Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2015

Joy [2/5]

Έχω λατρέψει τι περισσότερες από τις ταινίες του David O`Russell, χάρη στην ικανότητά του να αξιοποιεί την ενέργεια των ανθρωπίνων αλληλεπιδράσεων που έχουν στον πυρήνα τους. Καταφέρνει και διαχειρίζεται το είδος της «τρέλας» που κουβαλάνε οι πληγωμένοι και κατεστραμμένοι χαρακτήρες του σε τέτοιο βαθμό που οι ταινίες που δημιουργεί είναι οδυνηρά αστείες, γεμάτες αληθινό συναίσθημα. Τόσο ο «Οδηγός Αισιοδοξίας» όσο και το «The Fighter» είναι δυο τρανταχτά παραδείγματα ταινιών του που διέθεταν μεγάλες εκρήξεις ενέργειας σωστά εξημερωμένες. Και εδώ έγκειται το πρόβλημα του «Joy», καθώς ο σκηνοθέτης μοιάζει να χάνει την ισορροπία του, και το χάος που συνήθως ενορχηστρώνει με επιτυχία, τον κυριεύει.

Εμπνευσμένο από τη ζωή της Joy Mangano, μιας μητέρας που αργά και σταθερά αγωνίζεται να μπει στον κόσμο των εφευρετών υπερνικώντας τις δυσκολίες, το έργο έρχεται να προστεθεί στην λίστα των ταινιών του σκηνοθέτη που μιλάνε για ονειροπόλους-καταφερτζήδες. Mόνο που εδώ η πλοκή δεν καταφέρνει στιγμή να τιθασεύσει τον κεντρικό χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να μην είναι πραγματικά αποτελεσματική. Με τη Lawrence να αποδίδει επαρκώς όλα τα συναισθήματα της, η Joy δεν μοιάζει ποτέ να πείθει σαν χαρακτήρας, αφού οι στάσεις και το φέρσιμο της ποικίλει τόσο δραστικά που μοιάζει λιγότερο ανθρώπινο και περισσότερο μηχανικό. Σε αυτό δεν βοηθάει και το γεγονός ότι ο O`Russell και η Mumolo δεν σταματούν να ρίχνουν εμπόδια στην πορεία της, με αποτέλεσμα να μην αφήνουν τον θεατή να μοιραστεί την χαρά της όταν κάτι πάει καλά.

Αυτή η τεχνική αφήγησης είναι ένα από τα μεγαλύτερα ελαττώματα του «Joy», αφού ουσιαστικά μειώνει την πραγματική ιστορία της ανόδου μιας γυναίκας μέσα στον κόσμο του εμπορίου, σε μια φτιαχτή κι αμήχανη ταινία που επαναλαμβάνει σκηνές και διαλόγους τόσο σταθερά που είναι σαν να προσπαθεί να πει τέσσερις ή πέντε διαφορετικές εκδόσεις του ίδιου πράγματος ταυτόχρονα. Σαν να μην έφτανε αυτό, την όλη κατάσταση έρχεται να επιδεινώσει ο 57χρονος σκηνοθέτης, ο οποίος μοιάζει να γνωρίζει το πρόβλημα, και μη εμπιστευόμενος ότι οι χαρακτήρες του είναι αρκετά ενδιαφέροντες από μόνοι τους, «στολίζει» την κινηματογράφηση του με γρήγορο μοντάζ και μια φρενήρη κίνηση της κάμερας χωρίς λόγο.

Ακόμα πιο εξοργιστικό, δε, είναι το γεγονός ότι υπάρχουν κάποιες απίστευτες ιδέες και μερικές εξίσου άριστες στιγμές, οι οποίες τονίζουν το πόσο ανεπαρκής είναι η ταινία. Οι Cooper και Lawrence συνεχίζουν να έχουν εξαιρετική χημεία μεταξύ τους αποτελώντας πάντα τα καλύτερα εργαλεία του O`Russell. Τα τριάντα λεπτά που συναντιούνται οι τρεις τους αποτελούν το πιο συναρπαστικό μέρος της ταινίας. Είναι πραγματικά φανταστικό να παρακολουθείς τα θεμέλια της κουλτούρας των πωλήσεων στην Αμερική να εξηγούνται με ευλάβεια. Είναι κρίμα που η ταινία δεν καταφέρνει πότε να είναι τόσο καλή, ούτε σαν μια μεγάλη ανθρώπινη κωμωδία, ούτε σαν ένα σκληροτράχηλο μελόδραμα της εργατικής τάξης.

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

Brooklyn [3.5/5]

Δεν είμαι εξοικειωμένος με το έργο του σκηνοθέτη John Crowley, αλλά αν το άριστο, συναισθηματικά ακατανίκητο «Brooklyn» αποτελεί ένδειξη, τότε σίγουρα αξίζει να διερευνηθεί. Φυσικά, σημαντικό ρόλο στην ομορφιά της ταινίας παίζει και το γεγονός ότι ο Nick Hornby έγραψε το σενάριο. Βασισμένος σε ένα βιβλίο του Colm Toibin, ο Hornby δεν είναι ξένος στο να πετυχαίνει τη σωστή συναισθηματική σύνδεση με το κοινό, αν κρίνουμε από τα «Άγρια», «Μία Κάποια Εκπαίδευση» και το «Για Ένα Αγόρι». Επίσης, τεράστιο μπόνους είναι να έχει, χωρίς αμφιβολία, μία από τις καλύτερες νέες ηθοποιούς της γενιάς της, τη Saoirse Ronan, η οποία στα 21 της χρόνια όχι μόνο μπορεί να κουβαλήσει στην πλάτη της μια ταινία, αλλά το κάνει με επιδεξιότητα. Ανακατέψτε όλα αυτά μαζί για την παρουσίαση μιας ισόποσης ιστορίας για τη μετανάστευση και την αγάπη και έχετε το «Brooklyn», ένα απλό, χωρίς ανοησίες, παλιάς σχολής έργο που θα σας συγκινήσει. Δεν είναι η καλύτερη ταινία της χρονιάς, αλλά είναι σίγουρα ένα από τα καλύτερα ρομάντζα που έχω δει ποτέ.

Ενώ μια περιγραφή της ιστορίας είναι χαρακτηριστικό για μια κριτική, θα πρέπει κανείς να πιεστεί για να μπορέσει να αποδώσει τι είναι περίπου η ταινία, καθώς ένα μεγάλο μέρος της βασίζεται στη συναισθηματική ταύτιση. Στην επιφάνεια, το «Brooklyn» είναι για ένα νεαρό κορίτσι της Ιρλανδίας, το οποίο μεταναστεύει στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δεκαετία του 1950. Χωρίς σπίτι, πρέπει να μάθει να βρει τον δρόμο της στο αβέβαιο έδαφος του «ανήκειν». Υπενθυμίζοντάς μας ότι εκεί που ανήκεις συχνά έχει να κάνει με τις σχέσεις και το πώς οι άνθρωποι επιλέγουν (ή δεν επιλέγουν) να είναι ο ένας με τον άλλο, το φιλμ μιλάει για την ενηλικίωση, τη φύση της αγάπης, την οικογένεια και μια ποικιλία από άλλα πράγματα. Πάνω απ` όλα, όμως, είναι για την ευχαρίστηση και την ικανοποίηση με τις συνθήκες της ζωής σου, ακόμη κι αν εξακολουθείς να εργάζεται προς κάτι καλύτερο.

Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, ο σκηνοθέτης καταγράφει προσεκτικά την κάθε στιγμή με τέτοιο τρόπο ώστε να αφήσει το καστ και το συνεργείο να κάνουν τη δουλειά τους μέσα από την απλότητα. Η κινηματογραφία είναι όμορφη, χωρίς να αποσπά την προσοχή. Τα κοστούμια της Odile Dicks-Mireaux και ο σχεδιασμός παραγωγής του Francois Seguin κάνουν θαύματα. Το μοντάζ δεν περιλαμβάνει φανταχτερές μεταβάσεις, αλλά κάνει τη δουλειά του διατηρώντας το όποιο σασπένς. O ρυθμός του Crowley είναι πραγματικά άψογος. Κάθε παλμός ηχεί δυνατά. Κάθε χτύπος είναι φτιαγμένος με απίστευτη προσοχή. Τόσα πολλά σενάρια χρησιμοποιούν την «πρακτική» προσέγγιση αποκαλύπτοντας κάποιο κομμάτι των πληροφοριών σχετικά με την ιστορία, για να προχωρήσουν προσπαθώντας να διατηρήσουν την αγωνία. Το «Brooklyn» είναι υπέροχα διαφορετικό.

Και φυσικά μεγάλο μέρος της επιτυχίας οφείλεται στο υποκριτικό κομμάτι του έργου. Διαθέτοντας ένα άψογο υποστηρικτικό σύνολο ηθοποιών, με τους Domhnall Gleeson, Jim Broadbent, Julie Walters και Fiona Glascott να δίνουν υπέροχες ερμηνείες, ο πραγματικός θρίαμβος της ταινίας είναι οι Emory Cohen και Saoirse Ronan. Το σπινθηροβόλο βλέμμα του Cohen και η γλυκύτητα των εκφράσεών του είναι το κάτι άλλο. Από τις λίγες φορές που η αγάπη απεικονίζεται με τέτοια λεπτότητα σε ένα πρόσωπο. Ενώ χάρη στη Ronan, βιώνουμε τα πάντα μέσα από τα απίστευτα γαλάζια μάτια της. Η απόδοσή της περιλαμβάνει όλη την αμηχανία, την απογοήτευση και σιγά-σιγά την οικοδόμηση της εμπιστοσύνης που ο ρόλος απαιτεί. Και η χημεία τους, όπως η ταινία… φανταστική.

Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

Ένας Άλλος Κόσμος [4/5]

Αν στην πρώτη του απόπειρα αναφέραμε ότι με κινηματογραφικούς όρους καταφέρνει και φτιάχνει μια καλή ταινία, στη δεύτερη σκηνοθετική του προσπάθεια, ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης υπερβαίνει εαυτόν και παραδίδει μια σπουδαία ταινία, ίσως την καλύτερη ελληνική της χρονιάς. Διαθέτοντας ένα πολύ πιο σφιχτοδεμένο σενάριο υπηρετούμενο με συνέπεια, αυτή η δεύτερη κινηματογραφική κατάθεση του «άκρως εμπορικού» και συνυφασμένου με αντιγραφές σκηνοθέτη θα κάνει ακόμα και τους πιο σοβαρούς κι έγκριτους δημοσιογράφους να παραδεχτούν ότι αυτό που βλέπουμε είναι η ενηλικίωση ενός καλλιτέχνη.

Εκατό φορές καλύτερο από το «Αν…», το «Ένας Άλλος Κόσμος» καταφέρνει πρωτίστως το ακατόρθωτο. Απεγκλωβίζει αυτό που λέμε ελληνικό σινεμά από το νέο ελληνικό ρεύμα, αλλά και της τηλεοπτικής λογικής παραγωγές που κατακλύζουν κάθε σεζόν, και το περνάει σε άλλη διάσταση. Παράγει σινεμά. Εμπορικό μεν, mainstream δε, αλλά σινεμά με ό,τι αυτό περιλαμβάνει. Και το καλύτερο, δημιουργεί ένα σινεμά που όσο εύκολο κι ελαφρύ φαντάζει, τόσο δύσκολο και με αξιώσεις είναι. Διαθέτοντας τρεις ιστορίες με κοινό παρονομαστή τον έρωτα και το ίδιο πολιτικό και κοινωνικό υπόβαθρο, το έργο του Παπακαλιάτη είναι επίκαιρο, έντιμο και με ουσία. Μιλάει για τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα χωρίς ποτέ να ξεχνά να ψυχαγωγήσει. Ασχολείται με το εργασιακό, το μεταναστευτικό, τον φασισμό, την οικονομική κρίση και άλλα πολλά γνώριμα στο κοινό, αλλά χάρη στην ειλικρίνεια και την ντομπροσύνη των διαλόγων του, το κάνει χωρίς διδακτισμό, καθιστώντας σου σαφές ότι αυτό που θα δεις σε αφορά.

Δεν θέλω να μπω σε λεπτομέρειες σχετικά με τις τρεις ιστορίες που συνθέτουν το «Ένας Άλλος Κόσμος», απλά προετοιμαστείτε να δείτε την πραγματικότητα. Να παρακολουθήσετε μια αντανάκλαση όλων όσων συμβαίνουν στη χώρα μας σήμερα. Να αναγνωρίσετε τον γείτονά σας, τον διπλανό σας, τον συνάδελφό σας και να αντιληφθείτε την απόγνωση. Φυσικά, όλα τα παραπάνω επιτυγχάνονται μέσα από τους ηθοποιούς. Μέσα από ένα άκρως πετυχημένο κάστινγκ και χάρη στη μαεστρία του σκηνοθέτη, όλοι όσοι βλέπεις ερμηνεύουν ανεπιτήδευτα γεμάτοι ψυχή. O πολυτιμότερος παίκτης όμως εδώ είναι η Μαρία Καβογιάννη. Ναι, όσο εξαιρετικός κι αν είναι ο βραβευμένος με Όσκαρ Β` ανδρικού ρόλου J.K. Simmons, η ταινία ανήκει ολωσδιόλου στο τεράστιο ταλέντο της κ. Καβογιάννη. Ξεφεύγοντας από την τηλεοπτική περσόνα που έχουμε συνηθίσει, παραδίδει μια ερμηνεία που όμοιά της σπάνια βλέπουμε σε ελληνικές ταινίες. Ειδική μνεία φυσικά πρέπει να γίνει και για τον Μηνά Χατζησάββα ο οποίος θα ήταν πολύ περήφανος για το κύκνειο άσμα του.

Αυτός ο οπτικοακουστικός σχολιασμός λοιπόν για μια χώρα η οποία ενώ διαθέτει τα πάντα μοιάζει να διαλύεται, σε συνδυασμό με την αναλλοίωτη δύναμη του έρωτα να μένει πάντοτε αλώβητος από οποιαδήποτε δοκιμασία, είναι άξιος συγχαρητηρίων και οφείλετε ως έλληνες σινεφίλ να μην τον χάσετε.

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2015

The End of the Tour [4/5]

Ξεκινώντας με τη θλιβερή είδηση ενός θανάτου από προφανή αυτοκτονία, η νέα ταινία του James Ponsoldt αφηγείται την ιστορία του συγγραφέα και δημοσιογράφου του Rolling Stone, Ντέιβιντ Λίπσκι (Jesse Eisenberg), και την πενθήμερη συνέντευξη που πήρε από τον βραβευμένο μυθιστοριογράφο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας (Jason Segel), αμέσως μετά την έκδοση του αριστουργηματικού βιβλίου του, «Αμερικανική Λήθη» (“Infinite Jest”).

Ίσως αναρωτιέστε, τι το ενδιαφέρον έχει μια συνάντηση και η συζήτηση δυο, όχι και τόσο γνωστών στην Ελλάδα, συγγραφέων: η απάντηση είναι… καθηλωτικό. Το πρώτο πράγμα που σου κάνει εντύπωση βλέποντας το «Τέλος Διαδρομής», είναι ότι κινείται και είναι δομημένο ως θεατρικό. Διαθέτοντας μεγάλους μονολόγους και ως επί το πλείστων κλειστά περιβάλλοντα, η ταινία ενδιαφέρεται περισσότερο για τις στιγμές και όχι τόσο για τον περίγυρο. Γραμμένο από τον αμερικανό συγγραφέα θεατρικών έργων Donald Marguliesς, το έργο θέλει τους δύο άνδρες να μοιράζονται ιστορίες και σκέψεις σχετικά με τη ζωή τους, να γελούν και να αποκαλύπτουν κρυφές πτυχές του εαυτού τους μέσα από έναν προσωπικό, αλλά βαθυστόχαστο λόγο.

Η επιδέξια αν κι απλοϊκή σκηνοθεσία του Ponsoldt δημιουργεί ένα έργο όπου τα πάντα και τίποτα δεν συμβαίνει, μετατρέποντας αυτό που θα μπορούσε να είναι μια στατική και βαρετή συζήτηση σε έναν κινητικό κινηματογράφο πρώτης τάξης. Όταν οι δύο συγγραφείς αρχίζουν να μιλάμε για το τι είναι αληθινά πραγματικό ή ψεύτικο μεταξύ τους, ή παρακολουθώντας τι λέει ή δεν λέει ο Γουάλας, αυτό που ακούς και βλέπεις είναι οι καλύτεροι διάλογοι που έχεις δεις σε ταινία εδώ και χρόνια. Καθώς τα στοιχεία συσσωρεύονται και οι δυο τους αποκαλύπτονται ακόμα περισσότερο, η δυναμική του φιλμ μεγαλώνει όλο και πιο πολύ αποκαλύπτοντας πάρα πολλά σε θέματα τέχνης, προτεραιοτήτων και της ίδιας της ζωής που θα σας μείνουν χαραγμένα για πάντα.

Αυτή η επική ποιότητα τού να βλέπεις και, το σημαντικότερο, να ακούς δυο ανθρώπους να μιλούν χτυπώντας νεύρο σε ό,τι κι αν λένε, απαιτεί και την αντίστοιχη υποκριτική δεινότητα. Ευτυχώς, η «Διαδρομή» είναι ευλογημένη με δύο εξαιρετικές ερμηνείες από τους πρωταγωνιστές της. Ο Eisenberg, αν και διαθέτει ένα επαναλαμβανόμενο στυλ χιούμορ και υποκριτικής που ίσως απωθεί κάποιους, εδώ αποδεικνύει και πάλι το αστείρευτο ταλέντο του με μια λιτή, αλλά ποτέ μονότονη απεικόνιση του Λίπσκι. Η ταινία όμως ανήκει στον Segel, ο οποίος εδώ είναι οσκαρικά καλός. Σε κάνει να αναρωτιέσαι αν είναι ο ίδιος ηθοποιός από το «Όταν Με Παράτησε η Σάρα» και το «Sex Tape: Μια Τρελή Βραδιά». Υποδύεται τον Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας ως αγαθό, ντροπαλό, έξυπνο, συμπαθητικό, κομπλαρισμένο, θυμωμένο, αστείο, πνευματώδη, προσδίδοντας του κάθε πιθανή γκάμα συναισθημάτων που μπορεί να διαθέτει ένας άνθρωπος. Θα μου πείτε, όλα αυτά είναι γραμμένα στο σενάριο, αλλά ο Segel τα καθιστά πραγματικότητα. Απλά μαγευτικός!

Τολμηρό κι απίστευτα όμορφο, το «Τέλος Διαδρομής» είναι μια κινηματογραφική φιλοσοφία, ένα επικήδειο εγκώμιο και ένα αστείο road-trip όλα σε ένα. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα μόνο και μόνο για να βιώσετε την ομορφιά των λόγων του Γουάλας. Μην το χάσετε.

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

The Last Witch Hunter [1/5]

Η επιτυχία του «Underworld» το 2003 δημιούργησε ένα νέο υπο-είδος ταινιών μεσαίου προϋπολογισμού, που θολώνει τα όρια μεταξύ τρόμου και περιπέτειας. Μυθικοί ήρωες και κακοποιοί μάχονται στους δρόμους των σύγχρονων μεγαλουπόλεων, συνήθως τη νύχτα, στη βροχή, περιβαλλόμενοι από μη αληθοφανή εφέ. Απαίσιες ταινίες, συμπεριλαμβανομένης και της τελευταίας προσθήκης: το «Ο Τελευταίος Κυνηγός Μαγισσών» του Breck Eisner.

Όπως γίνεται συνήθως, οι συγκεκριμένες ταινίες ξεκινούν παρουσιάζοντας μας τον εκάστοτε ήρωα στο παρελθόν, σε κάποια αδιευκρίνιστα μεσαιωνική εποχή σε μια γενική ευρωπαϊκή χώρα. Έτσι κι εδώ, η ταινία ξεκινά με τον Vin Diesel, πλήρη με παράλογη γενειάδα και αλογοουρά, να βαδίζει προς μια σπηλιά για να δώσει μάχη με τη βασίλισσα των μαγισσών. Φυσικά, αυτός κερδίζει, αλλά του δίνεται η κατάρα της αθανασίας. 800 χρόνια αργότερα (!!), ο ίδιος ψάχνει για αρχαία αντικείμενα και συνεχίζει το κυνήγι μαγισσών παρέα με έναν βοηθό, ο οποίος δολοφονείται εν μία νυκτί. Τέλος πάντων, για να μη μακρηγορώ, η ταινία ακολουθεί τον Vin Diesel, ο οποίος τρέχει από εδώ κι από εκεί ψάχνοντας για στοιχεία και αναλύοντας σημάδια. Είναι φανερό ότι οι σεναριογράφοι του «Priest» και του «Dracula Untold» έβγαλαν τα μεγάλα όπλα για τη συγγραφή αυτού του δημιουργικού αριστουργήματος.

Η ερώτησή μου είναι η εξής: ποιος ξέρει να μας πει τι συμβαίνει παρακάτω σε αυτή την προβλέψιμη ανοησία; Δεν θα σας πω, γιατί ήδη έχω αναφέρει ένα μεγάλο μέρος της πλοκής. Το θέμα είναι αυτό που βλέπουμε είναι μια φρενήρης γεμάτη ασυναρτησίες κοινότυπη ταινία. Ένα συνονθύλευμα ιδεών και πράγματων που έχουμε δει στο παρελθόν πολύ καλύτερα. Και το ακόμα χειρότερο είναι ότι, παρόλο που έχουμε να κάνουμε με μια τόσο βασική πλοκή, η ταινία δεν επενδύει στη δράση, η οποία κι αυτή είναι εντελώς αδιάφορη και βαρετή. Όπλα, σπαθιά, slow-motion, όλα επιστρατεύονται αλλά τίποτα δεν σου μένει αλησμόνητο. Μάλιστα, ανά στιγμές, με τον Diesel να έχει έντονο ύφος απέναντι στους αντιπάλους του, σου έρχεται να βάλεις τα γέλια.

Τα μόνα -λίγα- εύσημα που θα δώσω, είναι ότι το φιλμ είναι περιστασιακά οπτικά υπέροχο. Πέρα από αυτό, εάν η έλλειψη εφευρετικότητας σε όλους τους τομείς αποτελεί οποιαδήποτε ένδειξη, ο τίτλος της ταινίας μπορεί κάλλιστα να αποδειχθεί προφητικός. Πάνω από όλα και χωρίς να το νοιάζει τίποτε άλλο, το «Ο Τελευταίος Κυνηγός Μαγισσών» είναι ένα όχημα για τον Diesel. Μια ταινία η οποία του προσφέρει μια ευκαιρία να αποδείξει ότι μπορεί να θεωρείται ηθοποιός χωρίς να συνδέεται με ένα τιμόνι.

No Escape [1.5/5]

Τις περισσότερες φορές που κάποιος αντιμετωπίζει καταστάσεις και ζητήματα ζωής και θανάτου, έχει μια αξιοσημείωτη ικανότητα να παλέψει για να μείνει ασφαλής. Ο ήρωας του «Χωρίς Διέξοδο», Jack Dwyer, και η πολιορκούμενη οικογένειά του είναι μια απλή και συνηθισμένη οικογένεια που ποτέ δεν αντιμετώπισε τέτοιον κίνδυνο και δεν έχει καμία ξεχωριστή ικανότητα. Είναι συνηθισμένοι άνθρωποι όπως εσείς κι εγώ. Όταν λοιπόν ρίχτηκαν στο μάτι του κυκλώνα, εν μέσω πολιτικών αναταραχών, με τους επαναστάτες να επιτίθονται κατά κύματα στην πόλη, άρχισαν να ψάχνουν απεγνωσμένα για ασφάλεια με οποιοδήποτε τρόπο.

Η παραπάνω παραδοχή είναι αυτή που θέτει τις βάσεις και ως ένα βαθμό δημιουργεί ένα συναρπαστικό και πραγματικά ψυχαγωγικό έργο. Τα πρώτα λεπτά της ταινίας διαθέτουν έντονες κι ενοχλητικές σκηνές, γεμάτες ένταση, που σε κρατούν στην άκρη του καθίσματός σου με τον τρόμο της απειλής να γίνεται αισθητός ακόμα και στον θεατή. Από ένα σημείο και μετά, όμως, όσο μανιωδώς κι αν προσπαθεί η ταινία να είναι καλή, καταλήγει να πατάει συνεχώς τα λάθος κουμπιά και να γίνεται, με κάθε σκηνή που περνάει, όλο και περισσότερο παρατραβηγμένη. Αν και ορισμένοι έχουν πει ότι πρέπει να απολαύσεις την ταινία ως ένα παράλογο «popcorn movie», διαφωνώ πρώτον γιατί το θέμα αντιμετωπίζεται ως οτιδήποτε άλλο εκτός από διασκεδαστικό και δεύτερον επειδή όσο κι αν το δεις στην πλάκα, κάποια στιγμή θα απηυδήσεις.

Η ασταθής κάμερα χρησιμοποιείται σε σημείο ναυτίας και η ταινία βρίθει από κλισέ. Το ένα παράλογο λάθος επαναλαμβάνεται μετά το άλλο, με επαναστάτες να αφήνουν τα όπλα τους στο έδαφος, κόσμο να εμφανίζεται από το πουθενά σώζοντας τους ήρωες και το αποκορύφωμα, η πιο αστεία σκηνή σε ταινία του 2015: το άλμα των τεσσάρων χαρακτήρων μεταξύ κτιρίων. Συνεχίζοντας με τα λάθη, το υπόβαθρο της -σε άλλα χέρια ενδιαφέρουσας- ιστορίας είναι σχεδόν ανύπαρκτο, αφήνοντας το κοινό με άφθονα αναπάντητα ερωτήματα. Για παράδειγμα, δεν ξέρουμε τίποτα σχετικά με το πραγματικό κίνητρο πίσω από την επίθεση που παρακολουθούμε. Και αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα: στη διάρκεια της ταινίας η ερώτηση «γιατί γίνονται όλα αυτά;» δεν θα βγει από το μυαλό σας.

Ο σκηνοθέτης John Erick Dowdle κι ο σεναριογράφος αδερφός του, Drew Dowdle, κατανοούν πώς να κάνουν τους ανθρώπους να ουρλιάξουν. Έχουν την ικανότητα να ανεβάσουν την αδρεναλίνη στο κοινό. Αυτό που δεν ξέρουν είναι πώς να δημιουργήσουν ένα έργο που δεν θα ταλαντεύεται ασταθώς από το καλό στο κακό και το αντίστροφο όλη την ώρα. «Δυνατότητα» είναι η μόνη λέξη που ειπώθηκε από το στόμα μου μετά τους τίτλους τέλους. Το «Χωρίς Διέξοδο» είχε τη δυνατότητα να είναι ένα συγκλονιστικό δράμα που τελικά γλίστρησε στο πρώτο εμπόδιο του.

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2015

Crimson Peak [2/5]

Σε μια εποχή που οι ταινίες τρόμου προσπαθούν να εκσυγχρονιστούν επαναλαμβάνοντας τα κλισέ της found-footage κινηματογράφησης και των ξαφνικών φόβων, είναι αναζωογονητικό να βλέπεις την επιστροφή του Guillermo del Toro με μια πραγματική προσπάθεια αναβίωσης του κλασικού βικτοριανού στοιχειωμένου σπιτιού. Τριξίματα και πόρτες ακούγονται στους σκοτεινούς διαδρόμους, σκιές εμφανίζονται στο ανατριχιαστικό ντεκόρ και η ετοιμόρροπη φύση του σπιτιού παρέχει μια αίσθηση θανάτου σε όλες τις σκηνές, είτε αυτές λαμβάνουν χώρα υπό το φως ή το σκοτάδι. Αλλά όσο κι αν διαπρέπει η ταινία στην ατμόσφαιρα και τις ερμηνείες, η πλοκή μοιάζει να υποφέρει.

Πέρα από μια-δύο ανιαρές ανατροπές, η υπόθεση είναι λίγο πολύ αυτό που περιμένεις. Μια φοβερή τραγωδία αναγκάζει μια νεαρή αφελέστατη γυναίκα να φύγει μακριά με έναν όμορφο άντρα που μόλις γνώρισε, καθώς αυτό πάντα είναι μια καλή ιδέα. Το κτήριο που πάει να φτιάξει το σπιτικό της περιλαμβάνει μια τρομακτική αδερφή και φαντάσματα που κραυγάζουν (κυριολεκτικά μερικές φορές) «αν μείνεις εδώ θα πεθάνεις». Εκείνη όμως τρέφει αγνά συναισθήματα και μπλα μπλα μπλα ξέρετε τα υπόλοιπα...

Τούτου λεχθέντος, το πραγματικό πρόβλημα με το φιλμ είναι ότι οι ανατροπές του και τα κίνητρα των χαρακτήρων δεν τα λες καλά κρυμμένα. Γνωρίζοντας ανά πάσα στιγμή τι θα γίνει, το τελευταίο εγχείρημα του 51χρονου σκηνοθέτη έχει μηδενική δραματική βαρύτητα. Τι σημασία έχει θα μου πείτε, το έργο το βλέπουμε για τον τρόμο. Δυστυχώς, η χρησιμοποίηση μιας τόσο τετριμμένης ιστορίας κάνει την ταινία να χάνει την εστίαση της και να ξεχάσει να είναι τρομακτική. Όπως η Edith (ο βασικός χαρακτήρας που υποδύεται η Mia Wasikowska) λέει γράφοντας το μυθιστόρημά της, ο «Πορφυρός Λόφος» δεν είναι μια ιστορία φαντασμάτων, αλλά μάλλον μια ιστορία που περιλαμβάνει φαντάσματα. Το σπίτι και τα φαντάσματα που τόσο πολύ προώθησαν τα τρέιλερ της ταινίας, δεν είναι παρά μια βιτρίνα συγκάλυψης της πραγματικότητας. Το έργο είναι ένα διαταραγμένο και χιλιοειπωμένο ρομάντζο με μια δόση μυστηρίου.

Για να το θέσω ωμά, η προτίμηση του στυλ πάνω από την ουσία, δυστυχώς, μετατρέπει αυτό που θα μπορούσε να είναι μια ερωτική επιστολή του Del Toro σε ένα είδος με το οποίο είναι τόσο καλά εξοικειωμένος, σε κάτι το ασήμαντο.

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Hotel Transylvania 2 [2/5]

Έχουν περάσει τρία χρόνια από την ημέρα κυκλοφορίας του «Ξενοδοχείου για Τέρατα», μια ταινία που μας σύστησε τον Δράκουλα ως τον διευθυντή του Τρανσυλβανία, ενός ξενοδοχείου πέντε αστέρων για όλα τα τέρατα. Από τότε, το έργο απέκτησε κάποιους ένθερμους οπαδούς και, το πιο σημαντικό για τη Sony, είχε υψηλότερη από την αναμενόμενη εμπορική επιτυχία. Αυτός είναι ο λόγος που είμαστε εδώ σήμερα, με το «Ξενοδοχείο για Τέρατα 2» να βγαίνει στις αίθουσες με νέα, αλλά καθόλου αναπάντεχη πλοκή: τη γονεϊκή ιδιότητα.

Ακριβώς όπως και ο προκάτοχός της, η νέα ταινία είναι γλυκιά και άκρως χιουμοριστική, αλλά αυτό είναι επίσης και το πρόβλημα της. Δυστυχώς, η πλοκή της δυσλειτουργικής οικογένειας είναι τόσο απασχολημένη με ένα απλοϊκό μήνυμα ανοχής κι αποδοχής, με αποτέλεσμα τα αστεία της να είναι χονδροειδή και να θυμίζουν διαρκώς ένα ακόμα buddy-movie του Adam Sandler που απλά βλέπεται. Ένα κατόρθωμα από μόνο του, ας είμαστε ειλικρινείς, τίποτα ξεχωριστό. Το μεγαλύτερο μέρος της πλοκής της αναλώνεται στην αναγόμωση των «τέρατα-έξω-από-νερά-τους» και «άνθρωποι-φοβούνται-τέρατα» θεμάτων της πρώτης ταινίας, κάτι που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι συντελεστές της δεν πολυ-ενδιαφέρθηκαν να την αναπτύξουν ιδιαίτερα.

Μοναδικό θετικό, το υπέροχο animation της. Αιτία που οι νεότεροι και τα παιδιά κατά πάσα πιθανότητα θα την απολαύσουν. Αλλά σε αυτήν την εποχή, όταν έχουμε τέτοια εξαιρετικά κινούμενα σχέδια όπως τα «Μυαλά που Κουβαλάς», εμείς οι υπόλοιποι περιμένουμε καλύτερα πράγματα.

Pan [1.5/5]

Σκηνοθετημένη από τον Joe Wright, η ταινία είχε υποσχεθεί, τουλάχιστον στο τρέιλερ, οπτικές απολαύσεις και μια φρέσκια μεταφορά αυτής της 111χρονης ιστορίας. Αντ` αυτού, αυτό που βλέπουμε είναι ένα έργο με καμία πρωτότυπη σκέψη. Μια μίμηση σχεδόν κάθε άλλης ταινίας δράσης, περιπέτειας, φαντασίας που δημιουργήθηκε ποτέ, αποδεικνύοντας ότι το να κλέβεις από καλύτερα (ή απλά παλιότερα) φιλμ, δεν σημαίνει ποιοτική παραγωγή. Θα προσπεράσω τη σύγκριση με το «Mad Max: Ο Δρόμος της Οργής» γιατί αμφιβάλλω ότι μια ταινία που βγήκε τον Οκτώβριο θα μπορούσε πραγματικά να αντιγράψει μια ταινία του Μαΐου, αλλά, ούτως ή άλλως, τα πάντα προέρχονται από κάπου αλλού. Οι σκηνές στο ορφανοτροφείο είναι ένα μείγμα «Όλιβερ Τουίστ» και «Ματίλντα». Οι στιγμές στο δάσος είναι φανερά κλεμμένες από το «Avatar», ενώ υπάρχουν και στοιχεία από το «Ψηλά στον Ουρανό» της Pixar. Οι «Κυνηγοί της Χαμένης Κιβωτού» αλλά και το «Star Wars» παράλληλα με τους «Πειρατές την Καραϊβικής» δίνουν το παρόν. Και αυτά είναι μόνο όσα μπορώ να θυμηθώ.

Σαν να μην έφταναν όλα τα παραπάνω, η πλοκή τοποθετείται κόντρα σε ένα εντυπωσιακό ονειρικό σκηνικό. Ο Wright εφοδιάζει εξαρχής το φιλμ με όλα τα απαραίτητα μαγικά στοιχεία που αναμένει κανείς από την ιστορία του J.M. Barrie, αλλά όπως και οι χαρακτήρες του, μοιάζει να χάνεται στην πορεία μην ξέροντας τι ταινία θέλει να κάνει. Θέλει να ικανοποιήσει τα παιδιά με παιχνιδιάρικη κι αστεία αφήγηση ή απευθύνεται σε ενήλικες προσδίδοντας μια πιο σοβαρή προσέγγιση στο όλο θέμα; Από σκηνή σε σκηνή είναι αισθητό ότι ολοκλήρωσε την ταινία χωρίς να έχει αποφασίσει. Πετώντας πάρα πολύ γρήγορα μέσα από μια, όχι και τόσο άγνωστη, ιστορία, αυτό το πρίκουελ του Peter Pan προσπαθεί σκληρά να βρει τη Χώρα του Ποτέ, χωρίς ποτέ να τα καταφέρνει όσον αφορά την αφήγηση και το όραμα. Η παραγωγή διαθέτει σίγουρα κάποια νεραϊδόσκονη, άνευ πρωτοτυπίας ωστόσο. Φτιάχνει λοιπόν ένα θέαμα συγκλονιστικών αναλογίων, πάντα φανταχτερό και περιστασιακά μαγευτικό, που όμως δεν μπορεί να προστεθεί στην κληρονομία που τόσο πολύ θέλει να γίνει τμήμα της.

Επιπρόσθετα, με όλα αυτά που ο Wright προσπαθεί να κάνει με την ταινία, ο ρυθμός της παλεύει κάτω από το βάρος των προσδοκιών και σέρνεται στο πρώτο μισό. Στη συνέχεια, προσπαθώντας να σώσει τον χαμένο χρόνο, το δεύτερο μισό εξελίσσεται ταχύτατα οδηγώντας σε μια σύγχυση. Ως αποτέλεσμα, οι ηθοποιοί βρίσκονται σε σάστισμα σε τι είδους ταινία συμμετέχουν και οι επιδόσεις τους δεν συνάδουν με το ταλέντο τους. Τυλίξτε όλα τα παραπάνω στο άνευρο μουσικό σκορ του John Powell, και το αποτέλεσμα είναι μια εντελώς δυσάρεστη εμπειρία. Αν είστε πραγματικά πεινασμένοι για μια άξια μεταφορά του Peter Pan στην μεγάλη οθόνη, δείτε την υποτιμημένη εκδοχή του 2003 σε σκηνοθεσία P.J. Hogan. Αυτή η νέα ταινία μετατρέπει το περίφημο χαμένο αγόρι σε μια χαμένη υπόθεση.

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2015

Black Mass [2.5/5]

Η «Ανίερη Συμμαχία» έχει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά που θα τη μετέτρεπαν σε μια εξαιρετική γκανγκστερική ταινία. Παρόλη τη βία, με ένα από τα καλύτερα υποκριτικά ensemble της χρονιάς και μια ιστορία βασισμένη σε μια από τις πιο εμβληματικές συμμορίες στην αμερικανική ιστορία, το έργο δεν είναι καθόλου αξέχαστο όσο η προσωπικότητα στον πυρήνα του. Η ταινία μοιάζει άδεια από τη στιγμή που θα εγκαταλείψεις το σινεμά, συνειδητοποιώντας ότι οι μόνες σκηνές που άρπαξαν πραγματικά την προσοχή σου, ήταν αυτές που εμπλέκονταν ο Depp ως Bulger.

Θα πρέπει να ομολογήσουμε ότι δεν υπήρξε μια αληθινά γκανγκστερική ταινία αυτού του διαμετρήματος εδώ κι αρκετά χρόνια, και αυτός από μόνος του είναι ένας λόγος να τη δεις. Τούτου λεχθέντος, αυτό δεν κρύβει το γεγονός ότι η αυτή η «συμμαχία» κάνει πολύ λίγα για να εκπλήξει ή εντυπωσιάσει. Δεν εκμεταλλεύεται τις δελεαστικές ανατροπές, δεν αναπτύσσει έξυπνους διαλόγους και δεν διαθέτει αυτή την ιδιαίτερη οπτική εκτέλεση που έκανε τους προκατόχους της να ξεχωρίζουν. Πολλοί από τους χαρακτήρες της είναι επίπεδοι και πληκτικοί, και παραμένουν στην πλειοψηφία τους ανεκμετάλλευτοι, μα πάνω από όλα, το μεγαλύτερο της σφάλμα της είναι ότι η ανάπτυξη της πλοκής είναι βασική και δικονομική. Λίγο πέρα δώθε μεταξύ της αστυνομίας και των μαφιόζων, μερικές αιματηρές γροθιές και πυροβολισμοί, αλλά τίποτα πραγματικά συναρπαστικό πέρα από μια ερμηνεία που τροφοδοτεί την επιτυχία ολόκληρου του έργου σε media και κοινό.

Και μια και το έφερε ο λόγος, ας μιλήσουμε για την ερμηνεία του Johnny Depp. Τρία σίκουελ των «Πειρατών της Καραϊβικής», «Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων», «Κυριαρχία», «Ο Κύριος Μορντεκάι» και άλλες πολλές ταινίες έχουν μετατρέψει την εικόνα του άλλοτε επιλεκτικού ηθοποιού σε μια φιλοχρήματη, αλλά πάντα αγαπητή καρικατούρα. Επομένως, και μόνο η επάνοδος του σε πιο «σοβαρούς» ρόλους θα έκανε ντόρο. Αξίζει όμως η ερμηνεία του; Και ναι και όχι. Σαφέστατα, ο καλύτερος Depp που έχουμε δει εδώ και χρόνια, όχι όμως σε μια πολυεπίπεδη απόδοση. Πίσω από το (μέτριο) μακιγιάζ του, αυτό που μένει σαν ερμηνεία είναι ένα ζευγάρι μπλε μάτια που σπέρνουν φόβο, καθαρό φόβο. Δεν διαθέτει όμως συναισθηματικές εξάρσεις, δεν έχει βάθος. Από την αρχή μέχρι το τέλος, η εμφάνιση συγκαλύπτει την κοινοτοπία της ερμηνείας. Καλός ο Depp, λοιπόν, και μπράβο του που επανήλθε, αλλά τίποτα από την απόδοση του δεν δικαιολογεί συζητήσεις για Όσκαρ.

Εν ολίγοις, η «Ανίερη Συμμαχία» είναι μια αρκετά αξιοπρεπής μαφιόζικη ταινία. Κάποιες ευρηματικές επιλογές στη σκηνοθεσία ή στη δημιουργία σασπένς και η ερμηνεία του Depp καταφέρνουν να την κρατήσουν ζωντανή. Τίποτα ωστόσο δεν μπορεί να βελτιώσει την πληκτική αφήγηση μιας εξαιρετικής ιστορίας βίας, απληστίας κι εξαπάτησης. Κρίμα.

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2015

Pawn Sacrifice [3/5]

Είναι δύσκολο να βρεις ένα άθλημα λιγότερο κατάλληλο για τον κινηματογράφο από το σκάκι. Ένα παιχνίδι το οποίο περιλαμβάνει δαιδαλώδη πνευματική στρατηγική και μεγάλα χρονικά διαστήματα, κατά τη διάρκεια των οποίων τίποτα δεν γίνεται. Και όμως, παρόλο που ο σκηνοθέτης Edward Zwick δεν καταφέρνει απόλυτα να βρει έναν τρόπο να αποδώσει οπτικά την ευστροφία και την πονηριά του παιχνιδιού, δημιουργεί ένα συμπαγές κι αρκετά ακριβές βιογραφικό δράμα που θα διασκεδάσει ακόμα κι όσους δεν γνωρίζουν πώς να παίζουν σκάκι.

Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, το «Θυσιάζοντας ένα Πιόνι» θέλει τους υποψήφιους για Χρυσή Σφαίρα Tobey Maguire και Liev Schreiber να πρωταγωνιστούν ως ο αμερικανός Bobby Fisher και ο ρώσσος Boris Spassky. Δύο ανθρώπων των οποίων τα ονόματα θα είναι για πάντα συνδεδεμένα στην ιστορία για την αντιπαλότητα τους, τους επικούς αγώνες τους και, κυρίως, για το Παγκόσμιο Σκακιστικό Πρωτάθλημα του 1972 που έλαβε χώρα στην πολιτικά ουδέτερη περιοχή του Ρέικιαβικ στην Ισλανδία.

Φτιαγμένο με τέτοιον τρόπο ώστε να μην μπορείς να του προσάψεις πολλά αρνητικά, το «Θυσιάζοντας ένα Πιόνι» είναι από την αρχή μέχρι το τέλος μια προσεκτικά κατασκευασμένη ταινία, τόσο από τεχνικής όσο κι ερμηνευτικής πλευράς. Που σημαίνει ότι δεν υπάρχουν πάρα πολλά ζητήματα ή ελαττώματα που μπορεί κανείς να κριτικάρει. Εκεί που κάποιος μπορεί να σταθεί είναι στο σενάριο του Steven Knight. Εν μέρει πολιτικό θρίλερ με όλες τις ίντριγκες των ταινιών κατασκοπείας και εν μέρει η μελέτη ενός χαρακτήρα, το «Θυσιάζοντας ένα Πιόνι» είναι δομημένο με τέτοιον συντηρητικό τρόπο που δεν καταφέρνει να κάνει πλήρη χρήση όλων των δυνατοτήτων που εξ ορισμού διαθέτει χάρη στον κεντρικό ήρωα.

Επικεντρωμένο εξολοκλήρου στη ραγδαία επιδεινωμένη ψυχική κατάσταση του Fischer και τα αποτελέσματα της οξύθυμης προσωπικότητας στους ανθρώπους γύρω του, το φιλμ (όσο ενδιαφέρον κι αν είναι) μοιάζει, εν γνώσει του, να μην ασχολείται με πολύ βασικά και καίρια πράγματα που θα το έκαναν να ξεχωρίσει. Παραδείγματος χάριν, οι στιγμές εναντίον του Spassky, που προσπερνιούνται χωρίς ποτέ να έχουμε μια πλήρη αίσθηση των επιπτώσεων, τόσο για τον Fischer αλλά και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ή το γεγονός ότι δεν ασχολείται καθόλου με το θέμα της φήμης. Και πολλές άλλες τέτοιες λεπτομέρειες που παρακολουθώντας το εύχεσαι να άγγιζε έστω και λίγο.

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015

The Walk [3.5/5]

Αν προσέξετε καλά τη φιλμογραφία του Robert Zemeckis, θα διακρίνετε ένα μοτίβο. Περιλαμβάνουν οι περισσότερες έναν επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα: έναν ονειροπόλο με δονκιχωτικά χαρακτηριστικά. Ένα άτομο που βλέπει διαφορετικά τον κόσμο και έχει την επίμονη πεποίθηση ότι και οι άλλοι θα τον δουν από τη δική του οπτική σύντομα, αρκεί να του δοθεί η ευκαιρία να τους πείσει. Αποχρώσεις αυτού του αρχέτυπου μπορούν να βρεθούν στον Δρ Emmett L. Brown του «Επιστροφή στο Μέλλον», στη Δρ Eleanor Ann Arroway της «Επαφής» και φυσικά στον Forrest Gump. Με τον Philippe Petit, ο χαρακτήρας αυτός φτάνει στο απόγειο του στο «Βόλτα στο Κενό». Τη δραματοποίηση της πραγματικής ζωής ενός σχοινοβάτη με θρασύτατη φιλοδοξία, τόσο σωματική όσο και μεταφυσική. Ενώ κάθε φαινομενικά λογικός άνθρωπος λέει στον Petit ότι δεν θα καταφέρει να πετύχει τον στόχο του -να περπατήσει σε ένα τεντωμένο σχοινί ανάμεσα στις κορυφές των Δίδυμων Πύργων- ο ριψοκίνδυνος Γάλλος επιμένει βαδίζοντας προς το ακατόρθωτο.

Και αυτό συνέβη νωρίς το πρωί της 7ης Αυγούστου του 1974. Ο Philippe Petit, λίγο πριν κλείσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του, εμφανίζονται από το πουθενά στο Μανχάταν και πραγματοποιεί το μεγαλύτερο κατόρθωμα στην καριέρα του, κάνοντας μια πράξη ανυπέρβλητης ομορφιάς και τόλμης. Αυτό το απίστευτο επίτευγμα καταγράφει ο φακός του James Marsh στο βραβευμένο με Όσκαρ ντοκιμαντέρ του 2008 «Σε Τεντωμένο Σχοινί». Βήμα βήμα, μας επιτρέπει να μάθουμε κάθε λεπτομέρεια, κάθε πρακτική, κάθε υλικό που χρησιμοποιήθηκε. Γιατί λοιπόν ο Zemeckis επέλεξε να κάνει μια μεγάλου μήκους ταινία για κάτι που ήδη είχε ειπωθεί; Οι λόγοι είναι πολλοί, ο κύριος όμως είναι ένας: η βόλτα.

Το μόνο πράγμα που δεν μπορούσε να κάνει το ντοκιμαντέρ του Marsh, είναι να παρουσιάσει το κατόρθωμα εν κινήσει. Δεν υπάρχουν βίντεο από τη στιγμή, δεν υπάρχει ήχος, παρά μόνο φωτογραφίες. Ο Zemeckis λοιπόν καταφέρνει και μας προσφέρει μια εκθαμβωτική εναέρια άποψη κάνοντας εξαιρετική χρήση του 3D. Εντυπωσιακά πλάνα του σύρματος, των ανθρώπων, των πύργων, της πόλης από κάτω έχουν δημιουργηθεί με ένα εξαιρετικό CGI που ενισχύει σε μεγάλο βαθμό τον λόγο θέασης της ταινίας: την αίσθηση του χώρου και του κενού. Πρόκειται για μια ταινία που ασχολείται με ένα τρελό όνειρο που έγινε πραγματικότητα, και ο Zemeckis κάνοντας χρήση της τρέχουσας τεχνολογίας αντιλαμβάνεται το όνειρο και μας το παρουσιάζει κόβοντας μας την ανάσα.

Αυτή η οπτική ζωντάνια κι ενεργητικότητα βέβαια δεν καλύπτει εντελώς το νηφάλιο σενάριο ή τους μονοδιάστατους χαρακτήρες. Η καταγραφή του ταξιδιού του Petit από φιλόδοξο γάλλο καλλιτέχνη σε έναν αποφασιστικό κι εμμονικό άνθρωπο με στόχο γίνεται μέσα από αδύναμα κατασκευασμένες σύντομες σκηνές, εμπλουτισμένες με ένα άχαρο και υπερβολικό voice-over. Το τέχνασμα της αφήγησης πάνω στο Άγαλμα της Ελευθερίας (ίσως βγαλμένο από τα απομνημονεύματα του Petit, «To Reach the Clouds») δεν πετυχαίνει τον στόχο του και κουράζει, αφαιρώντας κάποιους πόντους από τη συνολική επίδραση της ταινίας. Ίσως ο Zemeckis εξοικονομεί τις δυνάμεις του για τη στιγμή που το καλώδιο έχει τελικά αναρτηθεί μεταξύ των κτιρίων και ο Philippe είναι έτοιμος για όλα. Σε κάθε περίπτωση, μέχρι κι εκείνη τη στιγμή δείχνει μικρό ενδιαφέρον για τις δευτερεύουσες πλοκές, και φαίνεται.

Όπως και να 'χει, όμως, παρά τις ατέλειες της, όντως φτάνοντας στη στιγμή που το πόδι του σχοινοβάτη πατά το τεντωμένο σχοινί και η κάμερα ορμά στο κενό για να αποκαλύψει την εκπληκτική θέα της Νέας Υόρκης, είναι δύσκολο να μη σε πιάσει δέος. Ενδεχομένως, η ταινία να αξίζει για μία μόνο σκηνή, αλλά αυτή η σκηνή είναι ιδιαίτερα αισθητή. Και αυτό διότι παράγει ένα αίσθημα ότι όλα είναι πιθανά. Και αυτό είναι αρκετό.

The Martian [4/5]

Μετά τη δυσνόητη ασυναρτησία του «Συνηγόρου», την ανιαρή «Έξοδο» και τον απογοητευτικό «Προμηθέα», μπορεί κανείς εύκολα να αντιληφθεί την ανησυχία των απανταχού σινεφίλ για το αν η «Διάσωση» θα προστεθεί στην λίστα με τις απογοητεύσεις του Ridley Scott, ή θα αγγίξει τα στάνταρ που ο ίδιος ο 77χρόνος σκηνοθέτης έθεσε στην αρχή της καριέρας του. Ευτυχώς, τα νέα είναι καλά και το τελευταίο σκηνοθετικό εγχείρημα του Scott, αν κι ίσως όχι απόλυτα η ταινία που θα περιμένατε από το τρέιλερ, είναι ένα φρέσκα εύθυμο και αφοπλιστικά διασκεδαστικό έργο που σηματοδοτεί και μια πρωτιά: είναι η πρώτη εκ προθέσεως ψυχαγωγική ταινία του σκηνοθέτη με ένα βαθύ νόημα.

Ως το τρίτο συνεχόμενο φθινοπωρινό blockbuster που εξελίσσεται στον διάστημα (και το δεύτερο με πρωταγωνιστή τον Matt Damon), η «Διάσωση» μπορεί να μη διαθέτει την τεχνική φιλοδοξία του «Gravity» ή τη φιλόδοξη υπέρβαση του «Interstellar», διαθέτει όμως τα απαραίτητα εκείνα συστατικά που το μετατρέπουν στην πιο cinema-friendly ταινία των τελευταίων ετών με θέμα τα αστέρια. Η ομορφιά της ταινίας βρίσκεται στην απλότητά της. Παρά το γεγονός ότι έχει πάνω από δύο ώρες διάρκεια, διαθέτει γοργό ρυθμό χάρη στην πολύ απλή κεντρική δυναμική της. Μέσα στα πρώτα πέντε λεπτά, το στάτους κβο της ταινίας έχει εδραιωθεί με συγκλονιστική αποτελεσματικότητα: ο αστροναύτης Mark Whatney εγκαταλείπεται -καθώς θεωρείται- νεκρός στην επιφάνεια του Άρη και πρέπει να αγωνιστεί να επιβιώσει σε έναν πλανήτη που ανά πάσα στιγμή μπορεί να του πάρει τη ζωή. Η υπόθεση είναι πολύ ξεκάθαρη, και σπάνια γίνεται πιο περίπλοκη πέρα από αυτή την πολύ βασική πάλη ενάντια στις συντριπτικές πιθανότητες και το αδιάφορο σύμπαν.

Με τα δεινά του Mark να μη διαφέρουν και πολύ από εκείνα του Chuck Noland στον «Ναυαγό» ή του ανώνυμου πρωταγωνιστή στο «Όλα Χάθηκαν», το αστρικό σκηνικό της ταινίας εδώ χρησιμεύει ως πύλη προς ένα ευρύτερο σχόλιο σχετικά με την ανθρώπινη αλληλεξάρτηση και συνεργασία. Σε αντίθεση με το «Interstellar» που ασχολείται με την ιδέα των επανδρωμένων διαστημικών πτήσεων ως απόδειξη της ικανότητας της ανθρωπότητας να φτάσει πέρα από πολύ κυριολεκτικά όρια, εδώ το διαστημικό πρόγραμμα δεν είναι τόσο πολύ για την επίτευξη στόχων πέρα από την ανθρώπινη εμπειρία, αλλά ένας θαυμάσια αισιόδοξος διαλογισμός για την προθυμία της ανθρωπότητας να καταφέρει την επιδίωξη ενός υψηλότερου ιδανικού. Στην περίπτωση αυτή, να φέρει τον Mark Whatney σπίτι. Αυτός είναι ο πυρήνας της κοσμοθεωρίας της «Διάσωσης».

Με ξεκάθαρο το θεματικό κομμάτι του φιλμ, το σενάριο του Drew Goddard και η σκηνοθεσία του Ridley Scott καταφέρνουν να διερευνήσουν και να αναπτύξουν όλα τα υπόλοιπα στο έπακρο, δίνοντας τη δυνατότητα στο κοινό να πάρει μια αίσθηση του τι περνά ο ήρωας, υπογραμμίζοντας το μέγεθος της κρίσης του και βάζοντάς τον στο τριπάκι της προσκόλλησης στην οθόνη, μη θέλοντας να χάσει ούτε λεπτό. Για να είμαι όμως απόλυτα ειλικρινής, αυτό που κάνει τη «Διάσωση» μια μεγάλη ταινία είναι ο Matt Damon. Μετά τον «Ξεχωριστό Γουίλ Χάντινγκ» και τον «Ταλαντούχο Κύριο Ρίπλεϊ», αυτή είναι ίσως μία από τις πιο αξέχαστες ερμηνείες του. Χωρίς την εμπνευσμένη απόδοσή του (όσο καλό κι αν είναι το σενάριο), η ταινία θα ήταν ολωσδιόλου βαρετή. Αντ` αυτού, ο Damon γίνεται ο ήρωας που θα σας φτιάξει το κέφι με τα επιτεύγματά του και θα σας κάνει να κλαίτε όταν ο νόμος του Murphy χτυπά.

Εκτός από τον Damon, όμως, γύρω του υπάρχει μια μυριάδα από πρωτοκλασάτα ονόματα, τα οποία ο Scott χρησιμοποιεί πολύ έξυπνα για να τονίσει τη σημασία του υποστηρικτικού καστ. Η ταινία βρίσκει χώρο για τους Jessica Chastain, Kate Mara, Sebastian Stan, Kristen Wiig, Jeff Daniels, Michael Pena, Sean Bean, Aksel Hennie, Chiwetel Ejiofor και Donald Glover, αποδεικνύοντας πολύ έξυπνα ότι κανένας ρόλος δεν είναι πολύ μικρός για έναν καλό κι αναγνωρίσιμο ερμηνευτή και πως ένα καλό σενάριο πάντα βρίσκει αποτελεσματικούς τρόπους ανάδειξης όλων των χαρακτήρων.

Συναισθηματικά και οπτικά συναρπαστική, αυτή η ιστορία επιβίωσης στο διάστημα έχει ισόποσες ποσότητες χιούμορ και θεάματος, μετατρέποντας τη σε ένα must-see αστρικό επίτευγμα.

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2015

The Man from U.N.C.L.E.[3.5/5]

To 2015 αποτελεί αποδεδειγμένα τη χρονιά της αναγέννησης των ταινιών κατασκοπείας. Με το «Kingsman: Η Μυστική Υπηρεσία» να ξεκινάει δυναμικά τη χρονιά, ακολούθησαν τα «Spy» και «Επικίνδυνη Αποστολή: Μυστικό Έθνος» και οσονούπω το επερχόμενο έργο του James Bond «Spectre» αναμένεται να κλείσει τη σαιζόν εξίσου δυνατά. Πριν όμως φτάσουμε εκεί, στις αίθουσες κυκλοφορεί το έργο «Κωδικό Όνομα U.N.C.L.E.», μια διασκεδαστική, κεφάτη και γοητευτική ιστορία κατασκοπείας με ένα τρίο εξαιρετικών πρωταγωνιστών.

Βασισμένο στην τηλεοπτική σειρά με το ίδιο όνομα, η ταινία ακολουθεί τον Napoleon Solo, έναν πράκτορα της CIA στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο οποίος, εντελώς αναπάντεχα, πρέπει να συνεργαστεί με έναν κατάσκοπο της KGB. Αποστολή τους: να σταματήσουν μια μυστηριώδη εγκληματική οργάνωση με επικεφαλής τη Victoria Vinciguerra. Με τη βοήθεια μιας μηχανικού, της οποίας ο πατέρας μπορεί να εμπλέκεται στις σκοτεινές πράξεις της οργάνωσης, οι δυο τους ξεκινούν έναν αγώνα ενάντια στον χρόνο.

Μην σας απωθεί η ανάγνωση της παραπάνω υπόθεσης, το έργο διαθέτει πολλά καλά. Σαφέστατα και η πλοκή είναι μία που αυτολεξεί έχουμε ξαναδεί σε άλλες παρόμοιες ταινίες, όμως εδώ η διαφορά είναι ότι εξυπηρετεί τους εξής δύο λόγους: πρώτον, μας δίνει την ευκαιρία να παρακολουθούμε τα μέλη του καστ να συγκρούονται μεταξύ τους και δεύτερον παρουσιάζει μια θαυμάσια εξιδανικευμένη εκδοχή της δεκαετίας του 1960. Αναλύοντας αρχικά το δεύτερο σκέλος, ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια εξαίρετη παραγωγή, η οποία ξεχειλίζει από κομψότητα και στυλ. Από τα κοστούμια μέχρι τα αυτοκίνητα και από τα χτενίσματα μέχρι τις τοποθεσίες, η ταινία είναι το απόλυτο ερωτικό γράμμα προς τη χρυσή εποχή των φιλμ κατασκοπείας, χωρίς ποτέ να φτάνει στο σημείο της κοροϊδίας. Είναι πραγματικά υπέροχο να βλέπει κανείς μια ταινία με τέτοιο τεχνικό ταλέντο παρουσιασμένο με άνεση και γκλάμουρ.

Περνώντας στους πρωταγωνιστικούς ηθοποιούς, ως Napoleon Solo, ο Henry Cavill παίζει έναν πολύ συγκεκριμένο «τύπο», γνωστό σε όσους είναι εξοικειωμένοι με το είδος, αλλά καταφέρνει και του προσδίδει κάτι νέο και φρέσκο ξεχειλίζοντας star-charisma. Ως Illya Kuryakin, ο Armie Hammer διαθέτει έναν συνδυασμό διακριτικής αλλά κι ακαταμάχητης παρουσίας, η οποία δημιουργεί ωραία αντίθεση με τη στωικότητα του χαρακτήρα που υποδύεται, κάτι που τον καθιστά μια προσφιλή εικόνα για τον θεατή, με αποτέλεσμα ανά στιγμές να κλέβει την παράσταση. Ενώ η Alicia Vikander για ακόμη μία φορά είναι εξαιρετική, πιστοποιώντας πλέον ότι αποτελεί το νέο μεγάλο αστέρι του Χόλιγουντ. Στο υποστηρικτικό καστ, η Elizabeth Debicki είναι μια εντυπωσιακή παρουσία και χτυπά ακριβώς τη σωστή νότα ως η κακία της ιστορίας, ενώ ο Hugh Grant εμφανίζεται με το γνωστό του ύφος σε ένα extended-cameo, θυμίζοντάς σου το πόσο καλός είναι.

Όλα τα παραπάνω δεν θα ήταν εφικτά όμως χωρίς τη συμβολή του σκηνοθέτη Guy Ritchie. Αφήνοντας πίσω τις βιρτουόζικες τεχνικές σκηνοθεσίας, ο βρετανός σκηνοθέτης, χωρίς παραφουσκωμένες υπερβολές, καταφέρνει και κινηματογραφεί με απαράμιλλο στυλ και μπρίο γνωρίζοντας ξεκάθαρα την έννοια του «τόσο όσο». Ναι μεν υπάρχει δράση, ναι μεν υπάρχουν καταδιώξεις κι ανταλλαγές πυροβολισμών, αλλά καμία από αυτές τις σκηνές δεν κυριαρχεί. Χάρη στις αισθητικές επιλογές του, αλλά και το γεμάτο χιούμορ κι οξυδέρκεια στους διαλόγους σενάριο (ας μην ξεχνάμε ότι ο 46χρονος δημιουργός συνεισφέρει και σε αυτό), καταφέρνει και υποστηρίζει το ψυχαγωγικό κομμάτι της ταινίας σε σκηνές όπως εκείνη όπου ένας χαρακτήρας ακούει μουσική και απολαμβάνει ένα ποτήρι κρασί, ενώ η δράση εκτυλίσσεται στο παρασκήνιο. Πράγμα σπάνιο για χολιγουντιανή ταινία και γι` αυτό αξίζει όλους τους επαίνους.

Δεν μιλάμε για αριστούργημα, αλλά μιλάμε σίγουρα για ένα δίωρο που θα ικανοποιήσει ακόμα και τον πιο περίεργο θεατή. Το «Κωδικό Όνομα U.N.C.L.E.» είναι η καλύτερη πρόταση για να κλείσετε το καλοκαίρι σας στο σινεμά. Σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα.

Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2015

The Transporter Refueled [0/5]

Η πρώτη φορά που άκουσα για το πιθανό, άκρως περιττό, reboot της ημι-αποτυχημένης σειράς ταινιών «Transporter», ήταν το 2014 όταν ο ηθοποιός Ed Skrein άφησε τον ρόλο του στην τηλεοπτική υπερπαραγωγή «Games of Thrones». Η πρώτη μου αντίδραση ήταν η ερώτηση «γιατί;», ακολουθούμενη από σκέψεις σχετικά με την έλλειψη δημιουργικών, πρωτότυπων ιδεών στον σύγχρονο κινηματογράφο. Δυστυχώς, μετά τη θέαση της ταινίας, η απάντηση στο ερώτημα αν χρειαζόμασταν άλλη μία νέα ταινία Transporter στη ζωή μας, είναι ένα μεγάλο βροντερό Όχι.

Ξεκάθαρα αναγεννημένο από την εταιρία παραγωγής του Besson, EuropaCorp (υπεύθυνη για τη χρηματοδότηση αρκετών απολαυστικών ταινιών δράσης όπως το «Lucy» και το «Taken»), επειδή μυρίστηκε πιθανό χρήμα, το «Transporter Refueled» ζέχνει από όποια πλευρά και να το δεις. Δανειζόμενο στοιχεία από χιλιάδες άλλες περιπέτειες, το δυσάρεστο με την ταινία του Camille Delamarre είναι ότι διαθέτει κάθε πιθανό κλισέ που μπορείς να φανταστείς. Γκάνγκστερ Ανατολικής Ευρώπης, εμπορία ανθρώπων, κυνηγητά με αμάξια, σκηνές σε γιοτ και γυναικεία οπίσθια είναι όλα εδώ, εξοπλισμένα και προσαρμοσμένα στο ίδιο μοντέλο που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε ξανά και ξανά.

Η ύπαρξη ενός τόσο τετριμμένου σεναρίου πραγματικά σε κάνει να αναρωτιέσαι γιατί χρειάστηκαν τρεις σεναριογράφοι για τη σύνθεση του. Κάπου ανάμεσα σε ένα περίτεχνο σχέδιο όπου οι πόρνες επαναστατούν κατά των νταβατζήδων τους, απαίσιες ατάκες, ηλίθιο χιούμορ και σκηνές που δεν βγάζουν νόημα εναλλάσσονται η μία μετά την άλλη σε μια 96 λεπτών θλιβερή ταινία δράσης που όσο την αναλύεις, τόσο συνειδητοποιείς το προφανές. Η ίδια η υπόσταση του «The Transporter Refueled» αποτελεί κατάφωρη προσβολή προς όλους όσους θα πληρώσουν για να την παρακολουθήσουν. Αν παρόλα αυτά αποφασίσετε να τη δείτε, μην πείτε ότι δεν σας προειδοποιήσαμε…

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

Inside Out [5/5]

Η Pixar Animation Studios μέχρι και φέτος έχει δημιουργήσει 12 παραγωγές με ιδιαίτερη επιτυχία, τόσο καλλιτεχνική όσο και εμπορική. Υπήρξε όμως μια απότομη πτώση στην ποιότητα της εταιρείας από το «Toy Story 3» του 2010 και μετά. Η ύπαρξη του «Αυτοκίνητα 2», του «Μπαμπούλες Πανεπιστημίου» και, σε μικρότερο βαθμό, του «Brave», έκανε τους εκατομμύρια θαυμαστές της να ανησυχούν ότι απομακρύνεται από το είδος των τολμηρών και λαμπρών ταινιών που συνήθιζε να δημιουργεί. Ευτυχώς, όμως, όλα αυτά ήρθε να τα αλλάξει το «Τα Μυαλά που Κουβαλάς». Είναι πραγματικά αφάνταστα ικανοποιητικό να παρακολουθούμε ταινία της Pixar, η οποία διαθέτει την απαραίτητη μαγεία που έχουμε συνηθίσει από αυτήν. Με τη συγκεκριμένη ταινία, η διάσημη εταιρία ασχολείται με την πολυπλοκότητα όχι του μυστικού κόσμου των παιχνιδιών, των τεράτων, των ζουζουνιών ή της ζωής στη θάλασσα, αλλά του ίδιου του ανθρώπινου εγκεφάλου και των ετοιμοπόλεμων συναισθημάτων μας, εντυπωσιάζοντας μας εκ νέου και υπενθυμίζοντας μας την αξία της στον χώρο του σινεμά.

Ηρωίδα της ταινίας είναι η 11χρονη Riley, της οποίας το μυαλό είναι ένας πολύπλοκος κόσμος. Πέντε πρωτογενή συναισθήματα (η Χαρά, η Θλίψη, ο Φόβος, η Αηδία και ο Θυμός) βοηθούν στην καθημερινή επίβλεψη του, φέρνοντας εις πέρας τις λειτουργίες του. Όταν η Riley και οι γονείς της αποφασίζουν να μετακομίσουν στο Σαν Φρανσίσκο, τα πράγματα αρχίζουν και δυσκολεύουν και τα συναισθήματα έρχονται σε σύγκρουση σχετικά με τον καλύτερο τρόπο αντιμετώπισης της νέας πόλης, του καινούργιου σπιτιού και του νέου σχολείο. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, μια αναποδιά θα οδηγήσει τα πράγματα σε ακραίες καταστάσεις…

Διαβάζοντας απλά την παραπάνω περίληψη, μπορούμε ευκολά να αντιληφθούμε ότι μιλάμε για μια αρκετά πολύπλοκη ταινία όσον αφορά το θέμα της. Σύνηθες για την Pixar, αφού γνωρίζει πολύ καλά ότι οι καλύτερες ταινίες κινουμένων σχεδίων δεν είναι μόνο διασκέδαση και εντυπωσιασμός, αλλά χρειάζονται να είναι και θεματικά συναρπαστικές. Ανατρέχοντας στο παρελθόν, θα δούμε ότι πέρα από την ψυχαγωγία, η τριλογία του «Toy Story» ασχολούταν με την αποδοχή της αλλαγής και την απώλεια, το «Ψηλά στον Ουρανό» με το παρελθόν και την καταπολέμηση της προσκόλλησης σε αυτό και το «Ψάχνοντας τον Νέμο» με την ατελείωτη αγάπη που έχουν οι γονείς για τα παιδιά τους και την επιθυμία τους να τα κρατήσουν ασφαλή. Και αυτά είναι μόνο μερικά παραδείγματα. Σε αυτό το πλαίσιο, ξαφνιάζει ευχάριστα το γεγονός ότι τα «Μυαλά που Κουβαλάς» είναι μία από τις πιο προσωπικές ταινίες της Pixar, αγγίζοντας ορισμένα από τα θέματα των άλλων ταινιών της, προσθέτοντας όμως κάτι που είναι εντελώς νέο: την απώλεια της αθωότητας και την ωρίμανση.

Δεν θέλω να επεκταθώ παραπάνω ούτε στα νοήματα με τα οποία ασχολείται η ταινία, ούτε με τον τρόπο που τα μεταδίδει, γιατί θα χαλάσω μερικά από τα πιο έξυπνα και πνευματώδη στοιχεία του έργου, αλλά θα πω ότι ο κόσμος που φτιάχνει ο Pete Docter είναι πρωτοφανής. Καθώς το φιλμ ξετυλίγεται, ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια συναρπαστική, συχνά ξεκαρδιστική, πάντα οπτικά και τεχνικά πανέμορφη και βαθιά συγκινητική βόλτα μέσα στα πιο απόκρυφα σημεία του μυαλού. Ξεκάθαρα μία από τις πιο καλογραμμένες ταινίες στην πρόσφατη μνήμη, το «Τα Μυαλά που Κουβαλάς» είναι σε τέτοιο βαθμό μεγαλειώδες, που, όπως το «Toy Story» άλλαξε τον τρόπο που βλέπουμε τα παιχνίδια, αυτό το υπέροχο κινούμενο σχέδιο καταφέρνει και φέρνει μια νέα οπτική στο τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τα συναισθήματα μας (!).

Και το κάνει τόσο απατηλά απλά. Ως ένα εκθαμβωτικό έργο δημιουργικής σκέψης, είναι ο ορισμός της σωστής αφήγησης αριστοτεχνικά εκτελεσμένης. Δεν μπορώ πραγματικά να φανταστώ κάποιο άλλο στούντιο να λέει την ίδια ιστορία το ίδιο εξαιρετικά και κατανοητά. Η απλότητα της, η ευκολία στην παρακολούθηση της και η φυσική της ανάπτυξη είναι σε επίπεδα μεγαλοφυή. Πρόκειται για μια ταινία που θα σταματήσει την καρδιά σας με έναν μόνο αναστεναγμό και στη συνέχεια θα την ξεκινήσει εκ νέου χάρη στο γέλιο που θα σας προκαλέσει. Μιλάμε πραγματικά για ένα φωτεινό κομμάτι της ιστορίας του κινηματογράφου, γεμάτο ευφυΐα, φαντασία, ρυθμό και μια βαθιά ταυτιζόμενη με τις εμπειρίες μας πλοκή που αγγίζει μικρούς και μεγάλους.

Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2015

Love & Mercy [3/5]

Δυστυχώς, οι λέξεις «ιδιοφυΐα» και «ψυχική ασθένεια» μερικές φορές πάνε χέρι-χέρι. Πολύ συχνά, το είδος της ιδιοφυΐας που αντιπροσωπεύει μια πραγματικά πρωτότυπη σκέψη, είναι τόσο ασυνήθιστο που γίνεται αντιληπτό ως «τρέλα», αλλά μερικές φορές όταν ένας όρος όπως αυτός χρησιμοποιείται για κάποιον που σκέφτεται κι ενεργεί με πολύ διαφορετικό τρόπο από ό,τι άλλοι, αναφέρεται σε μια κυριολεκτική, κλινικά εμπεριστατωμένη νοητική ή συναισθηματική βλάβη. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το ζήτημα είναι εάν η ψυχική ασθένεια είναι η αιτία ή το αποτέλεσμα της ιδιοφυΐας του άρρωστου ατόμου.

Δεν έχει και μεγάλη σημασία, αφού το μόνο σίγουρο είναι ότι η ψυχική ασθένεια πονάει. Πληγώνει το άτομο που πάσχει από αυτήν, αλλά κι εκείνους που νοιάζονται για αυτό. Αν αφεθεί χωρίς θεραπεία, μπορεί να καταστρέψει αυτές τις διαπροσωπικές σχέσεις και, φυσικά, το ίδιο το άτομο που είναι άρρωστο. Αυτό ήταν το πρόβλημα, και σχεδόν η μοίρα, του Brian Wilson, του ιδρυτή του συγκροτήματος The Beach Boys. Ο προσωπικός αγώνας του αποτελεί το επίκεντρο αυτής της καινοτόμας, αλλά και λίγο κουραστικής βιογραφίας.

Μέρος του προβλήματος στην περιγραφή αυτής της ταινίας είναι ότι ο όρος «βιογραφία» εφαρμόζεται μόνο σε μια χαλαρότερη έννοια. Αυτή η ταινία δεν είναι μια εξιδανίκευση των Beach Boys, ούτε ένα χρονικό των σημαντικότερων γεγονότων στη ζωή του Wilson. Η ασυνήθιστη δομή της έχει ως στόχο να αναδείξει ένα και μόνο σημαντικό θέμα της ζωής του: τη συνεχή μάχη του με τη ψυχική ασθένεια. Περιστρεφόμενο γύρω από δύο βασικές περιόδους στην προσωπική ιστορία του -τα τέλη του 1960 και τα τέλη της δεκαετίας του 1980- , το έργο του Bill Pohlad είναι κατασκευασμένο με τέτοιον τρόπο, έτσι ώστε να παίρνει όλες τις συμβάσεις των συνηθισμένων βιογραφιών και να δημιουργεί κάτι καινούργιο. Η δημιουργική ομάδα του έργου φτιάχνει ένα φιλμ μέσα στο οποίο συνυπάρχουν δύο εντελώς διαφορετικές αφηγήσεις με εντελώς διαφορετικό στυλ η καθεμιά. Και είναι ακριβώς αυτή η αντιπαράθεση των δυο που σου κινεί το ενδιαφέρον, αλλά και σε προβληματίζει. Σου εξάπτει την περιέργεια γιατί κατασκευάζει κάτι διαφορετικό. Έχει το θάρρος να δοκιμάσει και να μας κάνει να σκεφτούμε τι μπορεί να συνέβη μεταξύ αυτών των δύο χρονοδιαγραμμάτων. Σε ξενίζει, ωστόσο, γιατί οτιδήποτε καινούργιο την πρώτη φορά δεν λειτουργεί πλήρως. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει μια ξεκάθαρη θεματική σύνδεση μεταξύ αυτών των δύο αφηγήσεων, σε συνδυασμό με τον διαφορετικό ρυθμό αλλά και ύφος αυτών των δύο ιστοριών, έχει ως επακόλουθο την απόσπαση της προσοχής από το σύνολο, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον σου είτε στη μία, είτε στην άλλη πλοκή.

Την επιλογή αυτή έρχεται να διευκολύνει σε μεγάλο βαθμό το κάστινγκ. Από τη μια υπάρχει ο Dano. Ένα σπουδαίο ταλέντο που για ακόμα μία φορά ανταπεξέρχεται στις περιστάσεις και παραδίδει μια εξαιρετική ερμηνεία. Από την άλλη ο Cusack, ένας διφορούμενος ηθοποιός που μπορεί εδώ να δίνει την πιο αξιοπρεπέστατη ερμηνεία του των τελευταίων ετών, δεν είναι όμως αρκετός. Ανά στιγμές ψεύτικος, μοιάζει να μην έχει αυτοπεποίθηση. Ευτυχώς, έχει απέναντί του την Banks και τον Giamatti, δυο ηθοποιούς που κλέβουν την παράσταση όπου κι αν εμφανίζονται.

Είτε η μια ιστορία σας αρέσει είτε η άλλη, το μόνο εξασφαλισμένο είναι ότι κανείς δεν θα μπορέσει εγκαταλείψει την αίθουσα χωρίς να εκτιμήσει την ιδιοφυία του Brian Wilson και το τι πέρασε για να φτάσει εκεί που είναι σήμερα. Χωρίς αυτόν, τα «Wouldn`t It Be Nice», «God Only Knows» και πολλά άλλα δεν θα υπήρχαν. Αν κι ανορθόδοξο στην προσέγγιση του, λοιπόν, το «Love & Mercy» μπορεί να μην είναι η καλύτερη ταινία που έχετε δει, σίγουρα όμως θα σας βάλει σε σκέψη μεταδίδοντας σας... good vibrations.

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2015

Trainwreck [3.5/5]

Το 2015 θα μπορούσε άνετα να καταχωρηθεί στα πρακτικά ως η χρονιά της Amy Schumer. Μετρώντας ήδη μία υποψηφιότητα στα φετινά τηλεοπτικά βραβεία (Emmy), η κωμική άνοδος της έχει επιταχυνθεί και εξελίσσεται πλέον με ταχύτητες φωτός. Για πολλούς, η Schumer διαθέτει μια ουσιαστική και δημιουργική φωνή που, μαζί με το γεγονός ότι ξεφεύγει από το κλασικό σωματικό καλούπι, ηχεί άκρως φεμινιστικά κι αναζωογονητικά απέναντι στον καθωσπρεπισμό και τα πρότυπα του Χόλιγουντ. Το αστέρι της αναμένεται να λάμψει ακόμα περισσότερο μόλις το κοινό δει την πρώτη της ταινία με τον ευφάνταστο τίτλο «Trainwreck» (στα ελληνικά «Κατακούτελα»), μια άσεμνη ρομαντική κωμωδία άκρως ελκυστική, που δεν φοβάται να πάρει τον εαυτό της στα σοβαρά εκεί που πραγματικά αυτό μετράει, αλλά και να γίνει γλυκιά όταν χρειάζεται.

Το «Κατακούτελα» σηματοδοτεί την επιστροφή του Judd Apatow στη σκηνοθετική καρέκλα. Βασιλιάς του χυδαίου χιούμορ, αλλά και ο άνθρωπος που τελειοποίησε το είδος των «γινόμαστε λιώμα και κυνηγάμε γκόμενες» ταινιών, o σκηνοθέτης διαθέτει ένα μυστικό όπλο που αποτελεί τον λόγο της ευρείας αποδοχής του. Είναι κατά βάθος τύπος υπέρ της οικογένειας. Από το «Παρθένος Ετών 40» μέχρι το «Καλά 40», η ευκαιριακή άμετρη κατανάλωση οινοπνεύματος και η χρήση ναρκωτικών από τους χαρακτήρες του, οδηγεί πάντα στη μονογαμία, τη μακροπρόθεσμη δέσμευση και την ενίσχυση των αμερικανικών ηθών. Σκηνοθετώντας για πρώτη φορά σενάριο άλλου, η δημιουργική του ένωση με την Amy Schumer έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας άκρως ενδιαφέρουσας ταινίας.

Η υπόθεση επικεντρώνεται κι εξιστορεί τις περιπέτειες της Amy Townsend, μιας τριάντα και κάτι δημοσιογράφου που πίνει, διασκεδάζει κι επιδίδεται σε σεξουαλικές συνευρέσεις με διάφορους παρτενέρ, ακολουθώντας το μότο του πατέρα της: «η μονογαμία δεν είναι ρεαλιστική». Όπως προαναφέραμε, όμως, μιλάμε για ταινία του Apatow, επομένως φυσικά και είναι. Όταν το αφεντικό της (μια ξεκαρδιστική Tilda Swinton) της αναθέτει μια συνέντευξη με έναν νέο αθλίατρο, συμβαίνει κάτι που ούτε εκείνη ήξερε πως είναι δυνατό. Ερωτεύεται. Από αυτό το σημείο και μετά, μπορείτε άνετα όλοι να μαντέψετε πού το πάει η ταινία, αλλά ο τρόπος που το πάει εκεί που το πάει είναι απίστευτα ψυχαγωγικός. Μετατοπίζοντας τη δυναμική μεταξύ του άντρα και της γυναίκας και ανατρέποντας το σύμπαν των ρομαντικών ταινιών θέτοντας την πλοκή στον κόσμο του επαγγελματικού αθλητισμού, η Schumer συνθέτει ένα άκρως καλογραμμένο φιλμ, του οποίου οι επιφανειακές ρωγμές είναι λίγες.

Δεδομένου ότι η ταινία υπόσχεται να συνδυάσει την καρδιά με την ευθυμία, δεν ενοχλεί κανέναν όταν στο τρίτο μέρος της τα γέλια χαμηλώνουν για κάτι περισσότερο συναισθηματικό ή σοβαρό. Αυτό, γιατί το φιλμ έχει ήδη προλάβει να δώσει την ευκαιρία στην πρωταγωνίστριά του να δημιουργήσει ένα λαμπρό πρωταγωνιστικό όχημα που συμπυκνώνει σκοπίμως τον αναρχικό φεμινισμό της, έτσι ώστε να προβεί σε μια δήλωση για την ισότητα των φύλων. Αλλά και να επαναφέρει στο μυαλό μας το γεγονός ότι ο Apatow είναι ένας σκηνοθέτης με περίσσια αυτοπεποίθηση. Δυο λόγοι που από μόνοι τους θα αρκούσαν για να παραλείψουμε οποιοδήποτε ελάττωμα. Το γεγονός όμως ότι η ταινία σε καμία περίπτωση δεν χάνει τον στόχο της μειώνοντας αυτό που θεμελιωδώς είναι, μας κάνει να μιλάμε για μια μεγάλη κωμωδία. Κυρίες και κύριοι, σας παρουσιάζω το «Κατακούτελα», την πρώτη ξεκαρδιστικά σοβαρή ταινία της χρονιάς.

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2015

Far from the Madding Crowd [2/5]

Παρόλο που έχει κυκλοφορήσει εδώ και 141 χρόνια, σχετικά λίγος κόσμος γνωρίζει πολλά για την ιστορία στην οποία βασίζεται η ταινία του Vinterberg «Μακριά από το Πλήθος». Γι` αυτό πριν την κριτική, θα ήθελα να εξετάσουμε εν συντομία το παρελθόν πίσω από την πλοκή του έργου. Πρώτα ο τίτλος: στα αγγλικά η λέξη «madding» σημαίνει τρελαμένο ή αν εκληφθεί ως συντομογραφία του «maddening» σημαίνει αγριεμένο. Ένας περίεργος τίτλος μετά τη θέαση ή το διάβασμα του βιβλίου, αφού παρόλο που η ιστορία λαμβάνει χώρα μακριά από πόλεις, ιδέες όπως η άσχημη ζωή στην πόλη ή η ανάγκη να ξεφύγουμε από την αστική ζωή, δεν έχουν καμία σχέση με την υπόθεση της ταινίας.

Ο τίτλος του μυθιστορήματος του Τόμας Χάρντι προέρχεται από ένα ποίημα του 1751 από τον Thomas Gray, που αναφέρεται σε ένα νεκροταφείο στην εξοχή μακριά από τη φασαρία του Λονδίνου. Ο βρετανός συγγραφέας και ποιητής του κινήματος του νατουραλισμού Τόμας Χάρντι δημοσίευσε το μυθιστόρημα του το 1874 σημειώνοντας την πρώτη σημαντική λογοτεχνική επιτυχία του. Από εκείνη τη χρονιά και μετά, το βιβλίο του Χάρντι θεωρείται ως ένα από τα πιο ρομαντικά που έχουν γραφτεί ποτέ, ενώ έχει εμπνεύσει τη δημιουργία μουσικών CD, θεατρικών έργων, όπερας, μπαλέτου και, φυσικά, πολλών ταινιών κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα. Πώς όμως αυτή η, συχνά ερμηνευμένη, ιστορία μπορεί να σταθεί στο σινεμά του σήμερα;

Η φετινή μεταφορά του στον κινηματογράφο ακολουθεί το βιβλίο του Χάρντι πολύ στενά. Το σενάριο επικεντρώνεται στην Bathsheba Everdene, μια δυναμική, έξυπνη κι ανεξάρτητη γυναίκα που εργάζεται ως αγρότισσα στην επαρχία της νότιας Αγγλίας. Οι γονείς της έχουν πεθάνει προ πολλού, αλλά εκείνη μπορεί κι ανταπεξέρχεται στις δυσκολίες της ζωής. Όταν ένας θείος στο Έσεξ πεθαίνει, αφήνει όλη την κληρονομιά του στην Bathsheba, η οποία αναλαμβάνει να μετατρέψει τη φάρμα του σε ένα από τα καλύτερα αγροκτήματα στην περιοχή. Μη φοβούμενη τον ανδροκρατούμενο περίγυρο της, αποφασίζει ότι είναι δικαίωμά της να παίρνει τις δικές της αποφάσεις προσδοκώντας την επιτυχία.

Η Bathsheba λοιπόν ήταν μια φεμινίστρια, πριν ακόμα ο κόσμος μάθει αυτό τι σημαίνει. Και αυτό από μόνο του είναι αρκετά ενδιαφέρον αν σκεφτεί κανείς πότε γράφτηκε το αρχικό υλικό. Υπό τη σκηνοθετική διεύθυνση του Thomas Vinterberg, το έργο είναι γυρισμένο με αξιοπρέπεια, παρέχοντας τις απαιτούμενες μεταβολές στη διάθεση μας, χωρίς ποτέ να γίνεται μελό. Εντυπωσιακό από οπτικής απόψεως, με πλάνα της αγγλικής υπαίθρου σε διάφορες ώρες της ημέρας και τη χρήση φυσικού φωτισμού στους εσωτερικούς χώρους που συχνά επιτρέπει μόνο τη θέαση των προσώπων των ηθοποιών, καταφέρνει και διατηρεί σε υψηλό επίπεδο το ενδιαφέρον σου από την αρχή μέχρι το τέλος. Παρόλα αυτά, δεν διαθέτει τίποτα που να σε εκπλήσσει. Χωρίς να υπερβαίνει, ούτε να πέφτει κάτω από τις προσδοκίες που έχουμε μπαίνοντας στην αίθουσα, είναι όμορφο στην παρακολούθηση, αλλά ποτέ συναρπαστικό.

Αν σπάσουμε την ταινία σε ένα πιο βασικό επίπεδο, το μυθιστόρημα του Χάρντι αναφέρεται σε δυο άτομα που γνωρίζονται και αρχίζουν να εμπιστεύονται ο ένας τον άλλο με πολύ αργούς ρυθμούς, ενώ τα πάντα γύρω τους αλλάζουν δραματικά. Το «Μακριά από το Πλήθος», όμως, είναι σαν να μη λειτουργεί ούτε σε αυτό το επίπεδο. Η ιστορία αγάπης είναι λες και είναι παγωμένη στον χρόνο, ενώ τα πάντα γύρω της κινούνται με ξαφνικά τραντάγματα. Και αυτό οφείλεται σε δύο λόγους. Ο πρώτος είναι η Carey Mulligan. Ούτε μία στιγμή δεν σου βγάζει ότι είναι μια αυθυπόστατη και δυναμική γυναίκα. Όσες σκηνές κι αν έχει που να διατάζει και να είναι δραστήρια μοιάζουν ψεύτικες και το χειρότερο τις ντύνει με ένα πέπλο ρομαντισμού, κάτι το οποία είναι μεγάλο λάθος για την ηρωίδα την οποία υποδύεται.

Ο δεύτερος και σημαντικότερος είναι το σενάριο του David Nicholls. Είναι ξεκάθαρο ότι υπάρχει συμπίεση του αρχικού υλικού, αφαιρώντας του κάθε είδος ψυχής και συναισθήματος, μετατρέποντας τις τραγωδίες σε ανούσιες ανατροπές. Κινούμενο βιαστικά από το ένα σημείο στο άλλο, το σενάριο προσφέρει λίγες στιγμές ανάσας στους χαρακτήρες πριν να έρθει το νέο πρόβλημα να βάλει φρένο στη ζωή τους. Με τη χρήση ενός λανθασμένου επαναλαμβανόμενου μοτίβου (πρόβλημα που ακολουθείται από προσωρινή λύση, που ακολουθείται από περισσότερα προβλήματα και λιγότερο ανεκτές λύσεις) δημιουργεί μια πλειάδα από σταθερά σκιαγραφημένους, αλλά αόριστα χρωματισμένους χαρακτήρες, των οποίων την ιστορία παρακολουθούμε χωρίς όμως να πολυ-νοιαζόμαστε.

Υπάρχει μια αόριστη αίσθηση σε όλο το φιλμ ότι ασχολείται με κάτι πραγματικά ουσιαστικό, χωρίς τίποτα να βγαίνει προς τα έξω προκειμένου να το λάβει ο θεατής. Κάνει σαν να πρόκειται να ζητήσει από τους θεατές να σκεφτούν, αλλά δεν τους δίνει κανένα κίνητρο για να το κάνουν. Το διακύβευμα δεν είναι αρκετά υψηλό, οι χαρακτήρες δεν είναι αρκετά πραγματικοί και η ιστορία δεν είναι αρκετά ισχυρή για να υποστηρίξει αυτό το είδος της ενδοσκόπησης. Ο καλύτερος τρόπος για να επαινέσω το «Μακριά από το Πλήθος», είναι χαρακτηρίζοντάς το διακριτικά αποτελεσματικό. Δείτε το, αλλά μην περιμένετε κάτι το σπουδαίο.

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Spy [4/5]

Οι κωμωδίες κατασκοπείας αποδεδειγμένα τείνουν να έχουν άντρες πρωταγωνιστές και το σημαντικότερο να επαναλαμβάνουν διάφορα κλισέ. Αυτό γίνεται γιατί ουσιαστικά αυτό που κάνουν είναι να παίρνουν τα χαρακτηριστικά μιας αποτελεσματικής ταινίας κατασκοπείας και να τα αντιστρέφουν προσπαθώντας να βγάλουν γέλιο με κάθε χαζομάρα. Με χαρά λοιπόν μπορώ να σας πω πως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στο «Spy», καθώς καταφέρνει κι αποφεύγει το συνηθισμένο, βρίσκοντας τη δική του πρωτότυπη και ξεκαρδιστική φωνή.

Αυτό που αρχικά εκπλήσσει είναι το γεγονός ότι η ταινία δεν είναι χτισμένη γύρω από υποθέσεις και συμπτώσεις. Πέρα από τα εννοιολογικά κι οπτικά αστεία που υπάρχουν σε αφθονία, το έργο καταφέρνει και βγάζει γέλιο κυρίως μέσω ενός έξυπνου και ξεκαρδιστικού σεναρίου που βασίζεται σε καταστάσεις που υπάρχουν μέσα σε μια συναρπαστική ιστορία. Ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Paul Feig καταφέρνει και φτιάχνει μια κωμωδία δυναμίτη, εγχέοντας μέσα σε αυτή μοναδικές ιδιότητες και τόση προσωπικότητα που δεν την κάνουν να είναι απλά μία ακόμα παρωδία των Bond ταινιών. Μεγάλου προϋπολογισμού σκηνές, μονομαχίες, ανατροπές και πολλά άλλα δίνουν το παρόν διατηρώντας μόνιμο το χαμόγελο στο πρόσωπο των θεατών.

Και παρόλο που ο Feig και το σενάριό του αξίζουν πολλά εύσημα, είναι σίγουρο ότι η επιτυχία του έργου οφείλεται και στο απίστευτα ταλαντούχο καστ. Μετά την οσκαρική συνεργασία τους στο «Φιλενάδες» και τη χρυσή επιτυχία τους στο box-office με το «Ντουέτο εν Δράσει», o σκηνοθέτης Paul Feig συνεργάζεται για τρίτη φορά με τη Melissa McCarthy, παγιώνοντας πλέον τη δυναμική των συνεργασιών τους και το γεγονός ότι εκείνη είναι η βασίλισσα της κωμωδίας. Σε μια ευπρόσδεκτη αλλαγή από ό,τι έχουμε δει από τις προηγούμενες δουλειές της, το «Spy» ξεχωρίζει γιατί γελάει με τον χαρακτήρα της και όχι με αυτήν. Κι εκείνη αναγνωρίζοντας ότι ίσως και να πρόκειται για τον καλύτερο ρόλο της καριέρας της, τα δίνει όλα παραδίδοντας μια εκπληκτική ερμηνεία.

Πέρα από τη McCarthy, όμως, κάθε ένας από το υπόλοιπο καστ έχει την ευκαιρία του να διαπρέψει. Πρώτος και καλύτερος ο Jason Statham. Παίζοντας τον συνηθισμένο στερεότυπο χαρακτήρα του, αλλά με μια δόση ανατροπής, θα σας κάνει να σπαρταράτε στα γέλια. Ο Jude Law είναι πάντα μια σταθερή αξία τόσο σε δραματικούς όσο και σε κωμικούς ρόλους. Η Miranda Hart είναι μια αξιοπρόσεκτη παρουσία, την οποία θα δούμε πολύ στο μέλλον. Ο Peter Serafinowicz είναι τόσο καλός που όταν εμφανίζεται είναι λες και η ταινία αγγίζει τις καλύτερες στιγμές της. Ενώ, τέλος, η μοναδική Rose Byrne είναι εξαίσια και η μόνη που κοντράρει πραγματικά τη McCarthy κλέβοντας όλες τις μεταξύ τους σκηνές.

Εναρμονισμένα όλα τα παραπάνω μάς κάνουν να μιλάμε για την πρώτη μεγάλη κωμωδία του 2015 και μία από τις πιο αστείες των τελευταίων ετών. Σαφέστατα η πρώτη must-see ταινία του καλοκαιριού.

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

Jurassic World [1.5/5]

Έχοντας ως γνώμονα μια διαχρονική περιπέτεια που είναι ακόμη και στις μέρες μας σε θέση να εντυπωσιάσει το κοινό, κατανοώ τις δυνατότητες που σου δίνει εμπορικά η επανενεργοποίηση του franchise. Ας μην ξεχνάμε ότι η πρώτη ταινία κυκλοφόρησε το 1993, επομένως υπάρχει ένα τεράστιο νέο κοινό που μπορεί να μυηθεί στον μαγικό κόσμο των δεινοσαύρων. Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι γιατί πρέπει να γυριστεί με τόσο άσχημο τρόπο. Αρχικά, ας ξεκαθαρίσουμε ότι η ανάλυση του τελευταίου σίκουελ μιας διάσημης ταινίας απαιτεί την αντιπαράθεση της με τις προηγούμενες, ιδίως εκείνων που κέρδισαν φήμη και δημοτικότητα. Έχοντας αυτό στο μυαλό, η τέταρτη ταινία της σειράς «Τζουράσικ Παρκ» -και το δεύτερο σίκουελ που ο Steven Spielberg δεν σκηνοθετεί- ξεκινά μεν αρκετά καλά, αλλά στην πορεία επαναλαμβάνει λάθη και προσθέτει ελαττώματα με αποτέλεσμα να μιλάμε για μια χαμένη ευκαιρία.

Είναι γεγονός ότι η κύρια πλοκή του «Jurassic World» δεν είναι ιδιαίτερα καινοτόμα. Ακολουθώντας την πεπατημένη, δεινόσαυροί ελεύθεροι, άνθρωποι στο τρέξιμο, το έργο του Colin Trevorrow δυστυχώς ακολουθεί το λανθασμένο μοτίβο του «Jurassic Park 3» που δεν ήταν τίποτε άλλο από μια ταινία καταδίωξης με πρωταγωνιστή έναν καινούργιο δεινόσαυρο που δεν είχαμε δει ποτέ. Όπως κι εκείνο, το «Jurassic World» ξεχνάει τους κινδύνους της ηθικής της επιστήμης που τόσο το «Τζουράσικ Παρκ» όσο και το «Ο Χαμένος Κόσμος: Jurassic Park» διέθεταν στις ιστορίες τους, και μας βάζει να αποδεχτούμε ότι η σειρά έχει γίνει ένα τυποποιημένο πράγμα με τέρατα, που απλά αλλάζει το κύριο τέρας σε κάθε νέα δόση.

Και εδώ το τέρας είναι μεγάλο, είναι θανατηφόρο, είναι έξυπνο, είναι και τι δεν είναι. Αυξάνοντας τον όγκο του τέρατος σε αναλόγια με τον αριθμό των πιθανών θυμάτων (μην ξεχνάτε ότι το πάρκο είναι ανοιχτό), οι σεναριογράφοι πίστεψαν ότι μπορούν να τη γλιτώσουν ό,τι και να κάνουν. Τραγική ειρωνεία όμως. Όταν η ραχοκοκαλιά του ίδιου σου του σεναρίου λέει ότι δεν θα βγει σε καλό αν κάνεις κάτι απλά και μόνο για το θέαμα και τα επιφωνήματα ξεχνώντας τη φύση (κινηματογραφικοί κανόνες), και εσύ το κάνεις, τότε τα λόγια είναι περιττά. Όσο μεγάλη κι αν είναι η δόση από δεινοσαύρους να σκοτώνουν τόσο προσωπικό όσο και επισκέπτες, το νόημα είναι ένα: αν αυτό που βλέπεις, θα καταφέρει να σε αγγίξει πέρα από το επιφανειακό. Το επιχείρημα τύπου τι περιμένεις να δεις από μια τέτοια ταινία, εδώ δεν πιάνει. Το ίδιο έργο γυρίστηκε πριν από είκοσι δύο χρόνια και όλοι μείναμε με το στόμα ανοιχτό, τόσο από το θέαμα όσο και από την ουσία.

Ακόμα και έτσι, όμως, αν δεχόμαστε αυτή τη «the bigger, the better» στάση της ταινίας, το έργο διαθέτει αρκετά πράγματα που δεν λειτουργούν. Πρώτο και κυριότερο, η χαζή επεξήγηση των συναισθημάτων. Σημείο των καιρών, θα μου πείτε, αλλά μιλάμε για ένα θέμα το οποίο και ο κινηματογράφος θα έπρεπε να προσπαθεί να επιλύσει. Στα πρώτα έργα δεν χρειαζόταν να εξηγήσουν οι πρωταγωνιστές ότι φοβούνται, αγαπιούνται, απειλούνται. Το σενάριο και οι καταστάσεις τα έλεγαν όλα. Εδώ τίποτα δεν νοείται. Όλα λέγονται σε άκυρες στιγμές καθαρά και ξάστερα. Σκοτώνονται δίπλα σου χιλιάδες άτομα και οι πρωταγωνιστές σού λένε πόσο φοβούνται ή ότι θα κάνουν ο ένας ό,τι καλύτερο μπορεί για να σώσει τον άλλον. Ειλικρινά, αν κάτι δεν το αισθάνονται οι ίδιοι οι χαρακτήρες σε τέτοιο βαθμό που έχουν την ανάγκη να το πουν, πώς περιμένουν το κοινό να το βιώσει; Ένας δεινόσαυρος δεν ζώσει τίποτα, όσο απειλητικός κι αν είναι.

Σε δεύτερη φάση πραγμάτων που δεν λειτουργούν, είναι η βεβιασμένη κωμωδία που υπάρχει και οφείλεται αποκλειστικά στο πρωταγωνιστή. Το έχουμε καταλάβει ότι ο Chris Pratt είναι αστείος. Δεν χρειάζεται σε κάθε ταινία να πρέπει να υπάρχει εξαναγκασμένη κωμωδία γιατί απλά ταιριάζει στον ηθοποιό. Έχει αναλογιστεί κανείς ότι μπορεί να μην ταιριάζει στην ταινία; Μάλλον όχι. Επίσης, μια και αναφερόμαστε στον Pratt, ο χαρακτήρας τον οποίο υποδύεται εκπαιδεύει τους βελοσιράπτορες! Νομίζω δεν χρειάζεται να πούμε κάτι πάνω στο συγκεκριμένο θέμα. Τέλος, να προσθέσουμε και τον επονομαζόμενο φόρο τιμής. Είναι άλλο να τιμάς τον προκάτοχο σου με στιγμές συγκινητικές και εκλάμψεις παρελθόντος, και άλλο όλες σου οι σκηνές να είναι κοπιάρισμα. Ας μην μπερδευόμαστε.

Για να μην μακρηγορώ (και πιστέψτε με θα μπορούσα), έχει καταστεί σαφές ότι αυτό που έκανε ο Steven Spielberg το 1993 ήταν κάτι το μοναδικό. Το «Jurassic World» δεν είναι η θριαμβευτική επιστροφή που ελπίζαμε ότι θα ήταν. Είναι μια διασκεδαστική βόλτα, που όσοι δεν έχουν δει τα παλιά θα απολαύσουν. Όλοι οι υπόλοιποι ας ευχόμαστε πως αν θα υπάρξει πέμπτο φιλμ, να είναι κάτι πέρα από το νέο τέρας της εβδομάδας, με ένα καλύτερο και πιο πιστευτό (!) σενάριο.

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

San Andreas [1.5/5]

Όπως θα περίμενε κανείς από μια μεγάλου προϋπολογισμού ταινία καταστροφής, το «San Andreas: Επικίνδυνο Ρήγμα» είναι οπτικά εντυπωσιακό με σκηνές καταστροφής τόσο καλές όσο οτιδήποτε άλλο έχουμε δει. Δυστυχώς, όμως, ακόμα και για μια ταινία αυτού του είδους, η παραμέληση κάθε άλλης πτυχής της είναι πέρα για πέρα απογοητευτική.

Συναρμολογημένο από διάφορα κομμάτια από άλλες ταινίες καταστροφής, το «San Andreas» διαθέτει όλα όσα ξέρουμε και περιμένουμε. Η επιστημονική «ενημέρωση» παρέχεται από τους δημοσιογράφους και τους επιστήμονες, ορόσημα καταστρέφονται και οι πρωταγωνιστές ξεπερνάνε ανυπέρβλητα εμπόδια. Όλα δοσμένα κι εκτελεσμένα τόσο κατά γράμμα και τόσο σοβαροφανή από τον σκηνοθέτη Brad Peyton, που σε κάνουν να αποζητάς έναν Michael Bay που τουλάχιστον διαθέτει κι ένα χιούμορ. Το μεγαλείο των γεγονότων της ταινίας, δε, αποστραγγίζεται περαιτέρω από την αμφισβητήσιμη επιλογή να περιοριστεί η δράση σε μία οικογένεια και την προσπάθειά της να επανενωθεί και να επιβιώσει. Και λόγω αυτού, αν και σύνηθες να «αποσιωπάς» τους αμέτρητους θανάτους σε μια τέτοια ταινία, το «San Andreas» είναι σε τέτοιο βαθμό αδιάφορο στο ανθρωποκεντρικό στοιχείο, που ξενίζει.

Ο σημαντικότερος λόγος αποτυχίας της, όμως, είναι η άνευ όρων βλακεία της. Ξέρεις ότι αυτό που βλέπεις θα σε ενοχλήσει ή θα σε κάνει να σκάσεις στα γέλια, ενώ δεν θα έπρεπε, όταν αρχίζεις να μην πιστεύεις στην ηλιθιότητα ενός χαρακτήρα μέσα στα πρώτα δύο λεπτά. Η ταινία ξεκινά με μια γυναίκα που οδηγεί κατά μήκος ενός γκρεμού και χωρίς λόγο παίρνει τα μάτια της από τον δρόμο για να αρπάξει ένα μπουκάλι νερό από το πίσω κάθισμα. Στη συνέχεια, κοιτάει το τηλέφωνό της για να δει ένα μήνυμα. Αυτοκίνητα περνούν δίπλα της και εσύ θέλεις να τη δεις νεκρή, ακόμη κι αν δεν ξέρεις τίποτα γι` αυτήν. Εκτός από το ότι είναι μια κάκιστη οδηγός, που δεν νοιάζεται για την ασφάλεια της ή των άλλων γύρω της. Όπως και να `χει, είναι ένα κακό ξεκίνημα οποιασδήποτε ταινίας, αλλά ένας καλός τρόπος για να εισαγάγει τους ηρωισμούς του Dwayne Johnson, όταν ένας σεισμός κι όχι η βλακεία της προκαλεί το αυτοκίνητό της να πέσει στον γκρεμό.

Και όσο κι αν δεν το πιστεύετε, μετά από την εναρκτήρια σεκάνς, η ταινία όσο πάει γίνεται και χειρότερη. Το σενάριο του Carlton Cuse διαθέτει τόσο ανιαρές συναισθηματικές προκηρύξεις, που δεν είναι ποτέ αρκετά γελοίες για να διασκεδάσεις, ούτε αρκετά πειστικές για να εμβαθύνουν στο δράμα. Ασχέτου δράματος και προσπερνώντας τη βλακεία που διατρέχει ολόκληρη τη διάρκεια του, το έργο του Brad Peyton αποτυγχάνει παταγωδώς και στη δράση. Αν και ομολογουμένως οι σκηνές καταστροφής είναι over-the-top, αυτό δεν παίζει και μεγάλο ρόλο όταν το μόνο που προβάλλεται είναι ουρανοξύστες να γίνονται σκόνη και θρύψαλα. Ναι μεν είναι καταστροφή σε όλο της το μεγαλείο, αλλά με λίγη ή καθόλου φαντασία και δημιουργικότητα. Η μόνη, αν και χαζή, αξιοσημείωτη σκηνή είναι ένας αγώνας δρόμου ενός ταχύπλοου και ενός τσουνάμι!

Σε ένα καλοκαίρι κορεσμένο από υπερήρωες και sci-fi έργα, το «San Andreas: Επικίνδυνο Ρήγμα» είναι αναμφισβήτητα μια παλιάς σχολής ταινία καταστροφής βασισμένη στις ταινίες της δεκαετίας του 1970, αλλά και τα πιο πρόσφατα «προφητικά» φιλμ που εξαπέλυσε στον κινηματογράφο ο Roland Emmerich. Βλέποντας το θα ευχαριστηθείς εφέ. Τη στιγμή όμως που βλέπεις την τεράστια αμερικανική σημαία να ξετυλίγεται και τους τίτλους τέλους να πέφτουν, είναι σαν όσα έχεις δει να μην έχουν πραγματικά σημασία, παραμένοντας στη μνήμη σου το πολύ για 10 λεπτά μετά την έξοδο από την αίθουσα.

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Tomorrowland [2.5/5]

Η «Χώρα του Αύριο» είναι μια αισιόδοξη ταινία για έναν βαθιά κυνικό κόσμο. Ενώ τα περισσότερα sci-fi έργα καταναλώνουν τον χρόνο τους απεικονίζοντας μια ζοφερή και σκοτεινή εκδοχή του μέλλοντος, το έργο της Disney θέλει να προσβλέπουμε στο μέλλον με θαυμασμό και ενθουσιασμό. Ο σκηνοθέτης Brad Bird κι ο σεναριογράφος Damon Lindeof πιστεύουν ξεκάθαρα σε αυτά τα ιδεώδη και τα εισάγουν σε κάθε σκηνή της Tomorrowland. Σαφώς και είναι ένα σπουδαίο μήνυμα που θα μπορούσε να κινητοποιήσει μια νέα γενιά παιδιών να ασχοληθούν με την επιστήμη και τον κόσμο γύρω μας, αλλά όταν ολόκληρη η ταινία είναι ένα μεγάλο κήρυγμα για το πόσο φοβερή μπορεί να είναι η αισιοδοξία, τότε αρχίζει να υπάρχει πρόβλημα.

Στην πρώτη ώρα και βάλε, το φιλμ σε γοητεύει πλήρως. Είναι διασκεδαστικό, οπτικά τολμηρό, διαθέτει μεγάλες στιγμές, ισχυρές ερμηνείες και έναν φανταστικά φτιαγμένο κόσμο. Καθώς προχωράει όμως γίνεται όλο και λιγότερο ελκυστικό, καταλήγοντας να του λείπει ο θαυμασμός και η μαγεία που τόσο επιδέξια διέθετε στην αρχή. Κι αυτό οφείλεται στην αυστηρή κι οργανωμένη προσέγγιση με την οποία ο Bird διαχειρίζεται τα πάντα προκειμένου να περάσει το μήνυμα του. Για ακόμη μία φορά, να ξεκαθαρίσω ότι το μήνυμα των Bird και Lindelof δεν είναι κακό. Είναι καλό να σκέφτεσαι θετικά, αλλά δεν είναι το κλειδί για να σώσεις τον κόσμο. Η -κατά αυτό τον τρόπο- παρουσίασή του οδηγεί αυτομάτως στο γεγονός ότι για να απολαύσει κάποιος θεατής πραγματικά το έργο, θα πρέπει να χάψει ορισμένα πράγματα που παρά τις καλύτερες προσπάθειες, δεν είναι πάντα εφικτό.

O Bird θυσιάζει πολλά πράγματα που θα μπορούσαν ενδεχομένως να έχουν ενδιαφέρον, υπέρ της εξεύρεσης τρόπων για να μεταδώσει το νόημα που θέλει καταστρέφοντας τον ρυθμό του φιλμ. Με τον οπτιμισμό και τον πεσιμισμό να εναλλάσσονται συνεχώς, ορισμένες σκηνές φέρουν ένα επίπεδο ωριμότητας που είναι αρκετά περίεργο, ενώ άλλες είναι ανόητα διασκεδαστικές με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο να παραμείνεις εμπλεκόμενος με όσα διαδραματίζονται στην οθόνη. Επιπροσθέτως, θίγοντας μεγάλα ηθικά ζητήματα και με μια τρίτη πράξη σκοτεινή και αρκετά βαριά για μεγάλους, πόσο μάλλον για παιδιά, το «Η Χώρα του Αύριο» δεν εγκαταλείπει ποτέ τις ερωτήσεις, τις οποίες θέτει διφορούμενες. Δεν είναι μια ταινία που ζητά από το κοινό να σκεφτεί τις επιπτώσεις μετά την αποχώρηση του από την αίθουσα. Πιστεύει λίγο-πολύ ότι γνωρίζει τις απαντήσεις και τις δίνει στο κοινό χωρίς πολλή σκέψη. Μέγα σφάλμα.

Αν και ελαττωματικό, η «Χώρα του Αύριο» φέρει μερικά πολύ ωραία κινηματογραφικά στοιχεία που αξίζει να αναφερθούν σε μια κριτική. Πρώτον, η οπτική παλέτα και ο σχεδιασμός παραγωγής της σου κόβουν την ανάσα. Σπαταλήθηκαν λεφτά και αυτό φαίνεται. Δεύτερον, το σκορ του Michael Giacchino είναι εξαιρετικό. Και τρίτον, η Robertson και κυρίως η Rafey Cassidy κάνουν εκπληκτική δουλειά και υποδύονται τους ρόλους τους με πολύ κέφι παραδίδοντας δυο αξιοσημείωτες ερμηνείες.

Με κάθε ειλικρίνεια, δεν ξέρω ακριβώς πώς αισθάνομαι για την «Χώρα του Αύριο». Απέχει πολύ από μια κακή ταινία και υπάρχουν μερικές φανταστικές σεκάνς, αλλά παραμένει ανολοκλήρωτη χάρη στον διδακτισμό της και την απροθυμία της να εμπιστευτεί το κοινό να κατανοήσει το μήνυμα της. Σίγουρα θεαματικό για να το δεις στον κινηματογράφο, αν θα το απολαύσεις είναι ένα άλλο ζήτημα.

Poltergeist [1/5)]

Ο κύριος λόγος ύπαρξης των ριμέικ είναι ο ίδιος λόγος για τον οποίο γυρίζονται οι περισσότερες ταινίες κάθε είδους: τα χρήματα. Δεν υπάρχει τίποτα λανθασμένο σε αυτή τη λογική, εφόσον οι σκηνοθέτες παρέχουν στους θεατές τη διασκεδαστική ή μη εμπειρία που πληρώνουν. Είναι επίσης πολύ ενδιαφέρον, όταν στις νέες εκδόσεις των ταινιών υπάρχουν κίνητρα εκτός από τα χρήματα, όπως, για παράδειγμα, την αναβάθμιση της ιστορίας για μια νέα γενιά χρησιμοποιώντας την πρόοδο της τεχνολογίας, ή ακόμα και την επανερμήνευση της πλοκής με σύγχρονες αντιλήψεις. Εάν δεν υπάρχει κανένα κίνητρο εκτός από το κέρδος, αυτό θα φανερωθεί στην οθόνη και, εντέλει, στο box-office. Επιπλέον, η αναπόφευκτη σύγκριση του πρωτότυπου με το καινούργιο θα είναι πιθανότατα θετική, αν ο συγγραφέας ή/και ο σκηνοθέτης έχει κάτι νέο να πει. Αν όχι, τότε το αποτέλεσμα είναι έργα όπως το «Πνεύμα του Κακού»…

Κανείς σε καμία δημιουργική ομάδα δεν θα έπρεπε να μπει στον κόπο ακόμη και να προσποιηθεί ότι έχει κάτι φρέσκο να προσθέσει που δεν ειπώθηκε πίσω στο 1982. Προς τιμήν του νέου «Poltergeist», πρέπει να παραδεχτώ ότι ξεκινάει τα ανατριχιαστικά γεγονότα πιο γρήγορα από ό,τι οι περισσότερες ταινίες τρόμου. Από εκεί και πέρα, όμως, το χάος. Με το σενάριο του έργου να ακολουθεί την πλοκή του πρωτότυπου πολύ στενά, το «Πνεύμα του Κακού» μοιάζει σαν μια ευσυνείδητα επαναδιατυπωμένη ταινία δημιουργημένη με ελάχιστη προσπάθεια, στην οποία οι όποιες αλλαγές γίνονται, κυμαίνονται από ασήμαντες σε αυτοκαταστροφικές.

Οι απόπειρες του Gil Kenan να αντιγράψει ή να αλλάξει τα πράγματα δεν προσθέτουν ούτε φέρνουν κάτι καινούργιο και φυσικά ωχριούν σε σύγκριση με τις εικονικές σκηνές του αρχικού. Η μεταβολή της οικονομικής τάξης της οικογένειας δεν χρησιμεύει πουθενά. Οι σύγχρονες συσκευές στο σπίτι (π.χ. κινητά τηλέφωνα) αν και επιτρέπουν στιγμές που θα μπορούσαν να ήταν φρέσκες και τρομακτικές, είτε εκμεταλλεύονται ελάχιστα, είτε χάνονται εντελώς. Οι χαρακτήρες αποδυναμωμένοι συμπεριφέρονται απρόσμενα μέσα στην πλοκή, κάνοντας πράγματα που δεν έχουν νόημα. Εκεί που κάποτε ήταν μια τρομακτική κούκλα κλόουν, τώρα υπάρχουν πολλές. Και ούτω καθεξής… Πράγματα που εγείρουν το ερώτημα: αν δεν επρόκειτο να δοκιμάσεις κάτι νέο ή διαφορετικό, τότε γιατί να μπεις στον κόπο να τα κάνεις όλα αυτά;

Τα προβλήματα με αυτή την ταινία πάνε και πέρα από μια δυσμενή σύγκριση με τον κινηματογραφικό πρόγονό του. Η νέα βερσιόν δεν είναι ενδιαφέρουσα, και το σημαντικότερο δεν είναι τρομακτική ή έστω ανατριχιαστική. Οι τρομάρες είναι προφανείς και η εξάρτηση της ταινίας από το CGI και τα κλισέ του στοιχειωμένου σπιτιού γίνεται κουραστική μετά από λίγο. Επιπροσθέτως, ο υπερφυσικός ερευνητής που κλασσικά έρχεται να δει τι τρέχει, είναι ένα τόσο φρικτό μπαγιάτικο αρχέτυπο των ταινιών τρόμου που δεν θα το πιστεύεις. Αν και δεν είναι το χειρότερο πράγμα που έχω δει ποτέ, το «Πνεύμα του Κακού» δεν παύει να είναι μια δυσάρεστη εμπειρία λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ταλέντα που συμμετέχουν θα μπορούσαν να θέσουν τις προσπάθειές τους αλλού, δημιουργώντας ένα πιο πρωτότυπο προϊόν. Μοναδική θετική πλευρά όλου αυτού είναι ότι πιθανόν θα κινητοποιήσει θεατές να ανακαλύψουν τις απολαύσεις που ο Hooper και ο Spielberg μάς παρείχαν πριν από τρεις δεκαετίες.

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2015

Escobar: Paradise Lost [3/5]

Αν αναμένετε να δείτε μια ταινία που εξιστορεί πραγματικά ποιος είναι ο Πάμπλο Εσκομπάρ και τι ακριβώς είναι αυτό που έκανε, τότε καλύτερα αναζητήστε κάποιο ντοκιμαντέρ. Το «Χαμένος Παράδεισος» είναι ένα καλό θρίλερ που δεν καταφέρνει επ` ουδενί να ικανοποιήσει τις προσδοκίες της αγγλικής ονομασίας του. Δεν είναι ούτε μια διερευνητική, σύνθετη μελέτη του χαρακτήρα ενός από τους πιο διαβόητους εμπόρους ναρκωτικών της Κολομβίας (Escobar), ούτε ένα, ασχολούμενο με βαριά ζητήματα, πλούσιο δράμα (Paradise Lost). Αντ` αυτού, το ντεμπούτο του Andrea Di Stefano είναι ένα διασκεδαστικό και άκρως πειστικό παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι, μεταξύ ενός αποκρουστικού κακού και του συζύγου της ανιψιάς του που έχει παγιδευτεί στη δίνη της κολομβιανής διαφθοράς.

Παρά το γεγονός όμως ότι το σενάριο δεν περιλαμβάνει το μέγεθος της βασιλείας του Εσκομπάρ, το έργο μια αγωνιώδη προσμονή για το τι θα γίνει σου την προκαλεί. Ομολογουμένως αυτό οφείλεται στον Di Stefano και στη σπουδαία δουλειά που κάνει στην ανάμειξη της δράσης, της προσμονής, του δράματος και του ρομαντισμού. Πολύ καλύτερος σκηνοθέτης απ` ό,τι σεναριογράφος, εκεί που η πλοκή παραγεμίζει και γίνεται ελάχιστα πιστευτή, εκείνος καταφέρνει και την κρατά ελκυστική για τον θεατή. Είναι εμφανές ότι ξέρει πώς να διατηρήσει την ιστορία αγάπης του ενδιαφέρουσα με ένα συγκρατημένο οπτικό στυλ, μπορεί κι εμφυσά ρυθμό και ζωντάνια καθόλη τη διάρκεια του έργου και παράλληλα οδηγεί τους δυο πρωταγωνιστές του σε αξιοπρεπείς επιδόσεις. Από τη μια ο Del Toro υποδύεται με έναν δείκτης βάθους τον Εσκομπάρ, παρουσιάζοντάς μας και τις δύο πλευρές του. Η ισορροπία στην απεικόνιση του είναι ελκυστική και άκρως δελεαστική. Μια πολύ ωραία ερμηνεία πραγματικά. Από την άλλη, ο Hutcherson δίνει τον καλύτερο του εαυτό σε έναν ρόλο που και τη φήμη του ως ένας πολλά υποσχόμενος action-star εδραιώνει και μια ερμηνευτική δεινότητα αποκαλύπτει.

Δεν έχω να πω πολλά περισσότερα. Συμπυκνώνοντας το τι είναι σε μια φράση, θα έλεγα το εξής: το «Χαμένος Παράδεισος» είναι ένα αξιοπρεπές και αγωνιώδες θρίλερ εύκολα παρακολουθήσιμο, αν και λίγο ήπιο αναλογιζόμενοι το εκρηκτικό του θέματος του. Δείτε το!

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

Mad Max: Fury Road [4/5]

Και εκεί που νομίζαμε ότι η μανία του Χόλιγουντ με τα sequel/reboot έχει φθαρεί καταντώντας κάτι το άχρηστο, έρχεται μια ταινία να μας υπενθυμίσει ότι, μερικές φορές, μία ακόμα επίσκεψη σε έναν κινηματογραφικό κόσμο δεν είναι άσχημη. Αυτή είναι σίγουρα η περίπτωση για το «Mad Max: Ο Δρόμος της Οργής», το τέταρτο κατά σειρά «Mad Max» και το πρώτο μετά το «Μαντ Μαξ: Απόδραση από το Βασίλειο του Κεραυνού» του 1985.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η τέταρτη συνέχεια της σειράς «Mad Max» επρόκειτο να ξεκινήσει την παραγωγή της το 2001. Μια σειρά γεγονότων, όπως οι οικονομικές δυσκολίες μετά την 11η Σεπτεμβρίου, αλλά και το ζήτημα της ασφάλειας των γυρισμάτων στη Ναμίμπια, έφεραν ως αποτέλεσμα το έργο να ξεκινήσει τα γυρίσματα τον Ιούλιο του 2012. Τέτοια ταραγμένη ιστορία παραγωγής αποτελεί συχνά μια καταστροφική για το έργο φήμη, αλλά ευτυχώς το «Mad Max: Ο Δρόμος της Οργής» ανταποκρίνεται και με το παραπάνω στο hype του. Οι λόγοι πολλοί…

Πρώτος ο George Miller. Αφού πέρασε τις τελευταίες δεκαετίες στην παραγωγή και στη σκηνοθεσία ταινιών όπως το «Μπέιμπ: Το Μικρό Γουρουνάκι στη Μεγάλη Πόλη» και το «Happy Feet», πρέπει να παραδεχτούμε ότι είναι ωραίο να τον βλέπεις να επιστρέφει στις ρίζες του, σκηνοθετώντας ακόμα μια ταινία «Mad Max». Μπορεί να έχουν περάσει 30 χρόνια και ο Mel Gibson να μην παίζει πλέον τον οδηγό πολεμιστή, η επιδεξιότητα και η τεχνική εμπειρογνωμοσύνη του Miller όμως σε αυτό το είδος μετα-αποκαλυπτικής δράσης δεν έχει σκουριάσει. Αντ` αυτού, καλύτερος από ποτέ, αποδεικνύει ότι εξακολουθεί να είναι από τους κορυφαίους σκηνοθέτες δράσης, κάνοντας τους περισσότερους ομοϊδεάτες δημιουργούς της σημερινής γενιάς να ντρέπονται. Χάρη στην επιμονή του να κινηματογραφεί τις σκηνές δράσης όσο πιο πρακτικά γίνεται με όσο το δυνατόν περισσότερα stunt κι αληθινές τοποθεσίες, δημιουργεί, μαζί με τον βοηθό σκηνοθέτη και υπεύθυνο συντονιστή των κασκαντέρ Guy Norris, μια εκπληκτική κινηματογραφική ταινία, όπου η δράση πραγματικά αποδίδει.

Συνεχίζοντας, τα σχεδιαστικά στοιχεία σε όλους τους τομείς είναι καταπληκτικά: τελεία και παύλα. Ένας ολόκληρος κόσμος έχει δημιουργηθεί για την απόλαυση μας. Τα σκηνικά, το μακιγιάζ, η σωστή χρήση του CGI, όλα εξυπηρετούν ένα μεγαλύτερο όραμα με λεπτομέρεια κι ακρίβεια. Ξεχωριστή αναφορά πρέπει να γίνει στα κοστούμια της Jenny Beavan, μια και κάθε χαρακτήρας ορίζεται ολοκληρωτικά από ό,τι αυτός ή αυτή φοράει. Όπως επίσης και στην επική φωτογραφία του John Seale, του οποίου η διακριτική χρήση του πορτοκαλί και τιρκουάζ χρώματος κατά τη διάρκεια της ημέρας και της νύχτας είναι μαγευτική. Ενώ, τέλος, η μουσική του Junkie XL ταιριάζει απόλυτα με την ένταση της ταινίας.

Φυσικά, ένας τεράστιος λόγος επιτυχίας του έργου είναι και οι ηθοποιοί του. Ως ο νέος Max Rockatansky, ο Tom Hardy διαθέτει το μείγμα γοητείας κι άγριων χαρακτηριστικών που ταιριάζουν στον χαρακτήρα. Αν και υπο-χρησιμοποιημένος στο φιλμ, δίνει τον καλύτερο του εαυτό και ανταπεξέρχεται άψογα στον σωματικά απαιτητικό ρόλο του. Δίπλα του η Charlize Theron ως Furiosa. Για δεύτερη φορά, ο Miller καταφέρνει και δημιουργεί με επιτυχία έναν ισχυρό γυναικείο χαρακτήρα, με τη Theron να τον αποδίδει με τη κατάλληλη ποσότητα τσαγανού και ωμής συγκίνησης. Είναι τόσο εξαιρετική η ερμηνεία της που κοντράρει επάξια την Ellen Ripley της Sigourney Weaver και τη Sarah Connor της Linda Hamilton. Ο Hugh Keays-Byrne δεσπόζει σχεδόν σε κάθε σκηνή που εμφανίζεται. Ο Nicholas Hoult είναι πολύ καλός και καθώς η ιστορία του εξελίσσεται, καταφέρνει και σε κερδίζει όλο και περισσότερο. Ενώ, τέλος, ο Miller διασφαλίζει ότι τα τέσσερα μοντέλα που μετατράπηκαν σε ηθοποιούς (Rosie Huntington-Whiteley, Zoe Kravitz, Riley Keough, Abbey Lee και Megan Gale) λάμπουν αξιοθαύμαστα με αξιόλογες προσωπικότητες.

Στο σύνολο του, λοιπόν, ο «Δρόμος της Οργής» του Miller τα έχει όλα στην καλύτερη εκδοχή τους. Αφήστε τους «Avengers» και τους «Furious» στην άκρη και κάντε χώρο για μια τολμηρή κι οπτικά εντυπωσιακή περιπέτεια βίας και χάους που απαιτεί πολλαπλές προβολές για να απορροφήσει κανείς όλα όσα συμβαίνουν στις γεμάτες, αλλά ποτέ υπερπλήρεις δύο ώρες διάρκειας της.

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

The Avengers: Age of Ultron [3.5/5]

Ανταποκρινόμενος στις αντιδράσεις του κοινού για τον βραδύ ρυθμό της εναρκτήριας σεκάνς στην προηγουμένη ταινία, ο Whedon γνωρίζει πολύ καλά τι θέλει το κοινό και δεν σπαταλά καθόλου χρόνο στο να του το δώσει. Από τα πρώτα κιόλας λεπτά, γνωρίζεις ότι η δράση και τα ειδικά εφέ θα είναι σε αφθονία στο «Εκδικητές: Η Εποχή του Ultron» και πως οι ήρωες της Marvel είναι έτοιμοι, πρόθυμοι και για ακόμα μία φορά ικανοί να σώσουν τον κόσμο. Πατώντας φουλ γκάζι σε όλη τη διαδρομή, τα ισοπεδώνουν όλα και δεν αφήνουν αρκετό χρόνο για να εμπλακούμε σε κάτι άλλο πέρα από το οπτικό υπερθέαμα. Όχι ότι έχει σημασία, ούτω ή άλλως είναι δύσκολο να είναι κάποιος πάρα πολύ επικριτικός για τη συγκεκριμένη ταινία, αφού με κάθε τρόπο επιτυγχάνει αυτό που είχε βάλει ως στόχο: να είναι μια μεγαλύτερη σε κλίμακα και διασκεδαστικότερη εκδοχή του προκατόχου του.

Με τους «Εκδικητές» να έχουν εδραιώσει την ομάδα των ηρώων καθώς και την πρώτη τους συνάντηση, η «Εποχή του Ultron» μπορεί να επικεντρωθεί στην περιπέτεια, τη δυναμική μεταξύ τους και την αφηγηματική εξέλιξη. Οι δραστηριότητες και οι σχέσεις μέσα στην ομάδα είναι κεντρικής σημασίας για το έργο. Από τη μία πλευρά, αυτό παρέχει ένα μεγάλο μέρος της κωμικής ανακούφισης (η οικειότητα γεννά φιλικές νευρώσεις). Από την άλλη πλευρά, υπάρχει μια διάσταση της τριβής, ιδίως όσον αφορά την εμπιστοσύνη που δείχνουν οι πρωταγωνιστές μεταξύ τους. Όπως και οι περισσότερες ταινίες με υπερήρωες, η πλοκή εξασφαλίζει ότι υπάρχει αφθονία σε κίνδυνο όχι μόνο για τους πρωταγωνιστές, αλλά και για τον κόσμο γενικότερα. Δοσμένη σε μια υπερβολική κλίμακα, η απειλή που οι ήρωες καλούνται να αντιμετωπίσουν είναι φοβερά κακή και λειτουργεί με έναν τέρμα κακοήθη τρόπο. Ιδιωτική ζωή, υπολείμματα του Ψυχρού Πολέμου, αλλά και οι κίνδυνοι της τεχνολογίας είναι καλά πακεταρισμένα στον ανταγωνιστή της ταινίας, κάτι που κάνει το διακύβευμα ακόμα πιο εύληπτο σε εμάς.

Το όραμα του Whedon και όλα όσα καταφέρνει εδώ, είναι πραγματικά μοναδικά. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο ίδιος και λαμπρός σκηνοθέτης είναι αυτός που εξακολουθεί να κρατάει ψηλά τους παλμούς και να δίνει στο κοινό αυτό που θέλει. Όμως, ενώ όλα αυτά και ευπρόσδεκτα είναι και άξια, από την ταινία μοιάζει να λείπει μια πρωτότυπη αλλά και συνεκτική ιστορία. Προσπαθώντας να μιμηθεί τον συμπιεσμένο τρόπο αφήγησης ενός κόμικ, ο Whedon μεταπηδά σεναριακά από τη μια σκηνή στην άλλη παλεύοντας να δέσει όσα περισσότερα νήματα είναι δυνατόν. Αυτό λειτουργεί άψογα μέχρι να σταματήσει κάποιος και να προσπαθήσει να συναρμολογήσει μερικές από τις διαφορετικές σκηνές. Θα αντιληφθεί ότι αντί για την ανάπτυξη μιας πληρέστερης αφήγησης, αυτό που παρακολουθούμε είναι μια σειρά από συντομεύσεις. Επιπρόσθετα, η πληθώρα των ιστοριών των πρωταγωνιστών -για να μην αναφέρουμε την εισαγωγή πολλών νέων χαρακτήρων- δημιουργεί μια δυσκολία στο να συμβαδίσεις με το τι συμβαίνει, αναλογιζόμενος και τις προηγούμενες ταινίες/σειρές.

Και μια και αναφερθήκαμε στις προηγούμενες ταινίες, όσο καλός κι αν είναι ο Whedon, δυστυχώς παίζει μόνος του. Και τι εννοώ. Υπάρχουν πολλά στοιχεία με τα οποία διαφωνεί με τις προηγούμενες ταινίες και τα οποία απορρίπτει χωρίς δεύτερη σκέψη. Όπως, παραδείγματος χάρη, η απόφαση που παίρνει ο Tony Stark στο τέλος του «Iron Man 3», αγνοείται για χάρη νέων gadget. Ή, ακόμα χειρότερα, οποιαδήποτε ουσία για τη σχέση του Captain America και της Black Widow στο «Captain America 2: Ο Στρατιώτης του Χειμώνα» απορρίπτεται με μία μόνο ατάκα. Σε κάθε περίπτωση είναι ανέφικτο η ταινία να επιτύχει τον ίδιο ενθουσιασμό με την πρώτη. Και οι όποιες μικρές λεπτομέρειες στερούν βαθμούς από την ταινία, δύσκολα αφαιρούν πόντους από τη συνολική επίδραση. Αυτό εδώ το blockbuster θα σας παρέχει την ανώτατη απόλαυση στο σινεμά και θα σας βάλει στο τρυπάκι να φωνάξετε: Marvel phase 3, begin!