Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

T2 Trainspotting [2/5]

Όταν το «Trainspotting» κυκλοφόρησε στους κινηματογράφους το 1996, ξεπέρασε θεαματικά τις προσδοκίες. Ήταν κάτι περισσότερο από μία ταινία, ήταν ένα πολιτιστικό γεγονός, μια ταινία που μιλούσε απευθείας σε μια ολόκληρη γενιά. Πώς καταφέρνεις λοιπόν να κάνεις κάτι παρεμφερές τόσα χρόνια μετά; Η απάντηση είναι… δεν το κάνεις. Δεν μπορείς να το κάνεις. Αυτό το πολυαναμενόμενο σίκουελ δεν επρόκειτο ποτέ να έχει την ίδια επίδραση με το πρωτότυπο εγχείρημα. Τι σημαίνει όμως αυτό για τη συγκεκριμένη ταινία;

Παραμένοντας πιστή στο ύφος του πρωτότυπου, o Ντάνι Μπόιλ παρουσιάζει την ιστορία που θέλει να πει με τον ίδιο μοναδικό υφολογικό τρόπο, λαμβάνοντας μια σουρεαλιστική προσέγγιση ανά στιγμές, ενώ παράλληλα είναι εμφανές ότι το διασκεδάζει. Εξισορροπώντας αξιοσημείωτα την κωμωδία με τη συγκίνηση, τα συναισθήματα σου μεταβάλλονται με διαφορά λεπτού. Τη μία στιγμή γελάς δυνατά και την άλλη αισθάνεσαι σκεπτικός κι αγέλαστος. Ο βραβευμένος με Όσκαρ σκηνοθέτης καταφέρνει να κάνει την ταινία του να λειτουργεί ως ένα σχόλιο για τη μέση ηλικία χρησιμοποιώντας τους ίδιους χαρακτήρες που πριν από 20 χρόνια ζούσαν τη στιγμή και τώρα μοιάζουν παγιδευμένοι σε μια περίοδο όπου φοβούνται να κοιτάξουν πίσω και ακόμη περισσότερο δειλιάζουν να δουν μπροστά. Μολονότι τα δικά μας νιάτα δεν ήταν τόσο ζοφερά όσο των ηρώων, πρόκειται για μια ιδέα την οποία μπορούμε να συμμεριστούμε χάρη στη νοσταλγία με την οποία είναι εμποτισμένο το φιλμ.

Όμως, ενώ η νοσταλγία που υπάρχει εξασφαλίζει ότι θα έχετε ένα χαμόγελο στο πρόσωπό σας χάρη στα αναγνωρίσιμα πρόσωπα, το σκορ και το ύφος, το συνεχές κι ασταμάτητο γνέψιμο στο παρελθόν, με άφθονο αρχειακό υλικό και πάμπολλες αναφορές σε εικονικές σκηνές, εξυπηρετεί φυσικά έναν σκοπό, αλλά από ένα σημείο και μετά μοιάζει φτιαχτό. Ο Μπόιλ και ο σεναριογράφος Τζον Χοτζ, θέλοντας να ευχαριστήσουν σε υπερθετικό βαθμό τους οπαδούς, παραβλέπουν το γεγονός ότι πρόκειται για ένα αυτόνομο εγχείρημα. Καθώς η πλοκή προχωρά και η αίσθηση της οικειότητας και της νοσταλγίας φθείρεται, οι ρωγμές αρχίζουν να εμφανίζονται και εμείς ψάχνουμε να στηριχτούμε στην ύπαρξη μιας πιο σαγηνευτικής, έξυπνης πλοκή που δυστυχώς δεν υπάρχει. Χωρίς ποτέ να δικαιολογεί πραγματικά την ύπαρξή του, το «T2 Trainspotting» στερείται αφήγησης. Βασικά, θα το πάω λίγο παραπέρα και θα πω πως δεν αντιλαμβάνομαι το νόημα της. Το μόνο κεφάλαιο που έκλεισε από την τελευταία ταινία είναι η εξήγηση του Renton (ο χαρακτήρας του ΜακΓκρέγκορ) στους φίλους του γιατί έκανε ό,τι έκανε. Αυτό είναι. Το υπόλοιπο είναι αρκετά άσκοπο.

Δεν είναι ότι το «Τ2 Trainspotting» είναι μια κακή ταινία. Απλά δεν περνάει αποτελεσματικά ένα σαφές μήνυμα. Προσπαθεί να αξιοποιήσει την ιδέα τού να ζεις τη ζωή στο έπακρο, αλλά δεν το κάνει τόσο καλά αυτή τη φορά. Καλή η κινηματογραφική νοσταλγία, αλλά θα πρέπει να μπορείς να κάνεις κάτι πέρα από το να βασίζεσαι εξολοκλήρου σε αυτή. Έτσι, ενώ τα ερωτήματα παραμένουν ως προς το αν είναι η ταινία απαραίτητη, η ουσία είναι ότι η ταινία έγινε και πως υπάρχει μια συναισθηματική προσκόλληση. Αν ωστόσο δεν έχετε κάποιο δέσιμο με το «Trainspotting», το «Τ2» δεν θα σας προσφέρει πολλά.

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Logan [2.5/5]

Πίσω στο 2000, ένας ψιλο-άγνωστος Χιου Τζάκμαν αναλαμβάνει τον ρόλο του Γούλβεριν στην πρώτη μεταφορά στην μεγάλη οθόνη της σειράς κόμικς της Marvel, «X-Men». Από εκείνη τη στιγμή θα επαναλάβει τον ρόλο του σε κάθε X-Men, αλλά και σε κάθε spin-off. Δεκαεπτά χρόνια μετά, ο διάσημος αυστραλός ηθοποιός, θέλοντας να κρεμάσει τον αδαμάντιο σκελετό του, ερμηνεύει για τελευταία φορά τον διάσημο υπερήρωα στο άνισο «Logan» του Τζέιμς Μάνγκολντ.

Η πλοκή του έργου λαμβάνει χώρα κατά το έτος 2029, όπου οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, μεταλλαγμένοι έχουν αφανιστεί. Οι μόνοι που υπάρχουν από το αρχικό κινηματογραφικό σύμπαν είναι ο Γούλβεριν και ο Τσαρλς Φράνσις Εξέβιερ, γνωστός και ως Καθηγητής Χ. Αλλά κι αυτοί δεν είναι οι ίδιοι. Ο πρώτος είναι σωματικά και ψυχολογικά ηττημένος και ο δεύτερος ένας συνεχώς ναρκωμένος και κλειδωμένος σε ένα πύργο νερού ηλικιωμένος κύριος που πάσχει από ανία. Σε αυτή την υπαρξιακή πικρία και λύπη εμφανίζεται μια νεαρή κοπέλα, η Λόρα, η οποία θα αλλάξει τα πάντα.

Οι δύο πρώτες πράξεις του «Logan» είναι καλύτερες από οποιαδήποτε άλλη stand-alone ταινία με τον Γούλβεριν. Τοποθετημένη κάπου μεταξύ ενός αμερικανικού road movie και μιας ταινίας δράσης στο ύφος του «Leon», το έργο του Μάνγκολντ είναι γεμάτο αίμα, βία και οτιδήποτε άλλο μπορεί να περιμένετε. Ταυτόχρονα, δεν είναι μια συνηθισμένη ταινία με σούπερ ήρωες. Έχοντας ως βάση την ιστορία «Old Man Logan», γραμμένη από τον Μαρκ Μίλαρ και εικονογραφημένη από τον Στιβ Μνίβεν, διαθέτει περισσότερο βάθος καταφέρνοντας να μιλήσει για τις ατέλειες που συνδέονται με την αύξηση της ηλικίας και το πώς μπορεί να καταστραφεί ο κόσμος αν αναπτυχθεί με βάση μια σπασμένη κοινωνία. Ενσωματώνοντας ένα σκοτεινό ύφος που ταιριάζει απόλυτα σε αυτή την ιστορία, η ταινία δεν είναι ανάλαφρή. Είναι ωμή και θαρραλέα. Αποκλίνει από τα συνηθισμένα για να γίνει κάτι νέο και μοναδικό. Όχι μόνο γίνεται η πιο γειωμένη ταινία Γούλβεριν, αλλά και η πιο γειωμένη X-Men ταινία. Όλα αυτά όμως μέχρι το τέλος της δεύτερης πράξης…

Πολλά πράγματα συμβαίνουν τη στιγμή που η ταινία προσανατολίζεται προς τα συναισθήματα του κοινού. Αλλάζοντας δραματικά τον τόνο από κάτι σκοτεινό και ώριμο σε κάτι καθαρά ανόητο, το τελευταίο μέρος σε πετάει εντελώς έξω χωρίς να είσαι σε θέση να το συγχωρέσεις ακόμα κι όταν προσπαθεί να επανορθώσει. Καταρχάς, από τη στιγμή που εισάγεται στο φιλμ ο χαρακτήρας του X-24, το έργο μετατρέπεται σε μια μεταλλαγμένη κακή έκδοση της σειράς ταινιών «Εξολοθρευτής». Δεν θα πω περισσότερα για να μη σας το χαλάσω, αλλά η εισαγωγή του συγκεκριμένου χαρακτήρα γεμίζει την άλλοτε καλά θεμελιωμένη ταινία με συμπτώσεις που την εξασθενίζουν. Κατά δεύτερον, ο αγώνας του πρωταγωνιστή με τη μεταλλαγμένη ταυτότητά του (κάτι που εξερευνάται τακτικά από το «X-Men» του 2000) αποδεικνύεται ιδιαίτερα αναποτελεσματικός. Οι σεναριογράφοι μπορεί να μας έχουν δώσει έναν διαφορετικό Γούλβεριν, αλλά ένα εύκολο τέχνασμα στο τρίτο μέρος, που μόνο σκοπό έχει την προώθηση της πλοκής, επηρεάζει τη σχέση μεταξύ εκείνου και της μικρής πρωταγωνίστριας δημιουργώντας μια έλλειψη χημείας που επιδρά στα πάντα αρνητικά. Το μεγαλύτερο της πλήγμα είναι ότι δημιουργεί μια έλλειψη συναισθηματικού δεσίματος, αφού πλέον η σχέση τους αντιμετωπίζεται από εμάς το κοινό, απλά ως ένας βολικά δραματικός μηχανισμός.

Τέλος, οι οπαδοί του franchise X-Men έχουν αναπτύξει έναν στενό δεσμό με Γούλβεριν του Χιου Τζάκμαν. Καθώς πρόκειται για την τελευταία ταινία του, θα περίμενε κανείς ένα καταληκτικό αντίο με πραγματική απήχηση. Δυστυχώς, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Το φιλμ του Μάνγκολντ χάνει τη δυναμική που έχει χτίσει με την ιστορία, τις σκηνές δράσης και τους χαρακτήρες, με έναν επίλογο πολύ πρόχειρο για έναν χαρακτήρα αυτού του διαμετρήματος, καταλήγοντας να γίνει ένας ανεπαρκής αποχαιρετισμός σε έναν εικονικό χαρακτήρα, αλλά και σε έναν μεγάλο ηθοποιό.