Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2015

Inherent Vice [1.5/5]

Είναι δύσκολο για τους κινηματογραφιστές να το παραδεχτούν, αλλά μερικές ιστορίες απλά δεν μπορούν να μεταφερθούν στο σινεμά. Υπήρχαν μερικά «θαύματα» όπως η «Ζωή του Πι» του Ang Lee, αλλά αυτό οφείλεται στο τέλειο μείγμα του σκηνοθέτη και της ιστορίας. Το «Έμφυτο Ελάττωμα» και ο Paul Thomas Anderson δεν ήταν το σωστό ταίριασμα. Και αυτό γιατί από μόνος του ο Anderson κάνει περίπλοκες κι αφηρημένες ταινίες που είναι δύσκολο να ακολουθήσεις. Δίνοντας του ένα αστυνομικό μυθιστόρημα του Thomas Pynchon, του οποίου η πλοκή είναι πιο περίπλοκη από οποιαδήποτε Σέρλοκ Χολμς ή Πουαρό ιστορία έχετε διαβάσει, τότε ετοιμαστείτε να χαθείτε εντελώς.

Έχοντας την τάση σαν σκηνοθέτης να επιλέγει έργα που επικεντρώνονται στο τέλος μιας εποχής, το «Έμφυτο Ελάττωμα» δεν αποτελεί εξαίρεση μια και περιστρέφεται γύρω από το τέλος της ψυχεδελικής δεκαετίας του 1960. Σκηνοθετικά λοιπόν καταφέρνει και κάνει μια σπουδαία δουλειά στη σύλληψη αυτής της περιόδου, μεταφέροντας μας εξαιρετικά το κλίμα μέσα στο οποίο οι χίπις κυριαρχούσαν. Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι αυτό που παρακολουθείς είναι ουσιαστικά οι, δοσμένες μέσα από την οπτική ενός ναρκομανή και «χαλαρού» τύπου, περιπέτειες του και ο τρόπος αντιμετώπισης τους. Σαν αυτό που παρακολουθείς να είναι μια παραίσθηση. Ένας νέος και διαφορετικός τρόπος προσέγγισης του φιλμ νουάρ, που όμως ακόμα κι αν δεχτούμε ότι είναι καινοτόμος, δεν καθιστά το φιλμ καλό.

Αν και θα εκτιμήσετε την προσπάθεια, θα βρείτε ίσως και κάποιες απολαύσεις, το έργο είναι ένα δυομισάωρο ανιαρό πράγμα. Ο Joaquin Phoenix παίζει τον Larry `Doc` Sportello, έναν διαρκώς μαστουρωμένο ιδιωτικό ντετέκτιβ, ο οποίος αποφασίζει να βοηθήσει την πρώην του. Εκείνη είναι ερωτευμένη με έναν μεγιστάνα ακινήτων, του οποίου η σύζυγος θέλει να τον κλείσει σε ψυχιατρικό ίδρυμα, έτσι ώστε να μπορεί να εκμεταλλευτεί τα εκατομμύρια του. Στα χαρτιά αυτό ακούγεται σαν ένα πρώτης τάξεως δέλεαρ για μια ιστορία που θα μας οδηγήσει, μέσα από πολλές ανατροπές, σε μια τεράστια υπόθεση διαφθοράς. Όμως, αν και θαυμάσια κινηματογραφημένο από τον ταλαντούχο Robert Elswit (εξαιρετική φωτογραφία και στο επίσης φετινό «Νυχτερινός Ανταποκριτής»), ο Anderson τιμά στο 100 τοις εκατό τον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα του, ξεχνώντας όμως πλήρως το ακροατήριό του.

Παρά το γεγονός ότι το «Έμφυτο Ελάττωμα» διαθέτει όλα τα στοιχεία που σε έκαναν να αγαπήσεις τις προηγούμενες ταινίες του σκηνοθέτη, εδώ τα πράγματα είναι εξαιρετικά πληκτικά. Χαρακτήρες παρουσιάζονται με φαινομενικά κανένα κίνητρο ή αποτέλεσμα, για να εξαφανιστούν στα επόμενα λεπτά. Μιλάμε για ένα οργανωμένο χάος που χωράει μέσα του ναρκωτικά που προκαλούν παράνοια, θεωρίες συνωμοσίας, τον Charles Manson, τους ναζί, τη μόδα του 1970, τους μπάτσους και μια βάρκα που ονομάζεται The Golden Fang. Είναι πάρα πολλά για μία ταινία. Ίσως μια τηλεοπτική εκπομπή να λειτουργούσε καλύτερα, αλλά στο πλαίσιο των περιορισμών των δύο ωρών επικρατεί ένα πανδαιμόνιο το οποίο και δεν θα θέλετε, αλλά και δύσκολα θα ακολουθήσετε. Είναι τόσο ζωτικής σημασίας η κάθε λέξη που μουρμουρίζει ο Phoenix, που αν χάσετε ένα κόμμα, έχετε χάσει το παιχνίδι με αποτέλεσμα οι επόμενες ώρες να φαντάζουν αιώνιες. Για τους λάτρεις του βιβλίου δεν ξέρω αν αυτό είναι ικανοποιητικό, αλλά κινηματογραφικά είναι απογοητευτικό.

Πραγματικά, μου είναι δύσκολο που τα γράφω αυτά μια και έχω μεγάλο σεβασμό και θαυμασμό για τον Anderson. Εδώ όμως δημιουργεί ένα χάλι. Περίπλοκο, παράλογο και δημιουργημένο μόνο για να κάνει τον ίδιο να μοιάζει πιο έξυπνος από ό,τι πραγματικά είναι και δίχως να υπολογίζει το κοινό που παρακολουθεί. Κρίμα.

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2015

The SpongeBob Movie: Sponge Out of Water [3/5]


Αποτελώντας εγγύηση για παιδική (και όχι μόνο) κωμωδία κινουμένων σχεδίων από το 1999, ο «Μπομπ Σφουγγαράκης» αποτελεί πλέον ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ποπ κουλτούρας. Λέγοντας αυτό, είμαι στην ευχάριστη θέση να σας αναφέρω ότι ο μικρός πορώδης τύπος δεν θα απογοητεύσει τους οπαδούς του στη δεύτερη περιπέτεια του στη μεγάλη οθόνη. Σκηνοθετημένο και γραμμένο (μαζί με άλλους τρεις) από τον Paul Tibbitt, η ταινία εστιάζει σε ένα παλιό ζήτημα για τον Βυθό του Μπικίνι, την κλοπή και το μυστήριο για το πού πήγε η συνταγή του Καβουροπάτυ. Η απώλεια της οδηγεί σε ένα υποθαλάσσιο χάος που αναγκάζει τους ήρωες να βγουν μέχρι την επιφάνεια.

Το πρώτο πράγμα που θα εκτιμήσει κανείς βλέποντας την ταινία είναι η επιμονή να διατηρήσει την 2D εμφάνιση για το μεγαλύτερο μέρος της διάρκειας της. Το μάρκετινγκ και οι αφίσες μπορεί να προβάλλουν μια πιο ψηφιακή 3D περιπέτεια, η οποία όμως στην πραγματικότητα δεν λαμβάνει χώρα παρά μόνο στο τέλος της ταινίας και για λίγο, κάτι που βρήκα πολύ θετικό. Ακόμα ένα στοιχείο που απολαμβάνεις παρακολουθώντας την είναι πόσο αμέριμνος και πολύχρωμα διασκεδαστικός είναι ο κόσμος του Μπομπ Σφουγγαράκη. Παρόλο που τα προφανή αστεία και το χονδροειδές χιούμορ δεν λείπουν, κλείνοντας το μάτι σε ένα μεγαλύτερο ηλικιακά κοινό, το εν λόγω έργο διαθέτει έξυπνο χιούμορ για όλες τις ηλικίες και όλα τα γούστα.

Υπάρχουν φυσικά και οι πτυχές της ταινίας που δεν λειτουργούν και αφορούν κυρίως τα live-action στοιχεία της. Ο Antonio Banderas ως ο πειρατής Burger-Beard είναι αρκετά αντιπαθητικός, ενοχλητικός και ας μην γελιόμαστε άχρηστος σαν χαρακτήρας. Καταλαμβάνοντας ένα μεγάλο μέρος του χρόνου, εκείνος και οι γλάροι το μόνο που καταφέρνουν, με τα όχι και τόσο επιτυχημένα αστεία τους, είναι να σε πετάνε έξω από την πλοκή που ούτως ή άλλως έχει πρόβλημα από μόνη της. Διαθέτοντας απλότητα στο σημείο της σύγχυσης, η ταινία αποφασίζει στα μέσα του έργου να το γυρίσει στην «τρέλα», οδηγώντας το φιλμ σε μια ψυχαγωγική μεν, αλλά άνιση εμπειρία.

Αφήνοντας τις επικρίσεις στην άκρη και με πλήρη εντιμότητα, το συμπέρασμα είναι ότι το «Μπομπ Σφουγγαράκης: Εξω απ`τα Νερά του» είναι επιτυχία σε μεγάλο βαθμό χάρη στην αφοσίωση στο πρωτότυπο. Οι φωνές είναι υπέροχες, το animation είναι οπτικά τέλειο και η κωμωδία είναι τόσο απολαυστική όσο περιμένεις. Αν είστε οπαδός της τηλεοπτικής εκπομπής, θα την καταευχαριστηθείτε. Αν δεν είστε εξοικειωμένοι, είναι πιθανό το έργο να μην σας κερδίσει, καθώς είναι απαρέγκλιτα πιστό στις ρίζες του.

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

Fifty Shades of Grey [2/5]

Για όσους δεν το γνωρίζουν, το «Πενήντα Αποχρώσεις του Γκρι» είναι ένα ερωτικό μυθιστόρημα, γραμμένο από μια νοικοκυρά και διαβασμένο (με βάση τις πωλήσεις) από 100 εκατομμύρια κόσμο. Δεδομένης της απήχησής του, υπάρχουν πολλοί λάτρεις και οπαδοί και άλλοι τόσοι «haters» και επικριτές του. Προσωπικά, μην έχοντας διαβάσει το βιβλίο, αλλά γνωρίζοντας πλήρως τι πάω να δω, το συναίσθημα που είχα μετά το τέλος της προβολής ήταν έκπληξη. Και αυτό γιατί (αν δεν πας προκατειλημμένος) το έργο που θα παρακολουθήσεις δεν είναι κακό. Σαφέστατα δεν μιλάμε για αριστούργημα, αλλά στο πλαίσιο του είδους της έχουμε να κάνουμε με μια ιδιάζουσα κι ενδιαφέρουσα ταινία.

Κρίνοντας την πηγή αναφοράς που είχαν, τα εύσημα πρέπει πρώτα-πρώτα να δοθούν στη σκηνοθέτιδα της ταινίας, Sam Taylor-Johnson, και στη σεναριογράφο, Kelly Marcel. Οι δυο τους κατάφεραν και μετέφεραν το βιβλίο στον κινηματογράφο με τέτοιο τρόπο που όχι μόνο λειτουργεί, αλλά σου παρέχει και μια υποβόσκουσα ευαίσθητη ιστορία αυτοανακάλυψης που σε ιντριγκάρει. Πέρα από αυτούς τους δυο, το πρωταγωνιστικό δίδυμο είναι το μεγαλύτερο προσόν της ταινίας. Οι Jamie Dornan και Dakota Johnson είναι εξαιρετικοί. Διαθέτοντας μια χημεία που είναι εμφανέστατη από την πρώτη κιόλας σκηνή, ερμηνευτικά και οι δυο τους τα καταφέρνουν περίφημα. Η Johnson καταφέρνει να σηκώσει στην πλάτη της τον δύσκολο ρόλο της, τόσο σωματικής όσο και συναισθηματικής έκθεσης στον φακό, χωρίς δυσκολία. Ο δε Dornan, πίσω και πέρα από την ομορφιά του, καταφέρει και προσδίδει στον χαρακτήρα του μια εσωτερική πάλη η οποία περνάει στο κοινό και σε κάνει να εμπλακείς.

Το πρόβλημα όμως είναι ένα και το εξής: για ένα βιβλίο που θεωρείται τόσο έντονο και γεμάτο με σεξ, το ομώνυμο «Πενήντα Αποχρώσεις του Γκρι», η ταινία δεν πείθει. Είναι μεν τολμηρή, πάντοτε στα πλαίσια μιας mainstream στουντιακής παραγωγής, αλλά και με γνώμονα την εταιρία αξιολόγησης των ταινιών στην Αμερική (MPAA), αλλά δεν είναι αυτό που (αναγνώστες και μη) θα ήλπιζαν. Ένα επεισόδιο του «Sex and the City» είναι πιο R-rated. Θα μου πείτε, εκεί είναι το πρόβλημα, το πόσο γυμνό δείχνει; Και όμως ναι! Για μια ταινία που έχει πλασαριστεί με τον τρόπο που έχει πλασαριστεί, αν δεν σου παρέχει έστω και το ελάχιστο αυτού… ποιο το νόημα; Αν ήθελα να δω μια ρομαντική κωμωδία με μια δόση ήπιου ερωτικού δράματος, θα έβλεπα κάτι άλλο. Δεν βλέπουμε ποτέ ιδρώτα να κυλάει στα κορμιά των πρωταγωνιστών, ούτε κάποιον να φτάνει σε οργασμό. Όλα είναι με το σταγονόμετρο. Και το χειρότερο, αν αναλογιστούμε ότι μιλάει για έναν σεξουαλικό κόσμο που δεν συναντάς συχνά, τότε το έργο μοιάζει τρομερά ανεκμετάλλευτο.

Σε κάθε περίπτωση, μιλάμε για ένα κομμάτι της pop κουλτούρας του σήμερα, φτιαγμένο να καταναλωθεί και να συζητηθεί, το οποίο θα σου πρότεινα να δεις για να σχηματίσεις άποψη. Η δικιά μου είναι μάλλον θετική.

A Girl Walks Home Alone at Night [2.5/5]

Το «Ένα Κορίτσι Γυρίζει Σπίτι Μόνο του τη Νύχτα» εξελίσσεται σε μια φανταστική πόλη στο Ιράν ονομαζόμενη Bad City, με δρόμους άνευ ζωής και με τους κατοίκους της να είναι είτε τοξικομανείς κλεισμένοι στα σπίτια τους, είτε πλούσιοι περιφραγμένοι στις οικίες τους. Κάπου εκεί υπάρχει κι ένα ποτάμι γεμάτο πτώματα. Και κάθε βράδυ, μια κοπέλα, ντυμένη με ένα hijab, περιφέρεται στου δρόμους. Πολύ ενδιαφέρουσα υπόθεση, είναι όμως και η ταινία καλή;

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η ταινία της Ana Lily Amirpour είναι cool. Από την ασπρόμαυρη φωτογραφία μέχρι την electro-pop μουσική επένδυση της, όλα συνθέτουν μια επαναστατική, arty ατμόσφαιρα που θέλοντας και μη θα σε κερδίσει. Κάθε κάδρο της είναι τόσο προσεκτικά κι εξαιρετικά επιμελημένο που φτάνεις σε σημείο να θέλεις να πατάς συνεχώς pause για να την εκτιμήσεις στο έπακρο. Επηρεασμένη ξεκάθαρα από το «Άσε το Κακό να Μπει» αλλά και το «Eraserhead» στο στυλ, η σκηνοθέτης προτιμάει, αντί να διαθέτει εξάρσεις του gore ή αόριστα σασπένς, να φτιάξει μια ήρεμη indie ταινία εκμεταλλευόμενη όλη την κινηματογραφική μαεστρία που διαθέτει. Καταφέρνει και δημιουργεί, λοιπόν, μια ταινία άκρως ενδιαφέρουσα οπτικά αλλά όχι κατ` ανάγκην σημαντική.

Αυτό συμβαίνει γιατί πέρα από το cool χρειάζεται και ουσία. Τα στοιχειώδη συστατικά του σεναρίου λειτουργούν κυρίως ως ένα όχημα προκειμένου να γυριστεί η ταινία σε αυτό το ύφος, και όχι γιατί θέλει να πει κάτι μέσω των χαρακτήρων. Μπορώ να καταλάβω τη διατήρηση της κεντρικής ηρωίδας ως ένα μεγάλο σιωπηλό αίνιγμα, ακόμα κι αυτό όμως είναι έτσι καμωμένο που λειτουργεί μειονεκτικά και κάνει το φιλμ να περπατάει χωρίς να ξέρει τι θέλει να είναι. Αυτή η ασάφεια επεκτείνεται και στην πολιτική του έργου. Το να βάλεις απλά ένα κορίτσι βαμπίρ στο Ιράν ναι μεν χορηγεί στην ταινία μια πολιτική διάσταση, αντιστρέφοντας τις προσδοκίες της θηλυκότητας αλλά και της θέσης των γυναικών σε ένα θεοκρατικό ισλαμικό κράτος, αλλά αυτό από μόνο του δεν αρκεί. Χρειάζεσαι και κάποια πλοκή, με την οποία ο θεατής θα μπορέσει να εμπλακεί.

Συνοψίζοντας, το «Ένα Κορίτσι Γυρίζει Σπίτι Μόνο του τη Νύχτα» αξίζει να το δει κάνεις γιατί θα εκτιμήσει το στυλ και θα είναι παρών στην πρώτη σκηνοθετική προσπάθεια μιας πολλά υποσχόμενης φωνής. Ωστόσο, βγαίνοντας από την αίθουσα, η έλλειψη κάτι πρωτότυπου και ουσιώδους θα σε κάνει να αισθάνεσαι πως η ταινία είναι ημιτελής.

Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2015

Jupiter Ascending [2/5]

Προσπαθώντας να βάλω τον εαυτό μου στη θέση άλλων, θα έλεγα ότι θα υπάρξουν πολλοί που θα τη μισήσουν. Παρόλα αυτά, εγώ κλίνω προς την πλευρά αυτών (ίσως λίγων) που τους άρεσε η ταινία. Δεν ξετρελάθηκα βέβαια, γιατί αντικειμενικά μιλάμε για μέτρια πράγματα. Σίγουρα αρκετά από αυτά (τα ειδικά εφέ, η δράση, η καλλιτεχνική διεύθυνση) είναι φανταστικά. Αλλά η ταινία κάνει ελάχιστα για να αναπτύξει τον δικό της χαρακτήρα πέρα από τα αρχέτυπα και το σενάριο μοιάζει ικανοποιημένο στο να είναι, στην καλύτερη περίπτωση, μέτριο.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Όταν το «Πεπρωμένο της Τζούπιτερ» άλλαξε ημερομηνία κυκλοφορίας από το καλοκαίρι του 2014 στον Φεβρουάριο του 2015, η Warner Bros εξέδωσε μια δήλωση υποστηρίζοντας ότι οι σκηνοθέτες χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να ολοκληρώσουν τα πολλά ειδικά εφέ της ταινίας. Αυτή η εξήγηση ήταν, σε μεγάλο βαθμό, ύποπτη τότε, και ακόμα περισσότερο τώρα που έχουμε δει το τελικό προϊόν. Το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι μόλις είδε η εταιρία παραγωγής το υλικό που έχει στα χέρια της, πιθανόν να φρίκαρε. Η μετακίνηση του όμως δεν κατάφερε τίποτα παρά να δώσει στο έργο μια κακή φήμη και ακόμη λιγότερες πιθανότητες να πετύχει. Από πλευράς μου, δεν θα υπήρχε τίποτα πιο ευχάριστο από το να σας πω ότι η ταινία είναι κατά πολύ ανώτερη από το πρώιμο αρνητικό buzz, και πως πρόκειται για ένα sci-fi έργο που προορίζεται να γίνει κλασικό τα επόμενα χρόνια. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Στην καλύτερη περίπτωση, το «Πεπρωμένο της Τζούπιτερ» είναι το όνειρο κάθε λάτρη του camp.

Βλέποντάς τη, θα χαρακτήριζα την ταινία ως έναν μεγάλου προϋπολογισμού ψυχαγωγικό ανεμοστρόβιλο με λανθασμένες κρίσεις κι αποφάσεις. Και αυτό γιατί το έργο, παρόλα τα λάθη του, είναι μαγευτικό, επιδέξια χορογραφημένο και άκρως διασκεδαστικό στην παρακολούθηση του. Τα αδέλφια Wachowski έχουν ένα τεράστιο ταλέντο στο να δημιουργούν συγκλονιστικούς κόσμους που μοιάζουν πλήρεις κι ολοκληρωμένοι. Εδώ έχουν δημιουργήσει ένα τεράστιο sci-fi σύμπαν που παρόμοιο δεν έχουμε δει εδώ και πάρα πολύ καιρό. Δεν καινοτομεί με τον τρόπο που οι ταινίες των αδελφών Wachowski έχουν καταφέρει στο παρελθόν, αλλά δεν σταματάει ποτέ να προσπαθεί να μας εντυπωσιάσει. Από τη γεμάτη δράση μονομαχία πάνω από την πόλη μέχρι τον, από άποψη σκηνικών και κοστουμιών, τρομερά επιμελημένο βασιλικό γάμο, η ταινία σαγηνεύει οπτικά. Είναι σαφές ότι η φιλοδοξία τους εκτείνεται πέρα από τα όρια αυτής της μίας ιστορίας. Έχουν ξεκάθαρα ως στόχο τη δημιουργία ενός μοναδικού σύμπαντος και, κατά την εκτίμησή μου, το κατάφεραν.

Είναι κρίμα λοιπόν που αυτή η φιλοδοξία σπαταλιέται σε μια ιστορία που δεν εκμεταλλεύεται τίποτα. Η ιδέα με την οποία καταπιάνονται, αν και διαχρονική, δεν καταφέρνει να αποδώσει τα απαραίτητα αφού το σενάριο με το οποίο προσπαθούν να υφάνουν αυτή την ιδέα θα έλεγε κανείς ότι είναι ανύπαρκτο. Εμπλουτισμένο με χαρακτήρες που έχουν ως μοναδικό σκοπό να μας εισάγουν, με καρικατουρίστικο τρόπο, στον κόσμο που ξεδιπλώνεται μπροστά μας, το «Πεπρωμένο της Τζούπιτερ» μοιάζει άψυχο και κενό συναισθηματικά. Δεν υπάρχει τίποτα που να σε κρατήσει και να σε κάνει να ενδιαφερθείς. Χωρίς αξιόλογο πληθυσμό και σκοπό, όμως, αυτός ο ιδιαίτερα εντυπωσιακός κόσμος παραμένει καταστροφικά άδειος. Όλα αυτά βέβαια έχουν αντίκτυπο και στους ηθοποιούς. Ο Tatum είναι σε όλη τη διάρκεια στωικός και υπάκουος έχοντας ανάγκη από μια προσωπικότητα. Ενώ η Kunis τραβιέται από εδώ κι από εκεί έχοντας συνεχώς την ίδια ήρεμη και μη-εντυπωσιασμένη φάτσα λες και δεν συμβαίνουν όλα αυτά τα απίστευτα πράγματα σε αυτήν. Ο Eddie Redmayne είναι ακατανόητα παράξενος και ανά στιγμές αστείος ενώ δεν θα έπρεπε. Οι Douglas Booth και Tuppence Middleton περνούν απαρατήρητοι, ενώ η Gugu Mbatha-Raw του «Belle» σπαταλιέται παντελώς στον ανύπαρκτο ρόλο της Famulus (!!).

Συμπερασματικά, αν η ταινία ήταν ελάχιστα περισσότερο επικεντρωμένη στους χαρακτήρες, τότε πιστεύω ότι θα μιλούσαμε για μια σύγχρονη κλασική sci-fi ταινία. Με το αποτέλεσμα που έχουμε στα χέρια μας, όλα τα παραπάνω συμπυκνώνονται σε δύο ερωτήματα: 1) Είναι το «Πεπρωμένο της Τζούπιτερ» εντελώς μουρλό; Σίγουρα. 2) Θα περάσετε ωραία βλέποντας το; Εφόσον είστε εντάξει με την απάντηση στο πρώτο ερώτημα, δεν βλέπω γιατί όχι.

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2015

Whiplash [4.5/5]

Συναρπαστική και ενοχλητική σε ίσα μέρη, η θαυμάσια ταινία του Damien Chazelle για έναν νεαρό ντράμερ της τζαζ με εμμονή προς το μεγαλείο αλλά και τον σαδιστικό δάσκαλό του, που τον σπρώχνει στο χείλος του γκρεμού, είναι μία από τις καλύτερες της χρονιάς. Διαβάζοντας την υπόθεσή του, μπορεί να σου είναι δύσκολο να σκεφτείς πώς ένα έργο για έναν καθηγητή και τον μαθητευόμενό του θα μπορούσε να είναι αγχωτικό, να σε κρατάει σε εγρήγορση και να είναι πέρα για πέρα συναρπαστικό. Ωστόσο, αυτό ακριβώς είναι το «Χωρίς Μέτρο», ένα έργο που θα κάνει τις καρδιές σας να χτυπάνε τόσο γρήγορα όσο και οι έντονες τυμπανοκρουσίες.

Σε τεχνικό επίπεδο είναι τόσο άρτια που βλέποντας τη δεν θα καταλάβετε ότι είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους προσπάθεια του σκηνοθέτη. Η γρήγορη κινηματογράφησή της και το τολμηρό μοντάζ της αξίζουν ατελείωτους επαίνους. Η φωτογραφία της αλλάζει με συνέπεια μεταξύ κρύας αποστασιοποίησης και ζεστής οικειότητας, μια αντιπαράθεση που αποδεικνύεται απολύτως ακαταμάχητη. Οι ερμηνείες, δε, είναι βγαλμένες από άλλον πλανήτη. Ο Teller χτυπά τα τύμπανα με το πάθος ενός δαιμονισμένου, παραδίδοντας μια τρισμέγιστη ερμηνεία. Όσο για τον Simmons, η απόδοσή του δεν μπορεί να περιγραφεί. Σε αιχμαλωτίζει από την πρώτη στιγμή που θα εμφανιστεί και παραμένεις σαγηνευμένος με κάθε μικρή έκφραση του προσώπου και κίνηση του χεριού του. Ο τρόπος που μετατρέπεται από βίαιο θύτη σε έναν ευγενικό άνθρωπο είναι εντυπωσιακός. Μιλάμε για έναν ρόλο ζωής και μια δίκαιη πιθανή βράβευση με Όσκαρ.

Εκείνο όμως που εκτοξεύει την ταινία σε άλλα επίπεδα είναι το σενάριό της. Τι τιμή έχει η δημιουργική επιτυχία; Τι αντίτιμο έχει το προσωπικό επίτευγμα; Πόσο πολύ πρέπει να ωθήσει -ή να απομακρύνει τους γύρω του- ένας καλλιτέχνης για να επιτύχει το μεγαλείο; Αυτά είναι κάποια από τα ενδιαφέροντα ερωτήματα που υπάρχουν στην καρδιά του «Χωρίς Μέτρο». Εύκολες απαντήσεις δεν υπάρχουν και οι σκληρές, χωρίς να είναι ιδιαίτερα ευχάριστες, είναι αναζωογονητικά ειλικρινείς. Δεν πίστευα ποτέ ότι η μουσική θα μπορούσε να περιλαμβάνει τόσο αίμα, ιδρώτα και δάκρυα. Δεν είχα ιδέα ότι απαιτεί τόσο σωματική και πνευματική αφοσίωση. Ο Chazelle διορθώνει αυτές τις παρανοήσεις με τρόπους που από τη μια θα πιάνεται η αναπνοή σας και, στη συνέχεια, θα επευφημείτε. Αλλά ακόμα κι αν δεν πιαστείτε εξολοκλήρου από την πρωτοτυπία αυτού που βλέπετε, το έργο θα σας προκαλέσει να επανεξετάσετε τη στάση σας, τόσο προσωπικά όσο και κοινωνικά, σε πολλά πράγματα. Θα βγείτε από την αίθουσα αναρωτώμενοι: είμαστε μάρτυρες υπερβολικά ακραίων καταστάσεων, ή εντελώς απαραίτητων;

Οι λέξεις πραγματικά δεν μπορούν να περιγράψουν τον τρόμο, την ένταση και την άγρια δύναμη της ταινίας στην οποία η φιλοδοξία κι ο εκφοβισμός πάνε πακέτο. Μιλάμε για ένα καταστροφικό πορτρέτο δύο ανθρώπων, των οποίων η δυναμική είναι μια απόλαυση να την παρακολουθείς. Η σχέση τους κρατά το κοινό προσκολλημένο στην οθόνη μιας και είναι δύσκολο να μαντέψει τι θα συμβεί στη συνέχεια. Ο Chazelle έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια υποδειγματική ταινία, με άφθονους λόγους να την επαινέσεις και κανέναν για να την επικρίνεις.