Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

Horrible Bosses 2 [2.5/5]

Θα πω προκαταβολικά ότι ο «Αφεντικά για Σκότωμα 2» είναι ανάμεσα στους ισχυρούς διεκδικητές του τίτλου της καλύτερης καθαρόαιμης κωμωδίας του 2014, για τον απλό λόγο ότι καταφέρνει κάτι που συνήθως τα σίκουελ δεν επιτυγχάνουν: δημιουργεί κάτι φρέσκο χωρίς ποτέ να ξεχνάει τα στοιχεία που το μετέτρεψαν την πρώτη φορά σε επιτυχία. Έχοντας ως γνώμονα αυτό, το φιλμ αποφασίζει να ταρακουνήσει τα πράγματα τοποθετώντας τους τρεις ήρωες του στην αρχή της προσπάθειας ανάπτυξης δικής τους επιχείρησης, ώστε να είναι αφεντικά του εαυτού τους. Χωρίς να αποτελεί έκπληξη, δεν τα καταφέρνουν πολύ καλά, αλλά δεν είναι και τόσο κακοί όσο αυτοί που προσπάθησαν να δολοφονήσουν στην αρχική ταινία. Είναι απλά ανίκανοι ηλίθιοι.

Και μπορεί η παραπάνω μίνι περίληψη να καλύπτει την έκταση του καινούργιου που το «Αφεντικά για Σκότωμα 2» φέρνει στο τραπέζι, ευτυχώς γι` αυτό όμως ο σκηνοθέτης Sean Anders καθιστά το εγχείρημα αρκετό και πλήρως δικαιολογημένο. Μαζί με τον σεναριογράφο του είναι σε θέση να καταλάβουν τι περιμένουν και θέλουν οι θεατές να δουν και πώς αυτό μπορεί, τουλάχιστον, να ταιριάζει με το πρωτότυπο όσον αφορά την ποιότητα. Κάτι που ας πούμε το πολύ πιο επικερδές franchise του «The Hangover» απέτυχε να κάνει επαναλαμβάνοντας τα ίδια και τα ίδια. Αυτό που έκανε την πρώτη ταινία επιτυχία, τόσο κριτικά όσο κι εμπορικά, είναι ο απόλυτος παραλογισμός των over-the-top χαρακτήρων του. Εδώ η χαοτική συναδελφικότητα μεταξύ των τριών πρωταγωνιστών επιστρέφει κι εξακολουθεί να είναι εξωφρενικά διασκεδαστική. Επιπλέον, η ταινία καταφέρνει και ενσωματώνει ξεκαρδιστικά όλους τους δευτεραγωνιστές χωρίς να μοιάζουν παράταιροι, αλλά έχοντας μια σαφή κατεύθυνση και ρόλο μέχρι και το τέλος της.

Με τη δράση πιο συγκεντρωμένη και την έμφαση να δίνεται στο τρίο των ηρώων, οι ηθοποιοί Jason Bateman, Jason Sudelkis και Charlie Day παραδίδουν για ακόμα μία φορά χαρωπά διασκεδαστικές ερμηνείες. Ο Kevin Spacey καταφέρνει να δώσει τον καλύτερο του εαυτό κωμικά, κλέβοντας την παράσταση. Η Jennifer Aniston χτυπά το τζακ ποτ πάλι με την αθυρόστομη ερμηνεία της ως νυμφομανής οδοντίατρος. Ο Jamie Fox ΕΙΝΑΙ ο «Μotherfuckah» Jones. Φυσικά, ο νέος στο καστ Christopher Waltz αν και σε μικρό ρόλο είναι απολαυστικός και ο Chris Pine αποδεικνύει ότι οι κωμικοί ρόλοι τού ταιριάζουν γάντι.

Φυσικά, αν κάτσεις να το πολυσκεφτείς, σαφέστατα το «Αφεντικά για Σκότωμα 2» είναι μια προβληματική ταινία. Πρώτα-πρώτα είναι προβλέψιμη. Όχι τόσο από άποψη αστείων, αλλά από μεριάς κινήτρων. Αν έχεις παρακολουθήσει έστω και μία ταινία εκδίκησης, κατά πάσα πιθανότητα θα πιάσεις από την αρχή πώς θα εξελιχθεί η πλοκή. Ένα άλλο που μπορείς να πεις είναι ότι πετώντας από πάνω της οτιδήποτε σοβαροφανές και κρατώντας και υπερτονίζοντας στοιχεία όπως το vulgar χιούμορ και την ηλιθιότητα των πρωταγωνιστών, η ταινία καταντά (αν και μικρή σε διάρκεια) κάπως κουραστική και επαναλαμβανόμενη. Για να μην μακρηγορώ, όμως, όσοι δεν έμειναν ευχαριστημένοι από το πρώτο μέρος, θα βρουν τη συνέχεια εξίσου μη ελκυστική. Όλοι οι υπόλοιποι θα βρείτε ότι το «Αφεντικά για Σκότωμα 2» δεν είναι ένα ακόμα αχρείαστο σίκουελ όπως θα περιμένατε, αλλά αντ` αυτού μια πολύ πιο χυδαία και πολύ πιο αστεία ταινία. Θα πρέπει να γυριστεί «Αφεντικά για Σκότωμα 3»; Όχι, μάλλον όχι! Αλλά count me in for this one!!!

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Από Έρωτα [0.5/5]

Συμπαθητική περσόνα ο ηθοποιός Θοδωρής Αθερίδης δεν λέω, αλλά ως σκηνοθέτης είναι άλλο ζήτημα. Μπορεί το μια «Μέλισσα τον Αύγουστο» να του βγήκε, αλλά εδώ τα πράγματα δεν λειτουργούν διόλου. Σαφέστατα ξεφεύγει από το new-wave στυλάκι που έχουμε μπαφιάσει να βλέπουμε τελευταία στη χώρα μας, και αυτό είναι μια παρηγοριά, αλλά συνολικά δεν του βγαίνει με τίποτα. Με ένα σενάριο που δεν βγάζει νόημα και μια κινηματογραφική δομή του εναλλάξ στον χρόνο, το «Από Έρωτα» καταντάει ένα κουραστικό, από τα πρώτα κιόλας λεπτά, αισθηματικό δράμα που δεν προσφέρει τίποτα παρά μόνο τη δυνατότητα στον Αθερίδη και την παρέα του να πει ότι γύρισε ακόμα μία ταινία…

Ειλικρινά από όπου και το πιάσεις το έργο, δεν σώνεται με τίποτα. Ερμηνευτικά, το τρίο των πρωταγωνιστών τα πάει πολύ άσχημα. Ερχόμαστε αντιμέτωποι με τη χειρότερη ερμηνεία που έχουμε δει από τη Σμαράγδα Καρύδη! Ο όρος «υπέρ-παίζει» τής πάει γάντι. Γελάει, φωνάζει, κλαίει εκεί που πρέπει, αλλά όχι όσο πρέπει. Από την άλλη, η Παναγιώτα Βλαντή, στον άκρως κακογραμμένο ρόλο της, δεν βλέπεται κάνοντας μια αλλοδαπή που αλλιώς μιλάει στην αρχή, αλλιώς στη μέση κι αλλιώς στο τέλος. Ενώ ο Αθερίδης δεν καταφέρνει ούτε στο ελάχιστο να κάνει τον θεατή να ενδιαφερθεί γι` αυτόν, παραδίδοντας μια ερμηνεία άκρως άνευρη κι οριακά αστεία.

Σεναριακά το πρόβλημα φαίνεται σκηνή-σκηνή! Υπάρχουν σκηνές όπου οι πρωταγωνιστές μάς κοιτάνε και ξεστομίζουν αμίμητες ατάκες τύπου: «άντρες, τρελοί που είστε» και άλλα τέτοια. Σε μια ερωτική, ακούγονται αρλούμπες που περνιούνται για σοβαρές συζητήσεις και βαρύγδουπες δηλώσεις. Αλλού δίνεται ιατρικό φακελάκι για το σημαντικό του πράγματος, ένα κοινωνικό κλισέ που καταλήγει ως μια δραματική ενίσχυση τού τίποτα. Και το απόγειο: το απόφθεγμα της ταινίας είναι ότι όταν χωρίσουν δυο, κάπου γίνεται μια καταστροφή και απελευθερώνεται πολύ ενέργεια. Ένα συμπέρασμα που πέρα από το ότι δεν στέκει, μας το δίνουν οι δυο πρωταγωνιστές κλείνοντας μας κυριολεκτικά το μάτι καθώς πέφτουν οι τίτλοι. Μόνο σε ελληνική ταινία!

Δεν νιώθω ευχάριστα να χαρακτηρίζω μια ταινία με τόσο χαμηλό βαθμό, αλλά όταν ακούς ατάκες όπως το «Μπαμπά αγάπησε εσένα, όταν ο μπαμπάς αγαπάει δαγκώνει», αυτό που βλέπεις δεν έχει συνοχή και προσπαθεί να βγάλει απ` τη μύγα ξίγκι, λυπάμαι αλλά αλλιώς δεν γίνεται…

Ouija [0.5/5]

Παίζοντας με τις σκοτεινές δυνάμεις με τέτοιον στερεότυπο τρόπο ώστε να γίνουν λίγο πολύ σκοτεινές φάρσες, η φρικτή ταινία τρόμου «Ouija: Πίνακας Πνευμάτων» ακολουθεί το «Battleship: Ναυμαχία» στην άβυσσο των φτωχών προσαρμογών επιτραπέζιων παιχνιδιών στη μεγάλη οθόνη. Εκμεταλλευόμενο τον δρόμο που άνοιξαν κάποιες αξιοπρεπείς ταινίες τρόμου των τελευταίων ετών, όπως το «Παγιδευμένη Ψυχή», το «Κάλεσμα» και το «Ο Καθρέφτης της Κολάσεως», το δυσοίωνα ονομαζόμενο «Ouija: Πίνακας Πνευμάτων» θα μπορούσε να είναι μια διασκεδαστική ταινία. Δεν είναι όμως ούτε αυτό!

Κάθε κλισέ του είδους δίνει το παρών, δεν υπάρχει ενέργεια, δεν υπάρχει ατμόσφαιρα, δεν υπάρχει τίποτα. Από τις λίγες ταινίες που μπορείτε άνετα να αντιληφθείτε την προσπάθεια της για χτίσιμο έντασης, αλλά ο ρυθμός είναι τόσο απωθητικός και άθλιος που η όποια πλοκή θρυμματίζεται και σου προκαλεί γέλιο. Ο κεντρικός χαρακτήρας παίρνει τις πιο ηλίθιες αποφάσεις που θα δεις σε ταινία και οι φίλοι της, ακόμα πιο χαζοί, την ακολουθούν στα τυφλά. Δεν υπάρχουν πουθενά γονείς (είναι λες και φύτρωσαν τα παιδιά), αστυνομία, γείτονες, τα κλασσικά. Πραγματικά όμως είναι όλα τόσο κούφια εδώ που θα πιάσεις τον εαυτό σου να χαχανίζει σε ολόκληρη τη διάρκεια και να ανασαίνει με ανακούφιση βλέποντας τους ήρωες να πεθαίνουν, ξέροντας ότι έρχονται ολοένα και πιο κοντά οι τίτλοι τέλους. Το πιο λυπηρό είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος του καστ πραγματικά προσπαθεί να είναι της προκοπής, παρά τους κακογραμμένους ρόλους τους, αλλά τι να το κάνεις.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα από όλα όμως είναι ότι μιλάμε για ένα μη-τρομακτικό έργο. Δεν είναι, έστω, περιστασιακά εντυπωσιακό. Οι περισσότεροι από τους φόβους προέρχονται από δυνατούς ήχους, οπτικά τρικ και φθηνούς εντυπωσιασμούς που αν δεν τους είχαμε δει τόσες πολλές φορές στο παρελθόν (σε πολύ καλύτερα θρίλερ), μπορεί να μας προκαλούσαν κάποιες νέες συγκινήσεις. Για να φανταστείτε, παρά τις υπερφυσικές δυνάμεις των φαντασμάτων και των δαιμόνων που είχαν στη διάθεση τους, οι συντελεστές δεν κατάφεραν ούτε να καταλήξουν σε δημιουργικούς τρόπους θανάτων. Κάθε ένας έχει το ίδιο ραμμένο στόμα, λευκά μάτια και πουφ πεθαίνει. Από ένα σημείο και μετά, θα εύχεσαι να μπορούσες να έχεις και εσύ τα μάτια σου ραμμένα κλειστά…

Ειλικρινά δυσκολεύομαι να γράψω μια πρόταση που δεν θα περιέχει τη λέξη «σκουπίδι» για να περιγράψω αυτό που θα παρακολουθήσετε. Μιλάμε για μια αξιολύπητη δικαιολογία υπό τη μορφή ταινίας. Καλύτερα να πάτε να παίξετε με έναν πραγματικό πίνακα Ouija, παρά να παρακολουθήσετε αυτό το χάλι.

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Fury [3.5/5]

Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος David Ayer, υπεύθυνος για την «Περιπολία» του 2012, επιστρέφει στα κινηματογραφικά δρώμενα με μια ισχυρή και υπαρξιακή πολεμική ταινία τοποθετημένη κατά τη διάρκεια του Β` Παγκοσμίου Πολέμου. Πρωταγωνιστής ο Brad Pitt ως ο αμερικανός επιλοχίας Don `Wardaddy` Collier που, στη δύση του πολέμου, οδηγεί το πλήρωμα του τανκ του, τον αφοσιωμένο Boyd (Shia LaBeouf), τον Trini (Michael Pena), τον Grady (Jon Bernthal) και τον πρωτάρη Norman (Logan Lerman), σε μια ολοένα και πιο επικίνδυνη αποστολή.

Με την πλοκή να ακούγεται συνηθισμένη, αυτό που κάνει το «Fury» να ξεχωρίζει από το μεγαλύτερο μέρος των σύγχρονων ταινιών πολέμου, είναι η αφοσίωση του στον γκροτέσκο απόηχο των εχθροπραξιών. Το κορυφαία φροντισμένο πολεμικό δράμα του Ayer, ειδικά στο πρώτο μισό, μας αποκαλύπτει με ποικίλους τρόπους την αποτρόπαια εκκαθάριση του πεδίου της μάχης. Πτώματα και διαμελισμένα μέλη θάβονται και καίγονται, τα σωθικά ενός στρατιώτη καθαρίζονται από το τανκ και σε μια τρομακτική, αξέχαστη σκηνή, ένας ισοπεδωμένος άνθρωπος κείτεται σε έναν λασπωμένο δρόμο. Αυτές οι σοκαριστικές λεπτομέρειες, που σπανίως τις βλέπουμε σε σοβαρές χολιγουντιανές ταινίες, καθιερώνουν το «Fury» ως ένα γενναίο κι έντονα γειωμένο έργο και προσωποποιούν το ίδιο του το θέμα: αυτό δεν είναι πόλεμος, είναι οργανωμένη δολοφονία.

Αυτή, όμως, είναι η μία πλευρά του έργου. Αν και η σύνθεση του είναι μεγάλης κλίμακας, ο Ayer, σαν να γυρίζει θρίλερ, κρατά τα πράγματα κλειστοφοβικά αναγκάζοντας μας να αντιλαμβανόμαστε το τι γίνεται σαν να ήμασταν κυριολεκτικά μέσα στο τανκ. Γνωρίζουμε μόνο όσα γνωρίζουν οι πρωταγωνιστές και η επίδραση αυτού είναι τρομακτική και ισχυρή. Το «Fury» είναι, αναμενόμενα, και μια συναρπαστική ταινία δράσης με φοβερές σκηνές πολέμου, εκρήξεις και πυροβολισμούς, που στον πυρήνα του κρύβει ένα μη συναισθηματικό και μη πατριωτικό (είναι σχεδόν άνευ ιδεολογίας, εκτός από το ότι οι πρωταγωνιστές μας είναι Αμερικανοί που θέλουν να σκοτώσουν τους ναζί ή να σκοτωθούν) πορτρέτο του ανδρικού δεσίματος κάτω από τις πιο ακραίες συνθήκες. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, υπάρχει και μια περίεργη σκηνή στην οποία η δράση σταματά και αυτό που παρακολουθούμε μετατρέπεται σε δράμα, υπογραμμίζοντας τη φευγαλέα φύση των σχέσεων στις τραγικές συνθήκες του πολέμου.

Η ταινία, φυσικά, δεν είναι χωρίς τις ατέλειες της. Η μεγαλύτερη κριτική που μπορείς να της κάνεις επικεντρώνεται αναμφισβήτητα στο αφηγηματικό κομμάτι. Σαφέστατα και δεν υπάρχει συνοχή στην εξέλιξη της, υπάρχουν αδιαμφισβήτητα κάποια κλισέ στη διάρκεια της, ενώ το τέλος της, εγκαταλείποντας την έννοια του ρεαλισμού και αναλωμένο σε υπερβολικούς ηρωισμούς, φαντάζει περιττό. Ωστόσο, ο αντίκτυπος της συναισθηματικά είναι τεράστιος. Ο Ayer δεν θέλει να προσφέρει εύκολες απαντήσεις ή μια βολική ιστορία. Θέλει απλά να βιώσουμε τις θυσίες που κάνουν τα γενναία παλικάρια του και να κατανοήσουμε το σωματικό και ψυχικό τίμημα που τους προκάλεσε ο πόλεμος. Αυτή η αναζωογονητικά μοναδική και χωρίς συμβιβασμούς οπτική, σε συνδυασμό με το άψογο καστ και την παθιασμένη σκηνοθεσία, μετατρέπει το «Fury» σε μια από τις πιο δυνατές ταινίες της χρονιάς.

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

Belle [3/5]

Αντίθετα με τη σωματική κακοποίηση που απεικονίζεται στο «12 Χρόνια Σκλάβος», αυτή η 18ου αιώνα ιστορία αντιμετωπίζει τα θέματα των φυλετικών διακρίσεων, της δουλείας και της κοινωνικής τάξης μέσα από το πρίσμα των νόμων, της ηθικής και των αποδεκτά κοινωνικών πρακτικών, σε μια εποχή που οι γυναίκες θεωρούνταν τα υπάρχοντα των ανδρών.

Βοηθούμενο από το ξεχωριστής ομορφιάς σκορ της Rachel Portman, το έργο της Amma Asante είναι μια απολαυστική ταινία εποχής εμπλουτισμένη με στοιχεία ρομαντικά, ενηλικίωσης και προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, το σενάριο της Misan Sagay υφαίνει μια πλούσια και σύνθετη αφήγηση που διερευνά τα δεινά μιας παράνομης νεαρής έγχρωμης γυναίκας, της οποίας ολόκληρη η ύπαρξη είναι μια αντίφαση.

Με την πραγματική βάση της ιστορίας να εξελίσσει ομαλά την πολυπλοκότητα του θέματος, η Asante ελέγχει την ένταση σε όλη την ταινία, προσθέτει έρωτες, ίντριγκες, κληρονομιές και σχόλια που κινούν το ενδιαφέρον του θεατή, χωρίς ποτέ όμως να ξεχνά το πολιτικά και ιστορικά σημαντικό σκηνικό της. Διατηρεί την εστίαση στην πρωταγωνίστρια χωρίς ποτέ να τη διαχωρίζει από την ευρύτερη εικόνα της κοινωνικο-πολιτικής ζωής γύρω της. Και είναι χάρη στη σταθερή σκηνοθεσία της που όλα τα διαφορετικά σκέλη ενώνονται σε μια απόλυτη ομοιομορφία, οδηγώντας το φιλμ σε μια συγκινητική κι άκρως δυνατή κατάληξη.

Τα όποια κενά της πλοκής (σαφέστατα υπάρχουν) καλύπτουν οι υπέροχες ερμηνείες. Με επικεφαλής την πολλά υποσχόμενη νεαρή ηθοποιό Gugu Mbatha-Raw, η οποία χωρίς αμφιβολία είναι η καρδιά και η ψυχή της «Belle», όλοι οι υπόλοιποι ηθοποιοί συνθέτουν ένα ταλαντούχο καστ, το οποίο είτε μιλάμε για νέα ταλέντα είτε για στιβαρά ερμηνευτικά ονόματα, όλοι τους διαπρέπουν.

Συνδυάζοντας την ατμόσφαιρα της εποχής, που προσφέρει ο εξαιρετικός σχεδιασμός παραγωγής, και την ανάδειξη της σκληρότητας των δομών του 18ου αιώνα σε θέματα ρατσισμού και σεξισμού, το «Belle» είναι μια αναμφισβήτητα σημαντική ταινία που προτείνεται ανεπιφύλακτα.

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Kill the Messenger [3/5]

Ο «Αγγελιοφόρος Πρέπει να Πεθάνει» είναι μια έντονη ταινία που εξιστορεί ένα ζωτικής σημασίας τμήμα της Ιστορίας. Βασισμένο στη ζωή του δημοσιογράφου Gary Webb, το έργο αφηγείται την ολοκληρωτική αλλαγή που του συνέβη όταν δημοσίευσε ένα άκρως αμφιλεγόμενο άρθρο. Με ισχυρές ερμηνείες από το καστ και μια σαφή εστίαση από τον σκηνοθέτη, αυτός ο «αγγελιοφόρος», αν κι επισφαλής σε μερικά σημεία, προσφέρει συνολικά μια άκρως ενδιαφέρουσα κι ελκυστική για τον θεατή ματιά στη ζωή αυτού του ανθρώπου.

Ο σκηνοθέτης Michael Cuesta, υπεύθυνος για τη σκηνοθεσία πολλών επεισοδίων αναγνωρισμένων σειρών («Six Feet Under», «Dexter», «Homeland»), και ο σεναριογράφος Peter Landesman κάνουν εξαιρετική δουλειά «φουλάροντας» με ίντριγκα και σασπένς τον αγώνα του Webb να ανακαλύψει αδυσώπητα την αλήθεια και δημιουργούν ένα καθηλωτικό πρώτο μέρος. Όσο συναρπαστικό όμως κι αν είναι το πρώτο μισό, από ένα σημείο και μετά η ταινία μοιάζει να χάνει σταδιακά τον ρυθμό της. Διαθέτοντας μια άσκοπα ασταθή αφήγηση, ο Cuesta κι ο Landesman σηκώνουν τα χέρια τους από το τιμόνι και το αφήνουν στον αυτόματο πιλότο, κάνοντας μας να μη μιλάμε ποτέ για κάτι πρωτότυπο ή κινηματογραφικά μοντέρνο. Παρόλα αυτά, ακόμα και στο ισχνό αυτό δεύτερο μέρος, οι δυο τους καταφέρνουν και διατηρούν καθ` όλη τη διάρκεια έναν σαφή στόχο για το τι θέλουν το φιλμ τους να είναι, με αποτέλεσμα η πλειοψηφία του έργου να μοιάζει αρκετά συνεκτική αφήνοντας το κοινό να κατανοήσει τους χαρακτήρες χωρίς να χάνει την ένταση και τη δράση αυτού που ουσιαστικά διαπραγματεύεται το φιλμ: το λαθρεμπόριο κοκαΐνης.

Σε αυτό φυσικά βοηθάει και το επίπεδο των ερμηνειών με μπροστάρη τον Jeremy Renner. Το πορτρέτο του Gary Webb είναι μια επίμονη και ζωντανή μελέτη του ιδεαλισμού στον αγώνα για την αποκάλυψη της διαφθοράς. Διατηρώντας αποτελεσματικά τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο να είναι δίκαιος και ενάρετος, η ερμηνεία του Renner αποτελεί το μεγάλο ατού ολόκληρου του φιλμ. Όλο το υπόλοιπο διάσημο υποστηρικτικό καστ (Mary Elizabeth Winstead, Oliver Platt, Barry Pepper, Michael Sheen) είναι εξίσου υπέροχο. Λίγο περισσότερο ξεχωρίζουν η Rosemarie DeWitt ως σύζυγος του Webb, ο Andy Garcia ως ο Norwin Meneses και ο Lucas Hedges ως ο γιος του Webb.

Συμπερασματικά, ο «Αγγελιοφόρος Πρέπει να Πεθάνει» είναι ένα σταθερά διασκεδαστικό και περιστασιακά συναρπαστικό έργο. Αφήνοντας όμως όλα τα παραπάνω στην άκρη, ένας πρέπει να επιλέξει να το δει για δύο λόγους. Πρώτον γιατί ρίχνει πολυπόθητο φως σε ένα σκοτεινό κεφάλαιο της πρόσφατης αμερικανικής ιστορίας και δεύτερον γιατί δικαιώνει τη δουλειά και τη ζωή του Gary Webb ως δημοσιογράφου. Κι αυτοί είναι δύο πολύ άξιοι λόγοι. 

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

Interstellar [3.5/5]


Συγκλονιστικό, επικό, ευφυές, λαμπρό, όμορφο, θαυμαστό, φανταστικό, επιτηδευμένο, μακρύ και παράλογο. Αυτές είναι μόνο λίγες από τις λέξεις που θα γραφτούν σε κριτικές για το πρώτο -μετά τον «Σκοτεινό Ιππότη»- έργο του Christopher Nolan. Μια ταινία που θα διαιρέσει το κοινό και τους κριτικούς και θα αποτελέσει πόλο έλξης τόσο για επαίνους, όσο και για αποδοκιμασίες. Κάτι απόλυτα φυσικό αφού ερχόμαστε αντιμέτωποι με έναν Nolan στα καλύτερά του, αλλά και στα εξοργιστικά χειρότερά του.

Η ιστορία της ταινίας είναι η εξής: στο εγγύς μέλλον, η ανθρωπότητα πνέει τα λοίσθια. Συγκλονισμένοι και όχι καλά προετοιμασμένοι για μια τέτοια καταστροφή, οι άνθρωποι προσπαθούν, κυρίως ως αγρότες, να επιβιώσουν σε έναν κόσμο βυθισμένο στη σκόνη. Ο Cooper (Matthew McConaughey) είναι ένας πρώην πιλότος της NASA, του οποίου η ευκαιρία για διαστημικά ταξίδια εξαφανίστηκε μαζί με την ελπίδα για το μέλλον της Γης. Μια τυχαία ανακάλυψη μιας ομάδας εξερευνητών, όμως, τον πείθει να πάρει την απόφαση και να ξεκινήσει, χάρη σε μία μυστήρια «σκουληκότρυπα», ένα διαγαλαξιακό ταξίδι προκειμένου να ανακαλύψει έναν κατοικήσιμο πλανήτη. Έχοντας επίγνωση των διακυβευμάτων της αποστολής, αφήνει πίσω την κόρη του, Murphy (Mackenzie Foy), και τον γιο του, Tom (Thimothee Chalamet).

Αυτή η επική πλοκή επιστημονικής φαντασίας είναι κοινή στη λογοτεχνία, αλλά λίγοι κινηματογραφιστές έχουν την αυτοπεποίθηση να γυρίσουν μια κινηματογραφική εκδοχή, ειδικά όταν το μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης βασίζεται, σε έναν μεγάλο βαθμό, σε επιστημονικές έρευνες στον τομέα της κβαντικής μηχανικής. Ωστόσο, ο Christopher Nolan αρπάζει το υλικό από τον λαιμό και αρνείται σταθερά να το αφήσει, υποθέτοντας (πολύ σωστά) ότι το κοινό του θέλει να μάθει περισσότερα για την επιστήμη πίσω από την ταινία και πιστεύοντας (πάλι πολύ σωστά) ότι εκθέτοντάς τους σε αυτήν, θα καταφέρει να τους δώσει εξηγήσεις και πληροφορίες μεταδίδοντας τους παράλληλα το όραμα του.

Τοποθετώντας επιδέξια την πρώτη πράξη στη Γη, ο Nolan διευκρινίζει τι διακυβεύεται για τους χαρακτήρες και παράλληλα σχολιάζει τη μέχρι τώρα πορεία του ανθρώπινου γένους πάνω σε αυτό τον πλανήτη. Με σαφέστατη τη θέλησή του για εξερεύνηση και μάθηση, προκαλεί τον θεατή να σκεφτεί ότι αν περάσει λίγο περισσότερο χρόνο κοιτάζοντας τα αστέρια και λίγο λιγότερο χρόνο επικεντρωμένος στον εαυτό του ή σε κάποια διασημότητα, θα μπορούσε να επιτύχει πολλά. Με αυτό τον τρόπο, από το πρώτο κιόλας λεπτό, το «Interstellar» τολμά να σταθεί πάνω από όλες τις άλλες υπερπαραγωγές και να διακηρύξει ότι υπάρχουν περισσότερα στη ζωή απ` όσα το μέσο μπλοκ-μπάστερ παρέχει.

Μόλις οι ήρωες αναχωρήσουν, μεταφερόμαστε συγκλονιστικά στο διάστημα. Με την αξία της οικογένειας να έχει τον πρώτο λόγο, ο Nolan μάς ταξιδεύει σε διαφορετικούς πλανήτες και εμείς μαζί του βλέπουμε πώς η επιστήμη και η φυσική επηρεάζουν τα πάντα. Κάπου ανάμεσα στα παγωμένα σύννεφα και τα τεράστια κύματα, αντιλαμβανόμαστε ότι αυτό που παρακολουθούμε είναι το απόλυτο μεγαλείο. Είναι το αποτέλεσμα της αμετρίαστης δημιουργικότητας ενός ανθρώπου συνδυαστικά με τις γνώσεις ενός άλλου. Το γεγονός ότι ο Nolan έφερε για βοήθεια τον θεωρητικό φυσικό Kip Thorne λέει πολλά για τη δέσμευσή του να παρουσιάσει μια σωστή, από όλες τις πλευρές, ιστορία επιστημονικής φαντασίας. Εμβαθύνοντας περισσότερο στην πλοκή (το σενάριο είναι γραμμένο από τον Nolan και τον συχνό συνεργάτη του και αδελφό του, Jonathan), θα απαιτούσε την αποκάλυψη πολλών spoiler που δεν είμαι διατεθειμένος να κάνω. Ας πούμε όμως ότι όλα όσα συμβαίνουν στην υπόλοιπη ταινία, είναι μια πράξη εξισορρόπησης ανάμεσα στην προσωπική, συναισθηματική και οικεία ιστορία του Cooper με την οικογένεια του, σε συνδυασμό με την πιο πολύπλοκη sci-fi ταινία που θα δείτε ποτέ.

Δυστυχώς, όμως, και καθώς πλησιάζουμε στο τέλος του έργου, η ταινία αρχίζει (αναπόφευκτα;) να υστερεί δεδομένης της θεματολογία της. Με τον Nolan να είναι, κατά πάσα πιθανότητα, ανάμεσα σε μια χούφτα σκηνοθετών που έχουν το ελεύθερο να κάνουν ό,τι θέλουν με την ελάχιστη παρέμβαση των στούντιο, η επίλυση του «Interstellar» μοιάζει εντελώς «εκτός». Δεδομένου ότι όλα όσα έχουν προηγηθεί σου κόβουν κυριολεκτικά την ανάσα, ένα τέτοιο τέλος είναι κάπως παράξενο. Βασιζόμενο σε πολλές σεναριακές ευκολίες, η αφήγηση ζητά από τον θεατή να κάνει τα «στραβά μάτια» σε πάρα πολλά πράγματα και να δεχτεί όλα όσα συμβαίνουν χωρίς πολλές ερωτήσεις. Κάτι που φυσικά έρχεται σε σύγκρουση με τις επιστημονικά θεμελιωμένες προηγούμενες ώρες της ταινίας. Ακόμα όμως κι αν δεχτούμε όλες αυτές τις «βολικές» στιγμές της πλοκής, τίποτα δεν συγχωρεί το απίστευτα γλυκανάλατο, αλλά κι άτολμο «the end».

Τεχνικά, το φιλμ διαπρέπει εκατό τοις εκατό. Ο εικονολήπτης Hotye van Hoytema («Δικός της») και ο σχεδιαστής παραγωγής Nathan Crowley («Ο Σκοτεινός Ιππότης: Η Επιστροφή») κάνουν κάτι παραπάνω από εξαιρετική δουλειά στη δημιουργία και την κινηματογράφηση της κατεστραμμένης στο μέλλον Γης, του σύμπαντος αλλά και όλων των πλανητών που οι πρωταγωνιστές μας επισκέπτονται. Παρέχοντας ένα στοιχείο αυθεντικότητας σε κάθε εξωτικό και μη περιβάλλον, το αποτέλεσμα είναι τόσο καθηλωτικό που θα νιώσετε ότι περνάτε όντως μέσα από «σκουληκότρυπα» ή βυθίζεστε σε μια μαύρη τρύπα. Φυσικά, ο Nolan, όντας σκηνοθέτης που θέλει να κάνει ό,τι πιο φιλόδοξο μπορεί σε οποιοδήποτε είδος ταινίας, εδώ είναι στα καλύτερα του.

Σε επίπεδο ερμηνειών, ο McConaughey, συνεχίζοντας το σερί της ανανεωμένης καριέρας του, είναι για ακόμη μία φορά εξαιρετικός. Συνδυάζοντας μοναδικά τη θλίψη, την αποφασιστικότητα και την έμφυτη αξιοπρέπεια του χαρακτήρα του, ο ηθοποιός είναι η ουσία και ο πυρήνας του «Interstellar». Δίπλα του η Anne Hathaway. Νομίζοντας αρχικά ότι είναι το θύμα ενός κακογραμμένου ρόλου, καθώς η αφήγηση εξελίσσεται και ο χαρακτήρας της έρχεται αντιμέτωπος με τις αποκαλύψεις που τον αφορούν, η ηθοποιός ξεδιπλώνεται δραματικά με τέτοιο τρόπο που -σχεδόν- κλέβει την παράσταση από τους συμπρωταγωνιστές της. Καθόλου μικρό κατόρθωμα. Τέλος, η Chastain, υπερβαίνοντας τους περιορισμούς του ρόλου της, μοιάζει φαινομενικά ανίκανη για κακή ερμηνεία.

Όλα τα παραπάνω, βεβαίως, αρνητικά και θετικά, φαίνονται ασήμαντα για μια παραγωγή αυτού του βεληνεκούς. Το «Interstellar» είναι μια ταινία που θέλει να σε κάνει να σκεφτείς, να κατανοήσεις τον κόσμο γύρω σου και να σου δώσει να καταλάβεις ότι πρέπει να τολμάς να ονειρεύεσαι. Μερικές φορές, αυτό είναι το μόνο που μια ταινία πρέπει να κάνει.

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2014

The Drop [2.5/5]

Η «Συγκάλυψη» είναι μια ταινία που όλα τα θετικά επίθετα που τη χαρακτηρίζουν συνοδεύονται και από το επίρρημα «σχεδόν». Είναι ένα σχεδόν συναρπαστικό γκανγκστερικό θρίλερ. Είναι μια σχεδόν όμορφη ιστορία αγάπης. Και το σημαντικότερο, είναι μια σχεδόν καλή ταινία.

Γραμμένη από τον Dennis Lehane και σκηνοθετημένη από τον βέλγο Michael R. Roskam, του οποίου το σκηνοθετικό ντεμπούτο («Το Αγρίμι») ήταν υποψήφιο για Όσκαρ, η ταινία, ίσως λόγω του ότι είναι βασισμένη σε μια μικρή ιστορία του ίδιου του Lehane («Animal Rescue»), είναι κατά κάποιον τρόπο τόσο καλή όσο και κακή. Από τη μία έχουμε να κάνουμε με ένα σκηνοθετικά σφιχτοδεμένο και συμπαγές φιλμ μέσα στο οποίο ο Tom Hardy αποδεικνύει πόσο καλός ηθοποιός είναι, από την άλλη όμως τα κίνητρα των χαρακτήρων και οι καταστάσεις που διαδραματίζονται μοιάζουν γνώριμα. Με την υπόθεση από μόνη της να είναι μια σύνθετη ιστορία για απλούς ανθρώπους, το έργο μοιάζει να καταπιάνεται με πολλά περισσότερα απ` όσα μπορεί να διαχειριστεί. Τα πρώτα λεπτά του βομβαρδίζονται και κινούνται από τη μία δευτερεύουσα πλοκή στην άλλη, συμπεριλαμβανόμενου κι ενός παλιού από δεκαετίας μυστηρίου, με αποτέλεσμα η ουσιαστική πλοκή να απαιτεί άπειρο χρόνο μέχρι να πάρει μπρος.

Ο Roskam, χωρίς να έχει πολλές εμπειρίες, δεν είναι αυτός που πρέπει να κατηγορηθεί πλήρως. Σκηνοθετικά υπογράφει ένα ατμοσφαιρικό έργο, γεμάτο με κακοποιούς οι οποίοι δεσπόζουν στην οθόνη και αντι-ήρωες που μας κάνουν να αναρωτιόμαστε γιατί τους αγαπάμε. Κινηματογραφεί την ταινία χρησιμοποιώντας απαλούς τόνους και φωτισμό, καταφέρνοντας να δημιουργήσει μια τεταμένη ατμόσφαιρα. Το μεγαλύτερο επίτευγμα του όμως είναι ότι, παρά το ήρεμο της ιστορίας, από ένα σημείο και μετά καταφέρνει να διατηρήσει προσηλωμένο τον θεατή κάνοντάς τον να μην είναι πολύ σίγουρος αν κάτι φρικτό καραδοκεί. Το μεγαλύτερο σοκ και ίσως απογοήτευση είναι το σενάριο της ταινίας. Ο άνθρωπος που αποτέλεσε την αρχική πηγή ταινιών όπως το «Χωρίς Ίχνη», «Το Νησί των Καταραμένων» και «Σκοτεινό Ποτάμι», καθισμένος ο ίδιος στο τιμόνι του σεναριογράφου, παραδίδει κάτι απόλυτα τετριμμένο. Σαφέστατα και υπάρχουν μερικές ανατροπές στην πορεία του έργου, αλλά τίποτα που να μην έχουμε ξαναδεί ή να μην περιμένουμε. Το υποκρυπτόμενο θέμα της ταινίας ότι τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται, η ιδέα περί μοναχικότητας, ακόμα και η ιστορία αγάπης μοιάζουν λίγο πολύ προαποφασισμένα και προβλέψιμα.

Είναι λοιπόν το σενάριο που κάνει το φιλμ να κινείται αργά και με προσπάθεια, όταν θα έπρεπε να πάλλεται με μεταδοτική ενέργεια δεδομένων της σίγουρης σκηνοθεσίας και του καστ που διαθέτει. Σε επίπεδο ερμηνειών, τα λόγια για τον Tom Hardy είναι περιττά. Αποδεικνύει για ακόμη μία φορά πόσο ηθοποιάρα είναι. Ο Gandolfini, αν και καλός, παίζει έναν ρόλο που θα μπορούσε να ερμηνεύσει με κλειστά μάτια. Η Rapace δεν έχει πολλά να κάνει, ο Schoenaerts, ο οποίος πρωταγωνιστούσε και στο «Αγρίμι» του Roskam, διαθέτει και παρέχει το απαραίτητο επίπεδο απειλής στην ταινία και είναι εξαιρετικός στον ρόλο του ανισόρροπου Eric. Όλοι οι υπόλοιποι δεν είναι άξιοι αναφοράς, μια και οι χαρακτήρες τους δεν αναπτύσσονται σχεδόν καθόλου.

Εντέλει, η «Συγκάλυψη», αν κι ανεπαρκής, δεν μπορεί να πει κανείς πως είναι κακή. Είναι μια ενδιαφέρουσα ταινία με ένα δυναμικό καστ, αξιέπαινη σκηνοθεσία κι ένα μάλλον απογοητευτικό σενάριο. Σίγουρα αξίζει να τη δει κανείς, αλλά είναι μια ταινία από εκείνες τις οποίες θα ξεχάσετε μέχρις ότου τη βρείτε σε έκπτωση σε κάποιο πολυκατάστημα.