Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2015

Joy [2/5]

Έχω λατρέψει τι περισσότερες από τις ταινίες του David O`Russell, χάρη στην ικανότητά του να αξιοποιεί την ενέργεια των ανθρωπίνων αλληλεπιδράσεων που έχουν στον πυρήνα τους. Καταφέρνει και διαχειρίζεται το είδος της «τρέλας» που κουβαλάνε οι πληγωμένοι και κατεστραμμένοι χαρακτήρες του σε τέτοιο βαθμό που οι ταινίες που δημιουργεί είναι οδυνηρά αστείες, γεμάτες αληθινό συναίσθημα. Τόσο ο «Οδηγός Αισιοδοξίας» όσο και το «The Fighter» είναι δυο τρανταχτά παραδείγματα ταινιών του που διέθεταν μεγάλες εκρήξεις ενέργειας σωστά εξημερωμένες. Και εδώ έγκειται το πρόβλημα του «Joy», καθώς ο σκηνοθέτης μοιάζει να χάνει την ισορροπία του, και το χάος που συνήθως ενορχηστρώνει με επιτυχία, τον κυριεύει.

Εμπνευσμένο από τη ζωή της Joy Mangano, μιας μητέρας που αργά και σταθερά αγωνίζεται να μπει στον κόσμο των εφευρετών υπερνικώντας τις δυσκολίες, το έργο έρχεται να προστεθεί στην λίστα των ταινιών του σκηνοθέτη που μιλάνε για ονειροπόλους-καταφερτζήδες. Mόνο που εδώ η πλοκή δεν καταφέρνει στιγμή να τιθασεύσει τον κεντρικό χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να μην είναι πραγματικά αποτελεσματική. Με τη Lawrence να αποδίδει επαρκώς όλα τα συναισθήματα της, η Joy δεν μοιάζει ποτέ να πείθει σαν χαρακτήρας, αφού οι στάσεις και το φέρσιμο της ποικίλει τόσο δραστικά που μοιάζει λιγότερο ανθρώπινο και περισσότερο μηχανικό. Σε αυτό δεν βοηθάει και το γεγονός ότι ο O`Russell και η Mumolo δεν σταματούν να ρίχνουν εμπόδια στην πορεία της, με αποτέλεσμα να μην αφήνουν τον θεατή να μοιραστεί την χαρά της όταν κάτι πάει καλά.

Αυτή η τεχνική αφήγησης είναι ένα από τα μεγαλύτερα ελαττώματα του «Joy», αφού ουσιαστικά μειώνει την πραγματική ιστορία της ανόδου μιας γυναίκας μέσα στον κόσμο του εμπορίου, σε μια φτιαχτή κι αμήχανη ταινία που επαναλαμβάνει σκηνές και διαλόγους τόσο σταθερά που είναι σαν να προσπαθεί να πει τέσσερις ή πέντε διαφορετικές εκδόσεις του ίδιου πράγματος ταυτόχρονα. Σαν να μην έφτανε αυτό, την όλη κατάσταση έρχεται να επιδεινώσει ο 57χρονος σκηνοθέτης, ο οποίος μοιάζει να γνωρίζει το πρόβλημα, και μη εμπιστευόμενος ότι οι χαρακτήρες του είναι αρκετά ενδιαφέροντες από μόνοι τους, «στολίζει» την κινηματογράφηση του με γρήγορο μοντάζ και μια φρενήρη κίνηση της κάμερας χωρίς λόγο.

Ακόμα πιο εξοργιστικό, δε, είναι το γεγονός ότι υπάρχουν κάποιες απίστευτες ιδέες και μερικές εξίσου άριστες στιγμές, οι οποίες τονίζουν το πόσο ανεπαρκής είναι η ταινία. Οι Cooper και Lawrence συνεχίζουν να έχουν εξαιρετική χημεία μεταξύ τους αποτελώντας πάντα τα καλύτερα εργαλεία του O`Russell. Τα τριάντα λεπτά που συναντιούνται οι τρεις τους αποτελούν το πιο συναρπαστικό μέρος της ταινίας. Είναι πραγματικά φανταστικό να παρακολουθείς τα θεμέλια της κουλτούρας των πωλήσεων στην Αμερική να εξηγούνται με ευλάβεια. Είναι κρίμα που η ταινία δεν καταφέρνει πότε να είναι τόσο καλή, ούτε σαν μια μεγάλη ανθρώπινη κωμωδία, ούτε σαν ένα σκληροτράχηλο μελόδραμα της εργατικής τάξης.

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

Brooklyn [3.5/5]

Δεν είμαι εξοικειωμένος με το έργο του σκηνοθέτη John Crowley, αλλά αν το άριστο, συναισθηματικά ακατανίκητο «Brooklyn» αποτελεί ένδειξη, τότε σίγουρα αξίζει να διερευνηθεί. Φυσικά, σημαντικό ρόλο στην ομορφιά της ταινίας παίζει και το γεγονός ότι ο Nick Hornby έγραψε το σενάριο. Βασισμένος σε ένα βιβλίο του Colm Toibin, ο Hornby δεν είναι ξένος στο να πετυχαίνει τη σωστή συναισθηματική σύνδεση με το κοινό, αν κρίνουμε από τα «Άγρια», «Μία Κάποια Εκπαίδευση» και το «Για Ένα Αγόρι». Επίσης, τεράστιο μπόνους είναι να έχει, χωρίς αμφιβολία, μία από τις καλύτερες νέες ηθοποιούς της γενιάς της, τη Saoirse Ronan, η οποία στα 21 της χρόνια όχι μόνο μπορεί να κουβαλήσει στην πλάτη της μια ταινία, αλλά το κάνει με επιδεξιότητα. Ανακατέψτε όλα αυτά μαζί για την παρουσίαση μιας ισόποσης ιστορίας για τη μετανάστευση και την αγάπη και έχετε το «Brooklyn», ένα απλό, χωρίς ανοησίες, παλιάς σχολής έργο που θα σας συγκινήσει. Δεν είναι η καλύτερη ταινία της χρονιάς, αλλά είναι σίγουρα ένα από τα καλύτερα ρομάντζα που έχω δει ποτέ.

Ενώ μια περιγραφή της ιστορίας είναι χαρακτηριστικό για μια κριτική, θα πρέπει κανείς να πιεστεί για να μπορέσει να αποδώσει τι είναι περίπου η ταινία, καθώς ένα μεγάλο μέρος της βασίζεται στη συναισθηματική ταύτιση. Στην επιφάνεια, το «Brooklyn» είναι για ένα νεαρό κορίτσι της Ιρλανδίας, το οποίο μεταναστεύει στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δεκαετία του 1950. Χωρίς σπίτι, πρέπει να μάθει να βρει τον δρόμο της στο αβέβαιο έδαφος του «ανήκειν». Υπενθυμίζοντάς μας ότι εκεί που ανήκεις συχνά έχει να κάνει με τις σχέσεις και το πώς οι άνθρωποι επιλέγουν (ή δεν επιλέγουν) να είναι ο ένας με τον άλλο, το φιλμ μιλάει για την ενηλικίωση, τη φύση της αγάπης, την οικογένεια και μια ποικιλία από άλλα πράγματα. Πάνω απ` όλα, όμως, είναι για την ευχαρίστηση και την ικανοποίηση με τις συνθήκες της ζωής σου, ακόμη κι αν εξακολουθείς να εργάζεται προς κάτι καλύτερο.

Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, ο σκηνοθέτης καταγράφει προσεκτικά την κάθε στιγμή με τέτοιο τρόπο ώστε να αφήσει το καστ και το συνεργείο να κάνουν τη δουλειά τους μέσα από την απλότητα. Η κινηματογραφία είναι όμορφη, χωρίς να αποσπά την προσοχή. Τα κοστούμια της Odile Dicks-Mireaux και ο σχεδιασμός παραγωγής του Francois Seguin κάνουν θαύματα. Το μοντάζ δεν περιλαμβάνει φανταχτερές μεταβάσεις, αλλά κάνει τη δουλειά του διατηρώντας το όποιο σασπένς. O ρυθμός του Crowley είναι πραγματικά άψογος. Κάθε παλμός ηχεί δυνατά. Κάθε χτύπος είναι φτιαγμένος με απίστευτη προσοχή. Τόσα πολλά σενάρια χρησιμοποιούν την «πρακτική» προσέγγιση αποκαλύπτοντας κάποιο κομμάτι των πληροφοριών σχετικά με την ιστορία, για να προχωρήσουν προσπαθώντας να διατηρήσουν την αγωνία. Το «Brooklyn» είναι υπέροχα διαφορετικό.

Και φυσικά μεγάλο μέρος της επιτυχίας οφείλεται στο υποκριτικό κομμάτι του έργου. Διαθέτοντας ένα άψογο υποστηρικτικό σύνολο ηθοποιών, με τους Domhnall Gleeson, Jim Broadbent, Julie Walters και Fiona Glascott να δίνουν υπέροχες ερμηνείες, ο πραγματικός θρίαμβος της ταινίας είναι οι Emory Cohen και Saoirse Ronan. Το σπινθηροβόλο βλέμμα του Cohen και η γλυκύτητα των εκφράσεών του είναι το κάτι άλλο. Από τις λίγες φορές που η αγάπη απεικονίζεται με τέτοια λεπτότητα σε ένα πρόσωπο. Ενώ χάρη στη Ronan, βιώνουμε τα πάντα μέσα από τα απίστευτα γαλάζια μάτια της. Η απόδοσή της περιλαμβάνει όλη την αμηχανία, την απογοήτευση και σιγά-σιγά την οικοδόμηση της εμπιστοσύνης που ο ρόλος απαιτεί. Και η χημεία τους, όπως η ταινία… φανταστική.

Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

Ένας Άλλος Κόσμος [4/5]

Αν στην πρώτη του απόπειρα αναφέραμε ότι με κινηματογραφικούς όρους καταφέρνει και φτιάχνει μια καλή ταινία, στη δεύτερη σκηνοθετική του προσπάθεια, ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης υπερβαίνει εαυτόν και παραδίδει μια σπουδαία ταινία, ίσως την καλύτερη ελληνική της χρονιάς. Διαθέτοντας ένα πολύ πιο σφιχτοδεμένο σενάριο υπηρετούμενο με συνέπεια, αυτή η δεύτερη κινηματογραφική κατάθεση του «άκρως εμπορικού» και συνυφασμένου με αντιγραφές σκηνοθέτη θα κάνει ακόμα και τους πιο σοβαρούς κι έγκριτους δημοσιογράφους να παραδεχτούν ότι αυτό που βλέπουμε είναι η ενηλικίωση ενός καλλιτέχνη.

Εκατό φορές καλύτερο από το «Αν…», το «Ένας Άλλος Κόσμος» καταφέρνει πρωτίστως το ακατόρθωτο. Απεγκλωβίζει αυτό που λέμε ελληνικό σινεμά από το νέο ελληνικό ρεύμα, αλλά και της τηλεοπτικής λογικής παραγωγές που κατακλύζουν κάθε σεζόν, και το περνάει σε άλλη διάσταση. Παράγει σινεμά. Εμπορικό μεν, mainstream δε, αλλά σινεμά με ό,τι αυτό περιλαμβάνει. Και το καλύτερο, δημιουργεί ένα σινεμά που όσο εύκολο κι ελαφρύ φαντάζει, τόσο δύσκολο και με αξιώσεις είναι. Διαθέτοντας τρεις ιστορίες με κοινό παρονομαστή τον έρωτα και το ίδιο πολιτικό και κοινωνικό υπόβαθρο, το έργο του Παπακαλιάτη είναι επίκαιρο, έντιμο και με ουσία. Μιλάει για τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα χωρίς ποτέ να ξεχνά να ψυχαγωγήσει. Ασχολείται με το εργασιακό, το μεταναστευτικό, τον φασισμό, την οικονομική κρίση και άλλα πολλά γνώριμα στο κοινό, αλλά χάρη στην ειλικρίνεια και την ντομπροσύνη των διαλόγων του, το κάνει χωρίς διδακτισμό, καθιστώντας σου σαφές ότι αυτό που θα δεις σε αφορά.

Δεν θέλω να μπω σε λεπτομέρειες σχετικά με τις τρεις ιστορίες που συνθέτουν το «Ένας Άλλος Κόσμος», απλά προετοιμαστείτε να δείτε την πραγματικότητα. Να παρακολουθήσετε μια αντανάκλαση όλων όσων συμβαίνουν στη χώρα μας σήμερα. Να αναγνωρίσετε τον γείτονά σας, τον διπλανό σας, τον συνάδελφό σας και να αντιληφθείτε την απόγνωση. Φυσικά, όλα τα παραπάνω επιτυγχάνονται μέσα από τους ηθοποιούς. Μέσα από ένα άκρως πετυχημένο κάστινγκ και χάρη στη μαεστρία του σκηνοθέτη, όλοι όσοι βλέπεις ερμηνεύουν ανεπιτήδευτα γεμάτοι ψυχή. O πολυτιμότερος παίκτης όμως εδώ είναι η Μαρία Καβογιάννη. Ναι, όσο εξαιρετικός κι αν είναι ο βραβευμένος με Όσκαρ Β` ανδρικού ρόλου J.K. Simmons, η ταινία ανήκει ολωσδιόλου στο τεράστιο ταλέντο της κ. Καβογιάννη. Ξεφεύγοντας από την τηλεοπτική περσόνα που έχουμε συνηθίσει, παραδίδει μια ερμηνεία που όμοιά της σπάνια βλέπουμε σε ελληνικές ταινίες. Ειδική μνεία φυσικά πρέπει να γίνει και για τον Μηνά Χατζησάββα ο οποίος θα ήταν πολύ περήφανος για το κύκνειο άσμα του.

Αυτός ο οπτικοακουστικός σχολιασμός λοιπόν για μια χώρα η οποία ενώ διαθέτει τα πάντα μοιάζει να διαλύεται, σε συνδυασμό με την αναλλοίωτη δύναμη του έρωτα να μένει πάντοτε αλώβητος από οποιαδήποτε δοκιμασία, είναι άξιος συγχαρητηρίων και οφείλετε ως έλληνες σινεφίλ να μην τον χάσετε.