Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Into the Woods [2/5]

Η μεταφορά του κλασικού μιούζικαλ του Stephen Sondheim στη μεγάλη οθόνη από τον σκηνοθέτη Rob Marshall, είναι η εισαγωγή μου σε αυτό το υλικό. Δεν έχω καμία σχέση με την παράσταση, δεν την έχω δει και μέχρι φέτος δεν τη γνώριζα κιόλας. Υποψιάζομαι ότι όποιος έχει μια, έστω μικρή, επίγνωση του θεατρικού κι έχει δει αυτή την ταινία, είτε θα τη λατρέψει επειδή αναγνωρίζει τα τραγούδια ή δεν θα του πολυαρέσει γιατί η εκδοχή του Marshall αδυνατεί να συλλάβει την ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου μιούζικαλ. Οι Stephen Sondheim και James Lapine δημιούργησαν ένα φιλόδοξο έργο που συνδυάζει τουλάχιστον μισή ντουζίνα διάσημα παραμύθια και εξερευνά τι συμβαίνει μετά το «και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα». Ο Τζακ (από τον παραμύθι με τη φασολιά), η Ραπουνζέλ και η Κοκκινοσκουφίτσα είναι μόνο μερικοί από τους ήρωες που θα συναντηθούν και θα συναναστραφούν μεταξύ τους... πού αλλού; Στο δάσος. Η διαφορά είναι ότι σε αυτό τον κόσμο των μαγικών φασολιών και γυαλιστερών γοβακίων, οι πρίγκιπες δεν είναι πάντα γοητευτικοί, οι ευχές μερικές φορές φέρνουν προβλήματα και το ευτυχές τέλος είναι, στην καλύτερη περίπτωση, μια άπιαστη ιδέα.

Με τη σύνοψη του έργου να προμηνύει κάτι το φανταστικό, το «Τα Μυστικά του Δάσους» δυστυχώς κάπου χωλαίνει. Παραδείγματος χάριν, εάν θα πίνατε ένα σφηνάκι από οποιοδήποτε ποτό κάθε φορά που ένας χαρακτήρας λέει ή τραγουδά «into the woods», θα ήσασταν νεκροί μέσα στα πρώτα λεπτά από δηλητηρίαση από αλκοόλ. Αναγνωρίζω ότι η συγκεκριμένη κριτική είναι πιο δίκαια απευθυνόμενη στο ίδιο καθεαυτό το κείμενο του μιούζικαλ, ωστόσο αναφέρεται σε ένα από τα σημαντικότερα θέματα της ταινία: είναι ατελείωτα επαναλαμβανόμενη. Τα σκηνικά, αν κι εντυπωσιακά, φαίνονται ακριβώς τα ίδια. Οι χαρακτήρες φορούν την ίδια έκφραση σε ολόκληρη την ταινία χωρίς πραγματικά να αλλάζουν ακόμα κι όταν αποκτήσουν αυτό που θέλουν. Στο θέατρο, ίσως από το διάλειμμα να καταλαβαίναμε ότι ο χρόνος έχει περάσει και οι χαρακτήρες μπορούν να επιστρέψουν για τη δεύτερη πράξη αλλαγμένοι. Στην ταινία όμως αυτό δεν συμβαίνει και έχουμε μια αίσθηση της απόλυτης ομοιότητας που διαπερνά κάθε σκηνή. Λες και το «Τα Μυστικά του Δάσους» είναι μία νότα που παίζεται ξανά και ξανά και ξανά.

Το μεγαλύτερο φταίξιμο που το έργο δεν λειτουργεί το έχει σαφέστατα ο σκηνοθέτης του. Ίσως πλέον μπορούμε οριστικά να πούμε ότι ο Rob Marshall είναι ένας μέτριος σκηνοθέτης, σωστά; Με το πεντάστερα βαθμολογημένο «Σικάγο» να φαντάζει ως η καλύτερη στιγμή του, όλα όσα έχει κάνει μετά («Οι Πειρατές της Καραϊβικής: Σε Άγνωστα Νερά», «Εννέα», «Αναμνήσεις μιας Γκέισας») ήταν μέτρια στην καλύτερη περίπτωση. Εδώ, με τρομερή ασυνέπεια, προσπαθεί μάταια να υφάνει μεταξύ τους τα παραμύθια προκειμένου να τα παρακολουθήσει το κοινό. Θέλει να παρέχει στα «Μυστικά του Δάσους» μια πλούσια κι επικίνδυνη ματιά, αλλά ο υπεύθυνος για το μοντάζ Wyatt Smith μάλλον κοιμόταν. Πάρα πολλοί χαρακτήρες ξεθωριάζουν, πάρα πολλές σκηνές δεν πήζουν η μία με την άλλη και τα τραγούδια έχουν όλα τον ίδιο ήχο. Δεν υπάρχει τίποτα που να προσπαθεί να λειτουργήσει ως αυτοδύναμη ταινία, πέρα από την πρόσληψη πολλών αστέρων του κινηματογράφου. 

Με τους Emily Blunt και James Corden να είναι οι καλύτεροι κουβαλώντας την ταινία και αποπνέοντας σου κάποια αίσθηση ενδιαφέροντος, όλοι οι υπόλοιποι είναι καλοί αλλά, μη-εξυπηρετούμενοι από τη δραματικά αδρανή απόδοση του υλικού από τον Marshall, αμετάβλητοι στις αποδόσεις τους. Η Meryl Streep δεν μπορεί να δώσει ποτέ άσχημη ερμηνεία. Ως κακιά μάγισσα κλέβει τις σκηνές στις οποίες εμφανίζεται, αλλά μέχρι εκεί. Τίποτα δεν δικαιολογεί τα βραβεία για τα οποία είναι υποψήφια. Η Anna Kendrick είναι καλή, o Chris Pine είναι μια μικρή αποκάλυψη και τα παιδιά (Lilla Crawford και Daniel Huttlestone) είναι αξιοπρεπέστατα. Το μόνο ερμηνευτικά μελανό σημείο σε όλη την ταινία είναι ο Johnny Depp. Ευτυχώς, ο χρόνος του είναι σύντομος και εύκολα παραβλέπεται.

Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι θα υπάρξει ένα ακροατήριο που θα τη λατρέψει. Για να είμαι ειλικρινής, έπιασα τον εαυτό μου καθώς την έβλεπα να αναρωτιέμαι αν η ταινία δεν είναι καλή για εμένα επειδή δεν μου άρεσε το υλικό ή γιατί η προσαρμογή του στον κινηματογράφο δεν λειτουργεί. Μπορεί να είναι και τα δύο, αλλά έχω την τάση να πιστεύω ότι είναι περισσότερο το δεύτερο. Και αυτό γιατί ένα μιούζικαλ το οποίο ασχολείται με συναισθήματα τόσο μεγάλα που μπορούν μόνο να τραγουδιστούν, θα πρέπει να είναι κάτι πολύ περισσότερο από «εντάξει βλεπόταν». Θα πρέπει η χαρά και η μελαγχολία των πρωταγωνιστών να αντηχούν σε κορυφές και κοιλάδες. Η εκδοχή του Marshall ακούγεται στιγμιαία μέσα σε ένα δάσος.

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

Seventh Son [0.5/5]

Βασισμένο στο πρώτο βιβλίο της σειράς «Τα Χρονικά του Ευλογημένου Λιθαριού» του Joseph Delaney με τίτλο «Ο Μαθητευόμενος του Σπουκ», το «Έβδομος Γιος» δεν ξεφεύγει από τα δεδομένα της νέας κινηματογραφικής γενιάς που διψά για ιστορίες με δράκουλες, υπερήρωες και ούτω καθεξής. Αν και δεν έχω διαβάσει το βιβλίο, διαβάζοντας στη σύνοψη της ταινίας τις φράσεις «πόλεμος μεταξύ του υπερφυσικού και των ανθρώπων» και «ο έβδομος γιος ενός έβδομου γιου στέλνεται για να μαθητεύσει πλάι στον Σπουκ (!!) της περιοχής», καταλαβαίνεις αμέσως τι πρόκειται να δεις.

Ακόμη και η εντυπωσιακή συγγραφική ομάδα (Matt Greenberg, Charles Leavitt, Steven Knight) δεν καταφέρνει να ξεφύγει από κανένα κλισέ του είδους δημιουργώντας μια παραφουσκωμένη με εφέ περιπέτεια φαντασίας. όπου πολλά γίνονται, αλλά χωρίς καμία ουσία. Γεμάτη κλισέ, μάχες και σκηνές χωρίς νόημα, το έργο του Sergey Bodrov δεν καταφέρνει να είναι τίποτα άλλο από ένα ακόμα «ήλθον, τσέπωσον και απήλθον» κατασκεύασμα της Universal που μάλλον μας περνάει για χαζούς. Δεν εξηγείται διαφορετικά! Μιλάμε για μια ταινία οπού ο πρωταγωνιστής έχει παράξενα οράματα πραγμάτων που θα γίνουν στο μέλλον, δοσμένα μέσα από θολά μοντάζ, τα οποία εισάγονται αμήχανα στην ταινία απλά για να ξεχαστούν ολωσδιόλου στο τέλος. Για ένα έργο που ο κόσμος καταστρέφεται, αλλά οι δυο νεαροί πρωταγωνιστές, με άτσαλα εμβόλιμες σκηνές, αγωνίζονται να δημιουργηθεί το απαραίτητο συναίσθημα που θα μας κάνει να ενδιαφερθούμε για αυτούς. Κι αυτά είναι το ελάχιστο σε σχέση με την υπόλοιπη προχειροδουλειά που αντικρίζεις παρακολουθώντας το.

Για να μπορέσουμε να αντέξουμε το άθλιο του γραψίματος, οι παραγωγοί του έργου είχαν τη φαεινή ιδέα να τοποθετήσουν εξαιρετικούς και διάσημους ηθοποιούς στους δύο αντίζηλους ρόλους ως μέγα θέλγητρο. Έλα, όμως, που και αυτό τους βγήκε σε κακό! Από την μία, αν και υπερβολικά υπερβολική στον ρόλο της κακιάς μάγισσας, η ερμηνεία της Moore διαθέτει το απαραίτητο fun στοιχείο που τη σώζει κάπως. Ευτυχώς, πάντα, για εκείνη, το έργο βγαίνει στην Αμερική λίγο πριν κλείσουν οι κάλπες για τα Όσκαρ οπότε και δεν θα επηρεάσει πολύ την πιθανή φετινή βράβευση της. Από την άλλη, δυστυχώς για τον Bridges, η παντελώς αφόρητη και κακιά ερμηνεία του θα παραμείνει για πάντα στη μνήμη μας. Με μια αίσθηση χιούμορ σαν να λέει χιλιοειπωμένα ανέκδοτα με τον Τοτό, με θεατρικό στόμφο και μια προφορά που θα έκανε ακόμα και τον πιο ανίδεο ηθοποιό να δακρύσει από τα γέλια, ο βραβευμένος με Όσκαρ ηθοποιός είναι ένας μεγάλος παράγοντας που το «Έβδομος Γιος» αγγίζει πάτο. Νομίζω σιγά-σιγά θα πρέπει να κάνει χώρο στο σκρίνιο για το βατόμουρο. Πέρα από αυτούς τους δύο, όλοι οι υπόλοιποι τα κουτσοκαταφέρνουν στους μονοδιάστατους ρόλους τους.

Για να κλείσω, μια κι αυτή η ταινία δεν αξίζει μια κριτική 424 λέξεων, το «Έβδομος Γιος» δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια μεγαλειώδη αποτυχία.

Grace of Monaco [1/5]

«Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα». Κλασσική ατάκα την οποία έχουμε δει πάμπολλες φορές στην αρχή πολλών ταινιών. Το να εξιστορείς κάτι που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα δεν είναι κάτι το εύκολο. Πόσα βασίζεις στην πραγματικότητα; Πόσο πολύ αποκλίνεις από τα πραγματικά γεγονότα; Ποια περιστατικά είναι αρκετά σημαντικά για να συμπεριληφθούν; Με αυτά στο μυαλό, πάντα, προσπαθώ να επικροτώ την προσπάθεια των σεναριογράφων αλλά και των σκηνοθετών αυτών των ταινιών. Αλλά όταν μια ταινία είναι κακή… είναι κακή είτε βασίζεται σε αληθινά γεγονότα, είτε όχι. Και το «Γκρέις του Μονακό» είναι μια κακή ταινία.

Εκ πρώτης όψεως υπάρχουν πολλά, πιθανώς άγνωστα, πράγματα που θα μπορούσαν να διερευνηθούν σε μια βιογραφία της Grace Kelly. Ο γάμος της με τον πρίγκιπα Rainier του Μονακό, η οικογενειακή της ιστορία και ο δρόμος της μέχρι τον λαμπερό κόσμο του Χόλιγουντ, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το Μονακό από τη Γαλλία και άλλα τόσα. Δοσμένα όλα με κάποια καλλιτεχνική ελευθερία, αλλά διατηρώντας επί το πλείστων τον στόχο μιας βιογραφίας, που κατά τη γνώμη μου είναι η αλήθεια. Η ταινία του Olivier Dahan όμως δεν λέει ούτε αλήθειες, ούτε ψέματα, ούτε καν μια απλή ιστορία με συνοχή, παρουσιάζει απλά ένα best-of από στιγμές της ζωής της Grace Kelly.

Με μια πλοκή που μπορεί να περιγραφτεί μόνο ως κενή και άψυχη, το «Γκρέις του Μονακό» είναι από αυτές τις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει τίποτα που να πάλλεται και όλα γίνονται κάτω από το πρίσμα του βαρετού. Αυτό που παρακολουθείς είναι ένα άτσαλο μοντάζ σκηνών που έχουν τοποθετηθεί η μία μετά την άλλη χωρίς πολλή σκέψη και με καμία αίσθηση ρυθμού. Άλλοτε αστείο και κιτς και άλλοτε μυστηρίου, το φιλμ δεν γνωρίζει ποτέ τι θέλει να είναι και τι θέλει να πει, καταλήγοντας να περνάει κινηματογραφικές ημέρες/μήνες πανικοβλημένο για να φτάσει σε κάτι πιο ζουμερό που ποτέ δεν έρχεται.

Προς τιμήν της, η Kidman, κινηματογραφημένη με το μαλακότερο της εστίασης και το ηλιόλουστο του φωτισμού, παίζει την Grace όσο κούφια και όσο κραυγαλέα απαιτεί το υλικό. Έχει ως στόχο να διοχετεύσει ηρεμία εν μέσω πόνου, αλλά τα κλισέ λόγια και όλα όσα αναφέραμε τη μετατρέπουν σε ένα διάτρητο αρχέτυπο. Χωρίς καμία ουσία πίσω από τις ενέργειες ή συναίσθημα πίσω από τα μάτια. Κρίμα, γιατί είτε ως βιογραφική ταινία, είτε ως ένα καλλιτεχνικό δράμα, το «Γκρέις του Μονακό» χάνει την ευκαιρία να αποτίνει φόρο τιμής σε έναν θρύλο και καταλήγει μια ταινία πλούσια σε εμφάνιση, αλλά άδεια σε περιεχόμενο.

Asterix: Le Domaine des Dieux [3/5]

Μετά από τέσσερις live-action ταινίες και αρκετές άλλες κινουμένων σχεδίων, το πιο αγαπημένο κόμικς των Γάλλων -και όχι μόνο- επανέρχεται στον κινηματογράφο ανανεωμένο και στο κλίμα της εποχής.

Βασισμένο στον κλασσικό πλέον 17ο τόμο της σειράς των Goscinny και Uderzo, το «Asterix: Η Κατοικία των Θεών» προκειμένου να αποτελέσει θέλγητρο για τους θεατές όλου του κόσμου έπρεπε να αντιμετωπίσει τον νεωτερισμό. Και ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να το επιτύχεις αυτό; Μα φυσικά το να προσαρμόσεις το κινούμενο σχέδιο στη σύγχρονη τεχνική του 3D. Προσλαμβάνοντας τον Louis Clichy (animator του Ψηλά στον Ουρανό και του Γουόλ-Υ) και τοποθετώντας τον στη μία από τις σκηνοθετικές καρέκλες, το οπτικό αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερο. Η εικόνα είναι πολύχρωμη και φωτεινή, οι αλλαγές μεταξύ ήρεμων και πολύ ρυθμικών σκηνών γίνονται χωρίς να κουράζουν το μάτι, και το καλύτερο η τελειότητα του σκίτσου, η ομοιότητα με τους χαρακτήρες στο χαρτί είναι μοναδική και γενικώς η καρτουνίστικη αισθητική αυτού του Αστερίξ είναι κάτι το εξαιρετικό.

Πέρα από την εντέλεια των τεχνικών πτυχών, το άλλο μισό του σκηνοθετικού διδύμου τα καταφέρνει εξίσου καλά. Υπεύθυνος του σεναρίου και των διαλόγων, ο Alexandre Astier καταφέρνει να παραμείνει πιστός στην ατμόσφαιρα, αλλά και στην ιστορία του κόμικ. Παρόλο που το άλμπουμ κυκλοφόρησε το 1971, ο Astier εκμεταλλεύεται τα ακόμα επίκαιρα ζητήματά του διατηρώντας την κοινωνική σάτιρα και υπογραμμίζοντας την εξάρτηση των λαών από την οικονομία και τη γη, αλλά και τις συνέπειες της νεωτερικότητας για το περιβάλλον. Δεν ξεχνάει πότε όμως ότι αυτό που βλέπουμε είναι Αστερίξ. Και η μαγεία του Αστερίξ είναι οι ξεκαρδιστικές συναντήσεις με τους Ρωμαίους, ο Ιντεφίξ, οι καυγάδες του χωριού και πολλά άλλα τα οποία δίνουν εδώ το παρόν και αποτελούν πηγή άφθονου γέλιου.

Συνοψίζοντας, αυτός ο Αστερίξ με μια πληθώρα κινηματογραφικών αναφορών, έναν γρήγορο ρυθμό που δεν κουράζει τον θεατή και μια εξαιρετικής ποιότητας εικόνα είναι μια αστεία και ουσιαστική ταινία, την οποία θα απολαύσουν παιδιά κι ενήλικες.

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

The Hobbit: The Battle of the Five Armies [3/5]

Έξι ταινίες και δυο δεκαετίες μετά (μαζί με τα γυρίσματα) ένα είναι το συμπέρασμα: κανένας σκηνοθέτης δεν έχει περάσει τόσο πολύ χρόνο σε ένα κουαρτέτο βιβλίων των οποίων οι επιπτώσεις της μεταφοράς τους στο σινεμά, καλές ή κακές, είναι αναμφισβήτητες και δεν μπορούν να υποτιμηθούν. Το τέλος αυτής της τεράστιας προσπάθειας του Peter Jackson έφτασε, φέρνοντας τον σκηνοθέτη αντιμέτωπο με τον κόσμο της Mordor ακόμα μια φορά. Αν και δεν επρόκειτο ποτέ να πάρει τα εύσημα του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών», το «Χόμπιτ: Η Μάχη των Πέντε Στρατών» κλείνει αξιοπρεπέστατα, όχι όμως θεαματικά. Το πρόβλημα είναι ότι όλα όσα βλέπουμε τα έχουμε ξαναδεί πολύ καλύτερα και πολύ πιο ουσιαστικά τρεις φορές πριν (και, σε ένα μικρότερο βαθμό, δύο ακόμα φορές στις άλλες ταινίες Hobbit) με σκηνές δράσης που πραγματικά μας συνεπήραν, με χαρακτήρες για τους οποίους νοιαζόμασταν, με μια ιστορία που διέθετε συνοχή και ήταν συναρπαστική.

Το βασικό κομμάτι της πλοκής του Hobbit ήταν το πώς οι νάνοι θα επιστρέψουν στο σπίτι τους και αν θα καταφέρουν να νικήσουν τον δράκο. Άπαξ και έγιναν αυτά δεν υπάρχει τίποτα που να που οδηγεί το φιλμ προς τα εμπρός. Συνεχίζοντας ακριβώς από εκεί που η «Η Ερημιά του Νοσφιστή» έληξε, η μεγαλύτερη αδυναμία της ταινίας είναι ότι, μετά τις πρώτες σκηνές, δεν υπάρχει πλέον άλλη ιστορία που να δικαιολογεί 144 λεπτά διάρκειας. Aν παρακολουθούσαμε την τριλογία back to back, πιθανόν το κόψιμο στα 3 μέρη να λειτουργούσε πολύ καλύτερα, αλλά μετά από ένα διάλειμμα ενός έτους οι αδυναμίες των σεναριογράφων και η έλλειψη ουσίας είναι τραγικά εμφανείς. Το «Χόμπιτ: Η Μάχη των Πέντε Στρατών» σπαταλάει πολύ χρόνο και κάνει μικρά βήματα προς τη μεγάλη αναμέτρηση, παραδίδοντας στο τέλος την απαραίτητη δράση σε ωραίες τοποθεσίες, αλλά όλη η σύγκρουση μοιάζει βεβιασμένη και το διακύβευμα δεν φαντάζει τόσο σημαντικό όπως όταν ο βασιλιάς επέστρεψε. Και παρόλο που αναγνωρίζω την ικανότητα του Jackson να διηγηθεί μια επική ιστορία, αναρωτιέμαι αν είναι άραγε τυχαίο το γεγονός ότι το δεύτερο μέρος, το οποίο προήλθε κυρίως από τη φαντασία του Tolkien, ήταν το καλύτερο; Μάλλον όχι.

Η γραφή, θα μου πείτε, δεν ήταν ποτέ το φόρτε της συγκεκριμένης τριλογίας, αλλά ποτέ το σενάριο ενός «Άρχοντα» δεν ήταν τόσο άτσαλο, βαρετό, γεμάτο κλισέ, αφόρητα βαριεστημένους πρωταγωνιστές και λανθασμένες σκηνοθετικές επιλογές. Από την μια, αν αναλύσουμε την σχέση των χαρακτήρων με την ιστορία, περίπου το μισό καστ δεν έχει κανένα λόγο ύπαρξης. Η υπερβολική έμφαση στην άσκοπη κωμική ανακούφιση και η παντελώς ξεκάρφωτη ρομαντική δευτερεύουσα πλοκή δεν οδηγούν πουθενά. Είναι ολοφάνερες επιπόλαιες προσπάθειες του Jackson να καλύψει χρόνο. Από την άλλη, οι φαινομενικά ηλίθιες σκηνές όπως του Legolas (Orlando Bloom) να τρέχει αλά Matrix πάνω στις πέτρες που πέφτουν από την κατάρρευση μιας γέφυρας σε σούπερ slow motion απλά δεν είναι Hobbit. Δεν είναι η ταινία που εγώ και τόσοι άλλοι αγαπούν, αλλά μια ακόμα περιπέτεια γυρισμένη στον αυτόματο πιλότο μπροστά σε γιγαντιαίες πράσινες οθόνες. Ο συνδυασμός των δυο (της απρόσωπης γραφής των χαρακτήρων και της αλά Michael Bay στιγμές σκηνοθεσίας) συνθέτουν ένα σύνολο αρκετά απογοητευτικό.

Προς τι η υψηλή βαθμολογία θα μου πείτε. Επειδή είναι η Μέση Γη. Τα τελευταία λεπτά είναι πολύ καλά εκτελεσμένα και κάθε νήμα της σύνδεσης με τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών», ακόμα κι αν είναι απλώς υπαινιγμοί στο σκορ του Shore, θα σας κάνει να ανατριχιάζετε. Είναι ένα γλυκόπικρο τέλος για τον μυστηριώδη και ονειρικό κόσμο της Μέσης Γης και το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι: Thanks Peter Jackson, it was one hell of an adventure!!

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

Exodus: Gods and Kings [2/5]

Οι βιβλικές ιστορίες ήταν ένα βασικό κινηματογραφικό είδος για το Χόλιγουντ τη δεκαετία του 1950 και του 1960. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων πενήντα ετών, με την κινηματογραφική αγορά ολοένα και πιο λαϊκή, η βιβλική ταινία έχει, σε μεγάλο βαθμό, εξαφανιστεί από το mainstream. Είναι, επομένως, ιδιαίτερου ενδιαφέροντος ότι το 2014 έχει δει όχι μία αλλά δύο σημαντικές ταινίες που βασίζονται σε αφηγήσεις της Παλαιάς Διαθήκης, τον «Νώε» του Darren Aronofsky και τώρα το «Η Έξοδος: Θεοί και Βασιλιάδες» του Ridley Scott.

Και μπορεί η χρονική στιγμή να υπαγορεύει ότι θα υπάρξουν συγκρίσεις μεταξύ αυτών των δύο, είναι όμως πολύ διαφορετικές. Το φιλμ του Aronofsky θέλει να είναι περισσότερο ένα έργο σκέψης, ενώ το «Η Έξοδος: Θεοί και Βασιλιάδες» είναι μια επική ταινία, σκηνοθετημένη από έναν σημαντικής κινηματογραφικής σημασίας τύπο, με πρωταγωνιστές μεγάλα ονόματα και με βάση μία από τις πιο μνημειώδης ιστορίες: το ταξίδι του Μωυσή και του λαού του από την Αίγυπτο στην ιερή γη. Με τον DeMille να έχει γυρίσει την, κατά πολλούς, καλύτερη κινηματογραφική μεταφορά της Αγία Γραφής με τις «Δέκα Εντολές», και με τον Scott να έχει σε μεγάλο βαθμό τελειοποιήσει στον 21ο αιώνα το είδος των επικών ταινιών με τον «Μονομάχο», τι καινοτομία μπορούν οι «Θεοί και Βασιλιάδες» πραγματικά να φέρουν στο τραπέζι; Η απάντηση είναι συνήθως η ίδια: όλο και περισσότερο θέαμα με όλο και λιγότερο όραμα.

Φυσικά, είτε πρόκειται για το πρίκουελ του «Alien», είτε για την ιστορία του «Robin Hood», κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την ικανότητα του Scott να σκηνοθετεί όμορφο σινεμά. Και το ίδιο ισχύει και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Έχουμε να κάνουμε με μια ταινία που διεγείρει συνεχώς σε οπτικό επίπεδο, με εντυπωσιακά αξιοθέατα πυκνοκατοικημένων πολιτισμών, καταιγίδες θανάτου και εξαιρετική απεικόνιση των πληγών της Αιγύπτου. Είναι κρίμα, όμως, γιατί όλη αυτή η ομορφιά χαραμίζεται αφού τελικά το βασικό τεστ στο οποίο η «Έξοδος» αποτυγχάνει είναι το «γιατί;». Αν πρόκειται να ξανακάνεις μια ταινία ή να επανεξετάσεις μια ιστορία που έχει ειπωθεί και ξαναειπωθεί πάμπολλες φορές, όπως αυτή του Μωυσή, θα πρέπει να υπάρχει ένας λόγος. Θα πρέπει να υπάρχει κάτι νέο που θέλεις να πεις, μια νέα ιδέα, μια νέα ερμηνεία, ένα νέο σημείο έμφασης.

Παρόλο που υπάρχουν πολλοί τρόποι εξιστόρησης της ιστορίας του Μωυσή, το έργο του Scott δεν μοιάζει να συμβιβάζεται με μια συγκεκριμένη προσέγγιση. Και αυτή η αφήγηση της αβεβαιότητας μπορεί εύκολα να εξηγηθεί αν αναλογιστεί κανείς ότι όχι ένας, ούτε δύο, αλλά τέσσερις σεναριογράφοι -Adam Cooper, Bill Collage, Jeffrey Caine και Steve Zaillian- είναι υπεύθυνοι για αυτό που βλέπεις. Δεν είναι μια ιστορία πίστης, ούτε μια ιστορία ενός λαού. Δεν είναι καν η ιστορία μετατροπής του Μωυσή σε ηγέτη. Μοιάζει να εστιάζει στο να είναι μια ιστορία δύο αδελφών, αλλά ακόμα και τότε δεν επενδύει εντελώς σε αυτήν. Μην ξέροντας λοιπόν τι ιστορία θέλει να πει και αποκλίνοντας από τον στόχο της συνεχώς, χωρίς έμμετρο λόγο ή αιτία, το φιλμ ποτέ δεν συνδέεται πνευματικά ή συναισθηματικά με το κοινό, αφήνοντάς μας παγερά αδιάφορους με αυτό που βλέπουμε.

Όλα τα παραπάνω βέβαια έχουν αντίκτυπο και στους ηθοποιούς, αφού καλούνται να ερμηνεύσουν ρόλους είτε μονοδιάστατους είτε καρτουνίστικους. Οι γυναικείες παρουσίες εξαιρούνται της κριτικής, αφού έχουν ξεκάθαρα υποστηρικτικούς ρόλους (ακόμα και η Sigourney Weaver που ζήτημα είναι να λέει δυο ατάκες) και είναι παντελώς αδιάφορες. Οι άντρες, τώρα, με σαφέστατα πιο μεγάλους ρόλους, δεν τα βγάζουν πέρα καθόλου καλά. Ο John Turturro χάνεται μέσα στα κοστούμια της ταινίας και το έντονο μακιγιάζ. Ο Ben Mendelsohn είναι το βατόμουρο χειρότερου ηθοποιού της χρονιάς σε έναν αμφιβόλου αισθητικής ρόλο που είναι τόσο κακογραμμένος που απορείς. Ο Aaron Paul δεν αναγνωρίζεται, όχι γιατί παίζει τόσο κακά, απλά έχει τόσο ανούσιο ρόλο που τον καταλαβαίνεις στο τέλος όταν επιτέλους μιλάει. Ο Bale όχι μόνο φαίνεται ότι αισθάνεται άβολα στον ρόλο του Μωυσή, είναι επίσης κι απίστευτα βαρετός. Ειλικρινά, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορώ να επισημάνω στην απόδοσή του το οποίο να βρήκα ακόμη και εξ` αποστάσεως ωραίο. Και τέλος, ο Ραμσής του Edgerton φτάνει τελικώς σε μια μανιακή συναισθηματική κορυφή, αλλά για το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας είναι κολλημένος στον ήπιο θυμό.

Εντέλει, μη πρόθυμη να αγγίξει την τρέλα του «Νώε» αλλά και ούτε τόσο θαρραλέα ώστε να παρουσιάσει απλά την κλασική ιστορία του Μωυσή, το «Η Έξοδος: Θεοί και Βασιλιάδες» μοιάζει να προσπαθεί να ευχαριστήσει τους πιστούς και τους μη πιστούς ταυτόχρονα, καταλήγοντας στο τέλος να μην ικανοποιεί κανέναν.

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2014

Dumb and Dumber To [1/5]

Μετά το άκρως απογοητευτικό «Χαμός στη Ζούγκλα» ο Jim Carrey ορκίστηκε ποτέ να μην πρωταγωνιστεί σε σίκουελ ταινίας του, εκτός και αν σεναριακά το πίστευε πολύ. Μετά από αρκετή πίεση από τους σεβαστούς στο κινηματογραφικά δρώμενα (και γιατί όχι θρύλους) Αδερφούς Farrelly, ο Carrey υπέκυψε και υπόγραψε να επαναλάβει το ρόλο του Lloyd Christmas στο «Ηλίθιος και ο Πανηλίθιος Δίο» Διαθέτει όμως αυτή η συνέχεια ένα σενάριο που άξιζε να πιστέψεις σε αυτό; Και το πιο σημαντικό, μπορεί η συγκεκριμένη ιστορία να παράγει κάτι έστω και ελάχιστα ξεκαρδιστικό σε σχέση με την πρώτη ταινία, την οποία πολλοί θεωρούν συμπεριλαμβανομένου και εμένα – ως μια από τις πιο αστείες ταινίες των τελευταίων 20 ετών; Η απάντηση είναι, δυστυχώς, όχι.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της ταινίας είναι το κουραστικό και μονότονο σενάριο της, το οποίο πιστώνεται όχι σε έναν αλλά σε έξι (!!) σεναριογράφους. Χάνοντας παντελώς την ευκαιρία να μας παρουσιάσουν κάτι πραγματικά φρέσκο που θα έκανε την μακρά αναμονή των είκοσι χρόνων πραγματικά να αξίζει, η πλοκή αναλώνεται σε μια υπέρ το δέον ποσότητα χοντροκομμένου χιούμορ. Με τον Jim Carrey και τον Jeff Daniels να προσπαθούν πραγματικά να σώσουν τα άσωστα, η ταινία είναι ένα καταιγισμός από επαναλαμβανόμενα αστεία που αγωνίζονται για να βγάλουν γέλιο. Και το χειρότερο, προσπαθούν τόσο σκληρά να αναπαράγουν το «Ηλίθιος και ο Πανηλίθιος» που αναλώνονται και σε ένα αδέξιο αναμάσημα στιγμών όπως πχ οι σκηνές των ονείρων. Στο πρώτο, οι στιγμές αυτές που αφορούσαν την ονειροπόληση του Lloyd για την Mary Swanson (Lauren Holly) ήταν κωμικά ευφυέστατες. Εδώ οι δυο ονειρικές σκηνές είναι συγκλονιστικά κακές.

Όλα τα παραπάνω οφείλονται στο γεγονός ότι οι συντελεστές του «Ηλίθιος και ο Πανηλίθιος Δίο» δεν είχαν στο μυαλό τους αυτό που έκανε το αρχικό φιλμ τόσο καλό: τους χαρακτήρες. Ο Lloyd και ο Harry μπορεί να ήταν ηλίθιοι και αφελείς, αλλά τουλάχιστον έμοιαζαν σαν πραγματικοί άνθρωποι. Ήταν αστείοι γιατί δεν γνώριζαν το πόσο ασύνδετοι ήταν με την πραγματικότητα. Το χιούμορ προερχόταν από την προσπάθειά τους να κάνουν ό, τι νόμιζαν ότι είναι φυσιολογικό. Αυτή η ταινία το κατέστρεψε αυτό. Εδώ, από τη στιγμή που τους βλέπεις, είναι σαφές ότι δεν είναι πλέον άνθρωποι (να μην παρεξηγηθώ δεν θεωρώ ότι το πρωτότυπο ήταν κάποια μελέτη χαρακτήρων), αλλά στην πραγματικότητα μονοδιάστατες δημιουργίες ενός ανθρώπου. Λίγο-πολύ ενεργούν σαν τρελοί και κάνουν ό, τι οι συγγραφείς θεωρούν ότι θα προκαλέσει γέλιο. Υπάρχουν φυσικά κάποιες αναλαμπές αλλά είναι μόνο αναλαμπές. Σημάδια που σε κάνουν να νοσταλγείς τα 90s.

Όπως είπε κάποτε ο Kirk Lazurus στην «Τροπική Καταιγίδα»: "never go full retard". Δυστυχώς το «Ηλίθιος και ο Πανηλίθιος Δίο» πήγε και το αποτέλεσμα είναι μια ανέμπνευστη και απλά μη-αστεία ταινία. Για να σας δώσω μια ιδέα του πόσο πολύ εξαρτάται από τον προκάτοχό της, οι τίτλοι τέλους αντιπαραθέτουν σκηνές από τις δύο ταινίες. Αυτό που καταφέρνουν όμως είναι να μας κάνουμε να είμαστε πραγματικά ευγνώμονες για το πρωτότυπο και να αντιλαμβανόμαστε το πόσο κακό είναι αυτό που είδαμε.

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2014

Jimmy's Hall [3/5]

Ως μια σοσιαλιστική παραβολή τοποθετημένη τη δεκαετία του 1930 στην αγροτική Ιρλανδία, το «Jimmy`s Hall» δραματοποιεί την ιστορία του πολιτικού ακτιβιστή Jimmy Gralton (Barry Ward), ο οποίος μετά από μία δεκαετία στη Νέα Υόρκη, επιστρέφει στην πατρίδα του. Εκεί αναδομεί την αίθουσα χορού που ο ίδιος είχε δημιουργήσει το 1921 για τους νέους ανθρώπους, ως ένα μέρος μάθησης, συζητήσεων, ανάπτυξης ιδεών καθώς και χορού και διασκέδασης. Όμως, οι ιδέες ελεύθερης σκέψης και τα ιδανικά του Jimmy δεν θα ενστερνιστούν από όλους. Με το ειρηνικό ιρλανδικό περιβάλλον να αποτελεί μια έντονη αντίθεση στα φλογερά πάθη για τις ατομικές ελευθερίες και την ελευθερία του λόγου, η νέα ταινία του Ken Loach μας μεταφέρει στον κόσμο και τη νοοτροπία των κατοίκων της επαρχίας Λίτριμ, όπου η εκκλησία ηγείται ενός ψυχολογικού πολέμου κατά οποιουδήποτε δεν συμμορφώνεται.

Το σενάριο του Paul Laverty παντρεύει ιδανικά τα ιστορικά στοιχεία της ζωής του κομμουνιστή ηγέτη, τα οποία χέρι-χέρι με τη μυθοπλασία και κάποιες από τις προσωπικές απογοητεύσεις και εμπειρίες του Loach ως πολιτικού καλλιτέχνη, συνθέτουν μια άκρως δυνατή κινηματογραφική εμπειρία. Αν και στο παρελθόν ο πεπειραμένος σκηνοθέτης έχει επικριθεί για διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων με σκοπό την προώθηση της δικής του πολιτικής, στην συγκεκριμένη περίπτωση τα επιχειρήματα της ταινίας είναι απολύτως σωστά. Με τους ήρωες να αυτοπροσδιορίζονται ως κομμουνιστές, το «Jimmy`s Hall» διαθέτει μια καθολικά σοσιαλιστική οπτική, παρά μια απευθείας ενασχόληση με τις διάφορες πτυχές και μικρολεπτομέρειες της ιστορίας της αριστεράς. Ασχολείται με ένα αυστηρά εστιασμένο επιχείρημα για συναινετική, κοινόχρηστη διακυβέρνηση που προκύπτει από τους ανθρώπους, σε αντίθεση με το αυταρχικό δόγμα που επιβάλλεται εκ των άνω. Αν υπάρχει έστω και μία σπίθα στην καρδιά σου, τότε δεν θα μπορείς να ξεφύγεις από την αίσθηση της υπερηφάνειας και της ευτυχίας βλέποντας αυτούς τους εργάτες (έστω και προσωρινά) να αποφεύγουν το αυταρχικό κλομπ.

Τοποθετώντας έναν χαρακτήρα με εσωτερικό πλούτο, και όχι έναν δισδιάστατο ακτιβιστή στον κεντρικό ρόλο, ο Loach καταφέρνει όλα τα παραπάνω. Ο Jimmy είναι ένας άνθρωπός που έχει ηττηθεί, έχει ταπεινωθεί και τελικά εξοριστεί από τη χώρα του. Διαθέτει, όμως, παρασέρνοντας κι εμάς, μια πεισματάρικη επιμονή πως ό,τι και να γίνει πρέπει να αγωνιστεί. Ακόμη κι ενάντια σε τιτάνιες στρατιωτικές, πνευματικές και πολιτικές δυνάμεις, θα πρέπει να κάνει ό,τι του λέει η καρδία του. Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει την προσωπική καταστροφή, τον τραυματισμό και την ντροπή. Με αυτό τον τρόπο, οι απογοητεύσεις και η απελπισία που ο χαρακτήρας βιώνει, μέσα από τις μικροσκοπικές στιγμές του θριάμβου, γίνονται πολύ πιο αισθητές στο κοινό, λειτουργώντας υπέροχα και ως μια πολιτική αντιπαράθεση και ως απλή διασκέδαση. Ύστερα από ένα αργό ξεκίνημα, μας κάνει γρήγορα να επενδύσουμε και να ενδιαφερθούμε για αυτούς τους καλογραμμένους χαρακτήρες, οι οποίοι επωφελούνται από τις νατουραλιστικές κι εξαίσιες ερμηνείες του καστ και τη σίγουρη σκηνοθετική μάτια που πάντα βρίσκει την κινηματογραφική ομορφιά.

Λαμβάνοντας αυτά υπόψη, το «Jimmy`s Hall» μπορεί να μην έχει τη συναρπαστική ένταση του «Ο Άνεμος Χορεύει το Κριθάρι», και τα λόγια του ίσως να μην είναι τόσο καυτά που να αγγίζουν τις ψυχές μας, μας εφοδιάζει όμως με ουσιαστικές ερωτήσεις για τους σύνθετους κόσμους της θρησκείας και της πολιτικής. Και αυτό από μόνο του μετατρέπει το νέο πόνημα του Loach σε μια παθιασμένη και κοινωνική συνειδητοποιημένη ταινία που καλό θα ήταν να δείτε.