Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Tomorrowland [2.5/5]

Η «Χώρα του Αύριο» είναι μια αισιόδοξη ταινία για έναν βαθιά κυνικό κόσμο. Ενώ τα περισσότερα sci-fi έργα καταναλώνουν τον χρόνο τους απεικονίζοντας μια ζοφερή και σκοτεινή εκδοχή του μέλλοντος, το έργο της Disney θέλει να προσβλέπουμε στο μέλλον με θαυμασμό και ενθουσιασμό. Ο σκηνοθέτης Brad Bird κι ο σεναριογράφος Damon Lindeof πιστεύουν ξεκάθαρα σε αυτά τα ιδεώδη και τα εισάγουν σε κάθε σκηνή της Tomorrowland. Σαφώς και είναι ένα σπουδαίο μήνυμα που θα μπορούσε να κινητοποιήσει μια νέα γενιά παιδιών να ασχοληθούν με την επιστήμη και τον κόσμο γύρω μας, αλλά όταν ολόκληρη η ταινία είναι ένα μεγάλο κήρυγμα για το πόσο φοβερή μπορεί να είναι η αισιοδοξία, τότε αρχίζει να υπάρχει πρόβλημα.

Στην πρώτη ώρα και βάλε, το φιλμ σε γοητεύει πλήρως. Είναι διασκεδαστικό, οπτικά τολμηρό, διαθέτει μεγάλες στιγμές, ισχυρές ερμηνείες και έναν φανταστικά φτιαγμένο κόσμο. Καθώς προχωράει όμως γίνεται όλο και λιγότερο ελκυστικό, καταλήγοντας να του λείπει ο θαυμασμός και η μαγεία που τόσο επιδέξια διέθετε στην αρχή. Κι αυτό οφείλεται στην αυστηρή κι οργανωμένη προσέγγιση με την οποία ο Bird διαχειρίζεται τα πάντα προκειμένου να περάσει το μήνυμα του. Για ακόμη μία φορά, να ξεκαθαρίσω ότι το μήνυμα των Bird και Lindelof δεν είναι κακό. Είναι καλό να σκέφτεσαι θετικά, αλλά δεν είναι το κλειδί για να σώσεις τον κόσμο. Η -κατά αυτό τον τρόπο- παρουσίασή του οδηγεί αυτομάτως στο γεγονός ότι για να απολαύσει κάποιος θεατής πραγματικά το έργο, θα πρέπει να χάψει ορισμένα πράγματα που παρά τις καλύτερες προσπάθειες, δεν είναι πάντα εφικτό.

O Bird θυσιάζει πολλά πράγματα που θα μπορούσαν ενδεχομένως να έχουν ενδιαφέρον, υπέρ της εξεύρεσης τρόπων για να μεταδώσει το νόημα που θέλει καταστρέφοντας τον ρυθμό του φιλμ. Με τον οπτιμισμό και τον πεσιμισμό να εναλλάσσονται συνεχώς, ορισμένες σκηνές φέρουν ένα επίπεδο ωριμότητας που είναι αρκετά περίεργο, ενώ άλλες είναι ανόητα διασκεδαστικές με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο να παραμείνεις εμπλεκόμενος με όσα διαδραματίζονται στην οθόνη. Επιπροσθέτως, θίγοντας μεγάλα ηθικά ζητήματα και με μια τρίτη πράξη σκοτεινή και αρκετά βαριά για μεγάλους, πόσο μάλλον για παιδιά, το «Η Χώρα του Αύριο» δεν εγκαταλείπει ποτέ τις ερωτήσεις, τις οποίες θέτει διφορούμενες. Δεν είναι μια ταινία που ζητά από το κοινό να σκεφτεί τις επιπτώσεις μετά την αποχώρηση του από την αίθουσα. Πιστεύει λίγο-πολύ ότι γνωρίζει τις απαντήσεις και τις δίνει στο κοινό χωρίς πολλή σκέψη. Μέγα σφάλμα.

Αν και ελαττωματικό, η «Χώρα του Αύριο» φέρει μερικά πολύ ωραία κινηματογραφικά στοιχεία που αξίζει να αναφερθούν σε μια κριτική. Πρώτον, η οπτική παλέτα και ο σχεδιασμός παραγωγής της σου κόβουν την ανάσα. Σπαταλήθηκαν λεφτά και αυτό φαίνεται. Δεύτερον, το σκορ του Michael Giacchino είναι εξαιρετικό. Και τρίτον, η Robertson και κυρίως η Rafey Cassidy κάνουν εκπληκτική δουλειά και υποδύονται τους ρόλους τους με πολύ κέφι παραδίδοντας δυο αξιοσημείωτες ερμηνείες.

Με κάθε ειλικρίνεια, δεν ξέρω ακριβώς πώς αισθάνομαι για την «Χώρα του Αύριο». Απέχει πολύ από μια κακή ταινία και υπάρχουν μερικές φανταστικές σεκάνς, αλλά παραμένει ανολοκλήρωτη χάρη στον διδακτισμό της και την απροθυμία της να εμπιστευτεί το κοινό να κατανοήσει το μήνυμα της. Σίγουρα θεαματικό για να το δεις στον κινηματογράφο, αν θα το απολαύσεις είναι ένα άλλο ζήτημα.

Poltergeist [1/5)]

Ο κύριος λόγος ύπαρξης των ριμέικ είναι ο ίδιος λόγος για τον οποίο γυρίζονται οι περισσότερες ταινίες κάθε είδους: τα χρήματα. Δεν υπάρχει τίποτα λανθασμένο σε αυτή τη λογική, εφόσον οι σκηνοθέτες παρέχουν στους θεατές τη διασκεδαστική ή μη εμπειρία που πληρώνουν. Είναι επίσης πολύ ενδιαφέρον, όταν στις νέες εκδόσεις των ταινιών υπάρχουν κίνητρα εκτός από τα χρήματα, όπως, για παράδειγμα, την αναβάθμιση της ιστορίας για μια νέα γενιά χρησιμοποιώντας την πρόοδο της τεχνολογίας, ή ακόμα και την επανερμήνευση της πλοκής με σύγχρονες αντιλήψεις. Εάν δεν υπάρχει κανένα κίνητρο εκτός από το κέρδος, αυτό θα φανερωθεί στην οθόνη και, εντέλει, στο box-office. Επιπλέον, η αναπόφευκτη σύγκριση του πρωτότυπου με το καινούργιο θα είναι πιθανότατα θετική, αν ο συγγραφέας ή/και ο σκηνοθέτης έχει κάτι νέο να πει. Αν όχι, τότε το αποτέλεσμα είναι έργα όπως το «Πνεύμα του Κακού»…

Κανείς σε καμία δημιουργική ομάδα δεν θα έπρεπε να μπει στον κόπο ακόμη και να προσποιηθεί ότι έχει κάτι φρέσκο να προσθέσει που δεν ειπώθηκε πίσω στο 1982. Προς τιμήν του νέου «Poltergeist», πρέπει να παραδεχτώ ότι ξεκινάει τα ανατριχιαστικά γεγονότα πιο γρήγορα από ό,τι οι περισσότερες ταινίες τρόμου. Από εκεί και πέρα, όμως, το χάος. Με το σενάριο του έργου να ακολουθεί την πλοκή του πρωτότυπου πολύ στενά, το «Πνεύμα του Κακού» μοιάζει σαν μια ευσυνείδητα επαναδιατυπωμένη ταινία δημιουργημένη με ελάχιστη προσπάθεια, στην οποία οι όποιες αλλαγές γίνονται, κυμαίνονται από ασήμαντες σε αυτοκαταστροφικές.

Οι απόπειρες του Gil Kenan να αντιγράψει ή να αλλάξει τα πράγματα δεν προσθέτουν ούτε φέρνουν κάτι καινούργιο και φυσικά ωχριούν σε σύγκριση με τις εικονικές σκηνές του αρχικού. Η μεταβολή της οικονομικής τάξης της οικογένειας δεν χρησιμεύει πουθενά. Οι σύγχρονες συσκευές στο σπίτι (π.χ. κινητά τηλέφωνα) αν και επιτρέπουν στιγμές που θα μπορούσαν να ήταν φρέσκες και τρομακτικές, είτε εκμεταλλεύονται ελάχιστα, είτε χάνονται εντελώς. Οι χαρακτήρες αποδυναμωμένοι συμπεριφέρονται απρόσμενα μέσα στην πλοκή, κάνοντας πράγματα που δεν έχουν νόημα. Εκεί που κάποτε ήταν μια τρομακτική κούκλα κλόουν, τώρα υπάρχουν πολλές. Και ούτω καθεξής… Πράγματα που εγείρουν το ερώτημα: αν δεν επρόκειτο να δοκιμάσεις κάτι νέο ή διαφορετικό, τότε γιατί να μπεις στον κόπο να τα κάνεις όλα αυτά;

Τα προβλήματα με αυτή την ταινία πάνε και πέρα από μια δυσμενή σύγκριση με τον κινηματογραφικό πρόγονό του. Η νέα βερσιόν δεν είναι ενδιαφέρουσα, και το σημαντικότερο δεν είναι τρομακτική ή έστω ανατριχιαστική. Οι τρομάρες είναι προφανείς και η εξάρτηση της ταινίας από το CGI και τα κλισέ του στοιχειωμένου σπιτιού γίνεται κουραστική μετά από λίγο. Επιπροσθέτως, ο υπερφυσικός ερευνητής που κλασσικά έρχεται να δει τι τρέχει, είναι ένα τόσο φρικτό μπαγιάτικο αρχέτυπο των ταινιών τρόμου που δεν θα το πιστεύεις. Αν και δεν είναι το χειρότερο πράγμα που έχω δει ποτέ, το «Πνεύμα του Κακού» δεν παύει να είναι μια δυσάρεστη εμπειρία λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ταλέντα που συμμετέχουν θα μπορούσαν να θέσουν τις προσπάθειές τους αλλού, δημιουργώντας ένα πιο πρωτότυπο προϊόν. Μοναδική θετική πλευρά όλου αυτού είναι ότι πιθανόν θα κινητοποιήσει θεατές να ανακαλύψουν τις απολαύσεις που ο Hooper και ο Spielberg μάς παρείχαν πριν από τρεις δεκαετίες.

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2015

Escobar: Paradise Lost [3/5]

Αν αναμένετε να δείτε μια ταινία που εξιστορεί πραγματικά ποιος είναι ο Πάμπλο Εσκομπάρ και τι ακριβώς είναι αυτό που έκανε, τότε καλύτερα αναζητήστε κάποιο ντοκιμαντέρ. Το «Χαμένος Παράδεισος» είναι ένα καλό θρίλερ που δεν καταφέρνει επ` ουδενί να ικανοποιήσει τις προσδοκίες της αγγλικής ονομασίας του. Δεν είναι ούτε μια διερευνητική, σύνθετη μελέτη του χαρακτήρα ενός από τους πιο διαβόητους εμπόρους ναρκωτικών της Κολομβίας (Escobar), ούτε ένα, ασχολούμενο με βαριά ζητήματα, πλούσιο δράμα (Paradise Lost). Αντ` αυτού, το ντεμπούτο του Andrea Di Stefano είναι ένα διασκεδαστικό και άκρως πειστικό παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι, μεταξύ ενός αποκρουστικού κακού και του συζύγου της ανιψιάς του που έχει παγιδευτεί στη δίνη της κολομβιανής διαφθοράς.

Παρά το γεγονός όμως ότι το σενάριο δεν περιλαμβάνει το μέγεθος της βασιλείας του Εσκομπάρ, το έργο μια αγωνιώδη προσμονή για το τι θα γίνει σου την προκαλεί. Ομολογουμένως αυτό οφείλεται στον Di Stefano και στη σπουδαία δουλειά που κάνει στην ανάμειξη της δράσης, της προσμονής, του δράματος και του ρομαντισμού. Πολύ καλύτερος σκηνοθέτης απ` ό,τι σεναριογράφος, εκεί που η πλοκή παραγεμίζει και γίνεται ελάχιστα πιστευτή, εκείνος καταφέρνει και την κρατά ελκυστική για τον θεατή. Είναι εμφανές ότι ξέρει πώς να διατηρήσει την ιστορία αγάπης του ενδιαφέρουσα με ένα συγκρατημένο οπτικό στυλ, μπορεί κι εμφυσά ρυθμό και ζωντάνια καθόλη τη διάρκεια του έργου και παράλληλα οδηγεί τους δυο πρωταγωνιστές του σε αξιοπρεπείς επιδόσεις. Από τη μια ο Del Toro υποδύεται με έναν δείκτης βάθους τον Εσκομπάρ, παρουσιάζοντάς μας και τις δύο πλευρές του. Η ισορροπία στην απεικόνιση του είναι ελκυστική και άκρως δελεαστική. Μια πολύ ωραία ερμηνεία πραγματικά. Από την άλλη, ο Hutcherson δίνει τον καλύτερο του εαυτό σε έναν ρόλο που και τη φήμη του ως ένας πολλά υποσχόμενος action-star εδραιώνει και μια ερμηνευτική δεινότητα αποκαλύπτει.

Δεν έχω να πω πολλά περισσότερα. Συμπυκνώνοντας το τι είναι σε μια φράση, θα έλεγα το εξής: το «Χαμένος Παράδεισος» είναι ένα αξιοπρεπές και αγωνιώδες θρίλερ εύκολα παρακολουθήσιμο, αν και λίγο ήπιο αναλογιζόμενοι το εκρηκτικό του θέματος του. Δείτε το!

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

Mad Max: Fury Road [4/5]

Και εκεί που νομίζαμε ότι η μανία του Χόλιγουντ με τα sequel/reboot έχει φθαρεί καταντώντας κάτι το άχρηστο, έρχεται μια ταινία να μας υπενθυμίσει ότι, μερικές φορές, μία ακόμα επίσκεψη σε έναν κινηματογραφικό κόσμο δεν είναι άσχημη. Αυτή είναι σίγουρα η περίπτωση για το «Mad Max: Ο Δρόμος της Οργής», το τέταρτο κατά σειρά «Mad Max» και το πρώτο μετά το «Μαντ Μαξ: Απόδραση από το Βασίλειο του Κεραυνού» του 1985.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η τέταρτη συνέχεια της σειράς «Mad Max» επρόκειτο να ξεκινήσει την παραγωγή της το 2001. Μια σειρά γεγονότων, όπως οι οικονομικές δυσκολίες μετά την 11η Σεπτεμβρίου, αλλά και το ζήτημα της ασφάλειας των γυρισμάτων στη Ναμίμπια, έφεραν ως αποτέλεσμα το έργο να ξεκινήσει τα γυρίσματα τον Ιούλιο του 2012. Τέτοια ταραγμένη ιστορία παραγωγής αποτελεί συχνά μια καταστροφική για το έργο φήμη, αλλά ευτυχώς το «Mad Max: Ο Δρόμος της Οργής» ανταποκρίνεται και με το παραπάνω στο hype του. Οι λόγοι πολλοί…

Πρώτος ο George Miller. Αφού πέρασε τις τελευταίες δεκαετίες στην παραγωγή και στη σκηνοθεσία ταινιών όπως το «Μπέιμπ: Το Μικρό Γουρουνάκι στη Μεγάλη Πόλη» και το «Happy Feet», πρέπει να παραδεχτούμε ότι είναι ωραίο να τον βλέπεις να επιστρέφει στις ρίζες του, σκηνοθετώντας ακόμα μια ταινία «Mad Max». Μπορεί να έχουν περάσει 30 χρόνια και ο Mel Gibson να μην παίζει πλέον τον οδηγό πολεμιστή, η επιδεξιότητα και η τεχνική εμπειρογνωμοσύνη του Miller όμως σε αυτό το είδος μετα-αποκαλυπτικής δράσης δεν έχει σκουριάσει. Αντ` αυτού, καλύτερος από ποτέ, αποδεικνύει ότι εξακολουθεί να είναι από τους κορυφαίους σκηνοθέτες δράσης, κάνοντας τους περισσότερους ομοϊδεάτες δημιουργούς της σημερινής γενιάς να ντρέπονται. Χάρη στην επιμονή του να κινηματογραφεί τις σκηνές δράσης όσο πιο πρακτικά γίνεται με όσο το δυνατόν περισσότερα stunt κι αληθινές τοποθεσίες, δημιουργεί, μαζί με τον βοηθό σκηνοθέτη και υπεύθυνο συντονιστή των κασκαντέρ Guy Norris, μια εκπληκτική κινηματογραφική ταινία, όπου η δράση πραγματικά αποδίδει.

Συνεχίζοντας, τα σχεδιαστικά στοιχεία σε όλους τους τομείς είναι καταπληκτικά: τελεία και παύλα. Ένας ολόκληρος κόσμος έχει δημιουργηθεί για την απόλαυση μας. Τα σκηνικά, το μακιγιάζ, η σωστή χρήση του CGI, όλα εξυπηρετούν ένα μεγαλύτερο όραμα με λεπτομέρεια κι ακρίβεια. Ξεχωριστή αναφορά πρέπει να γίνει στα κοστούμια της Jenny Beavan, μια και κάθε χαρακτήρας ορίζεται ολοκληρωτικά από ό,τι αυτός ή αυτή φοράει. Όπως επίσης και στην επική φωτογραφία του John Seale, του οποίου η διακριτική χρήση του πορτοκαλί και τιρκουάζ χρώματος κατά τη διάρκεια της ημέρας και της νύχτας είναι μαγευτική. Ενώ, τέλος, η μουσική του Junkie XL ταιριάζει απόλυτα με την ένταση της ταινίας.

Φυσικά, ένας τεράστιος λόγος επιτυχίας του έργου είναι και οι ηθοποιοί του. Ως ο νέος Max Rockatansky, ο Tom Hardy διαθέτει το μείγμα γοητείας κι άγριων χαρακτηριστικών που ταιριάζουν στον χαρακτήρα. Αν και υπο-χρησιμοποιημένος στο φιλμ, δίνει τον καλύτερο του εαυτό και ανταπεξέρχεται άψογα στον σωματικά απαιτητικό ρόλο του. Δίπλα του η Charlize Theron ως Furiosa. Για δεύτερη φορά, ο Miller καταφέρνει και δημιουργεί με επιτυχία έναν ισχυρό γυναικείο χαρακτήρα, με τη Theron να τον αποδίδει με τη κατάλληλη ποσότητα τσαγανού και ωμής συγκίνησης. Είναι τόσο εξαιρετική η ερμηνεία της που κοντράρει επάξια την Ellen Ripley της Sigourney Weaver και τη Sarah Connor της Linda Hamilton. Ο Hugh Keays-Byrne δεσπόζει σχεδόν σε κάθε σκηνή που εμφανίζεται. Ο Nicholas Hoult είναι πολύ καλός και καθώς η ιστορία του εξελίσσεται, καταφέρνει και σε κερδίζει όλο και περισσότερο. Ενώ, τέλος, ο Miller διασφαλίζει ότι τα τέσσερα μοντέλα που μετατράπηκαν σε ηθοποιούς (Rosie Huntington-Whiteley, Zoe Kravitz, Riley Keough, Abbey Lee και Megan Gale) λάμπουν αξιοθαύμαστα με αξιόλογες προσωπικότητες.

Στο σύνολο του, λοιπόν, ο «Δρόμος της Οργής» του Miller τα έχει όλα στην καλύτερη εκδοχή τους. Αφήστε τους «Avengers» και τους «Furious» στην άκρη και κάντε χώρο για μια τολμηρή κι οπτικά εντυπωσιακή περιπέτεια βίας και χάους που απαιτεί πολλαπλές προβολές για να απορροφήσει κανείς όλα όσα συμβαίνουν στις γεμάτες, αλλά ποτέ υπερπλήρεις δύο ώρες διάρκειας της.