Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Transformers: The Last Knight [0.5/5]

Χωρίς αμφιβολία, το «Transformers 5: Ο Τελευταίος Ιππότης» θα προσελκύσει τις μάζες στον κινηματογράφο προσφέροντας στο κοινό τα ιδία με τους προκατόχους του σε όλους τους τομείς. Το να υπερνικάς όμως τον προηγούμενο εαυτό σου και τις δικές σου ηλίθιες ιδέες ξανά και ξανά, οδηγεί επιτακτικά είτε σε μια θεϊκή ύπαρξη είτε σε μια φάρσα, η οποία περιπαίζει πολύ εμφανές τους πάντες και είναι πολύ δύσκολο να την κρίνεις.

Όπως και στο «Transformers 4: Εποχή Αφανισμού», έτσι και εδώ η υποτιθέμενη ιστορία, η οποία θα ήταν εύκολο να ειπωθεί σε μία ώρα και μισή αλλά εδώ ξεχειλώνεται για πάνω από δυόμισι ώρες, για ακόμα μια φορά κατακλέβει τους πάντες και τα πάντα. Το μαγικό εδώ όμως είναι ότι το κάνει με λιγότερη ντροπή και με ακόμα λιγότερη συνεκτικότητα. Χωρίς να ασχολείται σε επίπεδο συνέχειας, το «Transformers 5» όχι μόνο αντιφάσκει με τα προηγούμενα, αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό σκηνή με σκηνή. Φράσεις, αποφάσεις χαρακτήρων, αλλά κι ολόκληρες σκηνές είναι εντελώς χωρίς νόημα και εξυπηρετούν τον σκοπό της εφαρμογής μιας υποτιθέμενης ενιαίας ιδέας χωρίς πολλή σκέψη. Όλα τα υπόλοιπα είναι το διάσημο μίγμα εκρήξεων του Μάικλ Μπέι: μέταλλα που χτυπάνε το ένα με το άλλο, φουλ sci-fi ανοησία, χιούμορ που δεν μπορεί να υποστηριχθεί, χαοτικό μοντάζ και την αναλογία εικόνας να αλλάζει ανά δευτερόλεπτο.

Το franchise συνεχίζει να μας προσφέρει αυτή την αναλογία ακολουθώντας πιστά ακριβώς όλα όσα έχουμε συνηθίσει εδώ και χρόνια. Το μόνο που αλλάζει είναι τα ρομπότ. Την τελευταία φορά ήταν δεινόσαυροι. Αυτή τη φορά είναι ιππότες και δράκοι. Όσοι επιθυμούν και τους αρέσει, να πάνε να το δουν. Όλοι οι υπόλοιποι θα πρέπει να αποδεχτούμε ότι τα Transformers εισπρακτικά συνεχίζουν να τα καταφέρνουν περίφημα. Και για όσο χρόνο θα αρμέγουν τα λεφτά του κοινού, θα συνεχίζουν να υπάρχουν.

Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Sage Femme [2/5]

H Κλερ (Κατρίν Φροτ) είναι μαία, αλλά το νοσοκομείο όπου εργάζεται για δεκαετίες πρόκειται να κλείσει. Η Μπεατρίς (Κατρίν Ντενέβ) είναι η πρώην ερωμένη του πατέρα της Κλερ, η οποία θέλει να τη συναντήσει μετά από δεκαετίες σιωπής. Απρόθυμα θα γίνει μια συνάντηση προκαλώντας τις αντίστοιχες συνέπειες. Αυτή είναι πάνω κάτω η υπόθεση της νέας ταινίας του Μαρτέν Προβόστ. Διαβάζοντας την, δεν είναι δύσκολο να υποψιαστείς πως στα «Μικρά Βήματα», μετά την επιτυχία του «Το Χάρισμα της Σεραφίν» και του «Violette», ο γάλλος σκηνοθέτης συνεχίζει να ασχολείται με τις γυναίκες. Αυτή τη φορά επενδύει στη δυαδικότητα των χαρακτήρων, τοποθετώντας ως πρωταγωνίστριες δυο εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες στην προσπάθειά του να ζωγραφίσει τις διαφορές της γυναικείας ομορφιάς σε όλους τους τομείς.

Στο κέντρο της ταινίας συναντιούνται δύο εξαιρετικά αντίθετες Grandes-Dames του γαλλικού κινηματογράφου. Ακούγεται ως ένας καλός συνδυασμός και, πράγματι, η Ντενέβ είναι υπέροχη ως η νευρωτική γυναίκα που κερδίζει τα χρήματά της με το πόκερ και καταπίνει τα φάρμακα της με ένα ουίσκι. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η φιγούρα της Φροτ, η Κλερ, είναι τόσο άπιαστη, καθαρή και κανονική που το «Μικρά Βήματα» δεν λειτουργεί πλήρως ως ταινία για ένα άνισο δίδυμο. Οι κοινές σκηνές τους είναι αρκετά διασκεδαστικές, γεμάτες ζωντάνια. Χάρη στο ταλέντο τους μεταδίδουν άψογα τα ανθρώπινα, πλήρη σε νοήματα παρά τη φαινομενική κοινοτυπία τους μηνύματα για τη συγχώρεση που το σενάριο αναδίδει, σκιαγραφώντας παράλληλα και μια εικόνα της αντίθεσης μεταξύ ζωής και θανάτου. Ακόμα και οι δυο τους, όμως, δεν μπορούν να απελευθερώσουν την ταινία από την ενδοσκοπική, μη δεσμευτική οπτική της. Κι έτσι η ταινία μπερδεύεται και δεν μπορεί να πάρει και να ακολουθήσει μια πορεία. Επειδή δεν υπάρχει πραγματική σύγκρουση, επειδή η Κλερ καταπίνει οτιδήποτε μπορεί να οδηγήσει σε πραγματική τριβή και ένταση.

Ακόμα κι έτσι, πρόκειται για μια ιστορία που διεγείρει τη σκέψη χωρίς μια ηθικοποιητική ατζέντα. Και αυτό ποτέ δεν είναι κακό.

The Mummy [1/5]


Στη δεκαετία του 1930, το στούντιο της Universal απέκτησε ένα σοβαρό πρόβλημα. Ο βωβός κινηματογράφος έγινε ομιλών και παρά κάποια πολύ επιτυχημένα έργα όπως το «Ουδέν Νεότερο από το Δυτικό Μέτωπο», συχνά η αμερικανική εταιρεία παραγωγής ταινιών κατέγραφε ζημιές. Ποιος ξέρει αν το στούντιο θα είχε επιζήσει αυτή τη φάση, αν δεν υπήρχαν οι «ταινίες με τέρατα». Το 1931, ο «Δράκουλας» του Τοντ Μπράουνινγκ άνοιξε τον χορό μιας φτηνά παραγόμενης, αλλά χάρη στο ταλαντούχο προσωπικό μπροστά και πίσω από την κάμερα, υψηλής ποιότητας σειράς ταινιών τρόμου. «Φρανκενστάιν», «Ο Αόρατος Άνθρωπος», «Ο Λύκος του Λονδίνου» αλλά και «Η Μούμια» αποτέλεσαν μέρη αυτού του επαναστατικού κινηματογραφικού σύμπαντος, το οποίο δεν χαρακτηριζόταν από μια εσωτερική συνέχεια όπως την ξέρουμε σήμερα από το Marvel Cinematic Universe. Ακόμα και σήμερα, οι συγκεκριμένες ταινίες αποτελούν σημεία αναφοράς για όλους τους σινεφίλ αποδεικνύοντας ακόμα και στις μέρες μας πόσο δημιουργικά και χαρισματικά μπορεί κάποιος να φέρει τα πλάσματα του σκότους στη ζωή. Αυτή η σύντομη εκδρομή στις πρώτες μέρες της ιστορίας του κινηματογράφου είναι φυσικά περιττή για την κατανόηση της ήδη δεύτερης επανεκκίνησης της «Μούμιας». Ωστόσο, το δεύτερο σκηνοθετικό έργο του Άλεξ Κούρτζμαν είναι τόσο ανεμπόδιστο στις προθέσεις του, που θεώρησα ότι χρειάζεται να αντιπαραβάλλω τη συναρπαστική προέλευση αυτού του μυθικού τέρατος.

Εν έτει 2017, η Universal συνειδητοποίησε ότι τα δισεκατομμύρια που βγάζει από το franchise του «Fast and Furious» δεν είναι αρκετά. Οπότε, εκμεταλλευομένη τους σημερινούς μηχανισμούς της αγοράς, σκέφτηκε να δημιουργήσει το Dark Universe: το κοινό σύμπαν των reboot εκδόσεων των αρχικών Universal Monsters. Ωραία σκέφτηκαν οι ιθύνοντες, έχουμε την ιδέα, ας την υλοποιήσουμε. Πιθανότατα μετά από κλήρωση, το τέρας της μούμιας αποφασίστηκε να κάνει ποδαρικό στο σύμπαν. Ξεκινώντας με το απόφθεγμα «Ο θάνατος δεν είναι παρά μια πόρτα για τη νέα ζωή» αντιλαμβανόμαστε αμέσως ότι ο θάνατος θα αποτελέσει το κεντρικό κίνητρο αναφοράς όχι μόνο για αυτή την ταινία, αλλά για ολόκληρο το σύμπαν που πάει να χτιστεί. Και όμως ο ίδιος ο θάνατος -ως εξαφάνιση, αλλά κι ένα ανεπανόρθωτο αδίκημα της ανθρώπινης ύπαρξης- δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα εδώ, δεν διερευνάται περαιτέρω, και το χειρότερο δεν συλλαμβάνεται σε εικόνες. Τα πολλά νεκρικά όντα δεν είναι παρά μια αόριστα απειλητική ορδή. Τα παραμορφωμένα πρόσωπα αλλά και τα σάπια υπολείμματα της προηγούμενης ζωής δεν δίνουν ποτέ στη «Μούμια» τη σκοτεινή οπτική γοητεία αυτού του είδους. Η ταινία απελευθερώνεται εντελώς από οποιαδήποτε νοσηρότητα, παρόλο που η συναισθηματική δυναμική της διακατέχεται από μια πενιχρή εμμονή του θανάτου. Και αυτό που μένει δεν είναι τίποτε άλλο από το αναμενόμενο.

Τουλάχιστον τυπικά, το έργο λειτουργεί σαν μια καλά λαδωμένη μηχανή. Ο Τομ Κρουζ είναι πρωταγωνιστής απλά γιατί τα σπάει τα τελευταία χρόνια και κάνει και μόνος του τις επικίνδυνες σκηνές, άρα το στούντιο θα δημοσιεύσει καμιά δεκαριά κείμενα για προώθηση στον τύπο. Δίπλα κάνα δυο κουκλάρες που τα λένε δεν τα λένε. Ξανά μετά το «Jurassic World», υπάρχει o Τζέικ Τζόνσον ως το ανάλαφρο κωμικό στοιχείο του έργου. Κάθε δέκα λεπτά ο θεατής έρχεται αντιμέτωπος με μάχες και σκηνές κυνηγητών σε αεροπλάνα, υποβρυχίως, σε δρόμους και ούτω καθεξής. Και φυσικά μην ξεχνάμε την αγάπη, εδώ στη χειρότερη μορφή της. Είναι ήδη ειρωνικό το γεγονός ότι το «Dracula Untold», το οποίο επίσης στερείται ποιότητας αλλά ήταν πολύ πιο πρωτότυπο και διασκεδαστικό, απορρίφθηκε ως αφετηρία του «Dark Universe», μόνο για να ανοίξει το σύμπαν με μια τυποποιημένη ταινία όπως αυτή. Στην ουσία, τούτη εδώ η «Μούμια», με την πολύ προφανή απόπειρα να προσφέρει όσο το δυνατόν περισσότερο σε κάθε θεατή, δεν είναι τίποτε άλλο από ένα παράδειγμα της αιώνιας αναζήτησης του Χόλιγουντ για την κότα με τα χρυσά αυγά. Θέλω να πιστεύω ότι λογάριαζαν χωρίς τον ξενοδόχο, αφού αυτές οι προχειρότητες δεν δικαιολογούνται πλέον.

Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

Wonder Woman [3.5/5]

Είναι ίσως ένα από τα κωμικοτραγικά αστεία των τελευταίων κινηματογραφικών χρόνων. Ενώ οι δελεαστικές ταινίες της Marvel μετατρέπονται σε επιτυχίες, οι προσαρμογές των DC Comics είναι κυρίως απογοητευτικές. Υπερβολικά σκοτεινές, μεγάλες σε διάρκεια και με κάποιες εκπληκτικές γκάφες, έχουν κάνει τους θεατές να αναρωτιούνται εάν αυτό το σύμπαν θα μπορέσει να δώσει κάποτε μια πραγματικά καλή ταινία. Η παρουσία της Γκαλ Γκαντό ως Νταϊάνα Πρινς/Γουόντερ Γούμαν στο «Batman v Superman: Η Αυγή της Δικαιοσύνης» έδωσε ελπίδες και αποτέλεσε μια κλεφτή ματιά στην ταινία που πιθανότατα θα οδηγούσε το σύμπαν της DC σε μια νέα εποχή. Η ανάθεση της παροχής δομής και θεάματος στο εγχείρημα δόθηκε στην πολυβραβευμένη σκηνοθέτη του «Monster» Πάτι Τζένκινς.

Πολλοί θα δουν το έργο ως ένα μείγμα του πρώτου Captain America, όπου ένας ιδεαλιστής ήρωας στέλνεται στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και την πρώτη περιπέτεια του Thor, στην οποία ένας θεός έρχεται στην ανθρωπότητα. Και οι δύο συγκρίσεις είναι προφανείς, ειδικά για τον Captain America, καθώς δεν υπάρχει μόνο η ομοιότητα μεταξύ της ρετρό σκηνής και της ηθικά αλάθητης στάσης των κύριων χαρακτήρων, αλλά και μεταξύ των αντίστοιχων ρομαντικών εταίρων. Ωστόσο, μέσα από το δικό της στυλ και με δικά της θέματα να την απασχολούν, η Γουόντερ Γούμαν βρίσκει τη δική της ταυτότητα μακριά από αυτές τις συγκρίσεις. Οι συντελεστές του «Wonder Woman» γνωρίζουν ότι η υπερβολική δύναμη αυτής της ταινίας δεν είναι μόνο στο franchise, αλλά και σε ολόκληρο το σινεμά. Και δικαίως, αφού το έργο έχει διπλό στόχο: να τερματίσει την κατάρα που μαστίζει τις γυναικείες ταινίες με υπερήρωες (βλέπε «Elektra» και «Catwoman»), αλλά και να παρέχει ένα ικανοποιητικό δίωρο στον θεατή.

Η ιστορία, επινοημένη από τους Ζακ Σνάιντερ, Τζέισον Φουξ και Άλαν Χέινμπεργκ, είναι εμπνευσμένη από τη μυθολογία του κόμικ χαρακτήρα και προσφέρει μια κλασική ιστορία προέλευσης. Αυτή υλοποιείται με εξαιρετικό CGI και πολλές σκηνές δράσης. Ένα σημαντικό κομμάτι των πραγμάτων που κάνει σωστά είναι ότι δεν παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά. Στην πραγματικότητα, η ταινία έχει τις απαιτούμενες ποσότητες ανοησίας και δράσης σε συνδυασμό με σπιρτόζικους διαλόγους αποδομένους με άφθονη γοητεία. Η Τζένκινς σκηνοθετεί με άφθονο μπρίο ένα έπος για τον κόσμο των αμαζόνων, χωρίς να κουράζει. Αλλά η «Wonder Woman» δεν είναι μόνο περιπέτεια. Αντίθετα, η σκηνοθέτης καταφέρνει να εξοπλίσει την ηρωίδα της με μια αφελή κατάπληξη και μια εγκάρδια περιέργεια. Η Γουόντερ Γούμαν ακολουθεί πολλά ιδεώδη, αλλά συγκρούεται τακτικά με μια σκληρή και ιστορικά ενσωματωμένη πραγματικότητα. Η ταινία σκόπιμα επέλεξε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο αντί του Δεύτερου (όπως στο κόμικ) ως ένα περιβάλλον για την αντιμετώπιση της σκοτεινής πλευράς. Επειδή τα όρια μεταξύ καλού και κακού ήταν ακόμα πιο ασαφή.

Ο ψυχολόγος Γουίλιαμ Μάρστον ανέπτυξε την εικόνα της ηρωίδας στις αρχές της δεκαετίας του 1940 ρητά ως πρότυπο για τις γυναίκες και τα κορίτσια, προκειμένου να μεταδώσει αξίες και να παράσχει τη φυσική επίλυση των συγκρούσεων του κόσμου. Ενώ η Νταϊάνα στην ταινία είναι αρκετά πολεμική, είναι η έκφραση της νεανικής αθωότητας, η οποία αλλάζει κατά τη διάρκεια της δράσης δείχνοντας την ανάπτυξη του χαρακτήρα της. Ανάμεσα στις απολύτως εντυπωσιακές σκηνές δράσης, μέσα σε αυτά τα 140 λεπτά διάρκειας, κρύβονται μερικές μικρές θαυμάσιες στιγμές, οι οποίες ενώνουν όλους τους χαρακτήρες του συνόλου, ανεξάρτητα από την προέλευση και το φύλο. Και ως δια μαγείας το σενάριο και η σκηνοθεσία της Τζένκινς κάνει αυτό του είδους το «μεγάλωμα» και την ένωση των ηρώων να πάλλεται, και το κοινό να συμπάσχει και να αισθάνεται. Ωστόσο, η Γουόντερ Γούμαν δεν έχει ακόμη ελευθερωθεί πλήρως από όλες τις κληρονομιές των προκάτοχων της και αυτές εμφανίζονται στην τελευταία πράξη, ειδικά στη φουλ στο CGI, υπερβολική τελική αναμέτρηση.

Ευτυχώς, αυτό είναι μόνο μια ατυχής υποσημείωση σε μια κατά τα άλλα επιτυχημένη ταινία, η οποία ίσως δεν ανακαλύπτει τον τροχό, αλλά τουλάχιστον οδηγεί το σύμπαν στο σωστό μονοπάτι και υπόσχεται ένα καλύτερο και ίσως ακόμη πιο υπέροχο μέλλον.

Τρίτη, 6 Ιουνίου 2017

Baywatch [0.5/5]

Η σειρά φαινόμενο της δεκαετίας του 1990 αποτελεί μια ένοχη απόλαυση για όσους την παρακολουθούσαν. Από το τραγούδι «I`m Always Here» του Τζίμι Τζέιμισον μέχρι τα κόκκινα μαγιό, η σειρά «Baywatch» έχει αποκτήσει ένα εικονικό cult-status που σπάνια φεύγει από τη μνήμη όταν μιλάς για τηλεοπτικές σειρές που σημάδεψαν γενιές. Εκμεταλλευόμενοι τη νοσταλγική διάθεση που χαρακτηρίζει την εποχή, ο σκηνοθέτης Σεθ Γκόρντον και οι σεναριογράφοι Ντέμιαν Σάνον και Μαρκ Σουίφτ, συνδυάζοντας αυτές τις κωμικές αναμνήσεις, αναβιώνουν τη σειρά, με όλες τις κιτς και μη πτυχές της. Με ένα πρωτοκλασάτο καστ, πολλούς χορηγούς και μια εξαιρετικά στιλιστική παραγωγή, το «Baywatch» επιστρέφει στις κινηματογραφικές αυτή την φορά οθόνες μας ως μια -ο θεός να την κάνει- κωμωδία με σατιρική διάθεση.

Πρέπει να παραδεχτούμε ότι η τηλεοπτική σειρά είχε πολλές, αλλά όχι ολοκληρωμένες ιδέες. Είχε υποπλοκές αλλά καμία ξεκάθαρη ιστορία. Υπήρχαν βρεγμένοι σέξι άνδρες και γυναίκες, πολλή δράση, χαλαρά λόγια και αυτο-ειρωνεία, όχι όμως και αξιόπιστοι πολυδιάστατοι χαρακτήρες. Γεγονός που από μόνο του δυσχεραίνει τη μεταφορά στον κινηματογράφο. Ακόμα όμως και με αυτό το ελαφρυντικό, τίποτα δεν σε προετοιμάζει για αυτό που θα δεις. Το μεγαλύτερο ερώτημα που προκαλεί η θέαση της, κατά τη διάρκεια των υπερβολικών 119 λεπτών της, είναι: σε ποιον απευθύνεται; Η ιδέα να «μετατρέψεις» την αρχική ύλη σε κάτι πιο χιουμοριστικό και, γιατί όχι, πιο ρεαλιστικό, αποτίνοντας παράλληλα έναν φόρο τιμής, ακούγεται αρχικά αρκετά ελκυστική. Το τελικό αποτέλεσμα όμως δεν είναι τίποτε άλλο από μια κατωτάτης ποιότητας παρωδία που αμαυρώνει τον τίτλο της. Σεναριακά, το «Baywatch» ακολουθεί την κλασική πεπατημένη αναβιώνοντας τις καλοκαιρινές κωμωδίες των τελευταίων είκοσι χρόνων. Όλοι οι χαρακτήρες, οι λεπτομέρειες, οι ανατροπές και τα καλαμπούρια που έχουν χρησιμοποιηθεί ποτέ και με κάποιο τρόπο συνέβαλαν στην επιτυχία οποιασδήποτε ταινίας ρίχνονται τυχαία μαζί, χωρίς αγάπη, απλώς για να διεκπεραιώσουν τη δουλειά τους.

Η πλοκή του έργου είναι μια που την έχουμε δει χίλιες φορές και αφορά λαθρεμπόρους ναρκωτικών, οι οποίοι κάνουν το έδαφος των ηρώων μας επικίνδυνο. Εξίσου ανέμπνευστο είναι και το χιούμορ της, αφού η χρήση της λέξης fuck, οι συνομιλίες για τους μπάτσους και τα αστεία με πέη που είναι κολλημένα σε καρέκλες παραλίας αποκαλύπτουν οδυνηρά πόσο λίγο οι κατασκευαστές του ασχολήθηκαν με το να βρουν δημιουργικές χιουμοριστικές ιδέες. Θέλει να είναι μια ανεξέλεγκτη και χονδροειδής πρωτότυπη κωμωδία, αλλά στην πραγματικότητα δεν ξεφεύγει ούτε στιγμή από τον κανόνα. Μέσα σε όλο αυτό τον αχταρμά, οι ηθοποιοί κάνουν κακή δουλειά. Ναι δεν έχουν κείμενο και χαρακτήρες να υποδυθούν, αλλά…ας μην έπαιζαν! Ο Ντουέιν Τζόνσον περιορίζεται στα δύο πρόσωπα που κυριαρχούν στις εκφράσεις του: χαμογελαστός και θυμωμένος. Ο Τζον Μπας είναι γελοίος. Οι γυναικείοι χαρακτήρες είναι ανύπαρκτοι, σε βαθμό που η έλλειψη σκηνών του χαρακτήρα που υποδύεται η Πριγιάνκα Τσόπρα να αποτελεί σπαζοκεφαλιά. Μόνο ο Ζακ Έφρον προσπαθεί και βγαίνει αλώβητος.

Αυτό που όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε και που αποτελεί ελαφρυντικό είναι ότι πρόκειται για μια καλοκαιρινή κωμωδία. Κάθε γραμμή από τα παραπάνω μπορεί επίσης να ισχύει σε αμέτρητες άλλες ταινίες αυτού του διαμετρήματος. Εκείνοι που απολαμβάνουν αυτού του είδους το χιούμορ και τις ταινίες θα διασκεδάσουν με αυτή την κινηματογραφική επίθεση από γελοίους μύες. Ο λόγος που το έργο του Γκόρντον τοποθετείται στις κάτω του μέσου όρου ταινίες είναι το γεγονός ότι το «Baywatch» είναι ακριβώς αυτό που περιμένεις πριν καν το δεις. Μια ξεπερασμένη καλοκαιρινή κωμωδία, χωρίς τις δικές της ιδέες και εντελώς υπερβολικούς χαρακτήρες. Μια ταινία που κανείς δεν χρειάζεται πραγματικά, και που ούτε οπαδοί του πρωτότυπου, ούτε φίλοι πραγματικών κωμωδιών θα απολαύσουν.