Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2015

Far from the Madding Crowd [2/5]

Παρόλο που έχει κυκλοφορήσει εδώ και 141 χρόνια, σχετικά λίγος κόσμος γνωρίζει πολλά για την ιστορία στην οποία βασίζεται η ταινία του Vinterberg «Μακριά από το Πλήθος». Γι` αυτό πριν την κριτική, θα ήθελα να εξετάσουμε εν συντομία το παρελθόν πίσω από την πλοκή του έργου. Πρώτα ο τίτλος: στα αγγλικά η λέξη «madding» σημαίνει τρελαμένο ή αν εκληφθεί ως συντομογραφία του «maddening» σημαίνει αγριεμένο. Ένας περίεργος τίτλος μετά τη θέαση ή το διάβασμα του βιβλίου, αφού παρόλο που η ιστορία λαμβάνει χώρα μακριά από πόλεις, ιδέες όπως η άσχημη ζωή στην πόλη ή η ανάγκη να ξεφύγουμε από την αστική ζωή, δεν έχουν καμία σχέση με την υπόθεση της ταινίας.

Ο τίτλος του μυθιστορήματος του Τόμας Χάρντι προέρχεται από ένα ποίημα του 1751 από τον Thomas Gray, που αναφέρεται σε ένα νεκροταφείο στην εξοχή μακριά από τη φασαρία του Λονδίνου. Ο βρετανός συγγραφέας και ποιητής του κινήματος του νατουραλισμού Τόμας Χάρντι δημοσίευσε το μυθιστόρημα του το 1874 σημειώνοντας την πρώτη σημαντική λογοτεχνική επιτυχία του. Από εκείνη τη χρονιά και μετά, το βιβλίο του Χάρντι θεωρείται ως ένα από τα πιο ρομαντικά που έχουν γραφτεί ποτέ, ενώ έχει εμπνεύσει τη δημιουργία μουσικών CD, θεατρικών έργων, όπερας, μπαλέτου και, φυσικά, πολλών ταινιών κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα. Πώς όμως αυτή η, συχνά ερμηνευμένη, ιστορία μπορεί να σταθεί στο σινεμά του σήμερα;

Η φετινή μεταφορά του στον κινηματογράφο ακολουθεί το βιβλίο του Χάρντι πολύ στενά. Το σενάριο επικεντρώνεται στην Bathsheba Everdene, μια δυναμική, έξυπνη κι ανεξάρτητη γυναίκα που εργάζεται ως αγρότισσα στην επαρχία της νότιας Αγγλίας. Οι γονείς της έχουν πεθάνει προ πολλού, αλλά εκείνη μπορεί κι ανταπεξέρχεται στις δυσκολίες της ζωής. Όταν ένας θείος στο Έσεξ πεθαίνει, αφήνει όλη την κληρονομιά του στην Bathsheba, η οποία αναλαμβάνει να μετατρέψει τη φάρμα του σε ένα από τα καλύτερα αγροκτήματα στην περιοχή. Μη φοβούμενη τον ανδροκρατούμενο περίγυρο της, αποφασίζει ότι είναι δικαίωμά της να παίρνει τις δικές της αποφάσεις προσδοκώντας την επιτυχία.

Η Bathsheba λοιπόν ήταν μια φεμινίστρια, πριν ακόμα ο κόσμος μάθει αυτό τι σημαίνει. Και αυτό από μόνο του είναι αρκετά ενδιαφέρον αν σκεφτεί κανείς πότε γράφτηκε το αρχικό υλικό. Υπό τη σκηνοθετική διεύθυνση του Thomas Vinterberg, το έργο είναι γυρισμένο με αξιοπρέπεια, παρέχοντας τις απαιτούμενες μεταβολές στη διάθεση μας, χωρίς ποτέ να γίνεται μελό. Εντυπωσιακό από οπτικής απόψεως, με πλάνα της αγγλικής υπαίθρου σε διάφορες ώρες της ημέρας και τη χρήση φυσικού φωτισμού στους εσωτερικούς χώρους που συχνά επιτρέπει μόνο τη θέαση των προσώπων των ηθοποιών, καταφέρνει και διατηρεί σε υψηλό επίπεδο το ενδιαφέρον σου από την αρχή μέχρι το τέλος. Παρόλα αυτά, δεν διαθέτει τίποτα που να σε εκπλήσσει. Χωρίς να υπερβαίνει, ούτε να πέφτει κάτω από τις προσδοκίες που έχουμε μπαίνοντας στην αίθουσα, είναι όμορφο στην παρακολούθηση, αλλά ποτέ συναρπαστικό.

Αν σπάσουμε την ταινία σε ένα πιο βασικό επίπεδο, το μυθιστόρημα του Χάρντι αναφέρεται σε δυο άτομα που γνωρίζονται και αρχίζουν να εμπιστεύονται ο ένας τον άλλο με πολύ αργούς ρυθμούς, ενώ τα πάντα γύρω τους αλλάζουν δραματικά. Το «Μακριά από το Πλήθος», όμως, είναι σαν να μη λειτουργεί ούτε σε αυτό το επίπεδο. Η ιστορία αγάπης είναι λες και είναι παγωμένη στον χρόνο, ενώ τα πάντα γύρω της κινούνται με ξαφνικά τραντάγματα. Και αυτό οφείλεται σε δύο λόγους. Ο πρώτος είναι η Carey Mulligan. Ούτε μία στιγμή δεν σου βγάζει ότι είναι μια αυθυπόστατη και δυναμική γυναίκα. Όσες σκηνές κι αν έχει που να διατάζει και να είναι δραστήρια μοιάζουν ψεύτικες και το χειρότερο τις ντύνει με ένα πέπλο ρομαντισμού, κάτι το οποία είναι μεγάλο λάθος για την ηρωίδα την οποία υποδύεται.

Ο δεύτερος και σημαντικότερος είναι το σενάριο του David Nicholls. Είναι ξεκάθαρο ότι υπάρχει συμπίεση του αρχικού υλικού, αφαιρώντας του κάθε είδος ψυχής και συναισθήματος, μετατρέποντας τις τραγωδίες σε ανούσιες ανατροπές. Κινούμενο βιαστικά από το ένα σημείο στο άλλο, το σενάριο προσφέρει λίγες στιγμές ανάσας στους χαρακτήρες πριν να έρθει το νέο πρόβλημα να βάλει φρένο στη ζωή τους. Με τη χρήση ενός λανθασμένου επαναλαμβανόμενου μοτίβου (πρόβλημα που ακολουθείται από προσωρινή λύση, που ακολουθείται από περισσότερα προβλήματα και λιγότερο ανεκτές λύσεις) δημιουργεί μια πλειάδα από σταθερά σκιαγραφημένους, αλλά αόριστα χρωματισμένους χαρακτήρες, των οποίων την ιστορία παρακολουθούμε χωρίς όμως να πολυ-νοιαζόμαστε.

Υπάρχει μια αόριστη αίσθηση σε όλο το φιλμ ότι ασχολείται με κάτι πραγματικά ουσιαστικό, χωρίς τίποτα να βγαίνει προς τα έξω προκειμένου να το λάβει ο θεατής. Κάνει σαν να πρόκειται να ζητήσει από τους θεατές να σκεφτούν, αλλά δεν τους δίνει κανένα κίνητρο για να το κάνουν. Το διακύβευμα δεν είναι αρκετά υψηλό, οι χαρακτήρες δεν είναι αρκετά πραγματικοί και η ιστορία δεν είναι αρκετά ισχυρή για να υποστηρίξει αυτό το είδος της ενδοσκόπησης. Ο καλύτερος τρόπος για να επαινέσω το «Μακριά από το Πλήθος», είναι χαρακτηρίζοντάς το διακριτικά αποτελεσματικό. Δείτε το, αλλά μην περιμένετε κάτι το σπουδαίο.

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Spy [4/5]

Οι κωμωδίες κατασκοπείας αποδεδειγμένα τείνουν να έχουν άντρες πρωταγωνιστές και το σημαντικότερο να επαναλαμβάνουν διάφορα κλισέ. Αυτό γίνεται γιατί ουσιαστικά αυτό που κάνουν είναι να παίρνουν τα χαρακτηριστικά μιας αποτελεσματικής ταινίας κατασκοπείας και να τα αντιστρέφουν προσπαθώντας να βγάλουν γέλιο με κάθε χαζομάρα. Με χαρά λοιπόν μπορώ να σας πω πως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στο «Spy», καθώς καταφέρνει κι αποφεύγει το συνηθισμένο, βρίσκοντας τη δική του πρωτότυπη και ξεκαρδιστική φωνή.

Αυτό που αρχικά εκπλήσσει είναι το γεγονός ότι η ταινία δεν είναι χτισμένη γύρω από υποθέσεις και συμπτώσεις. Πέρα από τα εννοιολογικά κι οπτικά αστεία που υπάρχουν σε αφθονία, το έργο καταφέρνει και βγάζει γέλιο κυρίως μέσω ενός έξυπνου και ξεκαρδιστικού σεναρίου που βασίζεται σε καταστάσεις που υπάρχουν μέσα σε μια συναρπαστική ιστορία. Ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Paul Feig καταφέρνει και φτιάχνει μια κωμωδία δυναμίτη, εγχέοντας μέσα σε αυτή μοναδικές ιδιότητες και τόση προσωπικότητα που δεν την κάνουν να είναι απλά μία ακόμα παρωδία των Bond ταινιών. Μεγάλου προϋπολογισμού σκηνές, μονομαχίες, ανατροπές και πολλά άλλα δίνουν το παρόν διατηρώντας μόνιμο το χαμόγελο στο πρόσωπο των θεατών.

Και παρόλο που ο Feig και το σενάριό του αξίζουν πολλά εύσημα, είναι σίγουρο ότι η επιτυχία του έργου οφείλεται και στο απίστευτα ταλαντούχο καστ. Μετά την οσκαρική συνεργασία τους στο «Φιλενάδες» και τη χρυσή επιτυχία τους στο box-office με το «Ντουέτο εν Δράσει», o σκηνοθέτης Paul Feig συνεργάζεται για τρίτη φορά με τη Melissa McCarthy, παγιώνοντας πλέον τη δυναμική των συνεργασιών τους και το γεγονός ότι εκείνη είναι η βασίλισσα της κωμωδίας. Σε μια ευπρόσδεκτη αλλαγή από ό,τι έχουμε δει από τις προηγούμενες δουλειές της, το «Spy» ξεχωρίζει γιατί γελάει με τον χαρακτήρα της και όχι με αυτήν. Κι εκείνη αναγνωρίζοντας ότι ίσως και να πρόκειται για τον καλύτερο ρόλο της καριέρας της, τα δίνει όλα παραδίδοντας μια εκπληκτική ερμηνεία.

Πέρα από τη McCarthy, όμως, κάθε ένας από το υπόλοιπο καστ έχει την ευκαιρία του να διαπρέψει. Πρώτος και καλύτερος ο Jason Statham. Παίζοντας τον συνηθισμένο στερεότυπο χαρακτήρα του, αλλά με μια δόση ανατροπής, θα σας κάνει να σπαρταράτε στα γέλια. Ο Jude Law είναι πάντα μια σταθερή αξία τόσο σε δραματικούς όσο και σε κωμικούς ρόλους. Η Miranda Hart είναι μια αξιοπρόσεκτη παρουσία, την οποία θα δούμε πολύ στο μέλλον. Ο Peter Serafinowicz είναι τόσο καλός που όταν εμφανίζεται είναι λες και η ταινία αγγίζει τις καλύτερες στιγμές της. Ενώ, τέλος, η μοναδική Rose Byrne είναι εξαίσια και η μόνη που κοντράρει πραγματικά τη McCarthy κλέβοντας όλες τις μεταξύ τους σκηνές.

Εναρμονισμένα όλα τα παραπάνω μάς κάνουν να μιλάμε για την πρώτη μεγάλη κωμωδία του 2015 και μία από τις πιο αστείες των τελευταίων ετών. Σαφέστατα η πρώτη must-see ταινία του καλοκαιριού.

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

Jurassic World [1.5/5]

Έχοντας ως γνώμονα μια διαχρονική περιπέτεια που είναι ακόμη και στις μέρες μας σε θέση να εντυπωσιάσει το κοινό, κατανοώ τις δυνατότητες που σου δίνει εμπορικά η επανενεργοποίηση του franchise. Ας μην ξεχνάμε ότι η πρώτη ταινία κυκλοφόρησε το 1993, επομένως υπάρχει ένα τεράστιο νέο κοινό που μπορεί να μυηθεί στον μαγικό κόσμο των δεινοσαύρων. Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι γιατί πρέπει να γυριστεί με τόσο άσχημο τρόπο. Αρχικά, ας ξεκαθαρίσουμε ότι η ανάλυση του τελευταίου σίκουελ μιας διάσημης ταινίας απαιτεί την αντιπαράθεση της με τις προηγούμενες, ιδίως εκείνων που κέρδισαν φήμη και δημοτικότητα. Έχοντας αυτό στο μυαλό, η τέταρτη ταινία της σειράς «Τζουράσικ Παρκ» -και το δεύτερο σίκουελ που ο Steven Spielberg δεν σκηνοθετεί- ξεκινά μεν αρκετά καλά, αλλά στην πορεία επαναλαμβάνει λάθη και προσθέτει ελαττώματα με αποτέλεσμα να μιλάμε για μια χαμένη ευκαιρία.

Είναι γεγονός ότι η κύρια πλοκή του «Jurassic World» δεν είναι ιδιαίτερα καινοτόμα. Ακολουθώντας την πεπατημένη, δεινόσαυροί ελεύθεροι, άνθρωποι στο τρέξιμο, το έργο του Colin Trevorrow δυστυχώς ακολουθεί το λανθασμένο μοτίβο του «Jurassic Park 3» που δεν ήταν τίποτε άλλο από μια ταινία καταδίωξης με πρωταγωνιστή έναν καινούργιο δεινόσαυρο που δεν είχαμε δει ποτέ. Όπως κι εκείνο, το «Jurassic World» ξεχνάει τους κινδύνους της ηθικής της επιστήμης που τόσο το «Τζουράσικ Παρκ» όσο και το «Ο Χαμένος Κόσμος: Jurassic Park» διέθεταν στις ιστορίες τους, και μας βάζει να αποδεχτούμε ότι η σειρά έχει γίνει ένα τυποποιημένο πράγμα με τέρατα, που απλά αλλάζει το κύριο τέρας σε κάθε νέα δόση.

Και εδώ το τέρας είναι μεγάλο, είναι θανατηφόρο, είναι έξυπνο, είναι και τι δεν είναι. Αυξάνοντας τον όγκο του τέρατος σε αναλόγια με τον αριθμό των πιθανών θυμάτων (μην ξεχνάτε ότι το πάρκο είναι ανοιχτό), οι σεναριογράφοι πίστεψαν ότι μπορούν να τη γλιτώσουν ό,τι και να κάνουν. Τραγική ειρωνεία όμως. Όταν η ραχοκοκαλιά του ίδιου σου του σεναρίου λέει ότι δεν θα βγει σε καλό αν κάνεις κάτι απλά και μόνο για το θέαμα και τα επιφωνήματα ξεχνώντας τη φύση (κινηματογραφικοί κανόνες), και εσύ το κάνεις, τότε τα λόγια είναι περιττά. Όσο μεγάλη κι αν είναι η δόση από δεινοσαύρους να σκοτώνουν τόσο προσωπικό όσο και επισκέπτες, το νόημα είναι ένα: αν αυτό που βλέπεις, θα καταφέρει να σε αγγίξει πέρα από το επιφανειακό. Το επιχείρημα τύπου τι περιμένεις να δεις από μια τέτοια ταινία, εδώ δεν πιάνει. Το ίδιο έργο γυρίστηκε πριν από είκοσι δύο χρόνια και όλοι μείναμε με το στόμα ανοιχτό, τόσο από το θέαμα όσο και από την ουσία.

Ακόμα και έτσι, όμως, αν δεχόμαστε αυτή τη «the bigger, the better» στάση της ταινίας, το έργο διαθέτει αρκετά πράγματα που δεν λειτουργούν. Πρώτο και κυριότερο, η χαζή επεξήγηση των συναισθημάτων. Σημείο των καιρών, θα μου πείτε, αλλά μιλάμε για ένα θέμα το οποίο και ο κινηματογράφος θα έπρεπε να προσπαθεί να επιλύσει. Στα πρώτα έργα δεν χρειαζόταν να εξηγήσουν οι πρωταγωνιστές ότι φοβούνται, αγαπιούνται, απειλούνται. Το σενάριο και οι καταστάσεις τα έλεγαν όλα. Εδώ τίποτα δεν νοείται. Όλα λέγονται σε άκυρες στιγμές καθαρά και ξάστερα. Σκοτώνονται δίπλα σου χιλιάδες άτομα και οι πρωταγωνιστές σού λένε πόσο φοβούνται ή ότι θα κάνουν ο ένας ό,τι καλύτερο μπορεί για να σώσει τον άλλον. Ειλικρινά, αν κάτι δεν το αισθάνονται οι ίδιοι οι χαρακτήρες σε τέτοιο βαθμό που έχουν την ανάγκη να το πουν, πώς περιμένουν το κοινό να το βιώσει; Ένας δεινόσαυρος δεν ζώσει τίποτα, όσο απειλητικός κι αν είναι.

Σε δεύτερη φάση πραγμάτων που δεν λειτουργούν, είναι η βεβιασμένη κωμωδία που υπάρχει και οφείλεται αποκλειστικά στο πρωταγωνιστή. Το έχουμε καταλάβει ότι ο Chris Pratt είναι αστείος. Δεν χρειάζεται σε κάθε ταινία να πρέπει να υπάρχει εξαναγκασμένη κωμωδία γιατί απλά ταιριάζει στον ηθοποιό. Έχει αναλογιστεί κανείς ότι μπορεί να μην ταιριάζει στην ταινία; Μάλλον όχι. Επίσης, μια και αναφερόμαστε στον Pratt, ο χαρακτήρας τον οποίο υποδύεται εκπαιδεύει τους βελοσιράπτορες! Νομίζω δεν χρειάζεται να πούμε κάτι πάνω στο συγκεκριμένο θέμα. Τέλος, να προσθέσουμε και τον επονομαζόμενο φόρο τιμής. Είναι άλλο να τιμάς τον προκάτοχο σου με στιγμές συγκινητικές και εκλάμψεις παρελθόντος, και άλλο όλες σου οι σκηνές να είναι κοπιάρισμα. Ας μην μπερδευόμαστε.

Για να μην μακρηγορώ (και πιστέψτε με θα μπορούσα), έχει καταστεί σαφές ότι αυτό που έκανε ο Steven Spielberg το 1993 ήταν κάτι το μοναδικό. Το «Jurassic World» δεν είναι η θριαμβευτική επιστροφή που ελπίζαμε ότι θα ήταν. Είναι μια διασκεδαστική βόλτα, που όσοι δεν έχουν δει τα παλιά θα απολαύσουν. Όλοι οι υπόλοιποι ας ευχόμαστε πως αν θα υπάρξει πέμπτο φιλμ, να είναι κάτι πέρα από το νέο τέρας της εβδομάδας, με ένα καλύτερο και πιο πιστευτό (!) σενάριο.

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

San Andreas [1.5/5]

Όπως θα περίμενε κανείς από μια μεγάλου προϋπολογισμού ταινία καταστροφής, το «San Andreas: Επικίνδυνο Ρήγμα» είναι οπτικά εντυπωσιακό με σκηνές καταστροφής τόσο καλές όσο οτιδήποτε άλλο έχουμε δει. Δυστυχώς, όμως, ακόμα και για μια ταινία αυτού του είδους, η παραμέληση κάθε άλλης πτυχής της είναι πέρα για πέρα απογοητευτική.

Συναρμολογημένο από διάφορα κομμάτια από άλλες ταινίες καταστροφής, το «San Andreas» διαθέτει όλα όσα ξέρουμε και περιμένουμε. Η επιστημονική «ενημέρωση» παρέχεται από τους δημοσιογράφους και τους επιστήμονες, ορόσημα καταστρέφονται και οι πρωταγωνιστές ξεπερνάνε ανυπέρβλητα εμπόδια. Όλα δοσμένα κι εκτελεσμένα τόσο κατά γράμμα και τόσο σοβαροφανή από τον σκηνοθέτη Brad Peyton, που σε κάνουν να αποζητάς έναν Michael Bay που τουλάχιστον διαθέτει κι ένα χιούμορ. Το μεγαλείο των γεγονότων της ταινίας, δε, αποστραγγίζεται περαιτέρω από την αμφισβητήσιμη επιλογή να περιοριστεί η δράση σε μία οικογένεια και την προσπάθειά της να επανενωθεί και να επιβιώσει. Και λόγω αυτού, αν και σύνηθες να «αποσιωπάς» τους αμέτρητους θανάτους σε μια τέτοια ταινία, το «San Andreas» είναι σε τέτοιο βαθμό αδιάφορο στο ανθρωποκεντρικό στοιχείο, που ξενίζει.

Ο σημαντικότερος λόγος αποτυχίας της, όμως, είναι η άνευ όρων βλακεία της. Ξέρεις ότι αυτό που βλέπεις θα σε ενοχλήσει ή θα σε κάνει να σκάσεις στα γέλια, ενώ δεν θα έπρεπε, όταν αρχίζεις να μην πιστεύεις στην ηλιθιότητα ενός χαρακτήρα μέσα στα πρώτα δύο λεπτά. Η ταινία ξεκινά με μια γυναίκα που οδηγεί κατά μήκος ενός γκρεμού και χωρίς λόγο παίρνει τα μάτια της από τον δρόμο για να αρπάξει ένα μπουκάλι νερό από το πίσω κάθισμα. Στη συνέχεια, κοιτάει το τηλέφωνό της για να δει ένα μήνυμα. Αυτοκίνητα περνούν δίπλα της και εσύ θέλεις να τη δεις νεκρή, ακόμη κι αν δεν ξέρεις τίποτα γι` αυτήν. Εκτός από το ότι είναι μια κάκιστη οδηγός, που δεν νοιάζεται για την ασφάλεια της ή των άλλων γύρω της. Όπως και να `χει, είναι ένα κακό ξεκίνημα οποιασδήποτε ταινίας, αλλά ένας καλός τρόπος για να εισαγάγει τους ηρωισμούς του Dwayne Johnson, όταν ένας σεισμός κι όχι η βλακεία της προκαλεί το αυτοκίνητό της να πέσει στον γκρεμό.

Και όσο κι αν δεν το πιστεύετε, μετά από την εναρκτήρια σεκάνς, η ταινία όσο πάει γίνεται και χειρότερη. Το σενάριο του Carlton Cuse διαθέτει τόσο ανιαρές συναισθηματικές προκηρύξεις, που δεν είναι ποτέ αρκετά γελοίες για να διασκεδάσεις, ούτε αρκετά πειστικές για να εμβαθύνουν στο δράμα. Ασχέτου δράματος και προσπερνώντας τη βλακεία που διατρέχει ολόκληρη τη διάρκεια του, το έργο του Brad Peyton αποτυγχάνει παταγωδώς και στη δράση. Αν και ομολογουμένως οι σκηνές καταστροφής είναι over-the-top, αυτό δεν παίζει και μεγάλο ρόλο όταν το μόνο που προβάλλεται είναι ουρανοξύστες να γίνονται σκόνη και θρύψαλα. Ναι μεν είναι καταστροφή σε όλο της το μεγαλείο, αλλά με λίγη ή καθόλου φαντασία και δημιουργικότητα. Η μόνη, αν και χαζή, αξιοσημείωτη σκηνή είναι ένας αγώνας δρόμου ενός ταχύπλοου και ενός τσουνάμι!

Σε ένα καλοκαίρι κορεσμένο από υπερήρωες και sci-fi έργα, το «San Andreas: Επικίνδυνο Ρήγμα» είναι αναμφισβήτητα μια παλιάς σχολής ταινία καταστροφής βασισμένη στις ταινίες της δεκαετίας του 1970, αλλά και τα πιο πρόσφατα «προφητικά» φιλμ που εξαπέλυσε στον κινηματογράφο ο Roland Emmerich. Βλέποντας το θα ευχαριστηθείς εφέ. Τη στιγμή όμως που βλέπεις την τεράστια αμερικανική σημαία να ξετυλίγεται και τους τίτλους τέλους να πέφτουν, είναι σαν όσα έχεις δει να μην έχουν πραγματικά σημασία, παραμένοντας στη μνήμη σου το πολύ για 10 λεπτά μετά την έξοδο από την αίθουσα.