκλεπτυσμένο, ενώ τέλος χάρη στο «bromance», που καταλαμβάνει ακόμα μεγαλύτερο μέρος του σεναρίου, οι δυο τους βγάζουν αβίαστα γέλιο.

Το αν ή όχι μια δεύτερη συνέχεια θα βγει στο μέλλον στο σινεμά δεν έχει σημασία, γιατί το «22 Jump Street» κατάφερε, με τεράστια επιτυχία, να διατηρήσει και σε πολλές περιπτώσεις να βελτιώσει τα προτερήματα του προκατόχου του και να γίνει μία από εκείνες τις σπάνιες ταινίες του είδους που είναι πολύ αστείες για αυτό που είναι και που συνιστάται να δείτε!