Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

The Man Who Knew Infinity [2/5]

Το «Ο Άνθρωπος που Γνώριζε το Άπειρο» επιδιώκει να πει μια μοναδική και, για μένα τουλάχιστον, σχετικά άγνωστη ιστορία για έναν ταλαντούχο μαθηματικό. Ο λόγος για τον Σρινιβάσα Ραμανούτζαν, μια φυσική διάνοια της ίδιας κλάσης με μαθηματικούς όπως ο Νεύτωνας και ο Αρχιμήδης. Αν και δεν αποτελεί σύμβολο όπως ο Στίβεν Χόκινγκ ή ο Άλαν Τιούρινγκ, θεωρείτε ένας από τους πιο σημαντικούς μαθηματικούς του 20ου αιώνα με ένα έργο που ενέπνευσε έναν τεράστιο αριθμό περαιτέρω ερευνών και που συνεχίζει ακόμα και σήμερα να μελετάται.

Απεικονίζοντας χαρακτήρες που υποφέρουν έχοντας ως μοναδικό κοινό παράγοντα το πάθος για τα μαθηματικά, οι ερμηνείες των Dev Patel και Jeremy Irons αποτελούν ξεκάθαρα την κινητήριο δύναμη του έργου αποτελώντας ένα εξαιρετικό δίδυμο χάρμα οφθαλμών. Η ιστορία που τους περιβάλλει είναι ένα συναρπαστικό παραμύθι θριάμβου ενάντια στις αντιξοότητες, που, παρά τις ειλικρινείς προθέσεις του, μετατρέπεται σε μια μέτρια ακαδημαϊκή βιογραφική ταινία κυρίως λόγω της δειλίας της έναντι των μαθηματικών. Αν και εκτιμώ την απροθυμία του σεναρίου να μιλήσει υποτιμητικά στο κοινό, το φιλμ αποτυγχάνει να παρουσιάσει μια συνεκτική εικόνα τού τι πραγματικά διακυβεύεται με τα θεωρήματα του Ραμανούτζαν. Ενώ μπορούμε να εκτιμήσουμε τη θεαματική φύση ενός ανθρώπου που μπορεί να δει απλά τις απαντήσεις χωρίς να γνωρίζει πώς έφτασε εκεί, το πλαίσιο της εργασίας του παραμένει ασαφές καθόλη τη διάρκεια της ταινίας. Οι ήρωες μιλάνε για επαναστατικές ιδέες, αλλά εμείς βλέπουμε πολύ λίγα στοιχεία γι` αυτές. Μπορώ να καταλάβω ότι τα μαθηματικά δεν είναι το πιο κινηματογραφικό των θεμάτων, αλλά αν θέλει κάποιος να κάνει μια ταινία για μια μαθηματική ιδιοφυΐα, θα πρέπει να παρέχει στον θεατή τουλάχιστον τα βασικά.

Αδυνατώντας να αποδώσει τον απαραίτητο φόρο τιμής στον Ραμανούτζαν, ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Matthew Brown στρέφεται στο εύκολο και καταπιάνεται με τα συνηθισμένα. Ποια είναι αυτά; Πρώτον η σχέση μαθητή/δασκάλου. Ασχολούμενη με τη σχέση μεταξύ δύο πνευματικών γιγάντων (του Ραμανούτζαν και του Χάρντι), η συγκεκριμένη δευτερεύουσα πλοκή, ακόμα κι αν υποκύπτει σε κλισέ, καταφέρνει σε ένα βαθμό να πετύχει τον στόχο της. Το κομμάτι τής μεταξύ τους φιλίας προσδίδει βάθος στη βιογραφία, αφού όσο η σχέση τους μεγαλώνει, γίνεται ισχυρότερη και πιο συγκινητική κάνοντας μας να νοιαζόμαστε για αυτούς. Δεύτερη και λιγότερο πειστική είναι η παράλληλη ιστορία για τον γάμο του Ραμανούτζαν. Ο αδέξιος και «σαπουνοπερίστικος» τρόπος με τον οποίο χειρίζεται η ταινία το συγκεκριμένο θέμα, είναι τόσο μακρινός από τα ζητήματα του πρωταγωνιστή, που είναι δύσκολο για τον θεατή να αισθανθεί εμπλεκόμενος. Η προστιθέμενη δε ένταση μεταξύ της συζύγου και της μητέρας του Ραμανούτζαν αποσπάει παντελώς την προσοχή προσφέροντας περιστασιακές συγκρούσεις που δεν οδηγούν πουθενά και υπάρχουν απλά για να μεγαλώσουν τη διάρκεια.

Επιπροσθέτως, υπάρχουν κι άλλες πολλές στιγμές που μοιάζουν λες και ο σκηνοθέτης είχε ένα χαρτί στο χέρι του τσεκάροντας όλα όσα πρέπει να βάλει στο έργο: οι ρατσιστικές επιθέσεις, η δυσάρεστη αντίδραση του χαρακτήρα στο τοπικό φαγητό, η αντίδραση της ελίτ του πανεπιστημίου και ούτω καθεξής. Ως εκ τούτου, η συγκεκριμένη μεταχείριση μιας τόσο εξαιρετικής ιστορίας όπως του Σρινιβάσα Ραμανούτζαν μετατρέπει το «Ο Άνθρωπος που Γνώριζε το Άπειρο» σε μια φιλότιμη προσπάθεια που όχι μόνο δεν ξεπερνάει ποτέ την απογοητευτική μετριότητα της, αλλά είναι και δύσκολο να την προτείνεις.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

The Amazing Spider-Man [3/5]

Reboot. Σε κινηματογραφικούς όρους ισοδυναμεί με την εν μέρει ή και ολική απόρριψη μιας υπάρχουσας ταινίας ή σειράς ταινιών και την επανεκκίνηση της με καινούργιες ιδέες, ιστορίες ή στυλ αφήγησης. Αλλιώς «πώς να βγάλουμε περισσότερα λεφτά», κάτι που δυστυχώς για το The Amazing Spider-Man τείνει να κλίνει προς, χωρίς αυτό όμως να σημαίνει ότι δεν διαθέτει αρετές. Από το 2005 έως το 2011 μόνο, τουλάχιστον καμιά δεκαπενταριά περιπτώσεις reboot έχουν πραγματοποιηθεί ή βρίσκονται στο στάδιο των γυρισμάτων. Κοινά χαρακτηριστικά σε όλες τις περιπτώσεις είναι ότι η όποια αφηγηματική συνέχεια προηγούμενων ταινιών με το ίδιο θέμα σβήνεται, με αποτέλεσμα ένα φρεσκαρισμένο franchise που και θα προσελκύσει ξανά ένα ευρύτερο κοινό και θα είναι και δικαιολογημένο. Και τι εννοώ με αυτό. Ας πάρουμε παράδειγμα το Batman Begins. Μιλάμε για ένα reboot το οποίο από όποια πλευρά και να το δεις, δικαιολογεί την ύπαρξη του. Χρονικά μεσολαβούσαν οκτώ χρόνια από την τελευταία ταινία Batman (το Batman &

Made in Italy ★

Κάποιος είπε κάποτε ότι η “ζωή” είναι αυτό που συμβαίνει όταν δεν περιμένεις κάτι να συμβεί. Και είναι τόσο αλήθεια. Ο ίδιος άνθρωπος όμως μάλλον δεν θα είχε δει ταινίες σαν αυτή, που περιμένεις κάτι να συμβεί αλλά τελικά τίποτα δεν συμβαίνει, και οι ώρες της ζωής σου σπαταλιούνται άσκοπα. Πριν την κριτική, η συγκεκριμένη ταινία απαιτεί να έχουμε κάποιο υπόβαθρο. Στο έργο πρωταγωνιστούν οι Liam Neeson και Micheal Richardson, πατέρας και γιος αντίστοιχα στην πραγματική ζωή. Όλοι γνωρίζουμε ότι το 2009 η Natasha Richardson, γυναίκα του Liam Neeson και μητέρα του Micheal Richardson, έφυγε από τη ζωή καθώς ο τραυματισμός της στο κεφάλι κατά τη διάρκεια ενός συνηθισμένου μαθήματος σκι για αρχαρίους απέβη μοιραίος. Η πλοκή της ταινίας τώρα αφορά έναν πατέρα και γιο που επιστρέφουν στην Ιταλία για να πουλήσουν το σπίτι που κληρονόμησαν από την αείμνηστη σύζυγο και μητέρα αντίστοιχα. Κατά τη διάρκεια της ανακαίνισης της βίλας, θα γνωριστούν καλύτερα μεταξύ τους, βελτιώνοντας τη σχέση τους που

Contraband [1.5/5]

Το «Τελικό Χτύπημα» είναι η κλασσικού τύπου ταινία ληστείας, όπου καθώς προχωράει, τα πράγματα γίνονται όλο και χειρότερα και που φυσικά έχουμε ξαναδεί εκατοντάδες φορές. Δεν έχει σημασία, βέβαια, αν μια ταινία «θυμίζει» μια άλλη ή έχει την αίσθηση του γνώριμου. Με βάση ένα κάλο σενάριο όλα αυτά ξεχνιούνται. Αλλά, αλίμονο, εδώ δεν υπάρχει η σωστή βάση, με αποτέλεσμα η ταινία να κατατάσσεται στην κατηγορία «το είδαμε, το ξεχάσαμε». Πρόκειται για μια ταινία δομημένη με μια απλή αρχή, ένα απλό τέλος κι ένα περίπλοκο μεσαίο κομμάτι. Το θέμα, όμως, είναι ότι στις ταινίες με ληστείες, καθώς και στα περισσότερα θρίλερ, ξέρουμε ότι τα πράγματα δεν θα πάνε σύμφωνα με το σχέδιο, ίσως κάπου-κάπου να θέλουμε και να δούμε επιπλοκές προκειμένου να παρακολουθήσουμε την ομάδα των χαρακτήρων καθώς θα προσπαθεί να προσαρμοστεί και να τις ξεπεράσει. Το πρόβλημα είναι ότι στο παρόν φιλμ αυτές οι επιπλοκές δεν αισθάνονται τόσο πολύ ως φυσικές, αλλά περισσότερο σαν στοιχεία πλοκής από άλλες τέτοιες ται