Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

Alice Through the Looking Glass [1/5]

Το «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» του 2010 είναι η μοναδική ταινία που απέφερε συνολικά πάνω από ένα δισεκατομμύριο δολάρια σε όλο τον κόσμο χωρίς να αρέσει πραγματικά σε κανέναν. Πάρα το οπτικό υπερθέαμα της, υπέφερε απροκάλυπτα από την αδυναμία του σκηνοθέτη Tim Burton να αφήσει στην άκρη το τερατώδη εγώ του. Ως εκ τούτου, χαρακτηριζόταν από έλλειψη συναισθημάτων και ελάχιστη αφηγηματική συνοχή. Ως ταινία επωφελήθηκε σε μεγάλο βαθμό από το να είναι η πρώτη σημαντική 3D ταινία που παίχτηκε στους κινηματογράφους μετά το «Avatar». Έξι χρόνια αργότερα, το «Η Αλίκη Μέσα από τον Καθρέφτη», υπό τη σκηνοθετική διεύθυνση του James Bobin, αν κι απομακρύνεται από τον προκάτοχό του διαθέτοντας πολύ μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, έτσι όπως έχει δημιουργηθεί είναι εμφανές ότι δεν έχει κανένα άλλον λόγο ύπαρξης παρά μόνο τα λεφτά.

Οπτικά, η οθόνη εκρήγνυται από ζωντανά χρώματα, υφές και ήχους συνθέτοντας μια ζωντανή, δημιουργική κι οπτικά εκπληκτική ταινία που είναι βέβαιο ότι θα προσελκύσει τον κόσμο. Ωστόσο, καθώς εξελίσσεται, συνειδητοποιείς ότι κάθε πλάνο της είναι εξαρτώμενο πλήρως από το CGI ξεχνώντας το πιο σημαντικό πράγμα μιας ταινίας: την ιστορία. Σεναριακά, η Linda Woolverton χρησιμοποιεί τα μυθιστορήματα ως πηγή έμπνευσης, αλλά δύσκολα βάζει τις λέξεις σε κινηματογραφική ροή. Χωρίς αφηγηματική συνοχή το σενάριο δεν έχει αρκετές εκπλήξεις, διαθέτει υποτυπώδης πλοκή και κοινότυπους χαρακτήρες, οι οποίοι πέρα από την Αλίκη, είναι είτε τρελοί ή ανόητοι. Η ταινία επίσης κάνει το κολοσσιαίο ερασιτεχνικό λάθος αφήγησης ενός ταξιδιού στον χρόνο μέσα σε έναν φανταστικό κόσμο. Καθώς δεν έχουμε ιδέα πώς η χώρα των θαυμάτων αλλάζει με την πάροδο των εποχών, τα ταξίδια στο χρόνο της Αλίκης είναι επαναλαμβανόμενα και κουραστικά. Τέλος, δεν θα σχολιάσω το δίλημμα Καπελάς-Κόσμος, θα σας αφήσω να απολαύσετε το πόσο ανούσιο και χωρίς ίχνος αγωνίας, δεδομένου ότι έχει μόνο δύο εκβάσεις, είναι βλέποντας την ταινία.

Πίσω από την κάμερα, ο Bobin καθοδηγεί τα χρονοταξίδια με την απαραίτητη βιασύνη πηδώντας από σκηνή σε σκηνή αρκετά γρήγορα, έτσι ώστε οι πλέον συγκεχυμένες πτυχές των περιπετειών της Αλίκης να μην αποσπούν ποτέ την προσοχή από την πολύχρωμη κι εκκεντρική ενέργειά τους. Ερμηνευτικά, το μόνο μέλος του καστ που πραγματικά ξεχωρίζει είναι η Helena Bonham Carter, η οποία μοιάζει να απολαμβάνει την παράλογη φύση του χαρακτήρα της. Αντίθετα, όλοι οι υπόλοιποι από τους αστέρες κάνουν ελάχιστα έως τίποτα. Ο Johnny Depp συνεχίζει το ατυχές σερί του από φρικτές αποφάσεις και κάκιστες ερμηνείες. Η Anne Hathaway είναι εδώ για κανένα άλλον λόγο, εκτός από το ό,τι η ταινία μπορεί να την αντέξει οικονομικά. Η Mia Wasikowska είναι μια από τα ίδια. Ενώ, τέλος, ο Sacha Baron Cohen το διασκεδάζει, αλλά ποτέ δεν ξεφεύγει από τη μανιέρα που συνηθίζει να παίζει. Καθώς η ταινία φτάνει στο CGI υπερφορτωμένο φινάλε της, γίνεται οδυνηρά σαφές ότι η συγκεκριμένη συνέχεια είναι λιγότερο ένα ταξίδι στη χώρα των θαυμάτων και περισσότερο μια δοκιμασία αντοχής.

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Neighbors 2: Sorority Rising [2.5/5]

Αναμενόμενα, μετά την εμπορική επιτυχία του πρώτου, το «Ανυπόφοροι Γείτονες 2» είναι γεγονός. Στη θεωρία, η σκέψη του να γυριστεί ένα σίκουελ, προκειμένου να ξαναεπισκεφτείς αγαπημένους χαρακτήρες, σε κάνει να ανυπομονείς καθώς είναι κάτι το θετικό. Δυστυχώς, όμως, τις περισσότερες φορές, και ειδικά σε κωμωδίες, το αποτέλεσμα είναι απογοητευτικό. Συνέχειες όπως τα «Ted 2», «Ηλίθιος και ο Πανηλίθιος Δίο» και τα δυο (!) σίκουελ του «Hangover» ήλθον, είδον και απήλθον αφήνοντας άσχημες εντυπώσεις. Ως εκ τούτου, οι ελπίδες για το «Ανυπόφοροι Γείτονες 2», που από την αρχή είχε χαρακτηριστεί ως περιττή συνέχεια, ήταν λιγοστές. Παραδόξως, όμως, αυτή η απροσδόκητα ανατρεπτική κωμωδία δικαιολογεί την ύπαρξή της.

Η κωμωδία αγαπά τη σύγκρουση, και μια βασική κινητήριος δύναμη του είδους είναι το χάσμα των γενεών. Χρησιμοποιημένο σε πλήρη ισχύ εδώ, το έργο θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι μια τιθασευμένη επαναδιατύπωση της πρώτης ταινίας. Συμβατική συνθήκη για σίκουελ. Αυτό όμως που στερείται από ουσία, το αναπληρώνει με μερικές λαμπρές στιγμές κωμωδίας, ενεργητικό ρυθμό κι απροσδόκητο βάθος. Εκείνο που κάνει την ταινία να ξεχωρίζει από τον προκάτοχό της, και από τις περισσότερες άλλες σχετικές κωμωδίες, είναι η λεπτότητα με την οποία ο σκηνοθέτης και οι σεναριογράφοι απεικονίζουν τον σύγχρονο φεμινισμό μέσα από μικρούς και μεγάλους, την ανδρική και γυναικεία φιλία, αλλά και τη σεξουαλικότητα ανδρών και γυναικών. Αντιμετωπισμένα με σεβασμό, δεν αποτελούν το βασικό στοιχείο των αστείων, με αποτέλεσμα το φιλμ να είναι ολωσδιόλου καίριο, επίκαιρο και έξυπνο. Είναι δύσκολο να φτιάξεις μια προκλητική κωμωδία με ισχυρή άποψη, αλλά το «Ανυπόφοροι Γείτονες 2» το καταφέρνει.

Όπως και στο νούμερο ένα, κωμικά το φιλμ είναι γεμάτο με χοντροκομμένες πλάκες, ακατάλληλες σεξουαλικές αναφορές και άφθονη χρήση ναρκωτικών. Ωστόσο, επειδή υπάρχει αυτή η πραγματική αίσθηση ότι το φιλμ ξέρει τι συμβαίνει στον κόσμο σήμερα σε σχέση με θέματα ισότητας των φύλων και ισονομίας, τα αστεία διαθέτουν ποικιλία και τα γέλια είναι άφθονα. Δεν πετυχαίνουν όλα τον στόχο τους, όμως συνολικά καθιστούν το «Ανυπόφοροι Γείτονες 2» μια άκρως διασκεδαστική συνέχεια με την οποία θα περάσεις μια ευχάριστη μιάμιση ώρα στην αίθουσα.

X-Men: Apocalypse [3/5]

Μετά από τρεις πρώτες ταινίες X-Men, μερικές ιστορίες Wolverine, μια επανεκκίνηση («X-Men: Η Πρώτη Γενιά») και μια καθηλωτική μίξη («X-Men: Ημέρες ενός Ξεχασμένου Μέλλοντος»), το «X-Men: Απόκαλιψ» αντιπροσωπεύει ένα «φρέσκο» σημείο επανεκκίνησης του εικονικού franchise όπου κι αν αυτό οδηγήσει. Τα παλιά λάθη έχουν σβηστεί και η ομάδα του Charles Xavier έχει επαναπροσδιοριστεί, αλλά, αν κι ενδιαφέρουσες, όλες οι νέες αποκαλύψεις και οι εισαγωγές χαρακτήρων έχουν χάσει την αρχική τους αίγλη. O Bryan Singer αναμφισβήτητα εργάζεται προς την κατεύθυνση ενός καλύτερου κινηματογραφικού X-Men σύμπαντος, αλλά το αίσθημα που σου αφήνει είναι πως τα έχουμε ξαναδεί όλα αυτά. Και ως ένα βαθμό, ισχύει!

Βασιζόμενη στην εικονογραφία ως μια προσπάθεια σταθεροποίησης μιας παραφουσκωμένης κι άψητης φαντασμαγορίας, το «Απόκαλιψ» είναι η πρώτη ταινία που μετατρέπει το θέαμα σε επιτακτική ανάγκη, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα ιστορία και χαρακτήρες. Υποκύπτοντας σε όλα όσα έκαναν τις άλλες superhero ταινίες να μοιάζουν φθηνές σε σύγκριση, το έργο, ίσως για πρώτη φορά στο franchise, μοιάζει ανίκανο να ισορροπήσει με αυτοκυριαρχία ανάμεσα σε μια πολύπλοκη αφήγηση, εντυπωσιακά εφέ και ένα γιγάντιο καστ. Οι προηγούμενες X-Men ταινίες του Bryan Singer ξεχώριζαν γιατί κατάφερναν και συνδύαζαν ψυχαγωγία και σπιρτάδα μαζί με έντονα και συνδεόμενα με τον θεατή θέματα. Εδώ, όμως, τα όποια κοινωνικά και ψυχολογικά νοήματα έχουν εγκαταλειφθεί για χάρη ενός μπλε θεού. Αλλά ακόμα και όταν κάνουν την εμφάνιση τους, βαδίζουν την πεπατημένη.

Αγωνιζομένη να εξισορροπήσει διάφορες υποπλοκές και ιστορίες, η αδύναμη αφήγηση πάλλεται στις ερμηνείες των βασικών της πρωταγωνιστών αρχής γενομένης από τον κακό, ο οποίος αποτελεί και βασικό πρόβλημα του έργου. Αγνώριστος κάτω από τόνους μακιγιάζ και άφθονο CGI, ο Oscar Issac κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί με έναν παντελώς αδιάφορο χαρακτήρα. Ναι, μιλάμε για τον κακό του έργου. Μονότονος και απωθητικά σχεδιασμένος, δεν είναι ποτέ συναρπαστικός ή/και τρομακτικός. Πέρα από αυτόν, οι James McAvoy και Michael Fassbender είναι αναμενόμενα καλοί ως Xavier και Magneto, ενώ η Jennifer Lawrence φανερά βαριέται μια και δεν έχει πολλά να κάνει. Από τους νέους ήρωες, οι Tye Sheridan και Kodi Smit-McPhee είναι ευπρόσδεκτες προσθήκες ως Cyclops και Nightcrawler, η Sophie Turner μια μάλλον αδιάφορη Jean Grey. Και, όπως στην περίπτωση των ημερών «ενός ξεχασμένου μέλλοντος», το highlight της ταινίας είναι ο Quicksilver του Evan Peters.

Παρά τις ατέλειές της και την περιστασιακή κενότητα, το «X-Men: Απόκαλιψ» δεν είναι κακό καθώς υπάρχουν πολλές ωραίες στιγμές διάσπαρτες στην πλοκή. Στιγμές που σε συνδυασμό με την αγάπη για τις προηγούμενες ταινίες, θα έχουν απήχηση στους φαν που επιζητούν περισσότερες και θεαματικότερες «μεταλλαγμένες» συγκινήσεις. Επιπλέον, οι αμετανόητοι κομιξάδες θα σκάσουν από τις αναφορές και οι απλοί λάτρεις της κινηματογραφικής αίθουσας θα παρακολουθήσουν μια ταινία χάρμα οφθαλμών.

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

Genius [2/5]

Τα τελευταία χρόνια, οι ταινίες που απεικονίζουν πραγματικές, αξιοσημείωτες ιστορικά, προσωπικότητες, προσεγγίζουν το θέμα τους με δυο τρόπους. Είτε επιλέγουν μια πιο λεπτή προσέγγιση εστιάζοντας σε μια σύντομη περίοδο της ζωής του ατόμου (πχ «Selma») ή διηγούνται όλη την ιστορία. Η επιλογή της δεύτερης προσέγγισης διαθέτει κάποιους κινδύνους, καθώς πολλές φορές οι αντικρουόμενες επιδιώξεις των συντελεστών να εξυπηρετήσουν παράλληλα το υλικό που έχουν στα χέρια τους αλλά και τις απαιτήσεις του θεατή, οδηγεί το αποτέλεσμα στη σφαίρα της καρικατούρας αγγίζοντας τα όρια της υπερβολής. Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Michael Grandages δυστυχώς εμπίπτει στη δεύτερη επιλογή και, ενώ είναι μια ολοκληρωμένη ταινία, της λείπει οποιαδήποτε αίσθηση λεπτότητας κι ευαισθησίας.

Καθώς υπάρχουν λίγα που δεν έχουμε ξαναδεί, κάποιος πρέπει να αποδομήσει την ταινία και να σταθεί στις λεπτομέρειες προκειμένου να την κριτικάρει. Πρώτο θετικό στοιχείο, το θέμα της. Το «Genius» εξιστορεί την ιστορία της δημοσίευσης του πρώτου και του δεύτερου μυθιστορήματος του Thomas Wolfe υπό την επίβλεψη του συντάκτη Maxwell Perkins. Η απεικόνιση της ασυνήθιστα οικείας (και μη-σεξουαλικής) σχέσης μεταξύ δύο ανδρών είναι τόσο μακρινή ιδέα στις σημερινές τάσεις των ταινιών, που είναι πραγματικά αναζωογονητικό μια ταινία να κινείται τόσο αντισυμβατικά. Βλέπουμε δύο άνδρες των οποίων το επάγγελμα και η σχέση τούς γίνεται εμμονή σε τέτοιο βαθμό που, χωρίς καμία συστολή, βάζουν τις οικογένειες τους στην άκρη χάνοντας ζωτικής σημασίας εμπειρίες. Παρά τις ελλείψεις τις, η ταινία μας υπενθυμίζει ότι ενώ συχνά ασχολούμαστε με την έννοια του ρομαντισμού ή του θανάτου, μια αγάπη μεταξύ δυο στενών φίλων μπορεί να είναι εξίσου βαθιά και σημαντική.

Με δεδομένο λοιπόν ότι η ταινία διαθέτει υπόσταση και ουσία, τα ελαττώματα της προέρχονται από αποκλειστικά από ανθρώπινους παράγοντες. Αρχής γενομένης από την ερμηνεία του Jude Law. Χρησιμοποιώντας σχεδόν τα πάντα από το οπλοστάσιο ενός ηθοποιού, «υπερπαίζει» και υποδύεται τον Wolfe με μια μανιακή ενέργεια που ανήκει σε μια άλλη ταινία. Αυτομάτως, λοιπόν, η προσπάθεια σου να δεθείς συναισθηματικά και να κατανοήσεις αυτή την αυτοσχεδιαστική ιδιοφυΐα που ο σεναριογράφος John Logan αποπειράται να απεικονίσει, αποτυγχάνει παταγωδώς. Σε αυτό δεν βοηθάει και ο Firth, ο οποίος, χρησιμοποιώντας ακόμα και την παραμικρή σύσπαση στις εκφράσεις του προσώπου του, ερμηνεύει τον ρόλο του με μια εκλεπτυσμένη μεν, αλλά ανιαρή στωικότητα. Μεταξύ άλλων θεμάτων που προκύπτουν από το σενάριο του Logan, είναι ότι οι γυναίκες τυγχάνουν μιας κατάφωρα μισογυνικής απεικόνισης. Υπονομευμένες από την απόλυτη αποθέωση της ταινίας για τον πρωταγωνιστή της, είναι άκαρδα παραμερισμένες στο σημείο της γελοιογραφίας.

Σκηνοθετικά, το «Genius» είναι γεμάτο με τα γνωστά οπτικά ερεθίσματα. H μόνη υφολογική απόφαση που μοιάζει να μην είναι δανεισμένη από μια πληθώρα παρόμοιων ταινιών, είναι η ξεθωριασμένη χρωματική παλέτα και ο φωτισμό της. Όλα τα υπόλοιπα βρίσκονται στον αυτόματο πιλότο χωρίς καμία προσπάθεια δελεαστικού τρόπου παρουσίασης. Μια από τις χειρότερες αποφάσεις του Grandage είναι η απόλυτη πίστη στο γεγονός ότι τα κείμενα του Wolfe είναι συναρπαστικά να τα ακούς. Υπάρχουν πολλές σεκάνς στην ταινία όπου ολόκληρα αποσπάσματα του έργου διαβάζονται χωρίς τίποτα το οπτικά ενδιαφέρον να τα συνοδεύει. Συμπερασματικά, για μια ταινία που μιλάει για έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς στη σύγχρονη αμερικανική λογοτεχνία, το «Ένας Χαρισματικός Άνθρωπος» απλώς μας θυμίζει τον λόγο που τόσες πολλές ταινίες για τις ζωές διάσημων συγγραφέων είναι, όπως κι αυτή, ανεπαρκείς.

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

The Man Who Knew Infinity [2/5]

Το «Ο Άνθρωπος που Γνώριζε το Άπειρο» επιδιώκει να πει μια μοναδική και, για μένα τουλάχιστον, σχετικά άγνωστη ιστορία για έναν ταλαντούχο μαθηματικό. Ο λόγος για τον Σρινιβάσα Ραμανούτζαν, μια φυσική διάνοια της ίδιας κλάσης με μαθηματικούς όπως ο Νεύτωνας και ο Αρχιμήδης. Αν και δεν αποτελεί σύμβολο όπως ο Στίβεν Χόκινγκ ή ο Άλαν Τιούρινγκ, θεωρείτε ένας από τους πιο σημαντικούς μαθηματικούς του 20ου αιώνα με ένα έργο που ενέπνευσε έναν τεράστιο αριθμό περαιτέρω ερευνών και που συνεχίζει ακόμα και σήμερα να μελετάται.

Απεικονίζοντας χαρακτήρες που υποφέρουν έχοντας ως μοναδικό κοινό παράγοντα το πάθος για τα μαθηματικά, οι ερμηνείες των Dev Patel και Jeremy Irons αποτελούν ξεκάθαρα την κινητήριο δύναμη του έργου αποτελώντας ένα εξαιρετικό δίδυμο χάρμα οφθαλμών. Η ιστορία που τους περιβάλλει είναι ένα συναρπαστικό παραμύθι θριάμβου ενάντια στις αντιξοότητες, που, παρά τις ειλικρινείς προθέσεις του, μετατρέπεται σε μια μέτρια ακαδημαϊκή βιογραφική ταινία κυρίως λόγω της δειλίας της έναντι των μαθηματικών. Αν και εκτιμώ την απροθυμία του σεναρίου να μιλήσει υποτιμητικά στο κοινό, το φιλμ αποτυγχάνει να παρουσιάσει μια συνεκτική εικόνα τού τι πραγματικά διακυβεύεται με τα θεωρήματα του Ραμανούτζαν. Ενώ μπορούμε να εκτιμήσουμε τη θεαματική φύση ενός ανθρώπου που μπορεί να δει απλά τις απαντήσεις χωρίς να γνωρίζει πώς έφτασε εκεί, το πλαίσιο της εργασίας του παραμένει ασαφές καθόλη τη διάρκεια της ταινίας. Οι ήρωες μιλάνε για επαναστατικές ιδέες, αλλά εμείς βλέπουμε πολύ λίγα στοιχεία γι` αυτές. Μπορώ να καταλάβω ότι τα μαθηματικά δεν είναι το πιο κινηματογραφικό των θεμάτων, αλλά αν θέλει κάποιος να κάνει μια ταινία για μια μαθηματική ιδιοφυΐα, θα πρέπει να παρέχει στον θεατή τουλάχιστον τα βασικά.

Αδυνατώντας να αποδώσει τον απαραίτητο φόρο τιμής στον Ραμανούτζαν, ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Matthew Brown στρέφεται στο εύκολο και καταπιάνεται με τα συνηθισμένα. Ποια είναι αυτά; Πρώτον η σχέση μαθητή/δασκάλου. Ασχολούμενη με τη σχέση μεταξύ δύο πνευματικών γιγάντων (του Ραμανούτζαν και του Χάρντι), η συγκεκριμένη δευτερεύουσα πλοκή, ακόμα κι αν υποκύπτει σε κλισέ, καταφέρνει σε ένα βαθμό να πετύχει τον στόχο της. Το κομμάτι τής μεταξύ τους φιλίας προσδίδει βάθος στη βιογραφία, αφού όσο η σχέση τους μεγαλώνει, γίνεται ισχυρότερη και πιο συγκινητική κάνοντας μας να νοιαζόμαστε για αυτούς. Δεύτερη και λιγότερο πειστική είναι η παράλληλη ιστορία για τον γάμο του Ραμανούτζαν. Ο αδέξιος και «σαπουνοπερίστικος» τρόπος με τον οποίο χειρίζεται η ταινία το συγκεκριμένο θέμα, είναι τόσο μακρινός από τα ζητήματα του πρωταγωνιστή, που είναι δύσκολο για τον θεατή να αισθανθεί εμπλεκόμενος. Η προστιθέμενη δε ένταση μεταξύ της συζύγου και της μητέρας του Ραμανούτζαν αποσπάει παντελώς την προσοχή προσφέροντας περιστασιακές συγκρούσεις που δεν οδηγούν πουθενά και υπάρχουν απλά για να μεγαλώσουν τη διάρκεια.

Επιπροσθέτως, υπάρχουν κι άλλες πολλές στιγμές που μοιάζουν λες και ο σκηνοθέτης είχε ένα χαρτί στο χέρι του τσεκάροντας όλα όσα πρέπει να βάλει στο έργο: οι ρατσιστικές επιθέσεις, η δυσάρεστη αντίδραση του χαρακτήρα στο τοπικό φαγητό, η αντίδραση της ελίτ του πανεπιστημίου και ούτω καθεξής. Ως εκ τούτου, η συγκεκριμένη μεταχείριση μιας τόσο εξαιρετικής ιστορίας όπως του Σρινιβάσα Ραμανούτζαν μετατρέπει το «Ο Άνθρωπος που Γνώριζε το Άπειρο» σε μια φιλότιμη προσπάθεια που όχι μόνο δεν ξεπερνάει ποτέ την απογοητευτική μετριότητα της, αλλά είναι και δύσκολο να την προτείνεις.

Mother's Day [0.5/5]

Σκηνοθετημένο (με τη χαλαρή έννοια του όρου) από τον Garry Marshall, το έργο ακολουθεί το πρότυπο των «Valentine`s Day» και «New Year`s Eve» με την έννοια ότι κι αυτό είναι ένα φθηνό, βραδυκίνητο τερατούργημα που μοιάζει να διαρκεί τέσσερις ώρες, αλλά κατά κάποιο μαγικό τρόπο είναι λες και γυρίστηκε σε ένα σαββατοκύριακο στο σπίτι του 81χρόνου σκηνοθέτη. Όπως πάντα, υπάρχουν χιλιάδες χαρακτήρες, καμία εκατοσταριά, δανειζόμενες από sitcom, διαφορετικές πλοκές και όχι αρκετός χρόνος για να αναπτυχθεί το οτιδήποτε.

Αποτελούμενο κυρίως από εμφατικές κι επεξηγηματικές ατάκες και απλή παρουσίαση της όποιας ανούσιας δράσης, το γραμμένο από πέντε (!) συγγραφείς σενάριο διαθέτει μηδενική προοπτική και διορατικότητα, αποστραγγίζοντας εντελώς τη γοητεία από ένα εγγενώς γοητευτικό καστ, αναγκάζοντάς τους να αναλωθούν σε ρόλους που δεν είναι τίποτε άλλο από μονοδιάστατες, χαζές καρικατούρες. Προσθέτοντας και τις γλυκανάλατες ευαισθησίες του Marshall, το φιλμ καταλήγει να είναι μια σαχλή κωμωδία που όχι μόνο δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα, αλλά είναι απόλυτα προβλέψιμη. Είναι λες και η ταινία όσο προχωράει τσεκάρει μια σειρά από κουτιά που στήθηκαν από νωρίς, και πάντα με τον πιο προφανή τρόπο.

Το «Γιορτή της Μητέρας», είναι τέσσερις κακές ταινίες σε μία. Ή, ακριβέστερα, είναι η σύνοψη τεσσάρων χαμηλής ποιότητας ταινιών, ενωμένες σε μια κακογραμμένη, γεμάτη κρύα αστεία εμπειρία. Ας ελπίσουμε ότι οι υπόλοιπες γιορτές θα γλιτώσουν από παρόμοια μεταχείριση.