Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

The Great Wall [0.5/5]

Είναι ξεκάθαρο από το πρώτο κιόλας λεπτό ότι ο μοναδικός λόγος ύπαρξης της συγκεκριμένης ταινίας είναι ένας και μόνο ένας. Το κορτάρισμα των στούντιο του Χόλιγουντ στην Κίνα. Μια χώρας που βρίσκεται σε ανοδική πορεία για να γίνει η μεγαλύτερη αγορά στο παγκόσμιο box-office μέσα σε δύο ή τρία χρόνια. Κάτι καθόλου επιλήψιμο αν το τελικό αποτέλεσμα δεν ήταν μια απίστευτα κοινότυπη ταινία με τέρατα, τόσο κακή που δεν θα πιστεύετε τι είδατε ακόμα και μετά την έξοδο σας από το σινεμά.

Με ένα σενάριο που δεν ξεπερνά ποτέ το επίπεδο του «μια φορά και ένα καιρό», o Γιμού και οι ΕΞΙ σεναριογράφοι δεν αφιερώνουν ούτε το ελάχιστον στο να δώσουν ταυτότητες ή ένα κάποιο ίχνος ιστορίας στους χαρακτήρες. Αντ` αυτού περιορίζονται σε απλοϊκά νοήματα και διδαχές σχετικά με τη σημασία της εμπιστοσύνης, στην προσπάθεια τους να δώσουν βαρύτητα σε κάθε πτυχή της ταινίας. Πώς όμως να εμφυσήσεις ζωή σε κάτι τόσο ηλίθιο. Πώς να κάνεις τον άλλο να ενδιαφερθεί όταν το έργο δεν διαθέτει απολύτως καμία συνοχή. Όταν είναι ξεκάθαρο ότι έχεις πουλήσει την ψυχή σου στον διάολο του κέρδους, προκειμένου να παρουσιάσεις όσο περισσότερο θέαμα μπορείς ανεξαρτήτου κόστους. Ναι υπάρχει η ιδιοφυΐα του Ζανγκ Γιμού να παράγει όμορφες εικόνες, δραματικές, πολύχρωμες και πλούσιες, κάνοντας την ταινία να λάμπει σαν ένα διαμάντι. Τι να το κάνεις, όμως, όταν όλο αυτό είναι μια ψευδαίσθηση;

Παραδομένο στους νόμους του CGI και γεμάτο ακραίες σεκάνς δράσης και ακροβατικά που μόνο γέλιο βγάζουν, το Σινικό Τείχος, το μεγαλύτερο σε έκταση ανθρώπινο οικοδόμημα και ένα από τα σύγχρονα επτά θαύματα του κόσμου, εδώ δεν είναι τίποτε άλλο πάρα μόνο η σύνδεση ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς, δύο κινηματογραφικά σύμπαντα διαμορφωμένα ώστε να καταναλωθούν στις δύο κουλτούρες και στη συνέχεια σε όλο τον κόσμο.

Why Him? [1/5]

Το «Γιατί Αυτόν» συνεχίζει την παράδοση των ταινιών που αντιπροσωπεύουν ένα νέο είδος που φαίνεται να εξελίσσεται σε πρότυπο για τις περισσότερες κωμωδίες και αποτελείται από τα εξής λίγα συστατικά: γρήγορο ρυθμό, χαμηλού επιπέδου αστεϊσμούς και άσκοπες σκηνές δεμένες με μια υποχρεωτική αφήγηση. Και μπορεί η ταινία του Τζον Χάμπεργκ να είναι η λιγότερο κακή του είδους, είναι όμως ασυζητητί η λιγότερο αστεία, παρά τις προσπάθειες της να χτίσει τη φάρσα γύρω από μια παλλόμενη καρδιά και ψυχή. Δυστυχώς γι` αυτήν, το κάνει με τόσο αδέξιο και συμβιβαστικό τρόπο που ποτέ δεν δημιουργεί την απαραίτητη δυναμική που χρειάζεται η κωμωδία για να ευδοκιμήσει.

Το φιλμ στον πυρήνα του διαθέτει τη συνηθισμένη «πατέρας εναντίον νέου φίλου της κόρης του» αφήγηση παρουσιάζοντας τη ζωή του Νεντ Φλέμινγκ, ο οποίος έχει ορισμένες επιφυλάξεις σχετικά με τον πιθανό γαμπρό του. Και ενώ αυτό το σενάριο δύο ανδρών που μειώνουν τον εαυτό τους πέρα από τα όρια της αξιοπρέπειας θα έπρεπε να παρέχει πολλές κωμικές ευκαιρίες, ο Χάμπεργκ είναι τόσο αποφασισμένος να διατηρήσει τους δυο πρωταγωνιστές του συμπαθείς, που η κωμωδία πεθαίνει προτού να μπορέσει ακόμα να ξεκινήσει. Με μια τόσο άκαμπτη προσέγγιση στους χαρακτήρες, η ιστορία όχι μόνο μοιάζει σαν να μην πηγαίνει πουθενά, αλλά αναλώνεται στην ύπαρξη σταθερών καταστάσεων που δημιουργούνται και επιλύονται με όσο το δυνατό λιγότερο ικανοποιητικό τρόπο μέχρι να φτάσουμε στο αναπόφευκτο και τετριμμένο φινάλε.

Αποτελεσματικά και μην μπορώντας να βασιστεί στους υποανάπτυκτους χαρακτήρες, η ταινία ακολουθεί για ακόμα μία φορά την εύκολη λύση: ακουμπά στο άξεστο για την υποστήριξη. Κάθε αστείο είναι τονισμένο ή στηρίζεται σε βωμολοχίες σε τέτοιο βαθμό που από ένα σημείο και μετά εγκαταλείπεται εξολοκλήρου η πλοκή προς όφελος τεμπέλικων καλαμπουριών που αισθάνονται βεβιασμένα και επαναλαμβανόμενα. Αυτό που είναι πραγματικά αξιοπερίεργο επίσης στο «Γιατί Αυτόν» είναι η προσπάθεια διατήρησης μιας δύσκολης κατάστασης για όσο το δυνατόν περισσότερο με οποιοδήποτε τρόπο και κόστος, χωρίς τίποτα χιουμοριστικό να βγαίνει από αυτήν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η σκηνή στην τουαλέτα. Ακόμα κι έτσι, το σύνολο του καστ κάνει ό,τι καλύτερό για να σώσει την ταινία (Κράνστον και Μάλαλι μακράν οι καλύτεροι) από το να είναι μια σειρά από σκηνές αφημένες στην τύχη, αλλά ποτέ δεν είναι αρκετό. Όπως έχουν τα πράγματα, το «Γιατί Αυτόν» μετατρέπεται εύκολα σε «γιατί σ` έμενα;» μετά τη θέαση του…