Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

Τέλειοι Ξένοι [3/5]

Μετά τη μεταφορά επιτυχημένων σύγχρονων θεατρικών έργων στον κινηματογράφο («Μια Μέλισσα τον Αύγουστο», «Από Έρωτα»), ο επιτυχημένος θεατρικά και κινηματογραφικά δημιουργός Θοδωρής Αθερίδης κοιτάει προς εξωτερικό μεριά για τη νέα του ταινία και προσαρμόζει στα ελληνικά το βραβευμένο με Ντονατέλο «Perfetti Sconosciuti» του Πάολο Τζενοβέζε.

Το έργο εξελίσσεται σχεδόν εξ ολόκληρου γύρω από ένα βραδινό δείπνο μεταξύ επτά φίλων. Πάνω στη συζήτηση για τα προβλήματα της καθημερινότητας, θα καταλήξουν σε ένα παιχνίδι-πρόκληση: Θα πρέπει όλοι να βάλουν τα κινητά τους στο τραπέζι και να μοιραστούν με όλους τα μηνύματα και τα τηλεφωνήματα που θα δεχτούν κατά τη διάρκεια της βραδιάς. Σε έναν κόσμο που τα κινητά τηλέφωνα είναι οι φύλακες των πιο ιδιωτικών σκέψεων μας, τι θα συμβεί αν το περιεχόμενο εκτεθεί για τον κόσμο να δει; Οικουμενική και άκρως ενδιαφέρουσα ερώτηση που κατά πάσα πιθανότητα είναι και ο λόγος που ο σκηνοθέτης αποφάσισε να αναλάβει την ελληνική διασκευή του.

Με τη βοήθεια του Τζενοβέζε, ο Αθερίδης φτιάχνει μια κεφάτη και άκρως επίκαιρη κωμωδία που εισέρχεται σε επικίνδυνα χωράφια όταν το χιούμορ συναντά τη λύπη ακόμη και την τραγικότητα. Οι -γεμάτοι σπιρτάδα- διάλογοι χτίζουν την αγωνία, αφού μετά από κάθε μήνυμα ή τηλέφωνο που ακολουθεί, οι φίλοι γίνονται ακόμα πιο άγνωστοι μεταξύ τους. Η εκτέλεση του σεναρίου είναι πειστική χάρη στην αυθεντικότητα των ερμηνειών του άκρως επιτυχημένου καστ. Και το όλο εγχείρημα ανοίγει ένα ασυμμάζευτο κουτί της Πανδώρας, που είναι αναπάντεχο κι απόλυτα κατανοητό ταυτόχρονα.

The Commune [1.5/5]

Ως ένας από τους πιο επινοητικούς σύγχρονους σκηνοθέτες (συν-δημιουργός του μανιφέστου Δόγμα 95) ο δανέζικης καταγωγής δημιουργός Τόμας Βίντερμπεγκ, μετά το περσινό «Μακριά από το Πλήθος», επανασυνδέεται με δυο από τους πρωταγωνιστές της «Οικογενειακής Γιορτής» και επιστρέφει στα πάτρια εδάφη ασχολούμενος με πιο προσωπικά θέματα, αντανακλώντας τον τρόπο ζωής που είχε ως παιδί σε ένα κοινόβιο. Και ενώ η ταινία είναι μια ισχυρή υπενθύμιση της άνεσης με την οποία η κοινωνία μας ζει, και πώς ποτέ δεν μπαίνουμε στον κόπο να συνεργαστούμε με εκείνους που μας περιβάλλουν, αποτυγχάνει να παρουσιάσει με τρόπο συνεκτικό το μήνυμα της.

Με τη δέσμευση του σκηνοθέτη στο ρεαλισμό να είναι και να παραμένει ακλόνητη, όσο κι αν το «Κοινόβιο» επιχειρεί να χαρεί για μια πλέον απαρχαιωμένη αρμονική ύπαρξη, καταλήγει να μην είναι τίποτα περισσότερο από μια ιστορία συζυγικής αποσύνθεσης, μοιχείας και διακρίσεων λόγω ηλικίας. Πτυχές, όπως η καθημερινή δυναμική και η επιμελητεία της συγκατοίκησης ή οι λόγοι που παρέχουν κίνητρα σε μια τέτοια ανόμοια ομάδα ατόμων να ζει μαζί, αντιμετωπίζονται επιπόλαια, ενώ η συνολική υποβόσκουσα φιλοσοφία και πολιτική του έργου έχει παραμεληθεί εντελώς. Επιπροσθέτως, υπάρχει μια σουρεαλιστική προσέγγιση στην κωμωδία, αυξημένη για να προκαλέσει το γέλιο στο ακροατήριο. Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση αποτυγχάνει, όταν οι πιο συναισθηματικά φορτισμένες ακολουθίες μπαίνουν στο παιχνίδι. Ο Βίντερμπεγκ δεν έχει κάνει αρκετά ώστε να κερδίσει την επένδυση του θεατή, αφήνοντας το κοινό με ένα αίσθημα αδιαφορίας για όλα όσα συμβαίνουν. Με ένα σενάριο τόσο πρόχειρο στις λεπτομέρειες, λοιπόν, είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς μια προοπτική.

Όπως προανέφερα, καθώς εξελίσσεται η πλοκή, το φιλμ είναι περισσότερο σαν ένα οποιοδήποτε άλλο για την απιστία και τις επιπτώσεις της στους πρωταγωνιστές, αποδίδοντας εκπληκτικά λίγη προσοχή στην ίδια την κοινότητα. Αυτό είναι εν μέρει επειδή τα περισσότερα από τα μέλη της είναι υπανάπτυκτοι ή ακόμα και πληκτικοί χαρακτήρες, προφανώς για να κρατήσουν την προσοχή στις δυσκολίες του γάμου στον πυρήνα της ταινίας. Έναν πυρήνα τόσο θεμελιωδώς λάθος στην απεικόνιση των γυναικών -και σε κάποια επέκταση των ανδρών- που δημιουργεί αμηχανία στην παρακολούθηση. Ακόμη και στην εποχή του ελεύθερου έρωτα και χιπισμού, η ευκολία με την οποία ο πρωταγωνιστής είναι σε θέση να έχει και την πίτα του και τον σκύλο χορτάτο, με τέτοια κατάφωρη περιφρόνηση για τη γυναίκα δεν μοιάζει αληθινός. Ο Βίντερμπεγκ προσπαθεί με χίλια ζόρια να αποκτήσει η αφήγηση του μια φεμινιστική ευαισθησία, αλλά, λαμβάνοντας υπόψη πόσο αραιά σκιαγραφεί τις πρωταγωνίστριες καθώς και τη συναισθηματική κακοποίηση τους, οι γυναίκες (θέλω να πιστεύω άθελα του) βρίσκονται στον πάτο της γενικής μισανθρωπίας του.

Το κύριο θετικό και ίσως ο λόγος που πρέπει να δει κανείς την ταινία, είναι η Τρίνε Ντίρχολμ, η οποία παραδίδει μια αξεπέραστη και άξια για Όσκαρ ερμηνεία που κάνει τον θεατή να κατανοήσει οτιδήποτε σχετίζεται με αυτήν. Καθώς αναρωτιέσαι γιατί η πρωταγωνίστρια δεν αφήνει τον άντρα της, είναι τέτοιο το χάρισμα αυτής της εξαιρετικής ηθοποιού που σε κάνει να αντιληφθείς ότι δεν είναι όλα τόσο απλά όσο νομίζεις. Χάρη στην ερμηνεία της, είναι ο μόνος χαρακτήρας στον οποίο θα επενδύσετε συναισθηματικά. Κάτι που είναι κρίμα αναλογιζόμενοι τον πλούτο ταλέντου πίσω από την κάμερα, μια κι ο Βίντερμπεγκ εργάζεται πάνω σε ένα σενάριο του Τομπίας Λίντχολμ. Είναι σαφές ότι και οι δυο τους είναι χιλιόμετρα μακριά από τα καλλιτεχνικά ύψη του «Κυνηγιού».

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

Smrt u Sarajevu [4/5]

Δεν σου παίρνει πολύ χρόνο για να καταλάβεις ότι το «Θάνατος στο Σαράγιεβο», η έβδομη του βραβευμένου με Όσκαρ το 2002 για την αντιπολεμική σάτιρα «No Man`s Land», Ντάνις Τάνοβιτς, κινείται σε αλληγορικό έδαφος. Προσαρμοσμένο από το θεατρικό του Μπερνάρ-Ανρί Λεβί με τίτλο «Hotel Europe», ο Τάνοβιτς ενσωματώνει τον μονόλογο που έχει σαν πρώτη ύλη και φτιάχνει μια ταινία για τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της σύγχρονης Βοσνίας, μιας χώρας που εξακολουθεί ακόμα να προσπαθεί να συμφιλιωθεί με την ιστορία της και τις ραγδαίες πολιτικές αλλαγές.

Με την πλοκή να λαμβάνει χώρα σε ένα ξενοδοχείο και τους διαφορετικούς ορόφους του, μέσα από το εξαιρετικά δομημένο σενάριο όλα τα θέματα που νομίζουμε ότι δεν μας αφορούν αντηχούν κι αντικατοπτρίζουν ζητήματα που απασχολούν ολόκληρη την Ευρώπη. Με τον κάθε χαρακτήρα του σεναρίου να εκπροσωπεί μία διαφορετική πτυχή της βοσνιακής σύγχρονης κοινωνίας, και το ξενοδοχείο να χρησιμεύει ως ένας μικρόκοσμος, η επιδέξια κατασκευασμένη περίπλοκη αφήγηση ενώνει τα διαφορετικά νήματα της απρόσκοπτα, χωρίς ποτέ να κουράζει. Έτσι, ακόμη κι όταν οι χαρακτήρες συζητούν την ιστορία και την πολιτική επί μακρόν και αναλυτικά, ξέρει πώς να κρατήσει την ένταση σε υψηλά επίπεδα. Με τη φωτογραφία και το μοντάζ να λειτουργούν άψογα υπηρετώντας τους συμβολιστικούς στόχους της ταινίας, το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό του φιλμ είναι η αίσθηση του τόπου και το επώδυνο πολιτισμικό φορτίο. Οι ρίζες από αυτά ορίζονται στους διάλογους, και μετασεισμικές δονήσεις τους γίνονται αισθητές παντού

Οδηγούμενοι προς την κλιμάκωση και την αναπόφευκτη καταστροφή, το «Θάνατος στο Σεράγεβο» καταλήγει να είναι ένα γρήγορο και πιασάρικο έργο για τον παραλογισμό της σύγκρουσης -είτε σε πόλεμο, στη δουλειά ή το σπίτι. Τοποθετεί τη ματαιότητα της διένεξης σε αντίθεση με τον επείγον χαρακτήρα τού να έχεις αντιφρονούντες φωνές. Μιλάει για την πολυπόθητη συμφιλίωση. Ασχολείται με συνδικαλιστικά προβλήματα. Και γενικά, εκμεταλλεύεται την πολυσχιδή αλληγορία του για να κάνει σαφή τα επίκαιρα μηνύματά του.

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2016

Snowden [3.5/5]

Υπάρχει μεγάλη διαφορά στο τελικό αποτέλεσμα όταν ο Όλιβερ Στόουν νοιάζεται, και μπορείς ξεκάθαρα να διακρίνεις ότι στο «Σνόουντεν» είναι παθιασμένος να κάνει μια συναρπαστική και προσιτή ταινία για το αμερικανικό κοινό, ώστε να καταλάβει γιατί πρέπει να είναι θυμωμένο. Θέλει να οδηγήσει τις λογικές, πολιτικές και κοινωνικές ελευθερίες του κόσμου ενάντια στους δράστες, παρέχοντας παράλληλα ένα ικανοποιητικό ηθικό πλαίσιο για τις δράσεις του Έντουαρντ Σνόουντεν, του πιο διάσημου φυγά της Αμερικής. Αυτή η αίσθηση του σκοπού αναζωογονεί τον Στόουν με έναν τρόπο που οι πρόσφατες ταινίες του δεν το έχουν καταφέρει και ακόμα κι αν είναι πολύ λιγότερο πειραματική, η ικανότητα αφήγησής του είναι τέτοια που φτιάχνει μια ταινία που ενημερώνει, ενώ παράλληλα καταφέρνει να σε διασκεδάσει.

Το καλύτερο κομπλιμέντο που μπορώ να δώσω στον Στόουν ως σεναριογράφο και σκηνοθέτη είναι ότι πήρε ένα εντελώς προκλητικό σενάριο με λίγες ευθείες απαντήσεις και φτιάχνει μια ταινία-εμπειρία που μεταφέρει αποτελεσματικά την ηθική αγανάκτηση και απογοήτευση. Σαν καθοδηγητής μάς παίρνει από το χέρι, παίρνοντας τον χρόνο του να εξηγήσει μερικά από τα πιο περίπλοκα σκοτεινά σημεία που συμβαίνουν πίσω από τις κλειστές πόρτες. Δεν μπορώ να δηλώσω ότι είναι απόλυτα μια έξυπνη εξέταση των ηθικών επιπτώσεων του υλικού, αλλά είναι σίγουρα μια ταινία που πετυχαίνει τον στόχο της με σαφήνεια. Παράγει μια αίσθηση διαύγειας για το θέμα και μια αίσθηση διαφάνειας για τους λόγους που ο Σνόουντεν πήρε τις αποφάσεις που πήρε. Με σύμμαχο μια σταθερά εξαιρετική ερμηνεία από τον Τζόζεφ Γκόρντον-Λέβιτ, ο Στόουν κρατά αποτελεσματικά την προσοχή του θεατή σε όλη τη διάρκεια, ακόμα κι αν η στάση του απέναντι στον Σνόουντεν είναι σαφώς λιγότερο καθορισμένη.

Με δεδομένο το παρελθόν του Στόουν, η πλοκή μοιάζει σίγουρα ως μια διακριτική άποψη για το αν ο Σνόουντεν είναι ένας ήρωας ή ένας προδότης. Μιλάει για ένα πολύπλοκο θέμα που αξίζει μια σωστή ανάλυση, τοποθετώντας πραγματικούς ανθρώπους σε ηθικά διφορούμενα πλαίσια. Αν και σαφώς προκατειλημμένη, καταφέρνει να μη μετατραπεί σε μια αγιογραφία, αφού πριν την κλιμακούμενη απόφασή του, δεν σου δίνει την εντύπωση ως άμεμπτου μάρτυρα. Η διαμόρφωση του χαρακτήρα του αποδίδεται άψογα, με το απαιτούμενο γλαφυρό ύφος. Είναι ένας πατριώτης απογοητευμένος από το σύστημα, αλλά κι ένα μάλλον εγωκεντρικό άτομο με δημοκρατικό καθήκον στην πατρίδα του. Πείθει τον εαυτό του ότι κάνει τη διαφορά στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, αλλά τελικά η πραγματικότητα είναι διαφορετική και δύσκολα προβλέψιμη. Όλα αυτά προσωποποιούνται μέσα από μια ρομαντική υποπλοκή. Μέσα από αυτήν, ο Σνόουντεν εξανθρωπίζεται και η καταπάτηση της ιδιωτικής ζωής και η επακόλουθη παράνοια γίνεται μεμπτή για εμάς.

Στο τελικό αποτέλεσμα σαφώς και υπάρχουν μερικά καλλιτεχνικά λαθάκια που επιβαρύνουν το «Σνόουντεν», και που είναι, ως επί το πλείστον, η τάση του Στόουν για αδέξιο συμβολισμό. Τα ίδια ένστικτα που του επιτρέπουν να κινεί προσεκτικά τα νήματα στην ιστορία, είναι τα ίδια ερεθίσματα που του στερούν οποιαδήποτε λεπτότητα. Κάποιοι χαρακτήρες δεν χρειάζονταν λειτουργώντας μόνο ως καταφατικά νεύματα στον Σνόουντεν. Κάποιοι φωτισμοί και διάλογοι ξεφεύγουν. Και φυσικά δεν νομίζω ότι χρειαζόμασταν μια υπενθύμιση ότι ο Σνόουντεν είναι ένα πραγματικό πρόσωπο, όταν ο ίδιος ο χαρακτήρας σεναριακά παραμένει κάπως άπιαστος. Όπως και να το δεις, η ταινία «Σνόουντεν» (ως νοητή συνέχεια του ανθρώπου) αποσκοπεί να ταρακουνήσει την άγνοια και την απάθεια του κοινού για τους κινδύνους της ανεξέλεγκτης εξουσίας. Εφόσον καταφέρνει να κρατήσει τη συζήτηση γύρω από το θέμα ζωντανή για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, αξίζει τον κόπο.

Alone in Berlin [1.5/5]

Προσαρμοσμένο από το ομότιτλο μυθιστόρημα του Χανς Φάλαντα «Μόνος στο Βερολίνο», το έργο αφηγείται την ιστορία του Ότο και της Άννα Κουάγκελ, ενός ζευγαριού της εργατικής τάξης, το οποίο μετά τον θάνατο του γιου τους αποφασίζει να αντισταθεί απέναντι στον ναζισμό με τον δικό του τρόπο, σε μια εποχή όπου κάθε σημάδι απιστίας στους ναζί τιμωρείται χωρίς έλεος. Αν και μέσα σε ένα οικείο έδαφος του κινηματογραφικού κόσμου, η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του ηθοποιού/σκηνοθέτη Βενσάν Περέζ είναι κάπως μοναδική στο ότι ερευνά τη φρίκη του Β` Παγκοσμίου Πολέμου μέσα από μια γερμανική σκοπιά, σε αντίθεση με εκείνη των άγγλων και των αμερικανών στρατιωτών ή των εβραίων θυμάτων.

Με δεδομένη αυτή την παραδοχή, θα περίμενε κανείς ότι το φιλμ θα διέθετε αγωνία και μια αφόρητη ένταση καθώς οι γονείς πασχίζουν να παραμείνουν άγνωστοι, ενώ οι ναζί προσπαθούν ακούραστα να τους ανακαλύψουν. Δυστυχώς, όμως, καθώς η ταινία εξελίσσεται αντιλαμβάνεσαι ότι αυτό δεν πρόκειται να συμβεί παρά τις μουσικές προσπάθειες του Αλεξάντρ Ντεσπλά. Η απόφαση να γυριστεί η ταινία στην αγγλική γλώσσα δεν αφαιρεί πόντους και στα ασφαλή χέρια των Τόμσον και Γκλίσον τα δεινά των χαρακτήρων γίνονται αισθητά, εξαιτίας όμως του Περέζ, η κτηνωδία του βιβλίου του Φάλαντα απογυμνώνεται, αφήνοντας πίσω τίποτε άλλο από μια απολύτως συμβατική αφήγηση γεγονότων, που δεν καταφέρνει σχεδόν ποτέ να πει μια συνεκτική κι εμπλεκόμενη για τον θεατή ιστορία.

Αυτό που παρακολουθούμε είναι μια ταινία που έχουμε δει τόσες πολλές φορές στο παρελθόν, τηρώντας αυστηρά κι απογοητευτικά τα κλισέ του είδους. Δεν είναι μόνο το σενάριο, αλλά όλη η αισθητική, το ύφος και η ατμόσφαιρα της ταινίας που κατευθύνονται μακριά από οποιοδήποτε ίχνος πρωτοτυπίας και από κάθε αίσθηση του κινδύνου. Τεχνικά, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η προσοχή στη λεπτομέρεια. Κοστούμια και σκηνικά απεικονίζουν αξιοπρεπέστατα την εποχή, μα ακόμα κι έτσι μια αίσθηση αναπόφευκτης απομίμησης κρέμεται πάνω από την παραγωγή, αφού όλα έχουν μια υπερβολικά γυαλισμένη ποιότητα. Ερμηνευτικά, οι δυο πρωταγωνιστές δίνουν αφιλόφοξες και συγκρατημένες ερμηνείες, βασιζόμενοι στις χειρονομίες και τα βλέμματα, προκειμένου να παρουσιάσουν την ένταση στον γάμο τους, και όχι στις λεκτικές νύξεις.

Από άποψη πλοκής, από το πρώτο κιόλας λεπτό ο Περέζ ξοδεύει μία ώρα ασχολούμενος με άπειρους χαρακτήρες σε τέτοιο βαθμό που χάνουμε το ενδιαφέρον σε αυτό που θα πρέπει να είναι η κύρια εστίαση: οι προσπάθειες του Ότο και της Άννα να καταπολεμήσουν τους ναζί. Όταν αρχίζει η ταινία να ασχολείται με αυτό, τo πηγαινέλα μεταξύ του ζευγαριού και των επιθεωρητών της γκεστάπο υπονομεύεται και αποτυγχάνει να διατηρήσει την ορμή του, χάρη στην αδέξια διαχείριση του χρόνου. Έως το τέλος της, είναι κατανοητό το μεγαλείο τού τι έκαναν αυτοί οι δυο άνθρωποι, αλλά ούτε μία στιγμή η ταινία δεν εμβαθύνει στο πώς το έκαναν, ούτε αναπτύσσει τις μεθόδους καταδίωξης της αντίθετης πλευράς.

Χάρη σε αυτήν την ανισορροπία, το «Μόνος στο Βερολίνο» δεν καταφέρνει να μας δείξει πώς τα φασιστικά καθεστώτα εξολοθρεύουν το άτομο και το εμπαίζουν, βάζοντας την κομματική πειθαρχία πάνω από οτιδήποτε άλλο. Ούτε σκιαγραφεί την άνευ όρων παράδοση των κατοίκων του Βερολίνου στο τελεσίγραφο συμμόρφωσης ή θανάτου. Αντ` αυτού, το φιλμ λιμνάζει σε έναν υποτονικό ρυθμό μετατρεπόμενο σε μια συντηρητική κινηματογραφική μεταφορά που αποτυγχάνει να υπερβεί ένα ήδη κορεσμένο είδος.

Trolls [1.5/5]

Η ανεπανάληπτη (εισπρακτικά και καλλιτεχνικά) επιτυχία του «Η Lego Ταινία» φαίνεται να ξεσήκωσε τα στούντιο, κάνοντας τα να αναζητούν απεγνωσμένα παιχνίδια που θα μπορέσουν να μεταφερθούν στον κινηματογράφο. Πρώτη απόπειρα σε κάτι τέτοιο είναι το «Οι Ευχούληδες», εκείνα τα μικρά πλαστικά ξωτικά με τα φουντωτά πολύχρωμα μαλλιά, το διαμαντάκι στην κοιλιά και μεγάλα λαμπερά μάτια.

Με σκηνοθέτες τους Μάικ Μίτσελ και Γουόλτ Ντορν, και σεναριογράφους τους Τζόναθαν Άιμπελ, Γκλεν Μπέργκερ αλλά και την Έρικα Ριβινόγια (σεναριογράφος της σειράς «South Park»), το φιλμ περιστρέφεται γύρω από δύο ευχούληδες και στην προσπάθεια τους να σώσουν το χωριό τους από τους απαισιόδοξους Μπέργκενς, πλάσματα που είναι χαρούμενα μόνο όταν τους καταβροχθίζουν.

Τεχνικά, οι animators κάνουν μια απίστευτη δουλειά, δημιουργώντας έναν κόσμο βγαλμένο από τη φαντασία κάθε παιδιού: μέσα στη ζωντάνια, γεμάτο με φωτεινά χρώματα, γκλίτερ, πολλή μουσική, τραγούδια και -φυσικά- τα χαρακτηριστικά πεταχτά τους μαλλιά. Εξίσου καλή δουλειά, αντιπαραθέτοντας τον εντυπωσιακό τόνο των Trolls, γίνεται και στον κόσμο των Μπέργκεν, πλάθοντας ένα δυσάρεστο και άσχημο σύμπαν, χωρίς όμως να είναι τρομακτικός για τις μικρότερες ηλικίες του κοινού.

Είναι κρίμα λοιπόν που μια τόσο ζωντανή, πολύχρωμη ταινία υποστηρίζεται από μια απίστευτα τυποποιημένη πλοκή. Ναι, οι χαρακτήρες είναι χαριτωμένοι και τα τραγούδια είναι διασκεδαστικά. Υπάρχουν κάποια αξιοπρεπή αστεία και το κεντρικό μήνυμα για θετική σκέψη κι ευτυχία που πηγάζει από μέσα μας είναι σημαντικό, όμως όλα τα παραπάνω αδυνατούν να μετατρέψουν το φιλμ σε κάτι καλύτερο. Είναι πιθανό οι προσδοκίες μου να ήταν πολύ υψηλές, μια και με τέτοιους συντελεστές κι έναν ουσιαστικά κενό καμβά για να δουλέψουν, περίμενα κάτι επιπέδου «Σρεκ». Ακολουθώντας τον εύκολο δρόμο, οι σεναριογράφοι αποφασίζουν να αντιγράψουν τα Στρουμφάκια, τη Σταχτοπούτα, τα «Τερατοκουτάκια», να επαναλάβουν αστεία και καταστάσεις από άλλες ταινίες και να κάνουν το όλο εγχείρημα να μοιάζει ως κάτι το προ-συναρμολογημένο στο οποίο οι animator επινοούν στιγμές γνήσιας καλλιτεχνίας.

Χωρίς ποτέ να κάνει πραγματικά κάτι το ιδιαίτερο ή αρκετό για να ξεχωρίσει από το πλήθος των κινουμένων σχεδίων, οι «Ευχούληδες» είναι αποκλειστικά για παιδιά. Ας ελπίσουμε ότι και τα επερχόμενα «My Little Pony: The Movie» και «Play-Doh» (!) δεν θα είναι κατασκευασμένα απλά για να πουλήσουν παιχνίδια.

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2016

Southside with You [2.5/5]

Ανεξάρτητα από τη λογική και το κατά πόσο η ύπαρξη της ταινίας μπορεί να διαθέτει κάποιο νόημα, πρέπει να παραδεχτούμε ότι υπάρχει πάντα μια αναντιστοιχία μεταξύ προσωπικοτήτων με επιρροή και της ιδέας πως κάποτε ήταν απλοί άνθρωποι, με κανονικές ζωές. Σε αυτό το κομμάτι, το «Πρώτο Ραντεβού» καταφέρνει και παρουσιάζει αξιόλογα δύο ανθρώπους που μοιάζουν πολύ στα πρόσωπα που υποδύονται, χωρίς ποτέ όμως να ασχολείται με το ποιοι θα γίνουν: ο σημερινός πρόεδρος των ΗΠΑ και η πρώτη κυρία, ο Μπαράκ και η Μισέλ Ομπάμα. Αντ` αυτού, το έργο είναι για το ποιοι ήταν αυτοί το 1989, δυο έξυπνοι δικηγόροι που αρέσει ο ένας στον άλλον, αλλά που, σύμφωνα με τη Μισέλ, δεν επιτρέπεται να βγουν ραντεβού. Όταν ο Ομπάμα αποκαλύπτει ότι σκόπιμα της είπε λάθος ώρα έναρξης της κοινοτικής συνάντησης που θα παρακολουθούσαν από κοινού, το περπάτημα και οι συζητήσεις αρχίζουν με σκοπό να γεμίσουν οι ώρες ενώ περιμένουν.

Δομικά δεν είναι δύσκολο να επισημάνεις και να αντιληφθείς ότι η κλασική αισθηματική τριλογία του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ («Πριν το Ξημέρωμα», «Πριν το Ηλιοβασίλεμα», «Πριν τα Μεσάνυχτα») έχει επηρεάσει κατά πολύ το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Ρίτσαρντ Ταν. Ωστόσο, ως ένα εξειδικευμένο κινηματογραφικό είδος με ποιοτικά δυσανάλογα αποτελέσματα, το «Πρώτο Ραντεβού» είναι το «περπατάω και μιλάω» στις καλύτερες στιγμές του. Τα πάντα είναι όμορφα φωτισμένα, οι συζητήσεις δύο νέων ανθρώπων που φλερτάρουν και συζητούν για τους εαυτούς τους και τον κόσμο γύρω τους είναι ενδιαφέρουσες, ενώ τέλος αυτή η παραμυθένια ποιότητα που θέλει ο σκηνοθέτης να πουλήσει, επιτυγχάνεται χάρη στον τρόπο που πλασάρεται μέσα από ερμηνείες βασιζόμενες στον ρεαλισμό. Δυστυχώς, όμως, το φιλμ του 31χρονου σκηνοθέτη γίνεται δέσμιο της ιστορίας του ζευγαριού. Οι χαρακτήρες του τελικώς συνιστούν μια βαρετή συντροφιά για τον θεατή, καθώς από ένα σημείο και μετά πάρα πολλές ατάκες και λεπτομέρειες εξυπηρετούν -ίσως άθελα- κάτι το πολιτικά στρατευμένο.

Η ταινία χρησιμοποιεί την αγάπη των Αμερικανών για τους Ομπάμα, στην προσπάθεια της να προσθέσει σπουδαιότητα σε ένα κατά τα άλλα απλό σενάριο. Θέματα φυλετικής μισαλλοδοξίας, σεξισμού, οικογενειακών δυσκολιών, έλξης, συναισθημάτων, γλώσσας, πολιτικής και πολλών άλλων υπάρχουν μεν αλλά είναι τοποθετημένα πρόχειρα στην πλοκή με αποτέλεσμα να μη δίνεται και ιδιαίτερη βάση σε αυτά. Και το χειρότερο, πολλές στιγμές και ατάκες συνθέτουν μια υπόκωφη αγιοποίηση του Μπαράκ, αφού δεν τον απεικονίζουν ως απλά έναν τύπο που προσπαθεί να εντυπωσιάσει σε ένα ραντεβού. Δεν μπορεί να είναι τυχαία η αναφορά στον Χάρολντ Ουάσιγκτον, τον πρώτο έγχρωμο δήμαρχο του Σικάγο, και οι ατάκες τύπου «Μας απογοήτευσε λίγο. Αλλά αυτό γιατί ήρθε αντιμέτωπος με την αλήθεια αυτής της χώρας». Ούτε η σκηνή μέσα στην γκαλερί. Μοιάζουν όλα λίγο υπολογισμένα.

Αν είναι του γούστου σας τέτοιου είδους ταινίες, λοιπόν, κι αφήσετε στην άκρη το ποιοι είναι οι πρωταγωνιστές, θα περάσετε ευχάριστα την ώρα σας. Διαφορετικά, προσπεράστε την...

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

Love & Friendship [3/5]

Προσαρμοσμένη από το διήγημα της Τζέιν Όστιν με τίτλο «Λαίδη Σούζαν», το «Αγάπη και Φιλία» επικεντρώνεται στον ομώνυμο χαρακτήρα της λαίδης Σούζαν Βέρνον, μιας όμορφης και γοητευτικής χήρας της οποίας τα σεργιανίσματα στο Λονδίνο μετά τον θάνατο του συζύγου της έχουν προκαλέσει πλήγμα στην υπόληψη της. Προκειμένου να αποφύγει τις φήμες που κυκλοφορούν στην καλή κοινωνία, βρίσκει καταφύγιο σε σπίτι συγγενών της και από εκεί αποφασίζει να βάλει σε εφαρμογή τα σχέδια της.

Με τα κοινωνικά στάτους και τις προοπτικές όλων να υπονομεύονται αδίστακτα μέσα στους μεγαλοπρεπείς διαδρόμους, και τους μνηστήρες να δελεάζονται και να εμπαίζονται κατά κόρον, η αγάπη, το χρήμα και οι ανέσεις εμπλέκονται σε έναν εύθυμο χορό σε αυτή τη συναρπαστική κωμωδία ηθών. Σκηνοθετημένη με χάρη από τον υποψήφιο για Όσκαρ Γουίτ Στίλμαν, η ταινία καταφέρνει και εξαπολύει τέτοια οργιώδη ίντριγκα, που αποτυπώνει απόλυτα τη διάθεση της εποχής, παραμένοντας όμως ταυτόχρονα και τρομερά επίκαιρη σε ολόκληρη τη διάρκεια της. Η απόλυτα ευγενική διάλεκτος της κοινωνίας του 18ου αιώνα γίνεται ένας αποτελεσματικός μανδύας για ορισμένες βάρβαρα συναισθηματικές πράξεις, με τον Στίλμαν να επικαλείται τον χειρισμό του λόγου της Όστιν για να συμπληρώσει ορισμένα κενά. Ζήλιες, οργή, δυσαρέσκειες κι ανησυχίες εκτυλίσσονται και ρέουν τόσο φυσικά μέσα από ένα κρεσέντο εκλεπτυσμένου λόγου και ταχύτατων διαλόγων που ναι μεν μπορεί να αποδειχτούν υπερβολικοί για κάποιους, αλλά για εκείνους που είναι πρόθυμοι να συμβαδίσουν θα τους προσφέρει καθαρή ψυχαγωγία.

Φυσικά, εκεί που ο 64χρονος σκηνοθέτης παίρνει τις πιο σημαντικές καλλιτεχνικές αποφάσεις είναι στο κάστινγκ της ταινίας. Κάθε ένας από τους χαρακτήρες ζωντανεύει ένδοξα κι ανθρώπινα στα χέρια μιας πλειάδας ηθοποιών βυθισμένων απόλυτα στην ιστορία και τους ρόλους τους. Καλύτερη όλων, στο αναμφισβήτητα πιο ζουμερό κι ενδιαφέροντα ρόλο της εδώ και χρόνια, είναι η Κέιτ Μπέκινσεϊλ. Έχοντας συνεργαστεί και πάλι με τον Στίλμαν στο παρελθόν στην ταινία «Οι Τελευταίες Μέρες της Ντίσκο» (μαζί τους ήταν και η ηθοποιός Κλοέ Σεβινί που πρωταγωνιστεί κι εδώ), η ηθοποιός δίνει ρέστα, τόσο που δεν θα ξαφνιαζόμουν αν την έβλεπα μέσα στις υποψηφιότητες των φετινών Όσκαρ.

Life, Animated [4.5/5]

Σε ηλικία των τριών, ο Όουεν Σάσκαιντ σταμάτησε να μιλάει και άρχισε να κλείνεται στο εαυτό του αποφεύγοντας κάθε επικοινωνία με τον υπόλοιπο κόσμο. Λίγο μετά διαγνώνεται με αυτισμό, μια αποκάλυψη που συντρίβει τους γονείς του και τον μεγάλο του αδερφό. Οι γιατροί υποστηρίζουν ότι ο Όουεν ποτέ δεν θα μπορέσει να αναπτύξει μια καθαρή και γεμάτη αυτοπεποίθηση φωνή. Με την πάροδο του χρόνου και με τη βοήθεια των θεμάτων και του ήθους των ταινιών κινουμένων σχεδίων της Disney, ο Όουεν αρχίζει να ανακαλύπτει τρόπους κατανόησης του κόσμου γύρω του.

Ανακατεύοντας επίκαιρα βίντεο μαζί με σκηνές από τις ταινίες της Disney και εικόνες από την παιδική ηλικία του Όουεν, ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια απίστευτη ιστορία, μια που είναι σχεδόν αδύνατο να μη σε αγγίξει συναισθηματικά. Σε μια εποχή όπου το σκότος και το κακό υπάρχουν τόσο έντονα στη συνείδηση του κοινού, ο σκηνοθέτης Ρότζερ Ρος Γουίλιαμς ρίχνει φως σε μια οικογένεια, της οποίας η αφοσίωση τους ενός στον άλλον εμπνέει με τρόπο που δεν έχουμε ξαναδεί. Διηγείται μια καθηλωτική ιστορία για την οικογένεια, την απογοήτευση και την αγάπη που μας ωθεί να συνεχίσουμε να κοιτάμε μπροστά, ενώ παράλληλα αποδεικνύει πως η δύναμη του κινηματογράφου μπορεί να σπάσει τα όρια και να πλησιάσει κάτι το πνευματικό.

Αν και πρόκειται για μια ενθαρρυντική ιστορία, αυτό που κάνει το ντοκιμαντέρ του Γουίλιαμς να ξεχωρίζει, είναι ότι αποφεύγει να προσδώσει την κλασική «ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα» νότα στην αφήγηση του. Τα μέλη της οικογενείας του Όουεν γνωρίζουν και δεν ισχυρίζονται ποτέ ότι είναι θεραπευτές. ‘Η ότι η Disney, από μόνη της, έσωσε τη ζωής τους. Γνωρίζουν επίσης ότι δεν θα υπάρχουν για πάντα, έχουν όμως την αισιοδοξία ότι ο Όουεν θα είναι εντάξει. Ειλικρινά, δεν νομίζω να έχω δει ξανά μια ταινία να δείχνει τόσο έντονα ότι υπάρχει πάντα ελπίδα, ανεξάρτητα από το πόσο απελπιστικά μπορεί να φαίνονται τα πράγματα.

Πάνω απ` όλα όμως, το «Ζωή σαν Κινούμενο Σχέδιο» είναι εκπαιδευτικό φιλμ χωρίς όμως να προσπαθεί απροκάλυπτα να είναι. Διαφωτιστικό κι ενημερωτικό, σε κάνει να αντιληφθείς πολύ καλύτερα αυτή τη σοβαρή αναπτυξιακή διαταραχή που λέγεται αυτισμός. Τόσο από τη σκοπιά κάποιου που είναι αυτιστικός, όσο και των μελών της οικογένειας που μεγαλώνουν έναν αυτιστικό. Και το σημαντικότερο, η επίδραση του έργου δεν βρίσκεται μόνο στην ιστορία ή τα άτομα που απεικονίζονται σε αυτό, αλλά στο ενδεχόμενο να κάνει τους άλλους ανθρώπους καλύτερα. Πραγματικά, δεν μπορώ περιγράψω πόσο πολύ συστήνω να δείτε το «Ζωή σαν Κινούμενο Σχέδιο» του Ρότζερ Ρος Γουίλιαμς.

Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

La Pazza Gioia [3.5/5]

Αλλάζοντας εντελώς ύφος σε σχέση με τον κυνισμό που είχε επιδείξει στο «Ανθρώπινο Κεφάλαιο», ο Πάολο Βίρτζι επιλέγει για την νέα του ταινία το είδος της δραματικής κωμωδίας. Η «Τρελή Χαρά», που παρουσιάστηκε στο φετινό Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών στις Κάννες, αφηγείται της ιστορία μιας τυχαίας συνάντησης από την οποία θα προκύψει μια ισχυρά συμπονετική σχέση ανάμεσα σε δύο εντελώς διαφορετικές γυναίκες, την εγωκεντρική Μπεατρίς και τη λιγομίλητη Ντονατέλα, που όμως μοιράζονται την ίδια βαθιά ανησυχία καθώς προσπαθούν να κλείσουν λογαριασμούς με το παρελθόν.

Η πλοκή του έργου, παρουσιασμένη μέσα από μια συμπαγή σκηνοθεσία, καταφέρνει στο τέλος να σε κερδίσει, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι στην πορεία δεν υπάρχουν κάποιες αδυναμίες. Αυτές υπάρχουν διότι το σενάριο είναι με τέτοιο τρόπο δομημένο που, κυρίως στο μεσαίο μέρος του, φλερτάρει επικίνδυνα με τη στατικότητα, καθώς οι πρωταγωνίστριες έρχονται αντιμέτωπες με κάθε είδους δυσκολίες και εμπόδια, το ένα μετά το άλλο. Επιπρόσθετα, κάθε αναποδιά σου δημιουργεί πάντα τον φόβο ότι η ταινία θα φτάσει σε εκείνο το κρίσιμο σημείο όπου η κωμωδία θα μετατραπεί σε ανία. Ευτυχώς, όμως, ο Βίρτζι, χάρη στο στυλ που αποφασίζει να έχει η ταινία του, σου δημιουργεί την αίσθηση ότι ακολουθεί τις αυταπάτες ενός άρρωστου δίνοντας τους την ευκαιρία να «ζήσουν» χωρίς ποτέ να είναι εκτός θέματος.

Διαθέτοντας έναν ονειρικό σχεδόν παραμυθένιο τόνο και μια απλοϊκότητα χωρίς το πρόσχημα ότι θέλει να πει κάτι βαρύγδουπο ή να καταγγείλει τα κακώς κείμενα, ο 52χρονος σκηνοθέτης καταφέρνει και δημιουργεί μια κατάσταση στην οποία το εγώ της κάθε πρωταγωνίστριας προκύπτει από ενέργειες της άλλης. Η οιστριονική προσωπικότητα και η συνεχής φλυαρία της μίας είναι συνέχεια της σιωπής και της λακωνικότητας της άλλης. Και αυτή η συμπληρωματικότητα είναι το κλειδί για τη θεραπεία των ασθενειών τους, και ίσως για την ευτυχία. Με αυτό τον τρόπο, το κοινωνικό στίγμα που περιβάλλει τους ασθενείς ενός ψυχιατρείου αντιστρέφεται και αντί για κριτική γίνεται μια δικαιολογία για να χαμογελάσουμε ακόμα και με την ελαφρότητα που εκτείνεται στις πιο οδυνηρές στιγμές.

Με τη σειρά τους οι υπέροχες γεμάτες συναισθηματική δύναμη ερμηνείες της Βαλέρια Μπρούνι Τεντέσκι και της Μικαέλα Ραματσότι επιτυγχάνουν κι αυτές να αντισταθμίσουν την όποια μικρή ανεπάρκεια στο αφηγηματικό ύφος παρέχοντας στους θεατές όχι έναν αλλά δύο χαρακτήρες για να νοιαστούν. Όλοι μαζί πλάθουν μια ουσιώδη, πλήρη και όμορφη ταινία που μας κάνει να θυμηθούμε ότι ο λόγος που πας σινεμά δεν είναι κανένας άλλος πάρα μόνο να βυθιστείς σε μια καρέκλα και να παραδοθείς στα πιο απλά συναισθήματα.

Closet Monster [2.5/5]

Οι ταινίες ενηλικίωσης δεν είναι κάτι νέο, έτσι είναι σπάνιο όταν κάποιος εμφανίζεται από το πουθενά παρουσιάζοντας μας μια φρέσκια και πρωτότυπη εκδοχή μιας κοινής ιστορίας. Τέτοια είναι η περίπτωση της πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του 27χρονου Στίβεν Νταν, «Closet Monster». Ένα πραγματικά ευφάνταστο παραμύθι για το πώς μια τραυματική εμπειρία σε πολύ μικρή ηλικία μπορεί τελικά να εξορκιστεί από μια προβληματισμένη ψυχή.

Πιο σκοτεινή και πιο ιδιοσυγκρασιακά ευρηματική απ` ό,τι φαίνεται εκ πρώτης όψης, η ταινία αντανακλά το εκσυγχρονισμένο κλίμα ομοφοβίας αρκετά αποτελεσματικά, και χτίζει μια μάλλον εντυπωσιακή οπτική απεικόνιση του ψυχολογικού φορτίου που απαιτεί η διαδικασία της σεξουαλικής αφύπνισης. Ντροπή, ενοχή και το φάντασμα της βίας στοιχειώνουν το πλαίσιο μεταδίδοντας στον θεατή μια χειροπιαστή απειλή που παραδόξως και απολαυστικά ενισχύεται από την περίεργη σχέση του πρωταγωνιστή με το χάμστερ του, Μπάφι, που μιλάει με τη φωνή της Ιζαμπέλα Ροσελίνι (σεναριακό εύρημα επηρεασμένο από τη σειρά μικρών ταινιών με τον τίτλο «Green Porno» της ηθοποιού).

Ένα από τα πιο δυνατά σημεία του έργου είναι ότι σκηνοθετικά δεν οδηγείται σε αδιέξοδο. Η γραφή του Νταν αφήνει την ταινία ανοικτή όσον αφορά το ύφος διαθέτοντας στοιχεία δράματος, κωμωδίας, ακόμη και τρόμου και φαντασίας. Οι διάφορες πτυχές της ταινίας ρέουν μαζί, έτσι ώστε τίποτα δεν φαίνεται άστοχο και υπερβολικό. Το ίδιο δυστυχώς δεν μπορεί να ειπωθεί και για την ιστορία αυτή καθαυτή. Ο περιορισμός από ένα σημείο και μετά της πλοκής μέσα σε στενά οικογενειακά πλαίσια, δεν αφήνει χώρο στην ταινία να ανασάνει, οδηγώντας την αφήγηση σε αυτό που θα λέγαμε «κλισέ στιγμές πανέμορφα παρουσιασμένες» με νέον φώτα, ένα παλλόμενο σκορ και χρήση του slow-motion.

Ερμηνευτικά, ο Κόνορ Τζέσαπ, ο οποίος ήταν ένα από τα ανερχόμενα αστέρια του Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο το 2012, διαθέτει τα απαραίτητα ερμηνευτικά εφόδια για να απεικονίσει το άγχος, τη σύγχυση και την πραγματική αποστροφή που αισθάνεται ο χαρακτήρας του για τον εαυτό του, επιδεικνύοντας μια συγκρατημένη αλλά και συναισθηματική απόδοση ενός πολύπλοκου χαρακτήρα. Με το βραβείο της καλύτερης καναδικής ταινίας από το Φεστιβάλ του Τορόντο στις αποσκευές του, μπορεί η ιστορία του «Closet Monster» να μη διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας, ωστόσο ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται διαθέτει αρκετή καινοτομία και φαντασία για να την κάνουν να ξεχωρίζει.

The Magnificent Seven [2/5]

Ερωτηματικά για το κύρος και τη σημασία των «επτά υπέροχων» του Αντουάν Φουκουά, ένα κάτι σαν ριμέικ της ομότιτλης ταινίας του Τζον Στάρτζες (1960), που κι εκείνη με τη σειρά της ήταν εμπνευσμένη από το σενάριο της ταινίας του Ακίρα Κουροσάβα «Οι Επτά Σαμουράι», γεννιούνται στους θεατές καθώς παρακολουθούν τούτο εδώ το τετριμμένο έργο να εξελίσσεται μπροστά στα μάτια τους. Με τις αρχικές ενδιαφέρουσες στιγμές που δίνουν την αίσθηση ότι το φιλμ θα υπερασπίσει την ίδια του την ύπαρξη να μην είναι τίποτα περισσότερο από μια σταγόνα στον ωκεανό, το έργο του Φουκουά δεν κάνει τίποτε παραπάνω απ` όσα έχουμε δει δισεκατομμύρια φορές στο παρελθόν.

Διαθέτοντας μια στάσιμη πεποίθηση ότι δεν χρειάζεται πραγματικά να έχει κάτι να πει αλλά να διασκεδάσει, το σενάριο των Ρίτσαρντ Γουένκ και Νικ Πιτζολάτο ακολουθεί πιστά τις ιστορίες των δοκιμασίων του αουτσάιντερ. Με ολόκληρη την ταινία να περιστρέφεται γύρω από αυτή την ιδέα, τίποτα δεν είναι αξέχαστα εφευρετικό και όλα τα κλισέ δηλώνουν παρόν, κάνοντας μας να μιλάμε για μια Άγρια Δύση στο πιο εύπεπτο της. Τα καλά νέα είναι ότι, με έναν τόσο εστιασμένο στόχο, ο 50χρονος σκηνοθέτης καταφέρνει να δημιουργήσει μια ταινία που δεν είναι ποτέ βαρετή. Για την ακρίβεια, καταφέρνει διεξοδικά να ρέπει λίγο προς το camp, γεμίζοντας την ταινία του με αρκετό χρόνο για πιστολίδι, αντιπαραθέσεις, γραφικούς χαρακτήρες και τόνους κωμικής ανακούφισης από τον Κρις Πρατ.

Ωστόσο, αυτό που τελικά σου μένει είναι ένα σενάριο τόσο κοινό και προσκολλημένο στην παραδοσιοκρατία με τρόπο εντελώς επιζήμιο. Υπερβολικά πολλά «γιατί» μένουν αναπάντητα, καθώς ο Φουκουά μοιάζει φρακαρισμένος σε μια ασυνέπεια ως προς το ύφος της ταινίας και το στυλ αφήγησης. Με την αυθεντικότητα επίσης να αποτελεί πρόβλημα, καθώς, σε μια προσπάθεια να μην ξενίσει το νεανικό κοινό, οι διάλογοι και τα κοστούμια είναι πάρα πολύ σύγχρονα σε σχέση με το πού και πότε εξελίσσεται η ιστορία, είναι λες και το «Και οι 7 Ήταν Υπέροχοι» δεν μπορεί να αποφασίσει αν θέλει να είναι ένα ρεαλιστικό, σύγχρονο γουέστερν ή αν θέλει να είναι μια, όχι και τόσο, σοβαρή ταινία δράσης.

Συμπερασματικά, όσο cool κι αν θέλουν να είναι οι συντελεστές, η έλλειψη πρωτοτυπίας και το αναμάσημα ιδεών, σε συνδυασμό με ένα είδος που γενικά δεν αρέσει, μετατρέπουν το τελικό αποτέλεσμα σε κάτι το άκρως ψυχαγωγικό μεν, αλλά άχαρο και λησμονήσιμο δε.

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

Inhebek Hedi [4/5]

Η Βίβλος αναφέρει στη Γένεση πως η δημιουργία του Αδάμ έγινε κατ` εικόνα και καθ` ομοίωσιν του Θεού και της Εύας, από ένα πλευρό του όταν εκείνος βρισκόταν εν υπνώσει. Αυτοί οι δύο χαρακτήρες αποτελούν αλληγορικά την αρχή της ανθρώπινης φυλής και ως σύμβολα της λαϊκής κουλτούρας υποστηρίζουν τα θεμέλια της ύπαρξης και της πορείας μας στον κόσμο. Αυτή η δυαδικότητα ανάμεσα στο σηματοδοτημένο μονοπάτι καθορισμένο από την εξουσία και η ενσάρκωση της παράβασης της, είναι άψογα εφαρμοσμένα στο δίλλημα που βασανίζει τον κεντρικό ήρωα Χέντι.

Ο απόλυτος πρωταγωνιστής δίνει τον τίτλο στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη Μοχάμεντ Μπεν Ατία, προβάλλοντας στον θεατή έναν άνθρωπο κάτω από την πίεση ενός περιβάλλοντος που έχει διαμορφώσει όλες τις ζωτικής σημασίας συμπεριφορές και σκέψης του. Το μέρος είναι η Τυνησία μετά από χρόνια παρακμής και τον απόηχο του κύματος διαδηλώσεων και διαμαρτυριών της Αραβικής Άνοιξης, εξολοκλήρου παρουσιασμένη όμως μέσα από τα μάτια του ολοζώντανου και πολυδιάστατου χαρακτήρα που ερμηνεύει στην εντέλεια ο Μαζίντ Μαστουρά.

Ως μια αληθινή ωδή στη χειραφέτηση και ένας ξεκάθαρος παραλληλισμός για το μέλλον της Τυνησίας, στο πρόσωπο του Χέντι σκιαγραφείται η παραίτηση και η απογοήτευση σε ίσα μέρη κατά τη διάρκεια των προκριματικών της σύμβασης γάμου του με την Κελιγιά, μιας σχεδόν άγνωστης. Ελκυόμενος από σουρεαλιστικά τοπία και καταστάσεις όταν τα δεσμά του χαλαρώνουν, ο Χέντι ψάχνει ένα σημείο εξόδου προκειμένου να εξαφανιστεί εντελώς. Με την υποχρέωση να λάβει ένα αντίγραφο της Εύας για σύζυγό του, σε ένα επαγγελματικό ταξίδι θα βρει τη διέξοδο που αναζητά ανακαλύπτοντας ταυτόχρονα την επείγουσα ανάγκη να διεκδικήσει την ελεύθερη βούλησή του.

O τρόπος διαφυγής του όμως δεν δίνεται σε αυτόν ως ένα σωσίβιο, αλλά ως αβέβαιος και ριζικά αντίθετος με τους κανόνες που γνωρίζει. Μέσα από αυτόν, ο Χέντι θα ανακαλύψει την ομορφιά της καθημερινής ζωής και θα αρχίσει να μεταλλάσσεται σταδιακά αποκτώντας έκφραση, θυμό ή χαρά, ενώ θα έρθει κι αντιμέτωπος με τη σκληρότητα και τις συνέπειες της ελεύθερης βούλησης. Με τη φωτογραφία και τη μουσική να συνοδεύουν σε τέλεια αρμονία αυτή τη λεπτή προσέγγιση, η κάμερα του Μπεν Ατία δεν επιδιώκει τίποτα περισσότερο από την αισθητική παρουσίαση ενός παραθύρου σε έναν άλλο κόσμο.

Χωρίς τη χρήση ενός «από μηχανής θεού», η ίδια η ταινία προσφέρεται να εξυπηρετήσει τη μίμηση της πραγματικότητας, κάνοντας μας να διαπιστώσουμε ότι μερικές φορές η ζωή είναι πιο περίπλοκη από ό,τι φαίνεται και δεν υπάρχει τίποτα πιο όμορφο από το δράμα μέσα στο οποίο ο καθένας μας καθρεφτίζεται.

Indignation [4/5]

Η «Αγανάκτηση» είναι η πρώτη σκηνοθετική απόπειρα του τριπλά υποψήφιου για Όσκαρ παραγωγού και σεναριογράφου Τζέιμς Σέιμους («Τίγρης και Δράκος», «Το Μυστικό του Brokeback Mountain»), και αποτελεί μια κινηματογραφική χαρά για όσους απολαμβάνουν την πρόκληση τού να παρακολουθούν πολυσύνθετα κι ευφυή δράματα στηριγμένα σε χαρακτήρες. Βασισμένη στο εικοστό ένατο βιβλίο του Φίλιπ Ροθ, που αφηγείται την ιστορία ενός νέου που διαπλάθεται μέσα στις συγκυρίες και τα εμπόδια που ορθώνει μπροστά του η ζωή, αυτό που καταφέρνει εδώ ο 56χρονος σκηνοθέτης είναι η άψογη προσαρμογή ενός δύσκολου μυθιστορήματος στην κινηματογραφική γλώσσα.

Με τη λογική που εκτροχιάζεται από το συναίσθημα να σχηματίζει ένα πολυσύνθετο σύμπλεγμα, το σενάριο του Σέιμους είναι μια ευσυνείδητη κι ειλικρινής δραματοποίηση του μυθιστορήματος του Ροθ. Υφαίνοντας, προσεκτικά, θέματα που έχουν να κάνουν με την κοινωνική τάξη, την πίστη και τη σεξουαλική απελευθέρωση με φόντο τον πόλεμο της Κορέας, τούτη εδώ η «Αγανάκτηση» είναι έξυπνη, διασκεδαστική, διορατική και, όπως το βιβλίο, αντιπολεμική. Με ιδέες που είναι τόσο φρέσκες, όσο η νοοτροπία της δεκαετία του 1950 είναι κλειστοφοβική, οι ενδιαφέρουσες αντιπαραθέσεις, τα λογικά επιχειρήματα και η συναισθηματική αναταραχή μετατρέπουν το αποτέλεσμα σε μια συναρπαστική ταινία ενηλικίωσης με ένα σκοτεινό υπόβαθρο.

Ο Λόγκαν Λέρμαν, καθοδηγούμενος από το σενάριο του Σέιμους, αποφεύγει σε μεγάλο βαθμό την αμήχανη εκκεντρικότητα που έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον σε παρόμοιους ρόλους. Πιο υστερικός και επιθετικός απ` ό,τι νευρωτικός και αδέξιος, τόσο ο ίδιος όσο και ο σκηνοθέτης προσδίδουν στον χαρακτήρα περισσότερες διαστάσεις και σκοτεινές τάσεις. Η χημεία με τη Σάρα Γκέιντον υφίσταται, αν και υπάρχει κάτι ευπρόσδεκτα αλλόκοτο μεταξύ τους που είναι ιδιαίτερα μυστηριώδες. Σε κάθε περίπτωση, και οι δυο πρωταγωνιστές είναι θαυμάσιοι στους ρόλους τους, γεγονός που καθιστά το άλλοτε πυκνό σενάριο πολύ πιο εύκολο στη χώνεψη. Πρέπει όμως να παραδεχτώ ότι στις πιο ισχυρές σκηνές της ταινίας, ο Τρέισι Λετς και η Λίντα Έντμοντ κλέβουν δικαιωματικά την παράσταση.

Ίσως το μόνο πράγμα πιο ελκυστικό από τους λαμπρούς ηθοποιούς είναι η εκπληκτική παραγωγή. Τέτοιο πλούσιο υλικό παίρνει λίγο χρόνο για να επεξεργαστεί, και είναι ευχάριστο να βλέπεις μια ταινία που ασχολείται με τη νοημοσύνη μας και τα συναισθήματά μας στον ίδιο βαθμό, κάνοντας έξοχη χρήση των εργαλείων του κινηματογράφου, από το εκπληκτικό σκορ μέχρι την καλλιτεχνική διεύθυνση και τα κοστούμια. Μια αληθινά ενδιαφέρουσα και ανεπιφύλακτα προτεινόμενη ταινία για θέαση.

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

Bridget Jones's Baby [3.5/5]

Ο κόσμος έχει αλλάξει από την τελευταία φορά που είδαμε την Μπρίτζετ Τζόουνς το 2004. Στις μέρες μας υπάρχουν εφαρμογές για online φλερτ, το facebook μετρά πάνω από ένα δισεκατομμύριο ενεργούς χρήστες, τα συναισθήματα μας πλέον εκφράζονται μέσω emoji και κάθε λεπτό της ζωής μας ανεβεί στα διάφορα social media. Πώς θα μπορούσε λοιπόν η -γεμάτη ατέλειες και εμμονές- Μπρίτζετ Τζόουνς να αποτελέσει ξανά μέρος του κυνικού μας κόσμου; Πολύ εύκολα όπως αποδεικνύεται κρίνοντας από το «Μωρό της Μπρίτζετ Τζόουνς», το οποίο βγαίνει στις αίθουσες δώδεκα χρόνια μετά το «Bridget Jones: Η Επόμενη Σελίδα».

Χωρίς να αποτελεί μεταφορά του τρίτου μυθιστορήματος της σειράς και βασισμένο κυρίως στην ανεξάρτητη στήλη που διατηρούσε η Έλεν Φίλντινγκ, το τρίτο μέρος βρίσκει την -43ών ετών πλέον- Τζόουνς εργένισσα και έγκυο, χωρίς να γνωρίζει ποιος είναι ο πατέρας. Από την μια, ο παλιός έρωτας της, Μαρκ Ντάρσι (ο Κόλιν Φερθ επιστρέφει σε έναν από τους πιο επιτυχημένους ρόλους της καριέρας του), και από την άλλη το νέο πρόσωπο στην εξίσωση, ο Τζακ Κουάντ (Πάτρικ Ντέμπσι), με τον οποίο η Μπρίτζετ ενθουσιάζεται. Με την ηρωίδα να βρίσκεται σε ένα τρομερό δίλημμα, αστεία ατοπήματα, πονηρά σεξουαλικά πειράγματα, γλυκανάλατες απεικονίσεις του Λονδίνου, αλλά κι ένα αμείλικτα συναισθηματικό μουσικό σκορ δίνουν το παρόν σε μεγάλο και απολαυστικό βαθμό.

Χάρη στο υπέροχα γραμμένο από τους Έλεν Φίλντινγκ, Νταν Μέιζερ και Έμα Τόμσον σενάριο, οι προσφιλείς χαρακτήρες παραμένουν άθικτοι, ενώ το χιούμορ παραμένει ζωηρό, πνευματώδες, συναισθηματικό και, ως δια μαγείας, σχετικό με το τώρα. Αυτό επιτυγχάνεται κυρίως γιατί οι σεναριογράφοι δεν χάνουν ποτέ τη στοργική μάτια απέναντι στον πυρήνα του κεντρικού χαρακτήρα δίνοντας παράλληλα χώρο και στη μεγαλύτερη γυναικεία εμπειρία. Έτσι, η σωματική κωμωδία που υπάρχει κυρίως στον φιλικό αγώνα μεταξύ των δυο ανδρών εναρμονίζεται άψογα με αστεία για τον τοκετό, το φύλο, την ανατροφή των παιδιών. Με το σκηνοθετικό χέρι της Σάρον Μαγκουάιρ να διασφαλίζει ότι τα νήματα της αυθεντικότητας και της συνέχειας είναι υφασμένα σωστά από την αρχή μέχρι το τέλος, αυτό το σίκουελ αποδεικνύεται πολύ πιο αστείο και καλύτερο από όσα θα περίμενε κανείς να είναι.

Φυσικά, μεγάλο μέρος της γοητείας της Μπρίτζετ οφείλονταν στην υποψήφια για Όσκαρ ερμηνεία της Ρενέ Ζελβέγκερ. Και ως ένα βαθμό μπορούμε να πούμε ότι η συγκεκριμένη ταινία δεν είναι απλά μια επιστροφή του χαρακτήρα στο σελιλόιντ, αλλά και της ίδια της ηθοποιού. Απουσιάζοντας από το φως της δημοσιότητας για αρκετά χρόνια, καθίσταται σαφές από το πρώτο κιόλας λεπτό ότι είναι μια εξαιρετική ηθοποιός με εξίσου εξαιρετικό κωμικό τάιμινγκ. Δίπλα της, τόσο ο Φερθ όσο κι ο Ντέμπσι ερμηνεύουν θαυμάσιο τους ρόλους τους, με τον πρώτο να ξεχωρίζει χάρη στην κοινωνική αμηχανία που ήταν πάντα στον πυρήνα του Ντάρσι. Ενώ, τέλος, η Έμα Τόμσον ως η καυστική γυναικολόγος της Μπρίτζετ είναι όπως πάντα θεϊκή.

Το μόνο μελανό σημείο σε αυτό το υπέροχο γλύκισμα είναι ένα πολύ τακτοποιημένο, παραδοσιακό τελείωμα που δεν μοιάζει αρκετά γενναίο ή μοντέρνο για τη δεσποινίδα Τζόουνς. Πέρα από αυτό, το «Μωρό της Μπρίτζετ Τζόουνς» αποτελεί μια χαρούμενη και κεφάτη feelgood ταινία που καταφέρνει να είναι τόσο νοσταλγική όσο και προοδευτική, μεταφέροντας για ακόμα μία φορά άψογα την ψυχοσύνθεση μιας γυναίκας που το όνειρό της να γίνει μάνα παίρνει σάρκα κι οστά.

Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2016

Cafe Society [2.5/5]

Τα τελευταία χρόνια μοιάζει να υπάρχει ένα δυαδικό σύστημα στο οποίο ανήκουν οι νέες ταινίες του Woody Allen: μείζονος και ελάσσονος σημασίας. Με αυτό το σκεπτικό, η νέα ταινία του 80χρονου δημιουργού βρίσκεται κάπου ανάμεσα σε αυτούς του δυο χαρακτηρισμούς. Δεν είναι από τις πολύ καλές δουλειές του, αλλά ούτε και μία που μπορείς να απορρίψεις ως κακή. Μέσα στις δεκάδες ταινίες ενός ανθρώπου ο οποίος έχει γράψει και σκηνοθετήσει τόσα πολλά, το «Cafe Society» είναι ό,τι είναι και αυτό δεν είναι τίποτε άλλο από μια απλή, αστεία, ελαφριά και τόσο δα συγκινητική ταινία.

Εμπλουτισμένη με στυλ, γκλάμουρ και δυο-τρεις γκάνγκστερ, η υπόθεση εξελίσσεται μέσα στον μαγικό κόσμο της κινηματογραφικής βιομηχανίας και έχει στον πυρήνα της ένα ερωτικό τρίγωνο. Τίποτα δεν είναι ιδιαίτερα σκοτεινό στην ιστορία του Bobby Dorfman, ο οποίος φτάνει στο Χόλιγουντ τη χρυσή δεκαετία του 1930 για να δουλέψει στο γραφείου του θείου του και μάνατζερ των αστέρων της εποχής. Εκεί συναντά τη γραμματέα του, Vonnie, και ξεκινάει αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς ως μια ανάλαφρη ρομαντική κωμωδία με κάποια πιο στοχαστικά στοιχεία. Είναι τρομερά πρωτότυπη; Όχι, όμως θα πιάσετε τον εαυτό σας να γελάει με το στακάτο και αιχμηρό χιούμορ που διαθέτει, θα την παρακολουθείτε με ευχαρίστηση καθώς δεν θα κουραστείτε ούτε λεπτό, και φυσικά, χάρη στον Allen, θα δείτε μια ελαφρώς πιο ώριμη ματιά αναφορικά με το τι έχουν να προσφέρουν οι σχέσεις στους ανθρώπους, αλλά και με το τι είναι αρκετό να κάνει τους ανθρώπους να συμβιβαστούν.

Σε όλα τα παραπάνω προσθέτει πόντους η υψηλής αξίας κινηματογραφία του Vittorio Storaro, ο εξαιρετικός σχεδιασμός παραγωγής του Santo Loquasto και οι ηθοποιοί. Αν και υπέροχοι ηθοποιοί όπως η Parker Posey κι ο Paul Schneider σπαταλούνται ως το κοσμικό ζευγάρι που μπαινοβγαίνει στη ζωή των πρωταγωνιστών, οι περισσότεροι έχουν την ευκαιρία να λάμψουν. Λάτρεψα την επανεμφάνιση της Jeannie Berlin που έχουμε να δούμε σε μεγάλο ρόλο από την υποψήφια για Όσκαρ ερμηνείας της στο «Παράξενο Ταξίδι του Μέλιτος» του 1972. H Anna Camp έχει μια σκηνή, αλλά δίνει τον καλύτερο εαυτό της, ο Corey Stoll είναι για ακόμα μία φορά εξαιρετικός. Η Blake Lively είναι πανέμορφη, και θυμηθείτε με θα εξελιχθεί σε μεγάλο αστέρι. Η ταινία όμως ανήκει στην Kristen Stewart, η οποία τον τελευταίο καιρό κατ` επανάληψη μας αποδεικνύει ότι δεν έχει καμία σχέση με τον νευρόσπαστο χαρακτήρα που υποδυόταν στα «Twilight». Πιο όμορφη από ποτέ, αναδίδει μια ζεστασιά και αρκετή ψυχή που σε κάνει να κολλάς πάνω της κάθε φορά που εμφανίζεται στην οθόνη.

Σε γενικές γραμμές, βγαίνοντας από την αίθουσα αυτό που συνειδητοποιείς είναι ότι o Allen δεν έχει βρει απόλυτα τη φόρμα του, αν και σε αυτό το σημείο ποια είναι η φόρμα στην οποία πρέπει να επιστρέψει; H ταινία, χάρη στην ελαφρότητα που τη διέπει, βλέπεται άνετα και με ευχαρίστηση. Και μια και μιλάμε για την 47η ταινία του, αυτό νομίζω πως, προς το παρόν, αρκεί.

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

Ghostbusters [2.5/5]

Αν υπήρχε ένας επίσημος κατάλογος βασικών ταινιών της δεκαετίας του 1980 των οποίων οι οπαδοί θα χαρακτήριζαν ως βλασφημία το να ξαναγυριστούν, θα μπορούσε να περιλαμβάνει τίτλους όπως «Οι Κυνηγοί της Χαμένης Κιβωτού», το «Μπρέκφαστ Κλαμπ» και το «Επιστροφή στο Μέλλον». Επίσης το «Γκούνις: Το Κυνήγι της Μεγάλης Περιπέτειας», το «Η Πιο Κουφή Μέρα του Φέρι Μπούλερ» και το «Μια Απίθανη... Απίθανη Πτήση». Η λίστα είναι ατελείωτη κι εντελώς υποκειμενική, σίγουρα όμως κοντά στην κορυφή της θα ήταν το «Ghostbusters», η sci-fi κωμωδία του 1984 σε σκηνοθεσία Ιβάν Ράιτμαν όπου τέσσερις άνδρες κυνηγούν φαντάσματα γύρω από την πόλη της Νέας Υόρκης. Αν και γυρισμένο τη συγκεκριμένη δεκαετία, ακόμα και σήμερα παραμένει αστεία, έξυπνη και πρωτότυπη όπως όταν κυκλοφόρησε για πρώτη φορά.

Εφόσον έτσι έχουν τα πράγματα, τότε γιατί γυρίζουν εκ νέου το 2016; Εδώ είναι το θέμα: η νέα ταινία του Πολ Φάιγκ δεν είναι ακριβώς ριμέικ του παλιού όσο «επανασχεδιασμός» της ίδιας ιδέας, αυτή τη φορά με τέσσερις γυναίκες και περισσότερη αυτοσυναίσθηση του χιούμορ. Υφίσταται ως επί το πλείστων ανεξάρτητα από τον προκάτοχό του και, με εξαίρεση ένα-δυο κλεισίματα του ματιού στην έκδοση του Ράιτμαν τα οποία χρησιμοποιεί και δεν βασίζεται σε αυτά, βρίσκει έναν τρόπο να βασίζεται κυρίως στις δικές του δυνάμεις. Κάπου εδώ θα ήθελα να πω ότι η αντιπαράθεση είναι ένα αστείο πράγμα. Μερικές φορές η ύπαρξη της αξίζει, ενώ άλλες φορές είναι εντελώς αδικαιολόγητη. Χωρίς να έχει σημασία ποια είναι η αιτία, δυστυχώς προέκυψε διένεξη για αυτή την νέα έκδοση του «Ghostbusters». Ωστόσο, παρόλες τις συζητήσεις σχετικά, αυτό το κείμενο είναι μια κριτική της ταινίας, όχι της αντιπαράθεσης. Με βάση αυτό οφείλω να ομολογήσω ότι οι φανατικοί του αρχικού μπορούν να ανασάνουν με ανακούφιση γνωρίζοντας ότι τούτη εδώ η ταινία δεν είναι ένα αντίγραφο ή απομίμηση και ότι διαχωρίζεται ενεργά από το πρωτότυπο.

Τούτου λεχθέντος, το «Ghostbusters» μπορεί να θεωρηθεί μια καλή ταινία, όχι όμως μια σπουδαία. Διαθέτει ένα αυθάδες παιχνίδισμα, το οποίο παράγει κάποια γέλια, και -στο σύνολο του- ένα ισχυρό, ενθουσιώδες καστ που δίνει τον καλύτερο του εαυτό. Δεν είναι όμως σταθερά αστείο ή διασκεδαστικό, ενώ ο μεγάλος χρόνος διάρκειας του το καθιστά επιρρεπές σε μερικά βαρετά σημεία. Το κύριο ζήτημα εδώ είναι η πλοκή και ο τρόπος εξέλιξης αυτής. Όπως και το πρωτότυπο, το σενάριο ακολουθεί μια νέα γυναικεία ομάδα κυνηγών φαντασμάτων που προσπαθούν να σταματήσουν τα -όλο και αυξανόμενα- πνεύματα που κάνουν την εμφάνιση τους στην πόλη της Νέας Υόρκης. Εμποτισμένο με την κωμική υπογραφή του Φάιγκ, το φιλμ δυστυχώς δεν λειτουργεί καλά χάρη στο, κατά άλλα, αξιόπιστο είδος του χιούμορ το οποίο απολαύσαμε στις προηγούμενες δουλείες, όπως το «Φιλενάδες» ή το «Spy». Με τις συγκεκριμένες ταινίες να έχουν το πλεονέκτημα της πρωτότυπης ιδέας, έμοιαζαν φρέσκες και γεμάτες αυτοπεποίθηση, αντ` αυτού το «Ghostbusters» προχωρά σε ένα γνώριμο μονοπάτι. Και παρά το οικείο της υπόθεσης, ο Φάιγκ θα μπορούσε να την κάνει να ξεχωρίζει, ακολουθεί όμως τον ασφαλή δρόμο σε όλους τους τομείς και η ταινία υποφέρει εξαιτίας αυτού.

Η ταινία ομολογουμένως δεν θέλει να πάρει τον εαυτό της στα σοβαρά και δεν το κάνει. Η ανάπτυξη των χαρακτήρων και η συγγραφή μιας σταθερής ιστορίας εξανεμίζονται στο πρώτο μισάωρο. Τη θέση τους παίρνουν η εύκολη διασκέδαση, η οποία γίνεται όλο και πιο ευχάριστη με τις ξεχωριστές cameo εμφανίσεις και μια χορευτική παράσταση κατά τη διάρκεια των τίτλων τέλους και τίποτε άλλο. Μένουν, λοιπόν, οι υπέροχες πρωταγωνίστριές του να την κάνουν πιο ελκυστική, αλλά ακόμα κι εκεί τα πράγματα δεν είναι καλά. Η Κρίστεν Γουίγκ είναι πολύ καλή, αλλά παίζει τον γνώριμο εκείνο αδέξιο χαρακτήρα που έχει υποδυθεί κι άλλες φορές. Το φυσικό κωμικό ταλέντο της Μελίσα ΜακΚάρθι για ακόμα μια φορά λάμπει σε έναν ρόλο που της ταιριάζει πραγματικά, αλλά δεν παύει να είναι ίδιος με την προηγούμενους. Η Λέσλι Τζόουνς κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί με έναν μονοδιάστατο και κάπως κακογραμμένο ρόλο. Η Κέιτ ΜακΚίνον είναι παντελώς άθλια σε μια ερμηνεία άξια για όλα τα βατόμουρα του κόσμου. Ενώ, τέλος, ο θαυμάσιος Κρις Χέμσγουορθ, σε ένα από τα πιο ωραία ευρήματα του έργου, είναι αυτός που τραβάει τα βλέμματα και με την ομορφιά του, αλλά και με το κωμικό ταλέντο του.

Μια καλύτερη και πιο ικανοποιητική κωμωδία υπάρχει σίγουρα κάπου μέσα σε όλα αυτά. Ακόμα και έτσι, όμως, το φετινό «Ghostbusters» δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια ανόητη καλοκαιρινή κωμωδία που, με λίγη καλή διάθεση και χωρίς πολλή σκέψη τού τι βλέπεις, μπορεί να χαρίσει ένα ευχάριστο δίωρο σ` όποιον την επιλέξει.

Maggie's Plan [3/5]

Τοποθετημένο στην Νέα Υόρκη, το «Η Μάγκι Έχει Σχέδιο» είναι μία ακόμα προσθήκη στο είδος των ταινιών που γελάει με τις αξιώσεις και τις ανοησίες των διανοούμενων και μορφωμένων ενηλίκων, καθώς αυτοί ζουν μέσα στα λεγόμενα «προβλήματα υψηλής κοινωνίας». Με εξαιρετικές ερμηνείες από ένα all-star-cast με επικεφαλής τους Greta Gerwig, Ethan Hawke, Julianne Moore και Bill Hader, η σκηνοθέτης Rebecca Miller παραδίδει μια ταινία που λειτουργεί σε πολλά επίπεδα αποδεικνύοντας ότι έχει μια κοφτερή αίσθηση του χιούμορ.

Διαθέτοντας σωστό μέτρο μεταξύ ηθικής και χιουμοριστικής πολυπλοκότητας, αλλά και μια φεμινιστική αύρα που διαπερνά το φιλμ, η Miller αντισταθμίζει οποιαδήποτε ελαφράδα ή επιτήδευση με μια ετοιμόλογη και σπιρτόζα πλοκή, δημιουργώντας έτσι μια ιδιότροπη, κουλτουριάρικη (με την καλή έννοια) και ρομαντική ταινία που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα από εκείνα τα έργα που δεν απαιτούν πολλή σκέψη και που μπορείς να απολαύσεις ευχάριστα όχι μόνο μία, αλλά πολλές φορές.

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

The Shallows [3.5/5]

Από τότε που ο Steven Spielberg παρουσίασε την πρώτη υδάτινη απειλή του κινηματογράφου με τα «Σαγόνια του Καρχαρία», οι κίνδυνοι που παραμονεύουν στο πέλαγος έχουν εμπνεύσει δεκάδες ταινίες, άλλες καλές, άλλες ικανοποιητικές και άλλες άθλιες.

Το «Σε Ρηχά Νερά» έρχεται να προστεθεί σε αυτό τον μακρύ κατάλογο ταινιών, και αν η ιδέα της «Gossip Girl» Blake Lively εναντίον ενός καρχαρία δεν σας τραβάει την προσοχή, τότε καλά θα κάνετε να αναθεωρήσετε, καθώς η ταινία είναι απολαυστικότατη αναβιώνοντας με τον καλύτερο δυνατό τρόπος το είδος. Διαθέτοντας ένα έξυπνα γραμμένο σενάριο από τον Anthony Jaswinski και το άγρυπνο μάτι του Jaume Collet-Serra στη σκηνοθεσία, το έργο είναι από εκείνα που καταστρέφουν έναν τέλειο αμμώδη παράδεισο, μετατρέπουν τα κρυστάλλινα γαλάζια νερά σε αιματοβαμμένα ύδατα και σε κάνουν να συνειδητοποιήσεις ότι είναι περιστασιακά ωραίο να παρακολουθείς μια ταινία απλά και μόνο για την απόλυτη διασκέδαση που σου παρέχει.

Το πώς και το γιατί της πλοκής είναι εξαιρετικά κοινό, κλισέ και άνευ σημασίας. Εκεί που η ταινία πετυχαίνει διάνα είναι στο γεγονός ότι αγκαλιάζει τη διασκέδαση του είδους, χωρίς ποτέ να ξεχνάει ότι πρόκειται για ένα ατμοσφαιρικό θρίλερ που χτίζει σιγά-σιγά την ένταση και την απογοήτευση για μια κατάσταση που φαίνεται τόσο απλή, αλλά και τόσο αδύνατη να λυθεί. Τα αφρώδη κύματα που λαμποκοπούν στο φως του ήλιου και το τροπικό δάσος που καλύπτει τις ορεινές περιοχές ζωγραφίζουν ένα γραφικό τοπίο, και οι κοραλλιογενείς ύφαλοι δημιουργούν μια ατμόσφαιρα που σε ρουφάει προετοιμάζοντάς σε για μια αναπόφευκτη επίθεση καρχαρία.

Στη δημιουργία του απαραίτητου κλίματος βοηθάει εξαιρετικά και το γεγονός ότι το σενάριο δεν αναλώνεται σε περιττό δράμα και συναισθηματικές εκρήξεις. Τέτοιες στιγμές υπάρχουν, αλλά ποτέ δεν είναι κάτι περισσότερο από τη συνηθισμένη προσωπική διαδρομή του ήρωα μέσα από την οποία θα δεθούμε μαζί του. Προς τιμήν της η Lively, το γνωρίζει αυτό και υποδύεται την ηρωίδα με τέτοιο τρόπο που μας συνεπαίρνει. Είναι αστεία, είναι απελπισμένη, είναι θυμωμένη και φυσικά είναι και πολύ όμορφη. Χάρη σε αυτήν, ο κίνδυνος είναι τόσο ζωντανός και σοβαρά παρουσιασμένος, σε σημείο όπου δεν θέλεις πραγματικά ο καρχαρίας να κερδίσει.

Φυσικά, μην περιμένετε την πιο ρεαλιστική μάχη μεταξύ του ανθρώπου και της μητέρας φύσης. Η ηρωίδα και ειδικά οι λίγοι δεύτεροι χαρακτήρες παίρνουν τις συνήθεις αναμενόμενες χαζές αποφάσεις που ναι μεν αποσπάσουν την προσοχή στα σημεία, αλλά όχι πολύ. Στα 87 λεπτά διάρκειας του, το «Σε Ρηχά Νερά» είναι ένα φοβερά διασκεδαστικό θρίλερ που θα σας κρατήσει στην άκρη του καθίσματός σας, παρασύροντας σας στην τρέλα μιας ταινίας για την επίθεση ενός καρχαρία, ζητώντας από εσάς μόνο να απολαύσετε τη βόλτα. Αγοράστε τα ποπ-κορν σας, λοιπόν, και μπείτε άφοβα στην αίθουσα.

Star Trek Beyond [2/5]

Δεν ήμουν ποτέ ιδιαίτερα οπαδός του Star Trek. Μετά τη θέαση των δυο πρώτων ταινιών του reboot της σειράς, αποφάσισα να ασχοληθώ και να ψάξω λίγο για το συγκεκριμένο κινηματογραφικό αλλά και τηλεοπτικό συμπάν. Εκείνο που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση είναι το πώς ο κόσμος του Star Trek καταπιάνεται με ζητήματα ηθικής και δεοντολογίας, μέσω της ακραίας μεταφοράς των εξωγήινων πολιτισμών. Και πώς αυτό συνδυάζεται με το γεγονός της δράσης και της προσπάθειας των ηρώων να ξεφύγουν ή να νικήσουν τους τους εχθρούς μέσα από έξυπνες λύσεις.

Με αυτό στον νου, πηγαίνοντας να παρακολουθήσω την ταινία γνώριζα ότι επρόκειτο για μια ιδιαίτερη περίπτωση. Ο σκηνοθέτης των δυο εξαιρετικών προηγούμενων J.J. Abrams άφησε τη σκηνοθετική καρέκλα προκειμένου να δώσει ζωή σε έναν άλλο γαλαξία. Αυτό οδήγησε την Paramount Pictures στο να ψάξει να βρει έναν νέο μαέστρο στο σκηνοθετικό τιμόνι του franchise και για κάποιον λόγο κατέληξαν στον Justin Lin, δημιουργώντας μακράν την πιο αδύναμη ταινία της σειράς. Βασιζόμενος πλήρως στα δυνατά του σημεία, ο σκηνοθέτης των Fast & Furious 3, 4, 5 και 6 οδηγεί με τόλμη το όλο franchise σε μια νέα κατεύθυνση που δεν του ταιριάζει. Ξεχνώντας ότι σκηνοθετεί ένα θρυλικό έργο επιστημονικής φαντασίας, αποφασίζει να αφήσει πίσω του την πολυπλοκότητα των προηγούμενων και να δημιουργήσει μια ταινία δράσης υψηλών οκτανίων που δεν ενδιαφέρεται για κάτι άλλο, προσφέροντας έτσι από τα πρώτα κιόλας λεπτά ένα θορυβώδη και ακατάστατο θέαμα.

Στην αποτυχία του εγχειρήματος συμβάλλει και η συγγραφική ομάδα του «Star Trek Beyond», που αν και πέντε κατάφεραν να γράψουν κάτι τόσο άτονο. Ασχολούμενοι με την ανάπτυξη πολλών ανόμοιων θεμάτων, κατασκευάζουν μια ταινία συνονθύλευμα από σκηνές χωρίς συνοχή και χαρακτήρες, χωρίς ξεκάθαρο προσανατολισμό. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη δυσκολία εμπλοκής του θεατή με τα όσα διαδραματίζονται μπροστά του. Τα κενά στο επιστημονικό και φυσικό κομμάτι του έργου προκαλούν μειδίαμα, ο κακός του έργου είναι τόσο ελλιπέστατα γραμμένος που για τον θεατή δεν είναι τίποτα άλλο από κάποιον που θέλει να σκοτώσει ανθρώπους, ενώ αυτή η μανία της επεξήγησης τού τι γίνεται ξεπερνάει τα επιτρεπτά όρια. Το δε φινάλε που μετατρέπει την ταινία σε κάτι που μόνο από τον Michael Bay θα μπορούσαμε να δούμε, δεν το σχολιάζω.

Ερμηνευτικά και οπτικά δεν θεωρώ ότι υπάρχει νόημα σχολιασμού και κριτικής. Όπως όλες οι ταινίες τέτοιου μεγέθους, σίγουρα χορταίνεις από οπτικά εφέ και ήχο, παρακολουθώντας παράλληλα καλούς ηθοποιούς να υποδύονται αγαπημένους ήρωες αξιοπρεπέστατα. Σε κάθε περίπτωση, η ταινία παρακολουθείται με άνεση, απλά όσο εύκολα τη βλέπεις άλλο τόσο θα την ξεχάσεις.

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

Independence Day: Resurgence [0.5/5]

Η «Ημέρας Ανεξαρτησίας» παραμένει ακόμα και σήμερα μία από τις ταινίες ορόσημο της δεκαετίας του 1990. Ένα μεγαλειώδες, σχεδόν ασύλληπτων διαστάσεων, sci-fi μπλοκ-μπάστερ που εδραίωσε τη «φόρμουλα» των συγκεκριμένων ταινιών, βρίσκοντας τη σωστή ισορροπία μεταξύ θεάματος και ευφυΐας. Είκοσι χρόνια μετά, οι εξωγήινοι επιστρέφουν στην οθόνη στο πολυσυζητημένο σίκουελ της ταινίας του Ρόλαντ Έμεριχ, με τον ευφάνταστο τίτλο «Ημέρα Ανεξαρτησίας: Νέα Απειλή». Και δυστυχώς για όλους τους φαν, τόσο της ταινίας του 1996 όσο και των ταινιών μπλοκ-μπάστερ, απογοητεύει πέρα για πέρα, φτάνοντας πάτο.

Όπως όλα τα τελευταία έργα του Έμεριχ («Λευκός Οίκος: Η Πτώση», «2012», «10.000 π.Χ.»), έτσι κι αυτό είναι κατά κύριο λόγο ένα 165 εκατομμύριων παιχνίδι, που μοναδική αποστολή του είναι το πόσα λεφτά θα βγάλει. Ως εκ τούτου, οι λίγες απλές απολαύσεις της αρχικής ταινίας έχουν παραμεριστεί, με τους συντελεστές της να ξεχνούν ότι «δημιουργούν» ένα φιλμ για το σύγχρονο κοινό χρησιμοποιώντας μοτίβα και διαλόγους που καλύτερο θα ήταν να παραμείνουν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Διαθέτοντας μια πλοκή πάνω κάτω ίδια με τον προκάτοχο της, αυτή η «Νέα Απειλή» κάνει, από το πρώτο κιόλας λεπτό του έργου, απόλυτα αισθητό το πόσο προχειροφτιαγμένη είναι. Το σενάριο των, πέντε παρακαλώ, σεναριογράφων ξεκινά προσπαθώντας να μας δείξει τι συμβαίνει στον πλανήτη δυο δεκαετίες μετά την απόκρουση της πρώτης εισβολής. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν την εξωγήινη τεχνολογία προς όφελος τους, ο κόσμος όλος έχει γίνει μια ειρηνική παρέα και άλλα τέτοια. Και πάνω που όλα είναι καλά και ωραία και ο κόσμος ετοιμάζεται για να γιορτάσει την επέτειο όσων συνέβησαν στην πρώτη ταινία, τσουπ σκάει ένα διαστημόπλοιο. Ο κόσμος αρχίζει να τρέχει μανιωδώς, οι βόμβες πάνε και έρχονται, και εσύ σαν θεατής έχεις αρχίσει ήδη να βάζεις στοιχήματα για το ποια μνημεία θα καταστραφούν αφού τίποτα από όσα βλέπεις δεν σε αφορά. Και αυτό, γιατί, χιλιόμετρα μακριά από το δεξιοτεχνικό κι αγχωτικό χτίσιμο έντασης που υπήρχε στην πρώτη μία ώρα της «Ημέρας Ανεξαρτησίας», εδώ είναι ξεκάθαρο ότι το έργο βιάζεται να φτάσει στα εφέ και τις εκρήξεις χωρίς να το νοιάζει κάτι άλλο. Σε έναν αχταρμά από σκηνές όπου πράγματα απλά εννοούνται ή προσπαθούν να εξηγηθούν επιστημονικά με τον πιο βλακώδες τρόπο, τα πάντα και οι πάντες έχουν ως στόχο το ξεκίνημα της καταστροφής του κόσμου.

Χωρίς να υπάρχει λοιπόν ουσιώδες σενάριο, ξεκινάει ο αφανισμός του ανθρώπινου είδους και καθώς το έργο προχωρά συνειδητοποιείς ακόμα ένα βασικό πρόβλημα. Δεν υπάρχει πρωταγωνιστής. Και αφού δεν υπάρχει πρωταγωνιστής, δεν υπάρχει κάτι που μπορεί το κοινό να υποστηρίξει ή να πιαστεί από αυτό. Και το χειρότερο, όχι μόνο δεν υπάρχει κεντρικός ήρωας, αλλά η ιστορία ασχολείται με δεκαέξι διαφορετικούς χαρακτήρες. Δεκαέξι ρόλοι έχουν γραφτεί και ο κάθε ένας από αυτούς έχει μία τουλάχιστον «σημαντική» σκηνή. Ας το ξαναπούμε… δεκαέξι! Κάπου στα μέσα της ταινίας, κι αφού έχουν σκοτώσει 3-4, οι σεναριογράφοι αντιλαμβάνονται ότι το πράγμα δεν λειτουργεί. Χωρίς να τους περάσει καν από το μυαλό να κάτσουν και να το ξαναγράψουν από την αρχή, αποφασίζουν να το φορτώσουν με άσχετες και σχετικές σκηνές με συναίσθημα και χωρατά μήπως και τσιμπήσουμε και δεν καταλάβουμε ότι το όλο πράγμα βρωμάει. Η λογική αυτή έχει ως αποτέλεσμα την ύπαρξη ενός ανούσιου ομοφυλοφιλικού έρωτα, κοπιαρισμένες σκηνές από το πρώτο, χιλιάδες κοντινά για κάθε πατριωτική ατάκα και κάτι για μια συμμαχία των πολιτισμών του σύμπαντος. Για να σας δώσω να καταλάβετε το πόσο κακό είναι, μέσα σε όλα αυτά υπάρχει μια αδιανόητα κακή σκηνή με τον Λίαμ Χέμσγουορθ να κάνει κωλοδάχτυλο στους εξωγήινους και να τους κατουράει το διαστημόπλοιο.

Κάνοντας τον δικηγόρο του διαβόλου, σκέφτομαι ότι όλα αυτά δεν νοιάζουν τους περισσότερους. Πολύς κόσμος θα πάει για τις επικές μάχες, τις γεμάτες αδρεναλίνη σκηνές και τη δράση. Δυστυχώς, όμως, ούτε σε αυτό το κομμάτι το έργο δεν ανταπεξέρχεται θετικά. Οι σκηνές δράσης αποτελούνται κυρίως από κοντινά πλάνα των ηθοποιών που εξηγούν την πλοκή ο ένας στον άλλον, το μέγεθος είναι τέτοιο που το «bigger is better» γυρίζει μπούμερανγκ λειτουργώντας αρνητικά, και τα εφέ δεν προσφέρουν κάτι νέο, απλά μας θυμίζουν άλλες σκηνές σε ανώτερες ταινίες. Ο σχεδιασμός των εξωγήινων είναι επίσης εξίσου τεμπέλικος με τη γιγαντιαία εξωγήινη βασίλισσα να μοιάζει επικίνδυνα με τον κακό από τα «Χελωνονιντζάκια ΙΙ» και το φιλικό ρομπότ της παρέας των καλών να είναι ίδιο με την EVE στο «Γουόλ-Υ».

To τέλος της ταινίας θέτει τη πιθανότητα πολλαπλών συνεχειών. Αν όντως υπάρξει τρίτο μέρος, ας ελπίσουμε ότι δεν θα είναι ιδίας προβλέψιμης και περιορισμένης νοημοσύνης όπως αυτή η ψυχρή υπολογισμένη μηχανή, η οποία αγκομαχά να δικαιολογήσει την κληρονομιά της και συνθλίβεται κάτω από την ίδια της τη βλακεία.

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2016

The Dressmaker [4/5]

Οι αυστραλιανές ταινίες έχουν την τάση να εξερευνούν παράξενο, σχεδόν σουρεαλιστικό έδαφος. Από το «Μαντ Μαξ» και τον, ντυμένο στα δερμάτινα, πολεμιστή δρόμου που μάχεται για την οικογένεια του, μέχρι τα «Βήματα που Γοητεύουν» όπου τα δάκρυα και το γέλιο συνδυάζονται σε μια γεμάτη χορό θεατρική ιστορία για τον έρωτα και τα όνειρα και το «Οι Περιπέτειες της Πρισίλα, της Βασίλισσας της Ερήμου», το «νορμάλ» αποτελούσε σπάνια μια επιλογή για την αυστραλιανή παραγωγή. Σε αυτή την μακρά λίστα έρχεται να προστεθεί και η «Μοδίστρα», μια θεότρελη ιστορία εκδίκησης, η οποία αναμιγνύει απροκάλυπτα είδη και στυλ, καθώς η μαύρη κωμωδία συναντά το ρομαντικό δράμα και οι σικάτες διαμάχες το γκροτέσκο, δημιουργώντας μια εμπνευσμένη και οπτικά ελκυστική ταινία.

Επειδή η συγκεκριμένη ταινία είναι τόσο πολύ έξω από όσα έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στην οθόνη, όσα λιγότερα γνωρίζουμε, τόσο το καλύτερο. Ως εκ τούτου, θα προσπαθήσω να είμαι όσο μετρημένος μπορώ στην προσπάθεια μου να σας εκφράσω το πόσο πολύ πρέπει να δείτε τη συγκεκριμένη ταινία. Mε την πρώτη ματιά, η ταινία φωνάζει «κλασικό ρομάντζο», αφού τρέιλερ και αφίσα απεικονίζουν μια βραβευμένη με Όσκαρ ηθοποιό ντυμένη κομψά με φόντο την επαρχιακή Αυστραλία. Ωστόσο, η Jocelyn Moorhouse σκηνοθετεί την προσαρμοσμένη από το μυθιστόρημα της Rosalie Ham ιστορία χωρίς υποχωρήσεις και συμβιβασμούς, μπερδεύοντας μαύρη κωμωδία, θρίλερ μυστηρίου, αισθησιακό ρομαντισμό, σπαγγέτι γουέστερν και εκκεντρικούς χαρακτήρες σε μια ιστορία εκδίκησης που είναι τόσο μοναδική όσο είναι διασκεδαστική.

Το φιλμ αφηγείται την ιστορία της Myrtle `Tilly` Dunnage, η οποία επιστρέφει στην πατρίδα της -τη φανταστική πόλη Dungatar- προκειμένου να αναλάβει τη φροντίδα της άρρωστης μητέρας της, Molly, και να λύσει το μυστήριο που την ανάγκασε να την εγκαταλείψει. Στο πρώτο μισό, η επιστροφή της όχι μόνο της επιτρέπει να αποδείξει την αξία της, αλλά και να έρθει αντιμέτωπη με φήμες της παιδικής της ηλικίας. Αυτός ο συνδυασμός των στόχων του κεντρικού χαρακτήρα δημιουργεί ένα περίεργο ζευγάρωμα αστυνομικού μυστήριου και συγκινητικής φαρσοκωμωδίας. Η πιο επιτυχημένη πτυχή της ταινίας είναι ότι αυτά τα δύο ξεχωριστά στοιχεία, το ανάλαφρο και το απειλητικό, αντιμετωπίζονται με τον ίδιο πρόσχαρο τόνο και εναλλάσσονται μεταξύ τους τόσο γρήγορα που σε κάνουν να αναρωτιέσαι για τον κινηματογραφικό κόσμο που παρακολουθείς. Από τεχνική άποψη, αυτή είναι μια γενναία κίνηση και αν κάποια στοιχεία ήταν πιο ακραία, η «Μοδίστρα» θα ήταν ως επί το πλείστον μια χαζή ταινία. Ευτυχώς, η Moorhouse καταφέρνει να επιτύχει μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο μαύρο χιούμορ και σε μια, σχετικά αληθοφανή, αναπαράσταση ενός ανελέητου και τραγικού κόσμου.

Το δεύτερο μισό ασχολείται με το ξετύλιγμα του μύθου του πρώτου. Χαρακτηριζόμενο από μια αντισυμβατική ανάπτυξη στην πλοκή που ξεφεύγει από συνηθισμένα, το έργο κλιμακώνεται συνειδητά σε μια κωμικοτραγική ιστορία εκδίκησης, που ακριβώς όπως οι τοπικές γυναίκες, έτσι κι αυτή μεταμορφώνεται. Χάρη στην πειραματική δομή της περνάει το βαθύτατο νόημά της δίνοντάς μας τη δυνατότητα να κατανοήσουμε τους κατοίκους της πόλης και την τελική πράξη ως μεταφορά ύψιστης σημασίας και κάθαρσης. Πολλοί θα πουν ότι υπάρχουν τρεις ή τέσσερις ταινίες μέσα σε μία, αλλά η παραδοξότητα με την οποία όλα εξελίσσονται και οι μοναδικές ερμηνείες μετατρέπουν τη «Μοδίστρα» σε ένα μόνιμα αστείο και εκκεντρικό παραμύθι ειπωμένο με επιδεξιότητα. Και μια και μιλήσαμε για ερμηνείες, τα λόγια είναι περιττά. Η Kate Winslet, ενσταλάζοντας στον χαρακτήρα της θάρρος, περιφρόνηση και στυλ, είναι για ακόμα μία φορά εξαιρετική. Η Judy Davis φυσάει ερμηνευτικά υπενθυμίζοντας μας πόσο καλή ηθοποιός είναι. Ο Liam Hemsworth εκπλήσσει ευχάριστα δείχνοντας μας ότι είναι έτοιμος για μεγάλους ρόλους. Ο Hugo Weaving κλέβει κάθε σκηνή στην οποία εμφανίζεται. Ενώ, τέλος, η Sarah Snook είναι σίγουρο ότι θα μας απασχολήσει στο μέλλον.

Εν ολίγοις, η «Μοδίστρα» είναι τόσο διασκεδαστική, τόσο απρόσμενα ουσιώδης, τόσο συναρπαστικά εκκεντρική. Μια συγκινητική και εκπληκτικά πειραματική ταινία που αξίζει σίγουρα να δείτε.

Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

Alice Through the Looking Glass [1/5]

Το «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» του 2010 είναι η μοναδική ταινία που απέφερε συνολικά πάνω από ένα δισεκατομμύριο δολάρια σε όλο τον κόσμο χωρίς να αρέσει πραγματικά σε κανέναν. Πάρα το οπτικό υπερθέαμα της, υπέφερε απροκάλυπτα από την αδυναμία του σκηνοθέτη Tim Burton να αφήσει στην άκρη το τερατώδη εγώ του. Ως εκ τούτου, χαρακτηριζόταν από έλλειψη συναισθημάτων και ελάχιστη αφηγηματική συνοχή. Ως ταινία επωφελήθηκε σε μεγάλο βαθμό από το να είναι η πρώτη σημαντική 3D ταινία που παίχτηκε στους κινηματογράφους μετά το «Avatar». Έξι χρόνια αργότερα, το «Η Αλίκη Μέσα από τον Καθρέφτη», υπό τη σκηνοθετική διεύθυνση του James Bobin, αν κι απομακρύνεται από τον προκάτοχό του διαθέτοντας πολύ μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, έτσι όπως έχει δημιουργηθεί είναι εμφανές ότι δεν έχει κανένα άλλον λόγο ύπαρξης παρά μόνο τα λεφτά.

Οπτικά, η οθόνη εκρήγνυται από ζωντανά χρώματα, υφές και ήχους συνθέτοντας μια ζωντανή, δημιουργική κι οπτικά εκπληκτική ταινία που είναι βέβαιο ότι θα προσελκύσει τον κόσμο. Ωστόσο, καθώς εξελίσσεται, συνειδητοποιείς ότι κάθε πλάνο της είναι εξαρτώμενο πλήρως από το CGI ξεχνώντας το πιο σημαντικό πράγμα μιας ταινίας: την ιστορία. Σεναριακά, η Linda Woolverton χρησιμοποιεί τα μυθιστορήματα ως πηγή έμπνευσης, αλλά δύσκολα βάζει τις λέξεις σε κινηματογραφική ροή. Χωρίς αφηγηματική συνοχή το σενάριο δεν έχει αρκετές εκπλήξεις, διαθέτει υποτυπώδης πλοκή και κοινότυπους χαρακτήρες, οι οποίοι πέρα από την Αλίκη, είναι είτε τρελοί ή ανόητοι. Η ταινία επίσης κάνει το κολοσσιαίο ερασιτεχνικό λάθος αφήγησης ενός ταξιδιού στον χρόνο μέσα σε έναν φανταστικό κόσμο. Καθώς δεν έχουμε ιδέα πώς η χώρα των θαυμάτων αλλάζει με την πάροδο των εποχών, τα ταξίδια στο χρόνο της Αλίκης είναι επαναλαμβανόμενα και κουραστικά. Τέλος, δεν θα σχολιάσω το δίλημμα Καπελάς-Κόσμος, θα σας αφήσω να απολαύσετε το πόσο ανούσιο και χωρίς ίχνος αγωνίας, δεδομένου ότι έχει μόνο δύο εκβάσεις, είναι βλέποντας την ταινία.

Πίσω από την κάμερα, ο Bobin καθοδηγεί τα χρονοταξίδια με την απαραίτητη βιασύνη πηδώντας από σκηνή σε σκηνή αρκετά γρήγορα, έτσι ώστε οι πλέον συγκεχυμένες πτυχές των περιπετειών της Αλίκης να μην αποσπούν ποτέ την προσοχή από την πολύχρωμη κι εκκεντρική ενέργειά τους. Ερμηνευτικά, το μόνο μέλος του καστ που πραγματικά ξεχωρίζει είναι η Helena Bonham Carter, η οποία μοιάζει να απολαμβάνει την παράλογη φύση του χαρακτήρα της. Αντίθετα, όλοι οι υπόλοιποι από τους αστέρες κάνουν ελάχιστα έως τίποτα. Ο Johnny Depp συνεχίζει το ατυχές σερί του από φρικτές αποφάσεις και κάκιστες ερμηνείες. Η Anne Hathaway είναι εδώ για κανένα άλλον λόγο, εκτός από το ό,τι η ταινία μπορεί να την αντέξει οικονομικά. Η Mia Wasikowska είναι μια από τα ίδια. Ενώ, τέλος, ο Sacha Baron Cohen το διασκεδάζει, αλλά ποτέ δεν ξεφεύγει από τη μανιέρα που συνηθίζει να παίζει. Καθώς η ταινία φτάνει στο CGI υπερφορτωμένο φινάλε της, γίνεται οδυνηρά σαφές ότι η συγκεκριμένη συνέχεια είναι λιγότερο ένα ταξίδι στη χώρα των θαυμάτων και περισσότερο μια δοκιμασία αντοχής.

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Neighbors 2: Sorority Rising [2.5/5]

Αναμενόμενα, μετά την εμπορική επιτυχία του πρώτου, το «Ανυπόφοροι Γείτονες 2» είναι γεγονός. Στη θεωρία, η σκέψη του να γυριστεί ένα σίκουελ, προκειμένου να ξαναεπισκεφτείς αγαπημένους χαρακτήρες, σε κάνει να ανυπομονείς καθώς είναι κάτι το θετικό. Δυστυχώς, όμως, τις περισσότερες φορές, και ειδικά σε κωμωδίες, το αποτέλεσμα είναι απογοητευτικό. Συνέχειες όπως τα «Ted 2», «Ηλίθιος και ο Πανηλίθιος Δίο» και τα δυο (!) σίκουελ του «Hangover» ήλθον, είδον και απήλθον αφήνοντας άσχημες εντυπώσεις. Ως εκ τούτου, οι ελπίδες για το «Ανυπόφοροι Γείτονες 2», που από την αρχή είχε χαρακτηριστεί ως περιττή συνέχεια, ήταν λιγοστές. Παραδόξως, όμως, αυτή η απροσδόκητα ανατρεπτική κωμωδία δικαιολογεί την ύπαρξή της.

Η κωμωδία αγαπά τη σύγκρουση, και μια βασική κινητήριος δύναμη του είδους είναι το χάσμα των γενεών. Χρησιμοποιημένο σε πλήρη ισχύ εδώ, το έργο θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι μια τιθασευμένη επαναδιατύπωση της πρώτης ταινίας. Συμβατική συνθήκη για σίκουελ. Αυτό όμως που στερείται από ουσία, το αναπληρώνει με μερικές λαμπρές στιγμές κωμωδίας, ενεργητικό ρυθμό κι απροσδόκητο βάθος. Εκείνο που κάνει την ταινία να ξεχωρίζει από τον προκάτοχό της, και από τις περισσότερες άλλες σχετικές κωμωδίες, είναι η λεπτότητα με την οποία ο σκηνοθέτης και οι σεναριογράφοι απεικονίζουν τον σύγχρονο φεμινισμό μέσα από μικρούς και μεγάλους, την ανδρική και γυναικεία φιλία, αλλά και τη σεξουαλικότητα ανδρών και γυναικών. Αντιμετωπισμένα με σεβασμό, δεν αποτελούν το βασικό στοιχείο των αστείων, με αποτέλεσμα το φιλμ να είναι ολωσδιόλου καίριο, επίκαιρο και έξυπνο. Είναι δύσκολο να φτιάξεις μια προκλητική κωμωδία με ισχυρή άποψη, αλλά το «Ανυπόφοροι Γείτονες 2» το καταφέρνει.

Όπως και στο νούμερο ένα, κωμικά το φιλμ είναι γεμάτο με χοντροκομμένες πλάκες, ακατάλληλες σεξουαλικές αναφορές και άφθονη χρήση ναρκωτικών. Ωστόσο, επειδή υπάρχει αυτή η πραγματική αίσθηση ότι το φιλμ ξέρει τι συμβαίνει στον κόσμο σήμερα σε σχέση με θέματα ισότητας των φύλων και ισονομίας, τα αστεία διαθέτουν ποικιλία και τα γέλια είναι άφθονα. Δεν πετυχαίνουν όλα τον στόχο τους, όμως συνολικά καθιστούν το «Ανυπόφοροι Γείτονες 2» μια άκρως διασκεδαστική συνέχεια με την οποία θα περάσεις μια ευχάριστη μιάμιση ώρα στην αίθουσα.

X-Men: Apocalypse [3/5]

Μετά από τρεις πρώτες ταινίες X-Men, μερικές ιστορίες Wolverine, μια επανεκκίνηση («X-Men: Η Πρώτη Γενιά») και μια καθηλωτική μίξη («X-Men: Ημέρες ενός Ξεχασμένου Μέλλοντος»), το «X-Men: Απόκαλιψ» αντιπροσωπεύει ένα «φρέσκο» σημείο επανεκκίνησης του εικονικού franchise όπου κι αν αυτό οδηγήσει. Τα παλιά λάθη έχουν σβηστεί και η ομάδα του Charles Xavier έχει επαναπροσδιοριστεί, αλλά, αν κι ενδιαφέρουσες, όλες οι νέες αποκαλύψεις και οι εισαγωγές χαρακτήρων έχουν χάσει την αρχική τους αίγλη. O Bryan Singer αναμφισβήτητα εργάζεται προς την κατεύθυνση ενός καλύτερου κινηματογραφικού X-Men σύμπαντος, αλλά το αίσθημα που σου αφήνει είναι πως τα έχουμε ξαναδεί όλα αυτά. Και ως ένα βαθμό, ισχύει!

Βασιζόμενη στην εικονογραφία ως μια προσπάθεια σταθεροποίησης μιας παραφουσκωμένης κι άψητης φαντασμαγορίας, το «Απόκαλιψ» είναι η πρώτη ταινία που μετατρέπει το θέαμα σε επιτακτική ανάγκη, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα ιστορία και χαρακτήρες. Υποκύπτοντας σε όλα όσα έκαναν τις άλλες superhero ταινίες να μοιάζουν φθηνές σε σύγκριση, το έργο, ίσως για πρώτη φορά στο franchise, μοιάζει ανίκανο να ισορροπήσει με αυτοκυριαρχία ανάμεσα σε μια πολύπλοκη αφήγηση, εντυπωσιακά εφέ και ένα γιγάντιο καστ. Οι προηγούμενες X-Men ταινίες του Bryan Singer ξεχώριζαν γιατί κατάφερναν και συνδύαζαν ψυχαγωγία και σπιρτάδα μαζί με έντονα και συνδεόμενα με τον θεατή θέματα. Εδώ, όμως, τα όποια κοινωνικά και ψυχολογικά νοήματα έχουν εγκαταλειφθεί για χάρη ενός μπλε θεού. Αλλά ακόμα και όταν κάνουν την εμφάνιση τους, βαδίζουν την πεπατημένη.

Αγωνιζομένη να εξισορροπήσει διάφορες υποπλοκές και ιστορίες, η αδύναμη αφήγηση πάλλεται στις ερμηνείες των βασικών της πρωταγωνιστών αρχής γενομένης από τον κακό, ο οποίος αποτελεί και βασικό πρόβλημα του έργου. Αγνώριστος κάτω από τόνους μακιγιάζ και άφθονο CGI, ο Oscar Issac κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί με έναν παντελώς αδιάφορο χαρακτήρα. Ναι, μιλάμε για τον κακό του έργου. Μονότονος και απωθητικά σχεδιασμένος, δεν είναι ποτέ συναρπαστικός ή/και τρομακτικός. Πέρα από αυτόν, οι James McAvoy και Michael Fassbender είναι αναμενόμενα καλοί ως Xavier και Magneto, ενώ η Jennifer Lawrence φανερά βαριέται μια και δεν έχει πολλά να κάνει. Από τους νέους ήρωες, οι Tye Sheridan και Kodi Smit-McPhee είναι ευπρόσδεκτες προσθήκες ως Cyclops και Nightcrawler, η Sophie Turner μια μάλλον αδιάφορη Jean Grey. Και, όπως στην περίπτωση των ημερών «ενός ξεχασμένου μέλλοντος», το highlight της ταινίας είναι ο Quicksilver του Evan Peters.

Παρά τις ατέλειές της και την περιστασιακή κενότητα, το «X-Men: Απόκαλιψ» δεν είναι κακό καθώς υπάρχουν πολλές ωραίες στιγμές διάσπαρτες στην πλοκή. Στιγμές που σε συνδυασμό με την αγάπη για τις προηγούμενες ταινίες, θα έχουν απήχηση στους φαν που επιζητούν περισσότερες και θεαματικότερες «μεταλλαγμένες» συγκινήσεις. Επιπλέον, οι αμετανόητοι κομιξάδες θα σκάσουν από τις αναφορές και οι απλοί λάτρεις της κινηματογραφικής αίθουσας θα παρακολουθήσουν μια ταινία χάρμα οφθαλμών.

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

Genius [2/5]

Τα τελευταία χρόνια, οι ταινίες που απεικονίζουν πραγματικές, αξιοσημείωτες ιστορικά, προσωπικότητες, προσεγγίζουν το θέμα τους με δυο τρόπους. Είτε επιλέγουν μια πιο λεπτή προσέγγιση εστιάζοντας σε μια σύντομη περίοδο της ζωής του ατόμου (πχ «Selma») ή διηγούνται όλη την ιστορία. Η επιλογή της δεύτερης προσέγγισης διαθέτει κάποιους κινδύνους, καθώς πολλές φορές οι αντικρουόμενες επιδιώξεις των συντελεστών να εξυπηρετήσουν παράλληλα το υλικό που έχουν στα χέρια τους αλλά και τις απαιτήσεις του θεατή, οδηγεί το αποτέλεσμα στη σφαίρα της καρικατούρας αγγίζοντας τα όρια της υπερβολής. Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Michael Grandages δυστυχώς εμπίπτει στη δεύτερη επιλογή και, ενώ είναι μια ολοκληρωμένη ταινία, της λείπει οποιαδήποτε αίσθηση λεπτότητας κι ευαισθησίας.

Καθώς υπάρχουν λίγα που δεν έχουμε ξαναδεί, κάποιος πρέπει να αποδομήσει την ταινία και να σταθεί στις λεπτομέρειες προκειμένου να την κριτικάρει. Πρώτο θετικό στοιχείο, το θέμα της. Το «Genius» εξιστορεί την ιστορία της δημοσίευσης του πρώτου και του δεύτερου μυθιστορήματος του Thomas Wolfe υπό την επίβλεψη του συντάκτη Maxwell Perkins. Η απεικόνιση της ασυνήθιστα οικείας (και μη-σεξουαλικής) σχέσης μεταξύ δύο ανδρών είναι τόσο μακρινή ιδέα στις σημερινές τάσεις των ταινιών, που είναι πραγματικά αναζωογονητικό μια ταινία να κινείται τόσο αντισυμβατικά. Βλέπουμε δύο άνδρες των οποίων το επάγγελμα και η σχέση τούς γίνεται εμμονή σε τέτοιο βαθμό που, χωρίς καμία συστολή, βάζουν τις οικογένειες τους στην άκρη χάνοντας ζωτικής σημασίας εμπειρίες. Παρά τις ελλείψεις τις, η ταινία μας υπενθυμίζει ότι ενώ συχνά ασχολούμαστε με την έννοια του ρομαντισμού ή του θανάτου, μια αγάπη μεταξύ δυο στενών φίλων μπορεί να είναι εξίσου βαθιά και σημαντική.

Με δεδομένο λοιπόν ότι η ταινία διαθέτει υπόσταση και ουσία, τα ελαττώματα της προέρχονται από αποκλειστικά από ανθρώπινους παράγοντες. Αρχής γενομένης από την ερμηνεία του Jude Law. Χρησιμοποιώντας σχεδόν τα πάντα από το οπλοστάσιο ενός ηθοποιού, «υπερπαίζει» και υποδύεται τον Wolfe με μια μανιακή ενέργεια που ανήκει σε μια άλλη ταινία. Αυτομάτως, λοιπόν, η προσπάθεια σου να δεθείς συναισθηματικά και να κατανοήσεις αυτή την αυτοσχεδιαστική ιδιοφυΐα που ο σεναριογράφος John Logan αποπειράται να απεικονίσει, αποτυγχάνει παταγωδώς. Σε αυτό δεν βοηθάει και ο Firth, ο οποίος, χρησιμοποιώντας ακόμα και την παραμικρή σύσπαση στις εκφράσεις του προσώπου του, ερμηνεύει τον ρόλο του με μια εκλεπτυσμένη μεν, αλλά ανιαρή στωικότητα. Μεταξύ άλλων θεμάτων που προκύπτουν από το σενάριο του Logan, είναι ότι οι γυναίκες τυγχάνουν μιας κατάφωρα μισογυνικής απεικόνισης. Υπονομευμένες από την απόλυτη αποθέωση της ταινίας για τον πρωταγωνιστή της, είναι άκαρδα παραμερισμένες στο σημείο της γελοιογραφίας.

Σκηνοθετικά, το «Genius» είναι γεμάτο με τα γνωστά οπτικά ερεθίσματα. H μόνη υφολογική απόφαση που μοιάζει να μην είναι δανεισμένη από μια πληθώρα παρόμοιων ταινιών, είναι η ξεθωριασμένη χρωματική παλέτα και ο φωτισμό της. Όλα τα υπόλοιπα βρίσκονται στον αυτόματο πιλότο χωρίς καμία προσπάθεια δελεαστικού τρόπου παρουσίασης. Μια από τις χειρότερες αποφάσεις του Grandage είναι η απόλυτη πίστη στο γεγονός ότι τα κείμενα του Wolfe είναι συναρπαστικά να τα ακούς. Υπάρχουν πολλές σεκάνς στην ταινία όπου ολόκληρα αποσπάσματα του έργου διαβάζονται χωρίς τίποτα το οπτικά ενδιαφέρον να τα συνοδεύει. Συμπερασματικά, για μια ταινία που μιλάει για έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς στη σύγχρονη αμερικανική λογοτεχνία, το «Ένας Χαρισματικός Άνθρωπος» απλώς μας θυμίζει τον λόγο που τόσες πολλές ταινίες για τις ζωές διάσημων συγγραφέων είναι, όπως κι αυτή, ανεπαρκείς.

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

The Man Who Knew Infinity [2/5]

Το «Ο Άνθρωπος που Γνώριζε το Άπειρο» επιδιώκει να πει μια μοναδική και, για μένα τουλάχιστον, σχετικά άγνωστη ιστορία για έναν ταλαντούχο μαθηματικό. Ο λόγος για τον Σρινιβάσα Ραμανούτζαν, μια φυσική διάνοια της ίδιας κλάσης με μαθηματικούς όπως ο Νεύτωνας και ο Αρχιμήδης. Αν και δεν αποτελεί σύμβολο όπως ο Στίβεν Χόκινγκ ή ο Άλαν Τιούρινγκ, θεωρείτε ένας από τους πιο σημαντικούς μαθηματικούς του 20ου αιώνα με ένα έργο που ενέπνευσε έναν τεράστιο αριθμό περαιτέρω ερευνών και που συνεχίζει ακόμα και σήμερα να μελετάται.

Απεικονίζοντας χαρακτήρες που υποφέρουν έχοντας ως μοναδικό κοινό παράγοντα το πάθος για τα μαθηματικά, οι ερμηνείες των Dev Patel και Jeremy Irons αποτελούν ξεκάθαρα την κινητήριο δύναμη του έργου αποτελώντας ένα εξαιρετικό δίδυμο χάρμα οφθαλμών. Η ιστορία που τους περιβάλλει είναι ένα συναρπαστικό παραμύθι θριάμβου ενάντια στις αντιξοότητες, που, παρά τις ειλικρινείς προθέσεις του, μετατρέπεται σε μια μέτρια ακαδημαϊκή βιογραφική ταινία κυρίως λόγω της δειλίας της έναντι των μαθηματικών. Αν και εκτιμώ την απροθυμία του σεναρίου να μιλήσει υποτιμητικά στο κοινό, το φιλμ αποτυγχάνει να παρουσιάσει μια συνεκτική εικόνα τού τι πραγματικά διακυβεύεται με τα θεωρήματα του Ραμανούτζαν. Ενώ μπορούμε να εκτιμήσουμε τη θεαματική φύση ενός ανθρώπου που μπορεί να δει απλά τις απαντήσεις χωρίς να γνωρίζει πώς έφτασε εκεί, το πλαίσιο της εργασίας του παραμένει ασαφές καθόλη τη διάρκεια της ταινίας. Οι ήρωες μιλάνε για επαναστατικές ιδέες, αλλά εμείς βλέπουμε πολύ λίγα στοιχεία γι` αυτές. Μπορώ να καταλάβω ότι τα μαθηματικά δεν είναι το πιο κινηματογραφικό των θεμάτων, αλλά αν θέλει κάποιος να κάνει μια ταινία για μια μαθηματική ιδιοφυΐα, θα πρέπει να παρέχει στον θεατή τουλάχιστον τα βασικά.

Αδυνατώντας να αποδώσει τον απαραίτητο φόρο τιμής στον Ραμανούτζαν, ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Matthew Brown στρέφεται στο εύκολο και καταπιάνεται με τα συνηθισμένα. Ποια είναι αυτά; Πρώτον η σχέση μαθητή/δασκάλου. Ασχολούμενη με τη σχέση μεταξύ δύο πνευματικών γιγάντων (του Ραμανούτζαν και του Χάρντι), η συγκεκριμένη δευτερεύουσα πλοκή, ακόμα κι αν υποκύπτει σε κλισέ, καταφέρνει σε ένα βαθμό να πετύχει τον στόχο της. Το κομμάτι τής μεταξύ τους φιλίας προσδίδει βάθος στη βιογραφία, αφού όσο η σχέση τους μεγαλώνει, γίνεται ισχυρότερη και πιο συγκινητική κάνοντας μας να νοιαζόμαστε για αυτούς. Δεύτερη και λιγότερο πειστική είναι η παράλληλη ιστορία για τον γάμο του Ραμανούτζαν. Ο αδέξιος και «σαπουνοπερίστικος» τρόπος με τον οποίο χειρίζεται η ταινία το συγκεκριμένο θέμα, είναι τόσο μακρινός από τα ζητήματα του πρωταγωνιστή, που είναι δύσκολο για τον θεατή να αισθανθεί εμπλεκόμενος. Η προστιθέμενη δε ένταση μεταξύ της συζύγου και της μητέρας του Ραμανούτζαν αποσπάει παντελώς την προσοχή προσφέροντας περιστασιακές συγκρούσεις που δεν οδηγούν πουθενά και υπάρχουν απλά για να μεγαλώσουν τη διάρκεια.

Επιπροσθέτως, υπάρχουν κι άλλες πολλές στιγμές που μοιάζουν λες και ο σκηνοθέτης είχε ένα χαρτί στο χέρι του τσεκάροντας όλα όσα πρέπει να βάλει στο έργο: οι ρατσιστικές επιθέσεις, η δυσάρεστη αντίδραση του χαρακτήρα στο τοπικό φαγητό, η αντίδραση της ελίτ του πανεπιστημίου και ούτω καθεξής. Ως εκ τούτου, η συγκεκριμένη μεταχείριση μιας τόσο εξαιρετικής ιστορίας όπως του Σρινιβάσα Ραμανούτζαν μετατρέπει το «Ο Άνθρωπος που Γνώριζε το Άπειρο» σε μια φιλότιμη προσπάθεια που όχι μόνο δεν ξεπερνάει ποτέ την απογοητευτική μετριότητα της, αλλά είναι και δύσκολο να την προτείνεις.

Mother's Day [0.5/5]

Σκηνοθετημένο (με τη χαλαρή έννοια του όρου) από τον Garry Marshall, το έργο ακολουθεί το πρότυπο των «Valentine`s Day» και «New Year`s Eve» με την έννοια ότι κι αυτό είναι ένα φθηνό, βραδυκίνητο τερατούργημα που μοιάζει να διαρκεί τέσσερις ώρες, αλλά κατά κάποιο μαγικό τρόπο είναι λες και γυρίστηκε σε ένα σαββατοκύριακο στο σπίτι του 81χρόνου σκηνοθέτη. Όπως πάντα, υπάρχουν χιλιάδες χαρακτήρες, καμία εκατοσταριά, δανειζόμενες από sitcom, διαφορετικές πλοκές και όχι αρκετός χρόνος για να αναπτυχθεί το οτιδήποτε.

Αποτελούμενο κυρίως από εμφατικές κι επεξηγηματικές ατάκες και απλή παρουσίαση της όποιας ανούσιας δράσης, το γραμμένο από πέντε (!) συγγραφείς σενάριο διαθέτει μηδενική προοπτική και διορατικότητα, αποστραγγίζοντας εντελώς τη γοητεία από ένα εγγενώς γοητευτικό καστ, αναγκάζοντάς τους να αναλωθούν σε ρόλους που δεν είναι τίποτε άλλο από μονοδιάστατες, χαζές καρικατούρες. Προσθέτοντας και τις γλυκανάλατες ευαισθησίες του Marshall, το φιλμ καταλήγει να είναι μια σαχλή κωμωδία που όχι μόνο δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα, αλλά είναι απόλυτα προβλέψιμη. Είναι λες και η ταινία όσο προχωράει τσεκάρει μια σειρά από κουτιά που στήθηκαν από νωρίς, και πάντα με τον πιο προφανή τρόπο.

Το «Γιορτή της Μητέρας», είναι τέσσερις κακές ταινίες σε μία. Ή, ακριβέστερα, είναι η σύνοψη τεσσάρων χαμηλής ποιότητας ταινιών, ενωμένες σε μια κακογραμμένη, γεμάτη κρύα αστεία εμπειρία. Ας ελπίσουμε ότι οι υπόλοιπες γιορτές θα γλιτώσουν από παρόμοια μεταχείριση.

Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

The Jungle Book [3/5]

Εάν έπρεπε να χρησιμοποιήσουμε μία λέξη προκειμένου να χαρακτηρίσουμε επαρκώς την τελευταία σκηνοθετική προσπάθεια του Jon Favreau, αυτή θα ήταν: διεκπεραιωτική. Πλοκή, χαρακτήρες, αλλά και το φωνητικό ταλέντο ευστοχούν πετυχαίνοντας διάνα όλα εκείνα τα σημεία που περιμένεις ότι θα δεις από μια, φιλική προς το παιδικό κοινό, ταινία της Disney. Ως εκ τούτου, υπάρχει μια γοητευτική απλότητα που κάνει το αποτέλεσμα θελκτικό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μιλάμε για κάτι το επιφανειακό. Και αυτό γιατί αυτή η λιτότητα και η προσήλωση στη φόρμουλα που διέπει την ταινία καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα το πιο δυνατό και το πιο αδύναμο στοιχείο της. Τι εννοώ με αυτό; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή…

Μια ταινία που τηρεί τους τύπους κατά γράμμα, είναι εξαρχής περιορισμένη και εκ των πραγμάτων μπορεί να χαρακτηριστεί μόνο έως ένα σημείο καλή. Κάτι τέτοιο δεν θα ενοχλούσε αν πρώτον δεν μιλούσαμε για ένα ξεκάθαρο ριμέικ της ταινίας κινουμένων σχεδίων του 1967 και δεύτερον αν το μοτίβο στο οποίο τόσο ευλαβικά προσκολλάται το έργο δεν συνόρευε με την έννοια του κλισέ. Η πρώτη παρατήρηση καθιστά αυτόματα τη συγκεκριμένη μεταφορά του κλασικού μυθιστορήματος του Rudyard Kipling αδικαιολόγητη. Αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχει η ανάγκη εξιστόρησής της για τη νεότερη γενιά, αλλά δεν υπάρχει καμία υποχρέωση να γίνει αυτό χρησιμοποιώντας τα συστατικά του παρελθόντος. Η χρήση τους όχι μόνο αποδυναμώνει το έργο, αλλά το βάζει και σε σύγκριση με τα -αξεπέραστα- περασμένα. Aς γίνω πιο σαφής. Η χρήση των τραγουδιών «The Bare Necessities» και «I Wanna Be like You» όχι μόνο δεν κολλάει πουθενά, αλλά λειτουργεί κι αρνητικά στον ρυθμό της ταινίας. Η ξεκάθαρη τοποθέτηση τους για λόγους νοσταλγίας γυρίζει μπούμερανγκ, κάνοντας κακό στο τελικό αποτέλεσμα.

Η δεύτερη παρατήρηση προσδίδει στην ταινία ένα τόνο προβλεψιμότητας, από τον οποίο δεν μπορεί σχεδόν ποτέ να ξεφύγει. Κάθε έξυπνος θεατής θα μπορούσε να μαντέψει με ακρίβεια τη ροή της ταινίας, ακόμη κι αν δεν είναι εξοικειωμένος με την πρώτη ύλη. Ως αποτέλεσμα, η ταινία υποφέρει από μια δυσάρεστη αίσθηση της απόσπασης από όλα όσα συμβαίνουν, κάνοντας σε να παρατηρείς το υλικό που ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια σου με πιο επικριτική ματιά. Και έτσι συνειδητοποιείς ότι το αδιέξοδο του ήρωα αντιμετωπίζεται μάλλον ρηχά, ο Μόγλης στερείται την πολυπλοκότητα που απαιτεί ο χαρακτήρας του (δεν βοηθάει σε αυτό και ο μέτριος ηθοποιός που τον υποδύεται), ο τίγρης Σιρ Χαν διαθέτει υπανάπτυκτα κίνητρα και όλοι οι υπόλοιποι ήρωες λειτουργούν αποκλειστικά ως τεχνικές προώθησης της πλοκής (αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ο χαρακτήρας του φιδιού Κάα). Κάτι τέτοιο συμβαίνει σχεδόν πάντα σε ταινίες που κατασκευάζονται μηχανικά και όχι οργανικά. Και μπορεί ο Favreau να μην είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα μεγάλου σκηνοθέτη, αλλά αυτό δεν μειώνει την πικρή επίγευση της τεχνητής προσέγγισής του.

Όπως προανάφερα, η λιτότητα που ορίζει την ταινία, πέρα από τα αρνητικά, προσδίδει ως δια μαγείας έναν ανεπιτήδευτο βαθμό ρεαλισμού. Αρχής γενομένης από το οπτικό κομμάτι, πρέπει ασυζητητί να παραδεχτούμε ότι το «Βιβλίο της Ζούγκλας» διαθέτει γραφικά σχεδόν στο ίδιο επίπεδο με το «Avatar» του James Cameron, πράγμα που εξηγείται δεδομένου ότι και οι δύο ταινίες χρησιμοποίησαν την ίδια εταιρεία για τα οπτικά εφέ. Η Weta Digital καταφέρνει και δίνει στα χνουδωτά πλάσματα, τα θηρία και τα αρπακτικά υφή, ρευστότητα και την κατάλληλη αίσθηση της κλίμακας σε σχέση με τον Μόγλη. Η άψογη λεπτομέρεια, από το τρίχωμα της γούνας του Μπαλού μέχρι τη φλεγόμενη κόλαση, προσθέτει υλική υπόσταση σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από ομιλούντα ζώα και λεπτούς συμβολισμούς. Αφήνοντας πίσω τις αφηγηματικές ελλείψεις, η ταινία, προς τιμήν της, καταφέρνει και να διαθέτει σύγχρονα στοιχεία που τη διαφοροποιούν ελαφρώς από τον κινούμενο πρόγονό της. Δίνει λίγο μεγαλύτερη έμφαση στη σχέση μεταξύ ανθρώπων και ζώων, καθώς και στην καταστροφική φύση της ανθρωπότητας. Και είναι αυτές οι πασπαλισμένες εδώ κι εκεί αληθινές και επίκαιρες στιγμές που μετατρέπουν το «Βιβλίο της Ζούγκλας» σε μια αξιοπρεπή κινηματογραφική εμπειρία.